Ανασύνθεση των γεγονότων
Το Τάγμα του 42ου Συντάγματος Πεζικού «Μοντένα», το δικό μου τάγμα, με τους 4 λόχους του και τον Λόχο Διοίκησης, συγκεντρώθηκε σε πολεμική διάταξη το πρωί της 28ης Δεκεμβρίου, με όπλα, άμαξες, εφόδια κτλ., στην αυλή μπροστά από το Στρατόπεδο του Προφήτη Ηλία και κατέβηκε παρατεταγμένο στην πλατεία κοντά στην εκκλησία της Παναγίας Παρηγορήτισσας (μέσα στην πόλη), για τον χαιρετισμό προς τον Συνταγματάρχη διοικητή του Συντάγματος και τις άλλες στρατιωτικές αρχές της φρουράς της Άρτας (δεν θυμάμαι το όνομα του νέου Ταγματάρχη). Η μορφή του ήταν εκείνη ενός ηλικιωμένου ανθρώπου με όψη υπαλλήλου, αναγκασμένου, παρά τη θέλησή του (ήταν έφεδρος αξιωματικός), να αντιμετωπίσει με δυσκολία τις κακουχίες του πολέμου, και προτιμούσε να περπατά παρά να χρησιμοποιεί το μάλλον ιδιότροπο άλογό του. Στη μία πλευρά της πλατείας υπήρχαν αρκετοί περίεργοι πολίτες και κάποιοι, από μακριά, μας χαιρετούσαν με χειρονομίες.
Το απόγευμα κατασκηνώσαμε ανάμεσα στα ερείπια της αρχαίας πόλης της Νικόπολης (που ιδρύθηκε από τον Αύγουστο μετά τη νίκη επί του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας στο Άκτιο το 31 π.Χ.). Φαγητό και διανυκτέρευση σε σκηνή· εγώ έβαλα άχυρα και τον μουσαμά της σκηνής μέσα σε ένα είδος σαρκοφάγου ή λεκάνης (ανάμεσα στα αρχαιολογικά ερείπια) και πέρασα τη νύχτα καλά προστατευμένος.
Μεταξύ συναδέλφων αποκαλούσαμε το αυτοσχέδιο κατάλυμα «η μπανιέρα της Κλεοπάτρας» (αργότερα έμαθα ότι εκείνο το μέρος ονομαζόταν πράγματι «το λουτρό της Κλεοπάτρας», αν και η Αιγύπτια βασίλισσα δεν πήγε ποτέ στη Νικόπολη). Την επόμενη μέρα, στις 29 Δεκεμβρίου, φτάσαμε σε ένα χωριό που λεγόταν Αρχάγγελος και κατασκηνώσαμε πιο βαθιά στην ενδοχώρα, σε μια έρημη και ακατοίκητη περιοχή. Ο καιρός ήταν βροχερός. Οι στρατιώτες έστησαν το στρατόπεδο με σκηνές, όπου βρήκαμε καταφύγιο.
Εμείς οι αξιωματικοί μέναμε σε μια μεγάλη σκηνή που την αποκαλούσαν «αίθουσα χορού». Ο πληθυσμός, για να αποφύγει προβλήματα και μεγαλύτερες ζημιές, παρουσιαζόταν ευγενικός και φιλικός. Η αποστολή του Τάγματος, που ήταν εγκατεστημένο σε εκείνη την έρημη περιοχή, πρέπει να ήταν η παράκτια άμυνα απέναντι σε ενδεχόμενες συμμαχικές αποβάσεις, και οι περισσότεροι αξιωματικοί δεν έβλεπαν κανένα πρακτικό πλεονέκτημα σε αυτό. Δεν γνώριζα ότι λίγο βορειότερα από τον Αρχάγγελο βρισκόταν το χωριό Ζάλογγο, διάσημο για τη θυσία των Σουλιωτισσών την εποχή του Αλή Πασά.
31 Δεκεμβρίου: Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Στη σκηνή είχα τακτοποιηθεί μαζί με τους συναδέλφους Τζάνι Φρανκίνι και τον Διοικητή· η νύχτα ήταν πολύ βροχερή και ιδιαίτερα ανεμώδης. Η θύελλα έσπασε τους πασσάλους στήριξης και η σκηνή κατέρρευσε πάνω μας. Αντιμετωπίσαμε το περιστατικό με κέφι και στη συνέχεια καταφύγαμε στις τριγωνικές σκηνές των στρατιωτών, οι οποίοι, στριμωχνόμενοι μεταξύ τους, μας πρόσφεραν καταφύγιο.
Ιανουάριος 1943
1 Ιανουαρίου: Πρωτοχρονιά.
«Πολυαγαπημένε μου πατέρα, πρώτα απ’ όλα σου στέλνω τις πιο θερμές ευχές της καρδιάς μου για το νέο έτος (…) Σου γράφω από τη νέα μας θέση, μια μεγάλη σκηνή από 12 μουσαμάδες, που τη μοιράζομαι με άλλους δύο συναδέλφους. Μέσα έχουμε τρία ράντζα, στρώμα από άχυρο, μάλλινο μαξιλάρι και κουβέρτες, καθώς και μια ξυλόσομπα (υλικά που φέραμε από την Άρτα). Τα προσωπικά μας κιβώτια και οι βαλίτσες μας χρησιμεύουν ως κομοδίνα.
Είναι 6 το απόγευμα, έξω βρέχει δυνατά και η σκηνή αντέχει θαυμάσια [ήταν η σκηνή που ξαναστήθηκε μετά την καταστροφή της πρώτης]. Δεν φανταζόμουν ότι τον χειμώνα θα μπορούσε κανείς να περνά τόσο καλά κάτω από μια σκηνή: η βροχή δεν μπαίνει μέσα, ούτε και ο αέρας [τι συμπονετικό ψέμα!].»
Με εντυπωσίασε η οργάνωση των στρατιωτών που είχαν όλοι πολεμήσει στον ελληνοϊταλικό πόλεμο: μέσα σε λίγα λεπτά είχαν στήσει ολόκληρο το στρατόπεδο, μαζί και τη σκηνή των αξιωματικών. Το μόνο δυσάρεστο ήταν ότι βρισκόμασταν σε ανοιχτή ύπαιθρο, χωρίς κοντινά σπίτια και εντελώς απομονωμένοι. Σήμερα κάποιοι βοσκοί μάς χάρισαν ένα αρκετά μεγάλο κατσικάκι.
Ακόμη και η λέσχη λειτουργούσε μέσα σε μια μεγάλη σκηνή· οι άδειες δυστυχώς είχαν ανασταλεί και η αλληλογραφία παραδιδόταν και παραλαμβανόταν μόνο μία φορά την εβδομάδα (…).
2 Ιανουαρίου:
«Αγαπημένε μου πατέρα, διαβάζοντας το τελευταίο σου γράμμα, γέλασα κι εγώ σκεπτόμενος τον Φραντσέσκο Μπενίνιο που στάθηκε προσοχή για να χαιρετήσει τη φωτογραφία μου (…). Ζώντας συνεχώς στην ύπαιθρο αποκτά κανείς πείνα λύκου. Σήμερα το πρωί ξέσπασε πραγματική θύελλα με αέρα και βροχή. Δώσε τους χαιρετισμούς και τις ευχές μου στον ξάδελφο Αρμάντο (…).
[Προαχθείς σε αξιωματικό, τοποθετημένος στο 83ο Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας “Βενέτσια”], ο αγαπημένος ξάδελφος Αρμάντο, την άνοιξη του 1943, έφτασε στο Σύνταγμά του στο Μαυροβούνιο και, μετά τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν την ανακωχή της 8ης Σεπτεμβρίου 1943, δεν έδωσε ποτέ ξανά σημεία ζωής.
Παρασυρμένος από τη σκληρότητα του γιουγκοσλαβικού ανταρτοπολέμου (Γερμανοί, Ιταλοί της Μεραρχίας “Βενέτσια”, παρτιζάνοι του Τίτο, Ουστάσι), είναι πιθανό να πέθανε τον Μάρτιο του 1944.»
7 Ιανουαρίου 1943
«Πολυαγαπημένε μου πατέρα, από τους στάβλους στ’ αστέρια! Ο παλιός μου λοχαγός με πήρε μαζί του σε ένα εξαιρετικό μέρος, στα Γιάννενα· δεν ανήκω πλέον στον 6ο Λόχο του 42ου Συντάγματος, αλλά αποσπάστηκα στη 1η Μικτή Μεραρχία “Μόντενα”.
Είναι μεγάλο πλεονέκτημα: άφησα την κρύα και υγρή σκηνή και τώρα μένω σε ένα καθαρό δωμάτιο [πρόκειται για το ξενοδοχείο “Μεγάλη Βρετανία”]. Παραμένω όμως τυπικά ενταγμένος στον 6ο Λόχο μου, και εκεί πρέπει να συνεχίσεις να μου γράφεις μέχρι να σου ανακοινώσω τη νέα διεύθυνση. Εδώ είμαστε τρεις αξιωματικοί από διαφορετικούς λόχους. Ένας στρατιώτης του 6ου Λόχου μού έφερε ζυμαρικά και γράμματα, ανάμεσά τους κι εκείνο της ξαδέλφης Λιλλίνα. (…)
Εδώ οι τιμές έχουν εκτοξευθεί: με 8.000 δραχμές αγόρασα έναν αναπτήρα που στην Ιταλία κοστίζει 30 λίρες! Για να αγοράσεις κάτι από τη Στρατιωτική Ένωση χρειάζονται τόσες κάρτες και έγγραφα που δεν μπορείς να φανταστείς.
Η αλληλογραφία καθυστερεί σχεδόν 20 ημέρες. Εσύ κατηγορούσες εμένα… Τώρα περιμένουμε τις πολυπόθητες άδειες και τη σειρά μας. Αν μπορούσαμε τον επόμενο μήνα να συναντηθούμε στο τρένο… [η άδεια: μια βασανιστική ψευδαίσθηση!]»
Αναμνήσεις (τέλος 1942 – αρχές 1943)
Τη ελονοσιακή μου κατάσταση γνώριζε ο διοικητής του λόχου μου, λοχαγός Έλιο Μιράλια από το Ρέτζιο Εμίλια, υπό τις διαταγές του οποίου βρισκόμουν ακριβώς την εποχή της κρίσης πυρετού και της νοσηλείας μου στο νοσοκομείο. Βρισκόμασταν στην Άρτα, στους λεγόμενους «Στρατώνες της Αγίας Θεοδώρας», κοντά στον ποταμό Άραχθο. Σε αυτούς τους στρατώνες είχαμε αναλάβει τη φύλαξη Ελλήνων αιχμαλώτων που συλλαμβάνονταν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των ημερών του Νοεμβρίου, καθώς και αρκετών κατοίκων της Άρτας που είχαν συλληφθεί από τους καραμπινιέρους για υποτιθέμενη συνεργασία με τους αντάρτες.
Όλοι ήταν κλεισμένοι σε έναν μεγάλο θάλαμο, όπου έπρεπε να περιμένουν την ανάκριση από τον υπολοχαγό των Βασιλικών Καραμπινιέρων (έναν Παλερμιτανό, ίσως ονομαζόμενο Τοσκάνο) και στη συνέχεια είτε να αφεθούν ελεύθεροι είτε να σταλούν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Ανάμεσα στους κρατούμενους υπήρχαν κάποιοι Έλληνες που γνώριζα, μεταξύ των οποίων και ο δάσκαλος του δημοτικού, ο «Γιόννι» (Γιάννης), που μιλούσε πολύ καλά ιταλικά (είχε υπηρετήσει ως διερμηνέας στη Διοίκηση). Διαμαρτυρόταν κλαίγοντας για την αθωότητά του και για την ταπείνωση που ένιωθε βλέποντας να τον μεταχειρίζονται έτσι οι Ιταλοί.
Σε εκείνες τις δύσκολες στιγμές υπήρξα πολύτιμη βοήθεια για τον λοχαγό Μιράλια και αφιερώθηκα στο να κάνω ό,τι ήταν δυνατόν για να του αποφύγω προβλήματα και ανησυχίες. Παρότι ο λόχος αποδεκατιζόταν από την ελονοσία, εγώ ετοίμαζα τις βάρδιες φρουράς, οργάνωνα το συσσίτιο (ακόμη και για τους κρατουμένους), διατηρούσα επαφές με τους συγγενείς των συλληφθέντων λαμβάνοντας όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις· σχεδόν κάθε βράδυ φρόντιζα, με μια ένοπλη διμοιρία, για την τελετή υποστολής της σημαίας μπροστά από το κτίριο της Διοίκησης της Φρουράς.
Αυτά τα καθήκοντα τα μοιραζόμουν με τον εξαιρετικό συνάδελφο Τζάνι Φρανκίνι και μαζί παίρναμε κάθε προφύλαξη για να αποφύγουμε κάποια δυσάρεστη έκπληξη, πιθανή και φοβερή μέσα σε εκείνη την κατάσταση.
Για αυτή την υπεύθυνη και ολοκληρωμένη συνεργασία ο λοχαγός Μιράλια μάς ήταν ευγνώμων, και ιδιαίτερα σε εμένα, επειδή, όντας νεότερος από τον συνάδελφό μου, αφοσιωνόμουν με μεγαλύτερη δραστηριότητα και επίσης επειδή γνώριζα λίγα ελληνικά της καθημερινής ομιλίας.
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας μου στα νοσοκομεία της Άρτας, των Ιωαννίνων και του Μετσόβου, ο λοχαγός Μιράλια άφησε τη διοίκηση του 6ου Λόχου και τοποθετήθηκε στο Στρατηγείο της Μεραρχίας στα Γιάννενα, όπου είχε προκύψει το πρόβλημα των ασθενών από ελονοσία. Ένα μεγάλο μέρος της Μεραρχίας είχε προσβληθεί από τη νόσο και δεν υπήρχε καμία δυνατότητα να σταλούν (όπως θα έπρεπε να γίνει!) όλοι οι ασθενείς με άδεια ανάρρωσης στην Ιταλία· έτσι, κατέφευγαν σε σύντομες παραμονές σε νοσοκομεία αποθεραπείας μέσα στην ίδια την Ελλάδα, όπως στο Μέτσοβο.
Ο ασθενής από ελονοσία (ιδίως εκείνος που είχε προσβληθεί από την κακοήθη τριταίο πυρετό) δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται αποτελεσματικός στρατιώτης για όλες τις πολεμικές υπηρεσίες. (Εγώ προσωπικά, κατά την πορεία μεταφοράς από την Άρτα στον Αρχάγγελο, είχα ξανααισθανθεί τους πόνους στη σπλήνα και δεν ήμουν πλέον τόσο αποδοτικός όσο πριν.)
Γι’ αυτό, στο Στρατηγείο της Μεραρχίας αποφασίστηκε να σχηματιστεί ένας Λόχος πρώην ελονοσιακών, που θα αναλάμβανε κυρίως καθήκοντα «οχυρωμένων θέσεων», δηλαδή τη σταθερή άμυνα ορισμένων σημαντικών στρατηγικών σημείων της περιοχής (γέφυρες, αποθήκες τροφίμων και πυρομαχικών, επιτήρηση οχυρών), εξαιρώντας τους άνδρες αυτούς από εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και πορείες.
Έτσι δημιουργήθηκε ένας πρώτος Μεραρχιακός Λόχος με έδρα τα Γιάννενα, όπου βρίσκονταν το Στρατηγείο του Σώματος Στρατού και της Μεραρχίας. Μαζί μου, στην έδρα των Ιωαννίνων, χάρη στο ενδιαφέρον του λοχαγού… Χάρη στο ενδιαφέρον του λοχαγού Μιράλια, κλήθηκαν μαζί μου ακόμη δύο αξιωματικοί, πρώην ασθενείς από ελονοσία, προερχόμενοι από άλλους λόχους.
Ιανουάριος 1943
7 Ιανουαρίου: Στην Άρτα, όπου φτάσαμε με φορτηγό, όλα είχαν αλλάξει: υπήρχε ένα τμήμα αλπινιστών στρατιωτών που επρόκειτο να μετακινηθούν προς τα βουνά του Πίνδου για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, καθώς και νέα τμήματα του Συντάγματος. Στην Άρτα συνάντησα τον Στέλιο, ο οποίος έμεινε έκπληκτος που με ξαναείδε· αργότερα είδα και την Άννα με τη φίλη της, τη Νίζα.
Έμεινα λίγο μαζί τους συζητώντας και κατόπιν πήγα στη λέσχη. Το επόμενο πρωί ο διοικητής της φρουράς, συνταγματάρχης Πίρας, μου ανέθεσε την αποστολή να παραδώσω στο Στρατηγείο της Μεραρχίας τον «Κώδικα OP για τις επιχειρήσεις Κ» (δηλαδή τον σφραγισμένο μυστικό κώδικα για τις επιχειρήσεις που διεξάγονταν στην περιοχή του Κομποτίου εναντίον των ανταρτών). Η συνοδευτική επιστολή, με την υπογραφή παραλαβής του συνταγματάρχη Μένγκι από το Στρατηγείο της Μεραρχίας, βρίσκεται ακόμη στην κατοχή μου, πενήντα χρόνια μετά τα γεγονότα (ίσως καταχωνιασμένη στον πάτο του σακιδίου με το οποίο πέρασα από την Ελλάδα στη Γερμανία και το επέστρεψα στο σπίτι μαζί με τα λίγα κουρέλια που μου είχαν απομείνει).
