Θέα προς την κοιλάδα και τον κάμπο του Αχέροντα από το φρούριο του Σουλίου – 1931

Από τα υψώματα του φρουρίου, το βλέμμα απλώνεται προς την κοιλάδα και τον κάμπο του Αχέροντα. Ο ποταμός διαγράφει τη διαδρομή του χαμηλά, ανάμεσα στους λόφους, θυμίζοντας την πορεία που είχε ακολουθήσει η ομάδα για να φτάσει ως εδώ.

Η εικόνα αυτή λειτουργεί ως ένα ήσυχο κλείσιμο της επίσκεψης στο Σούλι. Μετά τα ερείπια, τα πρόσωπα και τις στιγμές συνάντησης, το τοπίο επανέρχεται μόνο του, απέραντο και σχεδόν άδειο. Από το σημείο αυτό, το Σούλι δεν φαίνεται πια ως προορισμός, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου χώρου, όπου η φύση και η ιστορία συνυπάρχουν σιωπηλά.
(Φωτο από αρχείο Οικογένειας Χόλτερμαν)

A View over the Acheron Valley and Plain from the Fort of Souli – 1931

From the heights of the fort, the view opens out over the valley and plain of the Acheron. The river traces its course far below, winding through the landscape and recalling the route the expedition had followed to reach this point.

This image serves as a quiet conclusion to the visit to Souli. After the ruins, the people, and the moments of encounter, the landscape stands alone — vast and almost empty. From here, Souli appears not as a destination, but as part of a wider setting, where nature and history coexist in silence.
(Photo courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Ο R. Holtermann ανάμεσα στους κατοίκους της Σαμονίβας – 1931

Μπροστά στο ίδιο λιθόκτιστο σπίτι στη Σαμονίβα του Σουλίου, ο R. Holtermann ποζάρει αυτή τη φορά ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας Τόκα και σε άλλους κατοίκους του χωριού. Η παρουσία του μέσα στο κάδρο μετατρέπει τη φωτογραφία από απλή καταγραφή προσώπων σε εικόνα συνάντησης: επισκέπτης και τοπική κοινωνία, για μια στιγμή, στον ίδιο χώρο.

Οι στάσεις των σωμάτων, η εγγύτητα των ανθρώπων και το κοινό βλέμμα προς τον φακό αποτυπώνουν μια ήρεμη, ανεπιτήδευτη επαφή. Το λιθόκτιστο σπίτι στο φόντο, με τη λιτή και λειτουργική του μορφή, ορίζει τον χώρο της καθημερινής ζωής μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται αυτή η σύντομη συνάντηση. Δεν πρόκειται για σκηνοθετημένο στιγμιότυπο, αλλά για μια παύση στον χρόνο, όπου ο ξένος γίνεται μέρος της ομάδας — έστω και προσωρινά.
(Φωτο από αρχείο Οικογένειας Χόλτερμαν)

R. Holtermann among the residents of Samoneva, Souli – 1931

Standing in front of the same stone-built house in Samoneva, Souli, R. Holtermann appears here among members of the Toka family and other local residents. His presence within the frame turns the photograph from a simple record of people into an image of encounter — visitor and village community sharing the same space.

Body language, proximity, and the shared gaze toward the camera convey a calm, unforced interaction. The stone-built house in the background, simple and functional in form, defines the setting of everyday life in which this brief meeting takes place. Rather than a staged portrait, the photograph captures a pause in time, where the outsider becomes part of the group — if only temporarily.
(Photo courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Η οικογένεια Τόκα στη Σαμονίβα του Σουλίου – 1931

Μπροστά σε ένα λιθόκτιστο σπίτι στο χωριό Σαμονίβα, στο Σούλι, στέκεται συγκεντρωμένη η οικογένεια Τόκα. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά ποζάρουν στον φακό με σοβαρότητα και αξιοπρέπεια, σε μια εικόνα που αποτυπώνει την καθημερινή ζωή ενός μικρού ορεινού οικισμού στις αρχές του 20ού αιώνα.

