Οι «Δόξες Δεσποτάτου» εγκαινιάζουν σήμερα μια νέα ενότητα, αφιερωμένη στις προσωπικές αναμνήσεις ανθρώπων που έζησαν την Άρτα και κράτησαν ζωντανές στη μνήμη τους εικόνες, πρόσωπα και στιγμές της καθημερινής ζωής.
Η ιστορία μιας πόλης δεν γράφεται μόνο μέσα από επίσημα έγγραφα, εφημερίδες και φωτογραφίες. Γράφεται και μέσα από τις αφηγήσεις των ανθρώπων της· από τις μικρές καθημερινές ιστορίες που σπάνια καταγράφονται, αλλά συχνά αποτυπώνουν με τον πιο αυθεντικό τρόπο την εποχή τους. Οι γειτονιές, τα μικρά μαγαζιά, οι τοπικές λέξεις, οι μυρωδιές, οι ήχοι, οι συνήθειες και οι ανθρώπινες μορφές αποτελούν πολύτιμα κομμάτια της συλλογικής μας μνήμης.
Με τη νέα αυτή ενότητα φιλοδοξούμε να διασώσουμε τέτοιες μαρτυρίες, όχι μόνο από Αρτινούς, αλλά και από ανθρώπους που έζησαν, εργάστηκαν, φοίτησαν ή πέρασαν ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής τους στην Άρτα. Γιατί η Άρτα δεν ανήκει μόνο σε όσους γεννήθηκαν εδώ, αλλά και σε όσους τη βίωσαν και την κράτησαν μέσα στην καρδιά τους.
Πρώτος συνοδοιπόρος σε αυτό το ταξίδι της μνήμης είναι ο κ. Σταύρος Τριάντης. Βρέθηκε στην Άρτα από το 1970 έως το 1972, όταν ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πυροσβεστική Υπηρεσία της πόλης. Αν και έζησε εδώ μόλις τρία χρόνια, όπως ο ίδιος γράφει, «ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου και νιώθω σαν Αρτινός πραγματικά».
Στις γραμμές που ακολουθούν δεν θα διαβάσετε ένα ιστορικό άρθρο. Θα περπατήσετε μαζί του στους δρόμους της Άρτας των αρχών της δεκαετίας του 1970· θα συναντήσετε ανθρώπους και γειτονιές που ίσως πολλοί θυμούνται ακόμη, θα ακούσετε λέξεις μιας άλλης εποχής και θα αντικρίσετε εικόνες που σήμερα έχουν χαθεί.
Είναι μια μαρτυρία που αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο για όσα αφηγείται, αλλά και γιατί μας υπενθυμίζει πως η ιστορία μιας πόλης δεν αποτελείται μόνο από τα μεγάλα γεγονότα. Αποτελείται και από τις αναμνήσεις των ανθρώπων της.
Αν οι αναμνήσεις αυτές ξυπνήσουν και τις δικές σας, θα χαρούμε ιδιαίτερα να τις μοιραστείτε μαζί μας. Κάθε προσωπική μαρτυρία αποτελεί ένα πολύτιμο κομμάτι της ιστορίας της Άρτας.
“Τρία χρόνια στην Άρτα που έγιναν μια ζωή” – Η μαρτυρία του Σταύρου Τριάντη
“Όταν ήρθαμε στην Άρτα μείναμε σε ενα 2όροφο, στον επάνω όροφο, λίγο πιο πάνω από την πλατεία Κρυστάλλη, που η μια πλευρά κοίταζε στο δάσος και η άλλη στον Άραχθο. Για να φτάσεις στο σπίτι περνούσες μέσα από 4-5 αυλές, κάτι που μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση τότε. Σε μια από τις αυλές αυτές ήταν στο κάτω μέρος από το σπίτι κάτι ημιυπόγεια που κατέβαινες 2-3 σκαλάκια για να μπεις μέσα, παράθυρα δεν είχαν, φως μόνο από την πόρτα που ήταν με κρύσταλλο και εκεί έμειναν θυμάμαι κάποια παιδιά, που φαντάζομαι, είχαν κατέβει από ορεινά χωριά όπου δεν θα υπήρχε γυμνάσιο. Θυμάμαι και τις μανούλες τους που κάθε τόσο έρχονταν και τους έφερναν προφανώς τα εφόδια για να βγάλουν την εβδομάδα γιατί τότε δεν υπήρχε το φαγητό το έξω, θα τους έπαιρναν τα ρούχα για πλύσιμο και δεν ξέρω τι άλλο, απλά θυμάμαι έρχονταν με κάτι καλάθια και κάτι τσουβάλια που μου φαίνονταν παράξενα. Δεν ξέρω που τις άφηνε το λεωφορείο αλλά θυμάμαι χαρακτηριστικά μια κυρία που κράταγε πράγματα στα χέρια και μετέφερε και στο κεφάλι και έμοιαζε με Ζογκλέρ.
Λίγο πιο κάτω στην γειτονιά ήταν το κουρείο του Κοσσυβάκη, γραφικός τύπος με χαρακτηριστικές ατάκες και θυμάμαι κάπνιζε τσιγάρα old navy που είχαν ένα καραβάκι σήμα και μύριζαν τόσο ωραία!!! Όταν πηγαίναμε του έλεγε ο πατέρας μου : “Σπύρο ξέρεις εσύ”, και με έβαζε κάτω και με πέρναγε με την μηχανή μια σκάλα πριν το γουλί.
Λίγο πιο κάτω ήταν ένα μαγαζί, Τάτσης λεγόταν, δεν θυμάμαι τι ακριβώς πουλούσε, αλλά είχε ένα ψυγείο και πηγαίναμε και παίρναμε παγωτά, αυτά με το ξυλάκι που ήταν σε χάρτινη σακουλίτσα που την φουσκώναμε με το στόμα για να ξεκολλήσει από το παγωτό και πολλές φορές την σκάγαμε στο κεφάλι του διπλανού. Έξω από το μαγαζί του είχε μια πολύ ωραία βέσπα αλλά δυστυχώς πηγαίνοντας μια μέρα στο Μενίδι λίγο πριν στις στροφές έφυγε στον γκρεμό και σκοτώθηκε, το θυμάμαι χαρακτηριστικά παρότι ήμουν μικρός, με είχε σοκάρει και πολλές φορές τον σκέφτομαι ακόμα.
Προχωρώντας προς πλατεία Κρυστάλλη εκεί που κάνει μια καμπή ο δρόμος για την κάτω πλευρά της πλατείας, θυμάμαι χαρακτηριστικά, ήταν ένας που είχε κοκοράκια γλυφιτζούρια κάτι μπαστουνάκια χρωματιστά και κάτι τσιγάρα μιμήσεις με κάφτρα κόκκινη μπροστά και διάφορα άλλα τέτοια ζαχαρώδη, λίγο πιο κάτω κάποιος πούλαγε κοκορέτσι, δεν θυμάμαι αν ήταν ταβέρνα, θυμάμαι όμως ότι του έλεγες “κόψε μου ένα μεζέ” και σου έκοβε μια ροδέλα που πρέπει να κόστιζε τότε μια δραχμή, το έβαζε σε ένα χαρτάκι μάλλον λαδόκολλα έριχνε αλατοπίπερο, στο τύλιγε και στο έδινε.
Θυμάμαι τους αγώνες με τα μηχανάκια που πρέπει να τα είχαν πειραγμένα για να κάνουν φασαρία αλλά και την μυρωδιά από την κάπνα που βγάζανε γιατί τότε ήταν δίχρονα και έκαιγαν βενζίνη με λάδι μαζί.
Εκεί που είναι η Shell μετά την πλατεία Κρυστάλλη έχω την εντύπωση ότι ήταν λίγο πιο πίσω ένα βενζινάδικο χωρίς να είμαι σίγουρος, είχε κάπως ένα πλάτωμα, ερχόταν ένα βυτίο και έφερνε νερό που έλεγαν ότι έρχεται από την Βόνιτσα, προφανώς θα ήταν από εκεί που βγαίνει το Κορπή. Πηγαίναμε και παίρναμε νερό με τις νταμιτζάνες, γιατί προφανώς της βρύσης δεν θα πινόταν.
Πηγαίνοντας προς το στρατόπεδο λίγο πριν νομίζω έστριβε αριστερά για το Πέτα, τώρα είναι τελείως αλλοιωμένο το τοπίο, προχωρώντας θυμάμαι πορτοκαλιές πολλές και βαθύ σκοτάδι, γιατί πηγαίναμε νύχτα, ήταν γεμάτο κολοφωτιές, αυτό είναι στην μνήμη μου χαραγμένο σαν πίνακας, ήταν κάτι φαντασμαγορικό.
Αυτό που είναι πάλι χαραγμένο σαν πίνακας στην μνήμη μου είναι απέναντι από το σπίτι που μέναμε, έβλεπες το δάσος από την κάτω πλευρά του δρόμου, τώρα είναι γεμάτο πολυκατοικίες, τότε θυμάμαι κάθε απόγευμα κατέβαινε ένας τσοπάνος και σε ένα πάντα συγκεκριμένο σημείο έτρεχαν τα πρόβατα προς τα κάτω, που ακριβώς πηγαίναν δεν ξέρω, πάντως τώρα είναι γεμάτο σπίτια.
Ακόμα κάτι που περνάει σαν βιντεάκι από μπροστά μου και μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι που κατέβαιναν το πρωί και ανέβαιναν το μεσημέρι οι στρατιώτες με βηματισμό, τραγούδια και συνθήματα (ήταν και δικτατορία), ήταν πολύ εντυπωσιακό για μένα γιατί το πατρικό μου είναι στον Χολαργό και ήμασταν 500 μέτρα από το Πεντάγωνο, αλλά εκεί τα πράγματα ήταν ήσυχα, δεν είχε εκπαίδευση και δεν είχε ασκήσεις ούτε φωνές και παραγγέλματα.
Άλλη μια εικόνα που μου έχει τυπωθεί ανεξίτηλα στο μυαλό είναι το σχολείο στο οποίο πήγαινα, αποτελείτο από ένα σπίτι στην αρχή δεν θυμάμαι όμως πως λεγόταν ο δρόμος, ένα διώροφο στο ενδιάμεσο και ένα διώροφο στην κορυφή του δρόμου αλλά στο μεσαίο είχε από την πίσω πλευρά προαύλιο και εκεί μας πήγαιναν να κάνουμε πρόβες για την παρέλαση, την γυμναστική κ.λ.π. αλλά αυτό που είναι έντονο στη μνήμη μου γύρω γύρω στα συρματοπλέγματα ήταν γεμάτο απλωμένες φόρμες στρατιωτικές, τις οποίες κάποια μανούλα για να σπουδάσει και να προικίσει τα κορίτσια της έπλενε, και τότε το πλύσιμο γινότανε στο χέρι.
Εντύπωση μου έκανε επίσης ότι άκουγα καινούργιες άγνωστες λέξεις και προσπαθούσα να καταλάβω π χ τι εννοούσε ο άλλος λέγοντας “σε τσίκλισα” γιατί δεν ήταν λέξεις που τρώμε συλλαβές, που μπορείς κάτι να υποψιαστείς, ήταν τελείως άγνωστες, ή αυτό που φώναζαν οι φαντάροι “όπου περνάμε σαρώνουμε”. Την λέξη «σαρώνω» δεν την είχα ξανακούσει, ωστόσο μου έκανε εντύπωση και μια κοροϊδευτική χειρονομία με το δάχτυλο δίπλα στο χείλος, με το “σκουπίσου είσαι από τσαλαφούτι”, αλλά εγώ δεν ήξερα τι είναι το τσαλαφούτι τότε.
Μια φορά πάλι θυμάμαι είχαμε πάει μάλλον στο Κομπότι, δεν είμαι απόλυτα σίγουρος. Έστελναν τον πατέρα μου από την πυροσβεστική και πολλές φορές με έπαιρνε μαζί του. Δεν ξέρω τι εκδήλωση ήταν, αλλά αυτό που ήταν εντυπωσιακό ήταν ότι τόσες πολλές μαυροφορεμένες γυναίκες μαζί δεν είχα ξαναδεί, νόμιζες ότι βρισκόσουν σε συνέδριο παπάδων.”
Νομίζω ότι είδα πάρα πολλά στην Άρτα που ήταν πρωτόγνωρα για μένα, γι’ αυτό νιώθω ευτυχής που βρέθηκα εκεί και είδα : γυναίκες να γνέθουν, ζαλομένες με δεμάτια ξύλα στην πλάτη, να υφαίνουν στον αργαλειό, να φτιάχνουν τραχανά και μάλιστα έχω ακόμα το κόσκινο που είχε αγοράσει η μάνα μου στην Άρτα, και φτιάχνω κάθε χρόνο και κρατάω ζωντανή την μνήμη της σε συνδυασμό με την Άρτα, ανθρώπους να τραβάνε ξύλα στον κατεβασμένο Άραχθο, τα πέρα δώθε στην Σκουφά, το ψήσιμο του αρνιού το Πάσχα με ξύλινη σούβλα και την απορία μου πως δεν καίγεται η σούβλα.
Θα υπάρχουν ασφαλώς και άλλες αναμνήσεις που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν, γιατί η μνήμη πολλές φορές λειτουργεί απρόσμενα και σου φέρνει εικόνες στο νου όταν δεν το περιμένεις. Ελπίζω όσα μοιράστηκα να έχουν κάποιο ενδιαφέρον και ίσως να ξυπνήσουν αντίστοιχες μνήμες και σε άλλους….»
Στη φωτογραφία η κονκάρδα του 6ου Δημοτικού Σχολείου Άρτης, που φορούσε ο Σταύρος Τριάντης ως μαθητής στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Διατηρήθηκε όλα αυτά τα χρόνια ως ένα πολύτιμο προσωπικό ενθύμιο και συνοδεύει τη μαρτυρία του για την Άρτα εκείνης της εποχής.











