Εκεί όπου τελείωνε ο αμαξιτός δρόμος…

Δεκαετία του 1950. Ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο από τη διαδρομή προς τα ορεινότερα χωριά των Τζουμέρκων, από το αρχείο της Ελένης Τραχανά, που την ευχαριστώ θερμά για αυτή την μοναδική φωτογραφία καθώς μας δίνει τη δυνατότητα να μοιραστούμε ένα ακόμη πολύτιμο στιγμιότυπο από το παρελθόν του τόπου μας. Ο αμαξιτός δρόμος δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί σε όλο το μήκος της διαδρομής και, από το σημείο όπου σταματούσε, το ταξίδι συνεχιζόταν με τα πόδια ή πάνω σε ζώα.

Άνθρωποι, παιδιά, αποσκευές και φορτωμένα ζώα ακολουθούν τον παλιό δρόμο προς τα χωριά. Μια εικόνα που αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο εκείνη τη μεταβατική εποχή, όταν το αυτοκίνητο είχε ήδη φτάσει ως ένα σημείο της διαδρομής στα Τζουμέρκα, αλλά ο παλιός κόσμος των μουλαρόδρομων εξακολουθούσε να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής μετακίνησης.

📷 Αρχείο Ελένης Τραχανά.

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Άρτα, μέσα δεκαετίας 1940.

Δύο παιδιά ποζάρουν πάνω σε ένα φορτηγό αυτοκίνητο, μπροστά στην οικία Γαρουφαλιά, κοντά στην Παρηγορήτισσα. Δεξιά ο Σταύρος Μαστοράκης, από το αρχείο του οποίου προέρχεται η φωτογραφία.

Παρόμοια φορτηγά ήταν και τα πρώτα αυτοκίνητα που εκτελούσαν δρομολόγια από την Άρτα προς τα ορεινά, φτάνοντας αρχικά μέχρι το Χάνι του Κοντού. Οι επιβάτες ταξίδευαν στοιβαγμένοι στην καρότσα — μια εικόνα από τα πρώτα χρόνια της μετάβασης από τα ζώα και τους μουλαρόδρομους στη μηχανοκίνητη συγκοινωνία.

📷 Αρχείο Σταύρου Μαστοράκη.

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μέσα Μεταφοράς | Σχολιάστε

Ο δρόμος προς τα Τζουμέρκα και η παράκαμψη της Μπούγας

Ένα δημοσίευμα του «Ελευθέρου Λόγου» τον Ιούλιο του 1936 μας μεταφέρει σε μια εποχή κατά την οποία ο δρόμος από την Άρτα προς τα Τζουμέρκα βρισκόταν ακόμη υπό κατασκευή. Οι εργασίες είχαν προχωρήσει πέρα από την Καλεντίνη και, όπως έγραφε η εφημερίδα, υπήρχε πλέον η προσδοκία ότι «……..μετά οὐ πολύ — εὐτυχῶς — χρονικόν διάστημα τό αὐτοκίνητον θά φθάνῃ μέχρι τῆς ράχεως τοῦ Ρόβα». Παράλληλα προχωρούσε η χάραξη του δρόμου ακόμη ψηλότερα.

Ακριβώς αυτή η νέα χάραξη προκάλεσε τη διαμαρτυρία που δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας. Το συνεργείο είχε επιλέξει να οδηγήσει τον δρόμο προς τη Μπούγα, τη σημερινή Ανεμορράχη, έναν μικρό τότε οικισμό περίπου είκοσι οικογενειών. Για να περάσει όμως από εκεί, ο νέος δρόμος έκανε παράκαμψη από την κατεύθυνση της παλιάς κεντρικής οδού που χρησιμοποιούσαν όσοι ανέβαιναν προς τα ψηλότερα χωριά των Τζουμέρκων.

Ο επιστολογράφος θεωρούσε αυτή την επιλογή αδικαιολόγητη. Η Μπούγα, υποστήριζε, μπορούσε να εξυπηρετείται από την ήδη υπάρχουσα βατή οδό, χωρίς να χρειάζεται ο κεντρικός δρόμος προς τα Τζουμέρκα να περάσει από τον οικισμό. Η διαφορά, κατά την εκτίμησή του, ήταν μεγάλη: μέχρι ο δρόμος να φτάσει στη Μπούγα, αν ακολουθούνταν η παλιά κατεύθυνση, τα έργα θα είχαν προχωρήσει «τουλάχιστον εις την Φτέρην». Τόνιζε μάλιστα τη «συντομία» και την «οικονομία» που θα προέκυπταν από αυτή την επιλογή.

Η διαμαρτυρία δεν περιορίζεται, πάντως, σε τεχνικά επιχειρήματα. Προς το τέλος του δημοσιεύματος ο τόνος γίνεται ιδιαίτερα οξύς. Ο συντάκτης μιλά για «απειρία» και «αλαζονεία», καταδικάζει τη νοοτροπία του «έτσι θέλω εγώ» και φτάνει να χαρακτηρίσει τέτοιες πρακτικές «κουτσαβακισμό». Πίσω από τη διαφωνία για τη χάραξη του δρόμου διακρίνεται έτσι και μια έντονη αντιπαράθεση γύρω από τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονταν οι αποφάσεις για ένα έργο που αφορούσε ολόκληρη την ορεινή περιοχή.

Για αιώνες οι μετακινήσεις ανθρώπων και εμπορευμάτων ακολουθούσαν τα μονοπάτια και τους μουλαρόδρομους. Πάνω σε αυτές τις διαδρομές λειτουργούσαν τα χάνια, όπου ταξιδιώτες και αγωγιάτες μπορούσαν να σταματήσουν, να ξεκουραστούν και να φροντίσουν τα ζώα τους πριν συνεχίσουν την πορεία τους προς τα ορεινά χωριά ή προς την Άρτα.

Στην ευρύτερη αυτή διαδρομή γνωρίζουμε από παλιότερες πηγές και από την έρευνα για τα αγροτικά χάνια της Άρτας το Χάνι του Γιώργου Ρόβα, το Χάνι του Πάνου Τζαμάκου, στα όρια της Καλεντίνης, καθώς και το Χάνι των Κώτσου και Μιχαήλ Κοντού, κοντά στη Βρύση του Κοντού. Οι θέσεις των χανιών δεν ήταν τυχαίες. Ακολουθούσαν τις διαδρομές που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι των ορεινών χωριών για την επικοινωνία τους με την Άρτα και αποτελούσαν απαραίτητους σταθμούς ενός ταξιδιού που γινόταν με τα πόδια ή με ζώα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά έτσι η αναφορά της εφημερίδας στη «ράχη του Ρόβα», στην ίδια περιοχή όπου γνωρίζουμε ότι λειτουργούσε το Χάνι του Γιώργου Ρόβα. Το όνομα που διασώζει το δημοσίευμα του 1936 συνδέει τη νέα χάραξη με το παλιότερο δίκτυο των δρόμων και των χανιών της περιοχής.

Το 1936 αυτό το παλιό συγκοινωνιακό δίκτυο βρισκόταν πλέον μπροστά σε μια μεγάλη αλλαγή. Ο δρόμος του αυτοκινήτου δεν χρειαζόταν να ακολουθήσει πιστά τον δρόμο του μουλαριού. Η νέα χάραξη μπορούσε να πλησιάσει οικισμούς που βρίσκονταν έξω από την κύρια παλιά διαδρομή, όπως συνέβη στην περίπτωση της Μπούγας. Για τον επιστολογράφο αυτό αποτελούσε μια άσκοπη παράκαμψη: ένας οικισμός είκοσι οικογενειών μπορούσε, όπως έγραφε, να εξυπηρετείται από την υπάρχουσα βατή οδό, χωρίς να αλλάξει η πορεία του κεντρικού δρόμου προς τα Τζουμέρκα.

Από την πλευρά της Τεχνικής Υπηρεσίας, όμως, η επιλογή μιας χάραξης που θα περνούσε από τη Μπούγα είχε τη δική της λογική: ο νέος δρόμος δεν προοριζόταν απλώς να αντικαταστήσει το παλιό μουλαρόδρομο, αλλά να δημιουργήσει ένα διαφορετικό δίκτυο οδικής επικοινωνίας, που θα μπορούσε να εξυπηρετεί άμεσα περισσότερους οικισμούς. Η διαφωνία που αποτυπώνεται στο δημοσίευμα δείχνει έτσι δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς έπρεπε να χαραχθεί ο δρόμος: από τη μια, η συντομότερη πορεία προς τα ψηλότερα χωριά και, από την άλλη, η σύνδεση των οικισμών που βρίσκονταν έξω από την παλιά κεντρική διαδρομή.

Η αντίδραση του 1936 αποκτά γι’ αυτό μεγαλύτερο ενδιαφέρον από μια απλή τοπική διαφωνία για λίγα χιλιόμετρα δρόμου. Μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε μια στιγμή κατά την οποία ο συγκοινωνιακός χάρτης της ορεινής Άρτας άλλαζε. Η παλιά διαδρομή είχε διαμορφωθεί από τις ανάγκες των πεζών, των ζώων και των καραβανιών και κατά μήκος της είχαν δημιουργηθεί τα χάνια. Ο νέος αμαξιτός δρόμος σχεδιαζόταν πλέον με διαφορετικά δεδομένα και μπορούσε να αλλάξει όχι μόνο τον τρόπο αλλά και τις ίδιες τις διαδρομές της μετακίνησης.

Έτσι, πίσω από μια έντονη διαμαρτυρία στην πρώτη σελίδα μιας αρτινής εφημερίδας, διακρίνεται μια πολύ μεγαλύτερη αλλαγή: η μετάβαση των Τζουμέρκων από τον κόσμο του μουλαρόδρομου και των χανιών στον δρόμο και στο αυτοκίνητο.

Πηγές

  1. Ελεύθερος Λόγος, Ιούλιος 1936, «Η οδός Άρτης–Τζουμέρκων», σ. 1.
  2. Αναστασία Καρρά, Οι ορεινές διαδρομές και τα αγροτικά χάνια της Άρτας, 2021
Δημοσιεύθηκε στη Ξεφυλλίζοντας παλιές εφημερίδες....... | Σχολιάστε

Όταν η Ελευθερία είχε τιμή……

«Όσοι δεν έχουν συγγενείς ή φίλους να τους βοηθήσουν να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα λύτρα πωλούνται δημόσια σε δημοπρασία».

Με αυτά τα λόγια περιέγραφε ο Βρετανός πρόξενος William Meyer, στις 11 Μαΐου 1826, την τύχη των αιχμαλώτων του Μεσολογγίου που έφθαναν στην Άρτα και την Πρέβεζα.

Πίσω από τη λιτή αυτή μαρτυρία κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: γυναίκες και παιδιά, ξεριζωμένοι από τον τόπο τους, περίμεναν να μάθουν αν κάποιος θα μπορούσε να πληρώσει για την ελευθερία τους. Για όσους δεν βρίσκονταν τα αναγκαία λύτρα, υπήρχε ο κίνδυνος να συνεχιστεί το ταξίδι της αιχμαλωσίας, προς άλλες αγορές ανθρώπων, ακόμη μακρύτερα, στην Κωνσταντινούπολη ή στις ακτές της Αφρικής. Κάθε νέα μετακίνηση μπορούσε να σημαίνει και την οριστική απώλεια της ελπίδας να επιστρέψουν κάποτε στον τόπο και στους δικούς τους.

Διακόσια χρόνια αργότερα, οι προξενικές αναφορές και οι εφημερίδες της εποχής μάς επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε αυτή τη σχεδόν λησμονημένη ιστορία.

Περισσότερα στη νέα μου μελέτη «Η Άρτα μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (1826): Αιχμάλωτοι, αγορές ανθρώπων και δίκτυα εξαγοράς», που είναι διαθέσιμη εδώ

Στη φωτογραφία «Οι Τούρκοι οδηγούν αιχμάλωτες Ελληνίδες και Ελληνόπουλα». Φιλελληνική παράσταση σε πιάτο του εργοστασίου Montereau, Γαλλία, περ. 1826–1830. Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων, αρ. ευρ. 456. Εικαστική επεξεργασία της αρχικής παράστασης.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Η Άρτα μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (1826)

Αιχμάλωτοι, αγορές ανθρώπων και δίκτυα εξαγοράς

Διακόσια χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την Έξοδο του Μεσολογγίου. Δύο αιώνες από εκείνη τη νύχτα του Απριλίου του 1826, που έμεινε χαραγμένη στη συλλογική μας μνήμη ως μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της Ελληνικής Επανάστασης.

Η ιστορία, όμως, δεν τελείωσε με την Έξοδο. Για όσους επέζησαν και βρέθηκαν στα χέρια των πολιορκητών, άρχιζε μια άλλη, λιγότερο γνωστή και εξίσου οδυνηρή διαδρομή.

Και κάπου εδώ, σχεδόν απροσδόκητα, εμφανίζεται η Άρτα.

Λίγες εβδομάδες πριν από την Έξοδο, περίπου 3.500 κάτοικοι του Αιτωλικού είχαν μεταφερθεί στην πόλη, ύστερα από τη συνθηκολόγηση και την παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Αργότερα, μετά την πτώση του Μεσολογγίου, στους δρόμους της Άρτας έφθαναν αιχμάλωτοι, γυναίκες και παιδιά, που η τύχη τους εξαρτιόταν συχνά από το αν κάποιος μπορούσε να πληρώσει για την ελευθερία τους. Οι μαρτυρίες της εποχής μιλούν ακόμη και για δημόσιες αγοραπωλησίες ανθρώπων στην Άρτα και την Πρέβεζα, όπου, όπως έγραφε χαρακτηριστικά μια γαλλόφωνη εφημερίδα του 1826, «πωλούνταν σαν ζώα».

Μέσα σε αυτή τη σκοτεινή ιστορία, ωστόσο, αναδύεται και μια άλλη πλευρά: εκείνη των ανθρώπων που προσπάθησαν να σώσουν τους αιχμαλώτους. Ένα δίκτυο αλληλεγγύης απλώθηκε από την Κέρκυρα ως τα φιλελληνικά κέντρα της Ευρώπης. Στην προσπάθεια αυτή συναντούμε και πρόσωπα από την περιοχή μας, με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση του Κωνσταντίνου Γεροστάθη από το Κομπότι.

Αυτή την ελάχιστα γνωστή πτυχή της ιστορίας της Άρτας επιχειρώ να φωτίσω στη νέα μου μελέτη, ακολουθώντας τα ίχνη που άφησαν πίσω τους επιστολές, προξενικές αναφορές και ευρωπαϊκές εφημερίδες του 1826.

Γιατί πίσω από τα μεγάλα γεγονότα της Ιστορίας υπάρχουν πάντα και οι μικρότερες, συχνά λησμονημένες ιστορίες των ανθρώπων………..Και μία από αυτές περνά από την Άρτα.

Μπορείτε να διαβάσετε την μελέτη εδώ και εδώ

Δημοσιεύθηκε στη Εργασίες, Οθωμανική περίοδος | Σχολιάστε

Το παλιό καφενείο Κακαβά

Στην πλατεία Κακαβά, ένα από τα παλιά οικήματα της Άρτας εξακολουθεί να διατηρεί τη γνώριμη φυσιογνωμία του.

Στο ισόγειό του λειτουργούσε άλλοτε το καφενείο Κακαβά, ενώ στον επάνω όροφο, με τα χαρακτηριστικά παράθυρα και τα ξύλινα παντζούρια, στεγαζόταν για πολλά χρόνια το κομμωτήριο Κασαή.

Σήμερα το κτίριο, ανακαινισμένο και με νέα χρήση, διατηρεί αρκετά από τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά, θυμίζοντας μια παλιότερη εικόνα της πλατείας.

Ένα όμορφο παράδειγμα του πώς ένα παλιό κτίριο μπορεί να αποκτήσει νέα ζωή, χωρίς να χάσει τον χαρακτήρα του.

Δημοσιεύθηκε στη Ό,τι έχει απομείνει απ’ την Άρτα του χτες….. | Σχολιάστε

Ένα άγνωστο κτίριο της παλιάς Άρτας μέσα από τον φακό του Δ. Μητσιάνη

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα φωτογραφία από το παρελθόν μάς έστειλε ο συλλέκτης Νίκος Φασουλής. Πρόκειται για φωτογραφία του Δ. Μητσιάνη, διαστάσεων 6 × 9 εκ., στην οποία εικονίζεται ένα παλιό λιθόκτιστο οικοδόμημα, του οποίου η θέση και η χρήση παραμένουν άγνωστες.

Το κτίριο παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Στο ισόγειο διακρίνονται μεγάλες καμάρες, ενώ στον επάνω όροφο υπάρχουν μικρά ανοίγματα και μια κεραμοσκεπή. Η μορφή του παραπέμπει σε παλαιότερες κατασκευές που συναντούσαμε στην Άρτα κατά την οθωμανική περίοδο.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι μεγάλοι λίθοι που βρίσκονται διάσπαρτοι στο προσκήνιο. Πρόκειται άραγε για οικοδομικό υλικό από κάποιο παλιό κτίσμα ή για αρχιτεκτονικά μέλη παλαιότερης κατασκευής;

Δεν γνωρίζουμε αν ο Μητσιάνης φωτογράφισε το οικοδόμημα για την αρχιτεκτονική του ιδιαιτερότητα ή για κάποια άλλη ιστορική σημασία που είχε ο χώρος.

Μήπως κάποιος από τους παλαιότερους Αρτινούς αναγνωρίζει το κτίριο ή θυμάται πού βρισκόταν; Κάθε πληροφορία ή ανάμνηση θα μπορούσε να μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε την ιστορία του.

Φωτογραφία: Δ. Μητσιάνης, 6 × 9 εκ. Από τη συλλογή του Νίκου Φασουλή, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για την παραχώρησή της.

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Οδός Γόργου – Στα παλιά Ταμπάκικα της Άρτας

Ένας χωμάτινος δρόμος, χαμηλά σπίτια με κεραμοσκεπές, αυλές, δέντρα και ξερολιθιές. Είναι η οδός Γόργου, δίπλα στο Κάστρο της Άρτας, στην παλιά συνοικία της Ταμπακιάδας.

Η θέση έχει τη δική της, πολύ παλαιότερη ιστορία. Εδώ, έξω από τα τείχη του Κάστρου, βρισκόταν άλλοτε η τάφρος της οχύρωσης. Και στην ίδια περιοχή ένα οθωμανικό έγγραφο του 1589 καταγράφει ήδη εγκατεστημένους χριστιανούς βυρσοδέψες, με σπίτια και άλλες κατασκευές μέσα στην τάφρο, «από τη μία πύλη έως την άλλη».

Είναι η παλαιότερη ασφαλής μαρτυρία που έχουμε μέχρι σήμερα για τη χωροθετημένη παρουσία των βυρσοδεψών στην περιοχή που στους νεότερους χρόνους θα γίνει γνωστή ως Ταμπακιάδα.

Αιώνες αργότερα, η παλιά τάφρος είχε γίνει δρόμος και γύρω της είχε αναπτυχθεί η γειτονιά. Η φωτογραφία διασώζει αυτή τη νεότερη όψη της: την οδό Γόργου πριν αλλάξει οριστικά η μορφή της περιοχής. Ένας απλός δρόμος της παλιάς Άρτας, πάνω όμως σε έναν χώρο με ιστορία πολλών αιώνων. (Ιδιωτική συλλογή).

Για το πώς η παλιά τάφρος του Κάστρου συνδέθηκε με τα βυρσοδεψεία και τη δημιουργία των Ταμπάκικων, δείτε την παλιότερη έρευνά μας εδώ

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

Μια γειτονιά της Άρτας λίγο πριν από τον πόλεμο – Ταμπακιάδα, 1938

Μια παρέα γυναικών και δύο μικρά παιδιά φωτογραφίζονται στην Ταμπακιάδα το 1938. Πίσω τους η μεγάλη ξύλινη πόρτα, ο ασβεστωμένος τοίχος και η πρόχειρη ξερολιθιά συνθέτουν μια χαρακτηριστική εικόνα της παλιάς γειτονιάς.

Η φωτογραφία, όμως, μας αφήνει να διακρίνουμε και κάτι από την καθημερινή ζωή των γυναικών της εποχής. Η Γιούλια Σ. Ψαθά ήταν ράπτρια, ενώ η Ανθή Φέκα και η Καζαντή αναφέρονται ως μαθήτριες ραπτικής. Η εκμάθηση της ραπτικής ήταν τότε για πολλά κορίτσια μέρος της προετοιμασίας τους για τη ζωή, αλλά και μια τέχνη που μπορούσε να τους προσφέρει εργασία και ένα μικρό δικό τους εισόδημα.

Όρθιες, από αριστερά: Μαρίκα Γιαννή–Παπαδοπούλου, Αγγελική Μπόμπορη, Γιούλια Σ. Ψαθά, Ανθή Φέκα, Καζαντή, Καλλιόπη Ζιόγλα–Εξάρχου και Κασσιανή Μπιτολίτσιου.

Κάτω σειρά: Σαβούλα Βίτσιου–Γιαννή με τα παιδιά της, Άννα και Δημήτρη, και Ερασμία Παπούλια–Γιογκαράκη.

Μια μικρή στιγμή του 1938 που διασώζει πρόσωπα, επαγγέλματα και κάτι από την καθημερινότητα μιας αρτινής γειτονιάς, λίγο πριν ο πόλεμος αλλάξει τη ζωή όλων.

Πηγή: Αρχείο Κ. Μπανιά.

Δημοσιεύθηκε στη Οι Συνοικίες | Σχολιάστε

Ο Ολυμπιακός Άρτης στο γήπεδο της Άρτας – δεκαετία 1950

Στιγμιότυπο από αθλητική εκδήλωση στο γήπεδο της Άρτας, κατά τη δεκαετία του 1950. Ο Ολυμπιακός Άρτης, σωματείο που ιδρύθηκε το 1950, εισέρχεται στον αγωνιστικό χώρο με τη σημαία του συλλόγου, ενώ οι ποδοσφαιριστές ακολουθούν σε παράταξη.

Η φωτογραφία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την εικόνα του παλιού γηπέδου: γύρω από τον αγωνιστικό χώρο έχει συγκεντρωθεί πλήθος θεατών, ενώ στο βάθος διακρίνονται τα κτίσματα και το τοπίο της τότε Άρτας.

Στη φωτογραφία διακρίνονται οι Κ. Κουφός, Χ. Βαίτσης, Ι. Κολοβός, Θ. Παπαγιάννης και Κ. Παπαγιάννης.

Πηγή: Αρχείο Κ. Μπανιά.

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα του Ολυμπιακού | Σχολιάστε