Ένα παράξενο περιστατικό στην Άρτα του 1930!

“Ήταν μια Πέμπτη μεσημέρι, καλοκαίρι του 1930. Η πόλη της Άρτας έβραζε σαν καμίνι κι οι Αρτηνοί είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, σφαλίζοντας πόρτες και παράθυρα, στην προσπάθειά τους να βρουν λίγη δροσιά και ξεκούραση απ’ τον κάματο της μέρας.  Εκείθε, κατά τη γειτονιά της Αγίας Παρασκευής στα ριζά του Κάστρου, τα πορτοπαράθυρα των σπιτιών ήταν διπλά σφαλισμένα  για να αφήσουν έξω την κάψα του μεσημεριού. Παντού απλώνονταν ησυχία και μόνο το μουρμουρητό απ’ τα νερά του ποταμού λίγο πιο μακριά, που κυλούσαν ήρεμα προς τον κόλπο, έμοιαζε μάλλον με γλυκό νανούρισμα.

Στα σπίτια του Σ. Έξαρχου και του Ν. Βουρλάκου, οι ένοικοι έπαιρναν κι αυτοί τον μεσημεριανό τους ύπνο και τίποτα δεν προμήνυε τον χαλασμό που θα ακολουθούσε. Γιατί, στα  ξαφνικά, μια βροχή από πέτρες, άλλες μεγάλες κι άλλες μικρές, άρχισε να σφυροκοπά τα παράθυρα και τις πόρτες των δυο αυτών σπιτιών. Οι ένοικοι πετάχτηκαν έντρομοι απ’ τα κρεββάτια τους και βγήκαν μισοντυμένοι, άλλοι στην αυλή κι άλλοι στο δρόμο, προσπαθώντας να καταλάβουν τι συμβαίνει, ποια ήταν αυτά τα παλιόπαιδα που τους χάλασαν τον ύπνο μεσημεριάτικα, κι αν τα ‘πιαναν στα χέρια τους, αλλοίμονό τους! Στο δρόμο όμως δεν κυκλοφόραγε ψυχή. Παντού ερημιά…….Βλαστημώντας τα παλιόπαιδα που έπαιξαν μαζί τους μέρα μεσημέρι, οι δυο οικογένειες κίνησαν ξανά για τα σπίτια τους… Δεν πρόκαμαν  όμως να κλείσουν καλά – καλά την πόρτα, όταν μια καινούργια ομοβροντία από πέτρες  εκτοξεύτηκε για δεύτερη φορά στα παράθυρά τους. Οι πέτρες που έπεφταν ήταν ζεστές, μάλλον απ’ την κάψα του ήλιου, μερικές δε απ’ αυτές δεν ήταν σαν τις συνηθισμένες πέτρες του γιαλού. Τα παράθυρα των σπιτιών άρχισαν να σπάνε κι οι αυλές και το στενό σοκάκι μπροστά στα σπίτια γέμισαν με τζάμια και κομμάτια από πέτρες. Τα κεραμίδια στις στέγες έπεφταν  κι αυτά σπασμένα καταγής  και οι γλάστρες στις αυλές έσπασαν κι αυτές.

Οι κραυγές των γυναικών και των παιδιών  σήκωσαν όλη τη γειτονιά της Αγίας Παρασκευής στο πόδι. Οι άνθρωποι βγήκαν στα παράθυρα και στις αυλόπορτες, ρωτώντας και προσπαθώντας να μάθουν τί συμβαίνει. Ακόμη και οι άρρωστοι άφησαν τα κρεβάτια τους κι όλοι  με τα μάτια καρφωμένα στο στερέωμα, προσπαθούσαν να καταλάβουν από πού έρχονταν εκείνος το πέτρινος ορυμαγδός, που έσκαγε πάνω απ’ κεφάλια τους.

Δεν πέρασε πολύ ώρα κι η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σ’ όλη την πόλη, απ’ τους Ταμπακιάδες μέχρι τα Προσφυγικά κι ως απάνω στη Βαλαώρα, κι οι Αρτηνοί, κούδες – κούδες, άρχισαν να μαζεύονται στη γειτονιά και να συνωστίζονται ποιος θα μπορέσει να ιδεί καλύτερα, μετατρέποντας θαρρείς το δρόμο σε τόπο προσκυνήματος. Ο λιθοβολισμός των δυο σπιτιών συνεχίζονταν με την ίδια ένταση και το δειλινό απέκτησε τη δική του άγρια μουσική: το σφύριγμα απ’ τις πέτρες που εκτοξεύονταν, τον κρότο απ’ τα σπασμένα αντικείμενα, τα κλάματα και τα ουρλιαχτά των δυο οικογενειών και το βουητό απ’ το πλήθος που κοίταζε με γουρλωμένα μάτια και σταυροκοπιόνταν και που σε κάθε καινούργια πετροβόλημα ξεφώνιζε δυνατά επικαλούμενο τον Χριστό, την Παναγία κι όλους τους Αγίους…..

Από την πρώτη κιόλας στιγμή ειδοποιήθηκε η Αστυνομία, η οποία έστειλε επί τόπου τον Διοικητή του Αμυντικού Στρατώνα με αρκετούς Εύζωνες. Όμως, όσο κι αν προσπάθησαν  ξανά και ξανά, εξετάζοντας συνέχεια την γύρω περιοχή, δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν τίποτα.

Το πετροβόλημα συνεχίστηκε με την ίδια ένταση, μάλιστα, οι Εύζωνες έμειναν ξάγρυπνοι όλη τη νύχτα παρακολουθώντας τα δυο σπίτια απ’ τις γειτονικές στέγες κι έβλεπαν τις πέτρες να περνούν πάνω από τα κεφάλια τους, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν από πού ερχόντουσαν. Εκείνη η νύχτα  ήταν γεμάτη σταυροκοπήματα  και ψίθυρους. Ο ένας απ’ τους ιδιοκτήτες ήταν τόσο απελπισμένος που προσπάθησε να πιάσει μερικές πέτρες που έπεφταν μανιασμένα, αλλά δεν άντεξε. Στη συνέχεια, άρπαξε μηχανικά το όπλο του και άρχισε να πυροβολεί στον αέρα. Όμως οι πέτρες έπεφταν όλο και πιο μεγάλες…..

 Τη άλλη μέρα, την Παρασκευή, το κακό έγινε αφόρητο. Τα παράθυρα των δυο σπιτιών ήταν όλα σπασμένα και τα σπίτια έμοιαζαν ξεχαρβαλωμένα, ενώ οι σωροί από πέτρες ήταν τόσοι πολλοί που μπορούσε κανείς να χτίσει ένα δεύτερο σπίτι! Οι οικογένειες του Έξαρχου και του Βουρλάκου, ανίκανες να διαχειριστούν την κατάσταση και φοβούμενες για τη σωματική τους ακεραιότητα, φιλοξενήθηκαν από συγγενείς. Οι γείτονες, λαχταρισμένοι και φοβούμενοι μήπως το κακό επεκταθεί και στα δικά τους σπίτια, απέδωσαν τους ανελέητους λιθοβολισμούς σε μυστηριώδεις και υπερφυσικές αιτίες, πιστεύοντας  ότι τα σπίτια ήταν στοιχειωμένα.  Όλα αυτά ενέπνευσαν την ιδέα στη γειτονιά ότι επρόκειτο για ξωτικά. Οι απόψεις, ωστόσο, διίσταντο. Μερικοί πίστευαν χωρίς δισταγμό ότι τα ξωτικά τιμωρούσαν τα στοιχειωμένα σπίτια, ενώ άλλοι επέμεναν ότι κάποιοι κακόβουλοι άνθρωποι είχαν στήσει αυτή τη φρικτή σκηνή για να διασκεδάσουν την πλήξη τους.

Έτσι το μεσημέρι της Παρασκευής, οι δυο ιδιοκτήτες  πανικόβλητοι και άυπνοι κάλεσαν τον παπα-Γιώργη του Αγίου Δημητρίου να τελέσει αγιασμό, κρυμμένοι σε ένα δωμάτιο στο πίσω μέρος της μιας αυλής. Ο ιερέας ξόρκισε τους δαίμονες, καταράστηκε τα πονηρά πνεύματα, που είχαν αναστατώσει ολόκληρη τη συνοικία της Αγίας Παρασκευής, ράντισε τους παρευρισκόμενους με αγιασμό, έβρεξε τους τοίχους και τα παράθυρα, πήρε την πληρωμή του, για την οποία είχαν συνεισφέρει όλη η γειτονιά, και αφού ευλόγησε τους έντρομους χριστιανούς, βγήκε στην αυλή, για να επιστρέψει στο σπίτι του. Την ώρα που ο παπα-Γιώργης έβγαινε απ’  την εξώπορτα, ένα τεράστιο κοτρόνι τον χτύπησε δυνατά στην πλάτη, προκαλώντας τον να βγάλει μια τσιριχτή κραυγή. Επιτάχυνε το βήμα του και δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω του, παρά μόνο μουρμούρισε:

– Εξορκισμένοι και καταραμένοι να είστε, πονηρά και διαβολικά πνεύματα!

Ξημέρωσε η μέρα του Σαββάτου και το μυστήριο παρέμενε. Η λαϊκή φαντασία οργίασε. Τί σόι φαινόμενο ήταν αυτό; Ποιος είχε τη δύναμη να διατάζει τις πέτρες, άλλες από το γιαλό κι άλλες απ’ το Πετροβούνι  να πετούν στον αέρα και να πετροβολούν με δύναμη τα σπίτια δυο  σεβαστών και νοικοκυρεμένων Αρτηνών; Στα καφενεία, στις αυλόθυρες και στις γειτονιές δεν υπήρχε άλλο θέμα για συζήτηση. Η μικρή πόλη ζούσε με την κουβέντα του λιθοβολισμού….Και τί θα γίνει αν ξαφνικά το φαινόμενο συνεχιστεί κάθε μέρα; Κι αν το πετροβόλημα βάλει στόχο κι άλλα σπίτια; Ποιoί θα είναι άραγε οι επόμενοι; Όσο όμως κι αν έστυβαν το μυαλό τους, εξήγηση δεν εύρισκαν. Στην ουσία  οι Αρτηνοί χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα: Οι μισοί ήταν πεπεισμένοι ότι οι κακοί δαίμονες, τα μοχθηρά ξωτικά και τα ανίερα φαντάσματα τους είχαν βάλει στο στόχαστρο, ενώ οι άλλοι μισοί γκρίνιαζαν ότι κάποιοι άστοχοι και ανεγκέφαλοι φαρσέρ είχαν παίξει ένα άσχημο παιχνίδι εναντίον τους. Μερικοί, πιο ψύχραιμοι, είπαν πως έπρεπε να καλέσουν τον Πρόεδρο της Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών, τον Άγγελο Τανάγρα, που επανειλημμένα είχε ασχοληθεί με παρόμοια φαινόμενα που παρουσιάζονταν σε «στοιχειωμένα σπίτια».

Ξαφνικά την Κυριακή το φαινόμενο, ως δια μαγείας, σταμάτησε. Να έπιασε άραγε τόπο ο αγιασμός του παπα-Γιώργη; Ποιος μπορεί να το πει με σιγουριά; Σύμφωνα με τον Άγγελο Τανάγρα, όλα αυτά πιθανώς να είχαν προκληθεί εξαιτίας προσώπου με ισχυρό ψυχοδυναμισμό, που άθελά του και χωρίς καν να το γνωρίζει, είχε την ικανότητα να επηρεάζει την ύλη στον μέγιστο βαθμό. Οι Αρτηνοί πάντως έκαναν πολύ καιρό να ξεχάσουν την ιστορία…..” (To κείμενο είναι της Αναστασίας Καρρά και βασίζεται σε αληθινό περιστατικό που συνέβη στην Άρτα και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ τον Ιούλιο του 1930).

Δημοσιεύθηκε στην Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *