«Όσοι δεν έχουν συγγενείς ή φίλους να τους βοηθήσουν να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα λύτρα πωλούνται δημόσια σε δημοπρασία».
Με αυτά τα λόγια περιέγραφε ο Βρετανός πρόξενος William Meyer, στις 11 Μαΐου 1826, την τύχη των αιχμαλώτων του Μεσολογγίου που έφθαναν στην Άρτα και την Πρέβεζα.
Πίσω από τη λιτή αυτή μαρτυρία κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: γυναίκες και παιδιά, ξεριζωμένοι από τον τόπο τους, περίμεναν να μάθουν αν κάποιος θα μπορούσε να πληρώσει για την ελευθερία τους. Για όσους δεν βρίσκονταν τα αναγκαία λύτρα, υπήρχε ο κίνδυνος να συνεχιστεί το ταξίδι της αιχμαλωσίας, προς άλλες αγορές ανθρώπων, ακόμη μακρύτερα, στην Κωνσταντινούπολη ή στις ακτές της Αφρικής. Κάθε νέα μετακίνηση μπορούσε να σημαίνει και την οριστική απώλεια της ελπίδας να επιστρέψουν κάποτε στον τόπο και στους δικούς τους.
Διακόσια χρόνια αργότερα, οι προξενικές αναφορές και οι εφημερίδες της εποχής μάς επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε αυτή τη σχεδόν λησμονημένη ιστορία.
Περισσότερα στη νέα μου μελέτη «Η Άρτα μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (1826): Αιχμάλωτοι, αγορές ανθρώπων και δίκτυα εξαγοράς», που είναι διαθέσιμη εδώ
Στη φωτογραφία «Οι Τούρκοι οδηγούν αιχμάλωτες Ελληνίδες και Ελληνόπουλα». Φιλελληνική παράσταση σε πιάτο του εργοστασίου Montereau, Γαλλία, περ. 1826–1830. Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων, αρ. ευρ. 456. Εικαστική επεξεργασία της αρχικής παράστασης.