Πρόκειται για μισό φύλλο επιστολόχαρτου, δακτυλογραφημένο, και παραθέτω το κείμενο:
«Στρατιωτική Διοίκηση Φρουράς Άρτας.
Αριθ. Πρωτ. 49, 7 Ιανουαρίου 1943.
Θέμα: Επιστροφή Κώδικα OP αντίγραφο αρ. 11, σειρά 1235.
Προς τη Διοίκηση της Μεραρχίας Πεζικού “Μόντενα”, Τμήμα Επιχειρήσεων και Υπηρεσιών.
“Διά του ανθυπολοχαγού Ματζιότι Ινοτσέντσο του II/42° επιστρέφεται ο Κώδικας OP που διανεμήθηκε για τις επιχειρήσεις.
Ο Αντισυνταγματάρχης Διοικητής
Τζενάριο Πίρας.”»
Στην πίσω πλευρά υπάρχει η υπογραφή παραλαβής του αντισυνταγματάρχη Μένγκι, Αρχηγού του Επιτελείου της Μεραρχίας “Μοντένα” στα Γιάννενα· τον συνάντησα τον Νοέμβριο του 1943 στο γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ταρνόπολ, στην Ουκρανία.
Από τα Γιάννενα — όπου διοικητής ήταν ένας παλιός μου συνάδελφος, ο υπολοχαγός Πιέρο Ντιονίτζι από το Σαν Πόλο ντ’ Έντσα (Ρέτζιο Εμίλια), ήδη βετεράνος του ελληνοαλβανικού μετώπου — μεταφερθήκαμε με τον λόχο στο φρούριο της λίμνης, δηλαδή στο κάστρο του Αλή Πασά.
Με τη συνηθισμένη ανευθυνότητα και επιπολαιότητα των ανώτερων αξιωματούχων, αποφασίστηκε η νέα μονάδα να ονομαστεί ακριβώς: «1ος Λόχος Συγκρότησης Ελονοσιακών. Μεραρχία Μόντενα. PM 37».
Μάταια εγώ και ο υπολοχαγός Ντιονίτζι, με την υποστήριξη του λοχαγού Μιράλια, προσπαθήσαμε να πείσουμε τον επιτελάρχη της Διοίκησης της Μεραρχίας (συνταγματάρχη Μένγκι) να παραλειφθεί η λέξη «ελονοσιακών» για προφανείς λόγους (ηθική υποβάθμιση, ανησυχία των οικογενειών που αγνοούσαν την ασθένειά μας κτλ.). Όμως η Ανώτατη Διοίκηση και ιδιαίτερα ο στρατηγός μας, Ιτάλο Καρατσόλο (Ναπολιτάνος πρίγκιπας), αποφάσισαν η λέξη «ελονοσιακών» να παραμείνει στην επίσημη ονομασία της μονάδας και να αναγράφεται ολόκληρη στη γραμμική σφραγίδα του λόχου.
Εγώ, σε κάθε γράμμα ή καρτ ποστάλ, είτε στρατιωτικής ατέλειας είτε κανονικό, ήμουν υποχρεωμένος να φροντίζω να βάζω πάντα μια λωρίδα χαρτιού ώστε να καλύπτω τη λέξη «ελονοσιακών» ή να τοποθετώ τη σφραγίδα στο άκρο δεξί της επιστολής ή της κάρτας, έτσι ώστε να μην εμφανίζεται ολόκληρη η σφραγίδα με αυτόν τον απεχθή χαρακτηρισμό.
Και σε όλη μου την αλληλογραφία αυτό το τέχνασμα πέτυχε, αποφεύγοντας έτσι οι γονείς μου να μάθουν την αλήθεια, που θα τους είχε τρομάξει και ανησυχήσει πολύ. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι στρατιώτες.
Το πείσμα του στρατηγού μας και η ανόητη απόφασή του στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν παρά μια μικρή ένδειξη των άλλων, πολύ σοβαρότερων ευθυνών που ακολούθησαν στον αντιπαρτιζανικό αγώνα στην περιοχή της Ηπείρου. Και εκείνοι που υφίσταντο τις συνέπειες ήταν «τα καημένα παιδιά της μαμάς», παραδομένα στους στρατηγούς μας, με το «μονόκλ» σφηνωμένο στην κόγχη του ματιού και το πηλήκιο φορεμένο άκαμπτα πάνω στα άδεια κεφάλια τους, ανίκανα για ιδέες και πρωτοβουλίες…
16 Ιανουαρίου:
«(…) Σήμερα έφτασε ακόμη ένας σύντροφός μου και έτσι η ζωή κυλά λίγο πιο ευχάριστα με την παρέα παλιών φίλων. Μας βασανίζει όμως πάντα η σκέψη της άδειας, που δυστυχώς αργεί να έρθει. Φαντάσου πόσα λέμε μεταξύ μας. Εκείνο που με ταράζει περισσότερο είναι η σκέψη σας· ποιος ξέρει τι θα φαντάζεστε μπροστά στο τζάκι… Θα ήθελα να με έβλεπες για να ησυχάσεις. Εδώ ο καιρός είναι πάντα απαίσιος. Τι κάνουν οι πανεπιστημιακοί συνάδελφοί μου; Σε ποια συντάγματα τοποθετήθηκαν; Και ο ξάδελφος Αρμάντο; Εδώ ακόμη κανείς δεν έχει φύγει με άδεια· ευτυχώς που “όταν μοιράζεται ο πόνος, μικραίνει η θλίψη!”»
22 Ιανουαρίου:
«(…) Χθες έλαβα το γράμμα σου με το απόκομμα από την εφημερίδα “Il Popolo di Roma” σχετικά με τις εξετάσεις μας· ήδη σου έγραψα πώς έχουν τα πράγματα. Οι άδειες θα πρέπει να δοθούν τον Φεβρουάριο, αν οι πολιτικοστρατιωτικές συνθήκες το επιτρέψουν. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»
«Αγαπημένε μου πατέρα, όλα θα περάσουν, όπως πέρασε καθετί που κάποτε φαινόταν δύσκολο· θυμάσαι όταν σου έγραφα απογοητευμένος από το Σαλέρνο για εκείνα τα περίφημα ακροβατικά κατορθώματα; Εδώ επηρεάζει επίσης το περιβάλλον των στρατιωτών με τους οποίους ζω καθημερινά· δεν είναι οι καλοί και πιστοί στρατιώτες του 6ου Λόχου μου, που άφησα κάτω από τις σκηνές του Αρχαγγέλου· αυτοί εδώ, αντίθετα, είναι μια μάζα από τεμπέληδες που δεν θέλουν να κάνουν τίποτα. Ίσως να έχουν και αυτοί το δίκιο τους…
Βέβαια θα επιστρέψω με μεγάλη χαρά στον παλιό μου λόχο· εδώ υπάρχει μόνο κάποια μικρή ελπίδα επαναπατρισμού που μας ελκύει λίγο. Το μόνο πράγμα που πραγματικά θα μας ανεβάσει το ηθικό θα είναι ένας καλός μήνας άδειας, και ελπίζουμε ο Θεός να μας βοηθήσει σε αυτό.
Όλος ο λόχος εδώ έχει αναλάβει υπηρεσία φρουράς και γι’ αυτό δεν υπάρχουν ούτε πορείες ούτε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Τη νύχτα κάνουμε επιθεωρήσεις στις σκοπιές, που είναι πολλές. Μου είναι πολύ χρήσιμα εκείνα τα μάλλινα γάντια που έφτιαξε η Ροζινέλλα· χαιρέτησέ μου τη νονά Ανουντσιάτα (…)
Και εμείς ανησυχούμε για την κατάσταση στην Αφρική [πτώση της Τρίπολης, 23 Ιανουαρίου 1943], αλλά ελπίζουμε ο Θεός να μας λυπηθεί και να μπορέσουν να απωθήσουν τους Άγγλους πέρα από τον Νείλο (…)» (Συνεχίζεται)
Στη φωτογραφία από το ίδιο βιβλίο, ο συγγραφέας στα Γιάννενα, στον τάφο του Αλή Πασά.