Η φωτογραφία δεν καταγράφει κάποιο ιδιαίτερο γεγονός· καταγράφει μια παρουσία. Τα πρόσωπα, οι στάσεις του σώματος και το ίδιο το σπίτι λειτουργούν ως σιωπηλά τεκμήρια ενός κόσμου που ζούσε ακόμη μέσα στο τοπίο και τους ρυθμούς του. Για την ομάδα του 1931, τέτοιες εικόνες αποτελούσαν πολύτιμες μαρτυρίες ενός τόπου που δεν ήταν μόνο ερείπια και μνήμες, αλλά και ζωντανές κοινότητες.
(Φωτο από αρχείο Οικογένειας Χόλτερμαν)

The complete Toka Family of Samoneva, Souli – 1931

Gathered in front of a stone-built house in the village of Samoneva, in Souli, the members of the Toka family stand together for the camera. Men, women, and children pose with seriousness and quiet dignity, offering a glimpse into everyday life in a small mountain settlement in the early 20th century.

The photograph does not record a specific event; it records a presence. Faces, postures, and the house itself serve as silent witnesses to a world shaped by place and routine. For the 1931 expedition, images like this captured Souli not only as a landscape of ruins and memory, but as a region of living communities.
(Photo courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Μια ακόμη άποψη του φρουρίου του Σουλίου – 1931

Από μια διαφορετική γωνία, το φρούριο του Σουλίου αποκαλύπτεται ως ένας πυκνός ιστός από λιθόκτιστα κτίσματα, τείχη και εσωτερικούς χώρους που σήμερα βρίσκονται σε ερείπια. Οι χαμηλοί τοίχοι, τα ανοίγματα και οι κατεστραμμένες καμάρες δίνουν την αίσθηση ενός οικιστικού και αμυντικού συνόλου, όπου η ζωή και η άμυνα συνυπήρχαν στενά.

Για την ομάδα των μηχανικών της εταιρείας Μπουτ το 1931, αυτή η θέα δεν ήταν απλώς μια ακόμη φωτογραφία, αλλά μια ευκαιρία να παρατηρήσουν τον χώρο από κοντά: την κλίμακα των κατασκευών, τη σχέση τους με το ανώμαλο έδαφος και τον τρόπο με τον οποίο το φρούριο ενσωματώνεται στο ορεινό τοπίο. Το Σούλι, εδώ, εμφανίζεται όχι ως σύμβολο, αλλά ως πραγματικός, εγκαταλελειμμένος τόπος, χαραγμένος από πέτρα και χρόνο.
(Φωτο από αρχείο Οικογένειας Χόλτερμαν)

Another View of the Suli Fort – 1931

Seen from a different angle, the fort of Souli appears as a dense network of stone-built structures, walls, and interior spaces now lying in ruins. Low walls, openings, and collapsed arches reveal a settlement where domestic life and defense were closely intertwined.

For the Bouts Company engineering team in 1931, this view offered more than a visual record. It allowed them to observe the site at close range — the scale of the buildings, their relationship to the rugged terrain, and the way the fort is embedded in the mountainous landscape. Here, Souli emerges not as an abstract symbol, but as a tangible, abandoned place, shaped by stone and time.
(Photo courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Ευχές για τον καινούργιο χρόνο!

Καλή χρονιά & ευτυχισμένο το 2026!
Μια παλιά διαφήμιση από τα ’80s μας θυμίζει ότι οι εποχές αλλάζουν, αλλά οι ευχές για υγεία, αγάπη και χαρές μένουν πάντα ίδιες!!!

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

1968 – Στη Βίγλα της Χόσεψης, στα Τζουμέρκα.

Ο Στέφανος Τόσκας (δεξιά) με τους γιους του, Νικόλαο (στο κέντρο) και Γεώργιο (αριστερά), στη ρίζα ενός γέρικου έλατου. Η φωτογραφία, τραβηγμένη από τον Πέτρο Τσιρώνη, αποτυπώνει μια στιγμή γαλήνης και συνέχειας: πατέρας και γιοι, δεμένοι με τον τόπο και το τοπίο. Στο βάθος απλώνονται τα Τζουμέρκα, άγρια και επιβλητικά. Από εδώ η θέα του χωριού είναι πανοραμική· γι’ αυτό και η περιοχή ονομάστηκε Βίγλα, παρατηρητήριο, ψηλό σημείο ελέγχου και αγρυπνίας. Μια εικόνα όπου το τοπίο, οι άνθρωποι και η μνήμη στέκουν ισότιμα…..


Από το φωτογραφικό αρχείο του Χρήστου Καραμπούλα, όπως δημοσιεύτηκε στην ενότητα “Φωτοδιαδρομές στο χτες” της ιστοσελίδας της Κυψέλης Άρτης, που μπορείτε να θαυμάσετε στο λινκ https://kypseliartas.gr/

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Η πλατεία της Χόσεψης

Η πλατεία της Χόσεψης (σήμερα Κυψέλης) τη δεκαετία του ’60· λιτή και ήσυχη, με τα δέντρα να ρίχνουν τη σκιά τους και τον ναό του Αγίου Νικολάου να στέκει αγέρωχος στο βάθος, φύλακας της μνήμης και της ζωής του χωριού.(Φωτο από προσωπική συλλογή).

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Η προδοσία του μουχτάρη και το αίμα στον Μπινακάτο….

“Το χωριό Χόσεψη, παλιά, δεν ήταν του αφέντη, ούτε του πασά.
Ήταν των ανθρώπων του. Ασκλάβωτο και απούλητο.
Αργότερα κάποιος μουχτάρης του χωριού – άλλος Εφιάλτης ή Πήλιο Γκούσης – πήγε και το πούλησε στον Πασσά των Ιωαννίνων. Ο Πασσάς, σε ανταμοιβή, τον έβαλε γενικό διαχειριστή. Ο μουχτάρης αυτός λεγόταν «Κουτσοπάνος», ήταν σκληρός και άπληστος. Οι κάτοικοι, τρέμοντας τη σκλαβιά των Τούρκων, δεν μπορούσαν ν’ αντισταθούν στον αντιπρόσωπο «Κουτσοπάνο».

Υπήρξαν όμως και δύο τολμηροί πατριώτες, ο Κωνσταντίνος Τόσκας και ο Τριάντος, που ήταν κλέφτες και μετά αρματωλοί. Αυτοί δεν ανέχονταν τη σκλαβιά και περίμεναν να βρουν ευκαιρία να εκδικηθούν. Και η ευκαιρία δεν άργησε να βρεθεί.

Ο «Κουτσοπάνος» ξεκίνησε με το μουλάρι του φορτωμένο με βούτυρα, μέλια κλπ., να πάει στον Πασσά στα Γιάννενα, να του τα προσφέρει δώρα. Τα δυο παλικάρια του έκαναν καρτέρι (ενέδρα) στην Αγία Παρασκευή του «Καστριού». Τον πυροβόλησε ο Τριάντος. Τον πλήγωσε στον λαιμό. Το τραύμα ήταν ελαφρό. Το έδεσε με το μαντήλι του, γύρισε σπίτι του, διηγήθηκε το συμβάν και έλεγε πως δεν τον κολλάνε τα βόλια αυτόν.

Όταν έγινε καλά, φόρτωσε πάλι το μουλάρι του και κίνησε να πάει στον Πασσά από άλλο δρόμο. Για να χαθεί μάλιστα ο «σκοπός», κίνησε από βραδής να κοιμηθεί στο μοναστήρι Ευαγγελίστρια (Βαγγελίστρα), λέγοντας πριν ξεκινήσει ότι τάχα πάει να κάνει λειτουργία. Οι πατριώτες το κατάλαβαν. Του έκαναν πάλι καρτέρι δώθε από το ρέμα, πριν φτάσει στο μοναστήρι, έξω από το σπίτι του Φώτη Αγγέλη. Του ’ριξε ο Τόσκας και τον άφησε νεκρό.

Και γι’ αυτό η τοποθεσία αυτή ονομάστηκε «Μπινακάτος» (Μπίνα-κάτω), που στη γλώσσα τους τότε ήθελαν να πουν ότι τον χτύπησε μία (μπίνα) και έπεσε κάτω. Όταν έπεφτε νεκρός, ο Τόσκας του φώναξε:
«Έτσι κολλάνε τα βόλια του Τόσκα».

Το μουλάρι γύρισε φορτωμένο στο σπίτι, χωρίς τον αφέντη του. Πήγαν οι συγγενείς και τον βρήκαν σκοτωμένο. Οι αρματωλοί Τόσκας και Τριάντος έφυγαν για τα Άγραφα και εξακολούθησαν την εθνική τους δράση.

Αλλά, καίτοι σκοτώθηκε ο «Κουτσοπάνος», ο προδότης, το κακό έγινε. Το χωριό πουλήθηκε και οι διάφοροι πασσάδες διόριζαν τους λεγόμενους «μουρτζήδες» να εισπράττουν το «ίμουρο» (γεώμορο) (στα δέκα δύο) και τον φόρο του βασιλιά (Σουλτάνου) στα δέκα ένα, κι ο κόσμος υπέφερε και πάλι τρομερά.

Κι όμως, η μνήμη έμεινε.
Γιατί οι τόποι θυμούνται.
Και οι ιστορίες αυτές δεν λέγονται για εκδίκηση, αλλά για να μη ξεχαστούν ποτέ”. (Πηγή : ΧΟΣΕΨΙΣ, Ν. Τόσκα, Αθήναι, 1964. Ευχαριστώ θερμά τον κ. Αλέξη Κουτελίδα που μου έστειλε αυτό το δυσεύρετο πλέον βιβλίο).

Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο δημιουργήθηκε με ΑΙ.

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Χριστουγεννιάτικες ευχές – Piano Bar TABOO

Οι ευχές του Piano Bar TABOO, ενός χώρου που έδωσε χρώμα και ήχο στις νύχτες της πόλης την δεκαετία του ’80….. Στεγαζόταν στο παλιό αρχοντικό της γωνίας Καραϊσκάκη & Καραπάνου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται πολυκατοικία.

Μια μικρή υπενθύμιση του πώς ήταν η πόλη — και πώς άλλαξε με τα χρόνια!

Με αφορμή αυτή την επιχρωματισμένη χριστουγεννιάτικη κάρτα από εφημερίδα της εποχής,
ευχόμαστε σε όλους τους αναγνώστες χρόνια πολλά, καλές γιορτές
και έναν νέο χρόνο με υγεία και όμορφες αναμνήσεις.

Δημοσιεύθηκε στη Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Γιορταστική βόλτα στο Ξενία!

Δεκαετία του ’70 – Άρτα.
Το Ξενία και το Κάστρο αποτελούσαν σημείο συνάντησης, ιδιαίτερα τις ημέρες των γιορτών, που οι φοιτητές επέστρεφαν από την Αθήνα. Η φωτογραφία αποτυπώνει μια τέτοια στιγμή: μια ξαδερφοπαρέα σε βόλτα, δίπλα στην είσοδο του Κάστρου, σε μια από εκείνες τις στιγμές που η επιστροφή στο σπίτι γινόταν γιορτή..

Από δεξιά: Αναστασία Καρρά, Αριστοτέλης Λάκκας, Κατερίνα Γκολομάζου, και Άννα Λάκκα (καθιστή μπροστά δεξιά), μαζί με δύο ξαδέλφια από την Αθήνα.
(Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε