Οι πρώτες αποστολές της βρετανικής Special Operations Executive (SOE) έφθασαν στην Ελλάδα το 1942, με σκοπό την υποστήριξη της ελληνικής Αντίστασης και την οργάνωση επιχειρήσεων εναντίον των δυνάμεων κατοχής. Η παρουσία των συμμαχικών στρατιωτικών αποστολών ενισχύθηκε κατά το 1943, με διαφορετικές ομάδες αξιωματικών και συνδέσμων να δραστηριοποιούνται σε πολλές περιοχές της ορεινής Ελλάδας.
Στην ευρύτερη περιοχή της Άρτας και στον γειτονικό Βάλτο, οι συμμαχικές ομάδες εγκαθίσταντο προσωρινά σε χωριά ή μετακινούνταν ανάλογα με τις ανάγκες των επιχειρήσεων. Το ημερολόγιο του αντιστασιακού Παντελή Κωτσάκη καταγράφει την παρουσία και τις μετακινήσεις Βρετανών αξιωματικών σε χωριά όπως το Αυλάκι, ο Μεσόπυργος, το Πατιόπουλο και το Βουργαρέλι, καθώς και τη μεταφορά της βρετανικής αποστολής προς τα Θεοδώριανα τον Απρίλιο του 1943. Οι αποστολές είχαν διαφορετικά καθήκοντα, από τη συλλογή πληροφοριών και την επικοινωνία με τις αντιστασιακές οργανώσεις έως την οργάνωση δολιοφθορών και τη διανομή συμμαχικού πολεμικού υλικού.
Στη φωτογραφία “Μέλη της Βρετανικής Υπηρεσίας Ειδικών Επιχειρήσεων (SOE), στο πρώτο αρχηγείο τους στο Αυλάκι, στην περιοχή του Αχελώου. Πιθανότατα αρχές του 1943. Από αριστερά: Minoli, λοχαγός Rosslyn Bower, Jordan, Barnes, Sheppard, Miller, Stevens και συνταγματάρχης Chris Woodhouse”.
Πηγή: Imperial War Museums, αρ. καταλόγου HU 101958A, αρ. αντικειμένου 205027602.
Στην επιστολή της 22ας Ιανουαρίου αναφερόμουν στον νέο Λόχο, ο οποίος είχε συγκροτηθεί από στρατιώτες που έπασχαν από ελονοσία, αλλά και από αρκετά «ανεπιθύμητα» στοιχεία των διαφόρων μονάδων της Μεραρχίας «Modena», τα οποία είχαν απομακρυνθεί από τις μονάδες τους και είχαν μεταφερθεί στον νέο Λόχο.
Ευτυχώς, τα στοιχεία αυτά ήταν λίγα, αλλά τέτοια που θα τους άξιζε να υπηρετούν σε λόχο πειθαρχικής τιμωρίας ή σωφρονισμού. Θυμάμαι ακόμη τρεις από αυτούς που κατάγονταν από το Τόρε Ανουντσιάτα (Torre Annunziata), έναν Σαρδηνό, καθώς και μερικούς Σικελούς και Τοσκανούς.
Η μεγάλη πλειονότητα των στρατιωτών αποτελούνταν από καλούς ανθρώπους. Ωστόσο, εκείνοι οι λίγοι, πραγματικά διαβόητοι κακοποιοί, κατέστρεφαν ολόκληρο το κλίμα του Λόχου.
Σημειώνονταν κλοπές παπουτσιών από στρατιώτες την ώρα που κοιμούνταν —τα έκλεβαν για να τα πουλήσουν στους Έλληνες—, συνεχείς και αδικαιολόγητες απαιτήσεις για ιατρικές εξετάσεις, παράπονα για τη μη χορήγηση αδειών και άλλα παρόμοια περιστατικά.
Απορρίπτοντας το ενδεχόμενο επιβολής επίσημων πειθαρχικών ποινών, οι οποίες θα ήταν ανώφελες και αδύνατο να εφαρμοστούν, καταφέραμε, χάρη στη δική μου προσωπική πρωτοβουλία και σε εκείνη του Ντιονίτζι (Dionigi), να αποκαταστήσουμε την τάξη στον Λόχο και να τον μετατρέψουμε σε μια αποτελεσματική μονάδα υπεράσπισης οχυρωμένης θέσης.
Στην προσπάθειά μας αυτή μας βοήθησαν ένας λοχαγός του Υγειονομικού, ιδιόρρυθμος χαρακτήρας που δεν ανεχόταν καμία ιεραρχία, και ένας υπαξιωματικός των Καραμπινιέρων από την επαρχία του Καταντζάρο (Catanzaro). Δυστυχώς, δεν θυμάμαι πλέον ούτε το όνομά του ούτε το χωριό από το οποίο καταγόταν.
Ο υπαξιωματικός, αφού προηγουμένως είχε συνεννοηθεί με τον υπολοχαγό του και είχε ενημερωθεί από εμένα, πραγματοποίησε ένα είδος έρευνας και κατάφερε σύντομα, με απειλές και υποσχέσεις, να αποσπάσει ομολογίες από τους υπευθύνους των κλοπών. Εκείνοι, ύστερα από δικό τους αίτημα, επέστρεψαν στις μονάδες από τις οποίες προέρχονταν.
Οι δύο βασικοί υπαίτιοι καταγγέλθηκαν επισήμως και μεταφέρθηκαν σε πειθαρχικές μονάδες. Ορισμένοι άλλοι ύποπτοι πείστηκαν να υποβάλουν αίτηση επιστροφής στις προηγούμενες μονάδες τους, «για να αποφύγουν σοβαρότερες συνέπειες».
Τις επόμενες ημέρες, ο λοχαγός του Υγειονομικού εξέτασε τους στρατιώτες που προσποιούνταν τους ασθενείς και ζητούσαν να εξεταστούν από γιατρό για να αποφύγουν τις υπηρεσίες σκοπιάς. Τους έστειλε πίσω στις μονάδες προέλευσής τους, κρίνοντάς τους υγιείς και ικανούς να εκτελούν κάθε είδους στρατιωτική υπηρεσία.
Έτσι, η μονάδα, απαλλαγμένη επιτέλους από εκείνους τους λίγους ταραχοποιούς και φυγόπονους, ξανάγινε ένας Λόχος αποτελούμενος από καλούς, συνηθισμένους στρατιώτες. Μαζί τους έζησα μέχρι την Ανακωχή και μοιράστηκα όλες τις συνέπειες εκείνης της θλιβερής περιόδου του πολέμου.
Η εγκατάσταση του Λόχου στα Ιωάννινα
Στα Ιωάννινα, ο Λόχος είχε εγκατασταθεί στο φρούριο που ήταν γνωστό ως Κάστρο του Αλή Πασά του Τεπελενλή, ο οποίος έζησε στις αρχές του 19ου αιώνα και υπήρξε μουσουλμάνος ηγεμόνας της Ηπείρου, την εποχή που η περιοχή βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία. Στα Ιωάννινα και στην Άρτα διατηρούνταν ακόμη ζωντανές οι μνήμες από τα πολεμικά του κατορθώματα, τις φρικτές αγριότητές του και τον τραγικό θάνατό του στο νησάκι της λίμνης.
Το φρούριο υψωνόταν στο ανατολικότερο άκρο της καστροπολιτείας, δηλαδή των παλαιών Ιωαννίνων, με θέα προς τη λίμνη. Οι κατοικίες και τα άλλα κτίσματα που υπήρχαν παλαιότερα στο ανώτερο πλάτωμά του δεν σώζονταν πλέον, καθώς είχαν καταστραφεί μετά τον θάνατο του πασά.
Σε νεότερους χρόνους, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, είχε ανεγερθεί ένα μεγάλο κτίριο, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως στρατώνας και νοσοκομείο, κοντά στο παλιό τζαμί με τον μιναρέ του.
Στο ίδιο πλάτωμα του κάστρου υπήρχε επίσης μια σύγχρονη έπαυλη, την οποία εμείς οι Ιταλοί είχαμε χρησιμοποιήσει ως γραφείο διοίκησης του Λόχου και ως κατάλυμα των αξιωματικών.
Το Κάστρο των Ιωαννίνων και η στρατιωτική του χρήση
Κοντά στο τζαμί βρισκόταν ο τάφος του πασά, προστατευμένος από ένα καλλιτεχνικά διαμορφωμένο κιγκλίδωμα από σφυρήλατο σίδερο, ισλαμικής τεχνοτροπίας. Δίπλα στον Αλή βρισκόταν και ο τάφος της συζύγου του.
Στο πλάτωμα του φρουρίου διακρίνονταν πολλά ερείπια, ανάμεσά τους και εκείνα του χαρεμιού του Αλή, όπου κατοικούσαν οι παλλακίδες του. Η πιο αγαπημένη του τυράννου ονομαζόταν Βασιλική και ήταν μια όμορφη νεαρή Ελληνίδα.
Ανάμεσα στα ερείπια υπήρχε μια μικρή εκκλησία, την οποία είχαν χτίσει οι Έλληνες μετά την ανεξαρτησία τους και ήταν αφιερωμένη στους Αγίους Αναργύρους, τους ιατρούς αγίους.
Στα υπόγεια του φρουρίου, εμείς οι Ιταλοί είχαμε αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών για κάθε είδους όπλα, κυρίως βλήματα πυροβολικού του XXVI Σώματος Στρατού.
Ο δικός μας 1ος Λόχος είχε αναλάβει την αποστολή να φρουρεί το φρούριο και να το επιτηρεί με ένα άριστα οργανωμένο σύστημα σκοπιών.
Ζούσαμε πάνω από μια εξαιρετικά επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη.
Ιανουάριος 1943
28 Ιανουαρίου
«Επιτέλους, ύστερα από μια μακρά περίοδο σιωπής, έλαβα σήμερα το γράμμα σου της 20ής Ιανουαρίου. Χαίρομαι.
Όσο για τις άδειες, περιμένουμε να μας τις χορηγήσουν. Σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές είναι δύσκολο να απομακρύνουν αξιωματικούς από τις μονάδες τους, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να τους αντικαταστήσουν. Πράγματι, κανένας μας δεν έχει φύγει.
Σήμερα έμαθα ότι στην παλιά μας έδρα, στην Άρτα, πνέει άσχημος άνεμος!
Προχθές αναχώρησε μια φάλαγγα πεζικάριων που πήγαιναν με άδεια. Atà i shkrektine e vran shumë (εκείνοι, δηλαδή οι αντάρτες, τους επιτέθηκαν και σκότωσαν πολλούς). [Δεν λογοκρίθηκε.]
Βρήκα μια ανθολογία με έργα των Καρντούτσι, Πάσκολι και Ντ’ Αννούντσιο, κι έτσι ξαναδιαβάζω τα ποιήματα που είχαμε διδαχθεί στην τρίτη τάξη του Λυκείου…!
Τα këpucë (παπούτσια) είναι ήδη εξασφαλισμένα, ολοκαίνουργια και αστραφτερά. Αν είχα εκείνους τους ευλογημένους πόντους ή κουπόνια —που κανονικά θα έπρεπε να μας χορηγεί η Διοίκηση, η οποία όμως δεν διαθέτει—, θα αγόραζα πολλά καλά πράγματα από το στρατιωτικό πρατήριο».
30 Ιανουαρίου
«Εδώ παραμένουμε ήρεμοι και ήσυχοι. Αλλού, όμως, vriten (σκοτώνονται μεταξύ τους). Presmi atà (περιμένουμε εκείνους, δηλαδή τους Συμμάχους).
Όσο για τις άδειες, ακόμη κανένα νεότερο.
Atà e atà e na nuk shkomi (εκείνοι, δηλαδή οι Σύμμαχοι, και εκείνοι, οι αντάρτες, κι εμείς δεν μπορούμε να περάσουμε)».
[Είχαμε πλήρη επίγνωση της θλιβερής έκβασης που θα είχε ο πόλεμος. Η ταχυδρομική κάρτα πέρασε από τη λογοκρισία χωρίς να υποστεί καμία επέμβαση.]
Φεβρουάριος 1943
3 Φεβρουαρίου
«Έλαβα τρία γράμματά σου και ένα από κάποιον φίλο μου, ο οποίος περιμένει να πάρει άδεια. Μου γράφει ότι γίνεται πολύς λόγος για τις άδειες και φαίνεται πως αυτές τις ημέρες θα αρχίσουν να φεύγουν πολλοί, σύμφωνα με μια καθορισμένη σειρά προτεραιότητας.
Κανείς δεν τρέφει αυταπάτες, αλλά όλοι ελπίζουμε. Όπως βλέπεις, μας περιβάλλει το πιο βαθύ μυστήριο.
Χθες σου έστειλα ένα ταχυδρομικό έμβασμα 1.595 λιρετών. Κράτησα 1.000 για να αγοράσω είδη πρώτης ανάγκης: ένα γκριζοπράσινο πουκάμισο, κάλτσες, πιτζάμες κ.λπ.
Μας απαγορεύουν ακόμη και να ξοδεύουμε τα δικά μας χρήματα για να αγοράσουμε πράγματα που μας είναι απαραίτητα.
Το βράδυ πηγαίνω για ύπνο στις 8.30 και ξυπνώ στις 7. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της νύχτας, γύρω στη μία ή και αργότερα, σηκώνομαι για να κάνω έναν έλεγχο ή μια επιθεώρηση στις σκοπιές.
Έτσι περνά ο καιρός και το ηθικό μου παραμένει υψηλό.
Πέρασε και εκείνη η κρίση για την οποία σου είχα μιλήσει».
[Μετά την εκκαθάριση που είχε γίνει στους χώρους του στρατοπέδου, επικρατούσαν πλέον στη μονάδα απόλυτη ομόνοια, αμοιβαία εμπιστοσύνη και θερμή εκτίμηση.]
«Σήμερα το πρωί έλαβα το πανεπιστημιακό πιστοποιητικό μου. Ήρθε επίσης από το Τάγμα μου ένας συνάδελφος, ο οποίος μου είπε ότι στην Άρτα όλοι περιμένουν με αγωνία την άδειά τους και ότι πιθανότατα θα μας στείλουν τον Μάρτιο».
[Η αιώνια αυταπάτη της άδειας! Δεν ήταν ευσεβή ψέματα όσα έγραφα στον πατέρα μου. Μας έκαναν πραγματικά να πιστεύουμε ότι οι άδειες επρόκειτο να χορηγηθούν από στιγμή σε στιγμή και δεν καταλαβαίναμε ότι, χωρίς την άφιξη νέων εφέδρων αξιωματικών που θα μπορούσαν να μας αντικαταστήσουν, ώστε να μη μείνουν οι μονάδες χωρίς αξιωματικούς, και με δεδομένους τους κινδύνους και τις δυσκολίες των μετακινήσεων, τόσο από την ξηρά όσο και από τη θάλασσα, ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν οι άδειες.
Κι έτσι περνούσαν οι ημέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, ανάμεσα σε ελπίδες και απογοητεύσεις, ενώ ταλαιπωρούσαμε τους αγαπημένους μας ζητώντας τους άχρηστα πανεπιστημιακά πιστοποιητικά, που ήταν τόσο δύσκολο να εξασφαλίσουν από τα μακρινά πανεπιστήμια…»
6 Φεβρουαρίου 1943
«Αγαπημένε μου μπαμπά,
Σήμερα μου έγραψε ο Αντζολίνο Ρόζε (Angiolino Rose), λέγοντάς μου ότι δεν μπόρεσε να έρθει για λόγους που εσύ καταλαβαίνεις…
Το μικρό κτίριο όπου έχουμε εγκατασταθεί βρίσκεται ανάμεσα σε μιναρέδες και τζαμιά, τα οποία μπορώ να επισκέπτομαι ανενόχλητος, αφού χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από εμάς.
Φτιάχνω ένα ξύλινο κιβώτιο, γιατί εκείνο που έχω έσπασε. Με βοηθούν μερικοί στρατιώτες που είναι ξυλουργοί. Τα παπούτσια σου είναι τυλιγμένα σε χαρτί και τοποθετημένα μέσα στο κιβώτιο.
Στην παλιά μας έδρα εξακολουθούν να συμβαίνουν εκείνα τα πράγματα… και μάλιστα περισσότερο από πριν. Jane vriten! (Σκοτώνονται μεταξύ τους!)
Εδώ, αντίθετα, όλα είναι ήρεμα…»
10 Φεβρουαρίου 1943
«Αγαπημένε μου μπαμπά,
Πώς είστε; (…)
Όσο για την άδειά μου, δεν χρειάζεται να φτάνεις σε τέτοιες υπερβολές, ώστε να πηγαίνεις να με περιμένεις κατά την άφιξη του ταχυδρομικού πλοίου.
Καταλαβαίνω με πόση αγωνία με περιμένετε και πόσο λαχταράτε να με δείτε, όπως άλλωστε αισθάνομαι κι εγώ. Αλλά το να φτάνεις σε αυτό το σημείο είναι υπερβολή!
«Άνθρωποι είστε!», λέει ο Δάντης.
Σκέψου λίγο εκείνους τους δυστυχισμένους αιχμαλώτους [μέσα σε επτά μήνες θα ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς]. Σκέψου εκείνους που εδώ και δύο χρόνια βρίσκονται μέσα στη φωτιά και στον πάγο και ύστερα σκέψου εμένα, που είχα την τύχη να βρεθώ σε αυτό το μέρος (…)».
«Δεν πρέπει ποτέ να πηγαίνουμε ενάντια στο πεπρωμένο μας». Αυτό είναι το σύνθημά μας, που έχει διαμορφωθεί μέσα από τις εμπειρίες μας (…)
Σε συμβουλεύω […] η αναμονή θα είναι πιο φυσική, χωρίς υπερβολική αγωνία και απογοητεύσεις (…)».
Φεβρουάριος 1943
Η ακριβής ημέρα δεν διακρίνεται στο απόσπασμα.
«Μόλις επέστρεψα από τη λέσχη και βρήκα στο δωμάτιο τον στρατιώτη που με υπηρετεί ελαφρώς μεθυσμένο. Σου λέω, πέθανα στα γέλια!
Σήμερα μοιράστηκε διπλή μερίδα κρασιού και εκείνος μάζεψε και τις μερίδες των συναδέλφων του που δεν πίνουν. Φαντάσου σε τι κατάσταση βρέθηκε!
[Πρόκειται για τον Μάριο Γκράντι (Mario Grandi), από το Λόντι, έναν καλό στρατιώτη, αφοσιωμένο και πρόθυμο συνεργάτη. Μόνο εκείνη τη φορά είχε υπερβάλει.]
Μετάνιωσε και δεν επανέλαβε ποτέ το λάθος του (…)
Μου έγραψε ο Κοσταντίνο Μαρκιάνο (Costantino Marchiano). Ο Αρμάντο έφυγε ήδη για το Μαυροβούνιο;
Σήμερα έλαβα μια ταχυδρομική κάρτα από την Μπολόνια, από τον θείο Σαβέριο και τη θεία Εμίλια (…)
Χθες συνάντησα τον πρώην λοχαγό μου (…) και του έριξα, για πολλοστή φορά, τη γνωστή σπόντα για την άδεια. Μου πρόσφερε τσάι και μου είπε τα εξής:
«Αγαπητέ Ματσιότι, όπως σου έχω πει και άλλες φορές, είστε περισσότεροι από 80 αξιωματικοί της Μεραρχίας που θα έπρεπε να πάτε στην πατρίδα με άδεια. Καταλαβαίνεις ότι είναι αδύνατο να προλάβετε την εξεταστική περίοδο του Φεβρουαρίου. Εσύ θα είσαι πάντοτε ανάμεσα στους πρώτους, αν αρχίσουν οι αναχωρήσεις, και μπορείς να είσαι βέβαιος γι’ αυτό, αφού με γνωρίζεις εδώ και πολύ καιρό».
Έχει δίκιο και του έχω μεγάλη εμπιστοσύνη, γιατί βρίσκομαι κοντά του και δεν πρόκειται να με ξεχάσει.
Γι’ αυτό κι εγώ, αγαπημένε μου μπαμπά, έχω πλέον συμφιλιωθεί με την κατάσταση και πιστεύω ότι το ίδιο πρέπει να κάνετε κι εσείς.
Εδώ είμαι καλά και υπηρετώ σε μια μονάδα που θα είναι από τις πρώτες που θα αναχωρήσουν από την Ελλάδα, σε περίπτωση επαναπατρισμού.
[Από το «Radio Fonte» κυκλοφορούσαν πληροφορίες για επαναπατρισμό στρατευμάτων από τα Βαλκάνια. Ήταν μια διαδεδομένη φήμη, χωρίς ιδιαίτερη βάση στην πραγματικότητα!]
Σήμερα το πρωί ένας στρατιώτης αυτού του Λόχου αναχώρησε για να επιστρέψει στο σπίτι του. Είχε λάβει τηλεγράφημα από τους Καραμπινιέρους του τόπου καταγωγής του, που τον πληροφορούσε ότι η μητέρα του βρισκόταν σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση.
Επισκέφθηκα τα ανάκτορα του Αλή Πασά, που βρίσκονται πολύ κοντά στο κατάλυμά μας. Είδα παλιά κανόνια, πολλά από τα οποία έφεραν το έμβλημα με το βόδι του Αγίου Μάρκου, το τουρμπάνι του Αλή, τα ερείπια του χαρεμιού όπου ζούσαν οι παλλακίδες του —είχε πολλές—, καθώς και τις τρομερές φυλακές του.
Κάθε βράδυ το ραδιόφωνο μεταδίδει ότι οι εχθροί βομβαρδίζουν την Καλαβρία και ιδιαίτερα τη Σικελία.
Μην ξεχάσεις να βάλεις σε κάποιο από τα γράμματά σου μερικές λεπίδες ξυρίσματος.
Ο Βιτορίνο Παλιάρο (Vittorino Pagliaro) και ο Γκαμπριέλε Μαρκιανό (Gabriele Marchianò) σε ποια έδρα έχουν τοποθετηθεί; (…)»
Ο συγγραφέας μπροστά στον ιταλικό στρατώνα, δίπλα στο τζαμί των Ιωαννίνων.
Οι εκτελέσεις κατοίκων μετά τις αντιστασιακές ενέργειες στην περιοχή του Κομποτίου
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι αντιστασιακές ενέργειες εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων και συγκοινωνιακών υποδομών προκαλούσαν συχνά σκληρά αντίποινα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού. Οι κατακτητές επιχειρούσαν με αυτόν τον τρόπο να τρομοκρατήσουν τους κατοίκους και να αποτρέψουν τη συνεργασία τους με τις αντιστασιακές οργανώσεις.
Μια τέτοια περίπτωση καταγράφει ο Στέφανος Παππάς στο βιβλίο του Η Εθνική Αντίστασις ΕΟΕΑ–ΕΔΕΣ (1970), αναφερόμενος στα γεγονότα που σημάδεψαν το χωριό Λιμίνη της Άρτας κατά την περίοδο της Κατοχής.
Η δολιοφθορά στη γέφυρα του Κομποτίου και οι εκτελέσεις
Σύμφωνα με τον Παππά, κατά το διάστημα από τον Οκτώβριο του 1942 έως τον Μάρτιο του 1943, οι ιταλικές δυνάμεις προχώρησαν σε αντίποινα εναντίον κατοίκων της Λιμίνης, εξαιτίας δολιοφθοράς που είχε πραγματοποιήσει ο ΕΔΕΣ στη γέφυρα του Κομποτίου.
Το σαμποτάζ πιθανότατα πραγματοποιήθηκε στη γέφυρα πίσω από το Κομπότι, στον δρόμο που οδηγεί προς τη Φλωριάδα και μέσω του οποίου οι ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις ανέβαιναν στην ορεινή περιοχή.
Ανάμεσα στα θύματα ήταν δύο αδέλφια από τη Λιμίνη, ο Αριστείδης Πέταλης του Αθανασίου και ο Σπυρίδων Πέταλης του Αθανασίου.
Οι Ιταλοί τούς συνέλαβαν ως υπόπτους για συμμετοχή στην αντιστασιακή ενέργεια. Στη συνέχεια τους οδήγησαν στη γέφυρα του Κομποτίου, στο σημείο όπου είχε πραγματοποιηθεί η δολιοφθορά, και τους εκτέλεσαν.
Η επιλογή του τόπου της εκτέλεσης δεν φαίνεται τυχαία. Συνδέοντας την τιμωρία των δύο κατοίκων με τον χώρο του σαμποτάζ, οι κατακτητές επιδίωκαν να εκφοβίσουν τον τοπικό πληθυσμό και να αποτρέψουν ανάλογες ενέργειες.
Η δολοφονία του Μιχάλη Γιώτη
Ο Παππάς αναφέρει ακόμη τον θάνατο του Μιχάλη Γιώτη του Αλεξάνδρου, επίσης καταγόμενου από τη Λιμίνη, ο οποίος υπηρετούσε ως υπενωμοτάρχης της Χωροφυλακής.
Ο Γιώτης σκοτώθηκε από τους Ιταλούς στην περιοχή των Σελλάδων, με την κατηγορία ότι ανήκε στον ΕΔΕΣ.
Η περίπτωσή του δείχνει ότι οι διώξεις δεν περιορίζονταν αποκλειστικά σε όσους θεωρούνταν υπεύθυνοι συγκεκριμένων δολιοφθορών, αλλά επεκτείνονταν και σε πρόσωπα που οι κατοχικές αρχές υποπτεύονταν ότι διατηρούσαν σχέσεις με την Αντίσταση.
Ένα ακόμη θύμα κατά τη γερμανική Κατοχή
Στην ίδια αφήγηση μνημονεύεται και ο Σωτήριος Σταύρος, κάτοικος της Λιμίνης, ο οποίος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς έπειτα από δολιοφθορά σε τηλεγραφικούς στύλους.
Πρόκειται για μεταγενέστερο περιστατικό, που συνδέεται με τη γερμανική περίοδο της Κατοχής και φανερώνει ότι η πρακτική των αντιποίνων συνεχίστηκε και μετά την αποχώρηση των Ιταλών.
Η πυρπόληση της Λιμίνης και η μεταπολεμική εικόνα του χωριού
Τα δεινά της Λιμίνης δεν σταμάτησαν με τις εκτελέσεις. Στις 20 Οκτωβρίου 1943 οι γερμανικές δυνάμεις πυρπόλησαν το χωριό, καταστρέφοντας 58 από τα 64 σπίτια του. Πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατούσε μετά την Κατοχή μάς δίνει ο Sidney B. Carter, ο οποίος εργαζόταν για λογαριασμό της UNRRA και συνόδευε τη φωτογράφο Βούλα Παπαϊωάννου στην περιοδεία της στη Βόρεια και Δυτική Ελλάδα. Στο ημερολόγιό του καταγράφει ότι, όταν επισκέφθηκαν τη Λιμίνη στις 19 Φεβρουαρίου 1946, η ανοικοδόμηση του χωριού, που είχε αρχίσει τον Ιούλιο του 1945, είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Το σχολείο, ωστόσο, παρέμενε ακατάλληλο, καθώς τα ξύλινα μέρη του είχαν αφαιρεθεί για καυσόξυλα. Έτσι, τα 80 παιδιά του χωριού έκαναν μάθημα μέσα στην εκκλησία, καθισμένα στο πάτωμα πάνω σε λαγοτόμαρα και σακιά. Τη συγκλονιστική αυτή εικόνα απαθανάτισε με τον φακό της η Βούλα Παπαϊωάννου.
Η Λιμίνη στη μνήμη της Κατοχής
Τα γεγονότα αυτά φωτίζουν μια πλευρά της Κατοχής που συχνά παραμένει στη σκιά των μεγάλων στρατιωτικών επιχειρήσεων: το βαρύ τίμημα που πλήρωναν οι μικρές τοπικές κοινωνίες, τόσο από τα αντίποινα για τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων όσο και από τη γενικότερη βία των κατακτητών.
Στη Λιμίνη, οι εκτελέσεις κατοίκων από τους Ιταλούς και η πυρπόληση του χωριού από τους Γερμανούς σημάδεψαν βαθιά τη ζωή των ανθρώπων. Η φωτογραφία των παιδιών που, τον Φεβρουάριο του 1946, παρακολουθούσαν το μάθημά τους μέσα στην εκκλησία αποτελεί μια συγκινητική μαρτυρία των δυσκολιών που εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι, αλλά και της προσπάθειάς τους να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.
Η καταγραφή των ονομάτων των θυμάτων, των γεγονότων και των μαρτυριών που διασώθηκαν δεν αποτελεί μόνο ιστορική αναφορά. Είναι ένας τρόπος να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη μιας μικρής κοινότητας που δοκιμάστηκε σκληρά και να αποδοθεί στους ανθρώπους της η θέση που τους ανήκει στην ιστορία της Άρτας κατά την Κατοχή.
Πηγή: 1. Στέφανος Β. Παππάς, Η Εθνική Αντίστασις: ΕΟΕΑ–ΕΔΕΣ 1941–1944 Νομού Άρτης και η προσφορά του ωργανωμένου αμάχου πληθυσμού εις τον αγώνα τούτον, Αθήνα, 1970, σ. 67, ενότητα «Αντίποινα κατακτητών κατά αμάχου πληθυσμού χωρίου Λιμίνης».
2. Sidney B. Carter, ημερολόγιο αποστολής UNRRA, 19.2.1946, απόσπασμα δημοσιευμένο στην Πανηπειρωτική, φ. 26 (Νοέμβριος 2022), σ. 15.
Στη φωτογραφία : Λιμίνη Άρτας, 19 Φεβρουαρίου 1946. Τα παιδιά παρακολουθούν το μάθημά τους στην εκκλησία του χωριού. Φωτογραφία: Βούλα Παπαϊωάννου, Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη. Ψηφιακή ανασύνθεση από την ιστορική φωτογραφία.
Μια άγνωστη προσπάθεια συνεννόησης ανάμεσα σε στελέχη του ΕΑΜ και αξιωματικούς του ΕΔΕΣ στην περιοχή της Άρτας.
Την άνοιξη του 1943, καθώς οι αντιστασιακές οργανώσεις ενίσχυαν τη δράση τους στην περιοχή της Άρτας, οι πολιτικές και οργανωτικές διαφορές ανάμεσα στις ένοπλες ομάδες είχαν αρχίσει να γίνονται αισθητές. Παράλληλα, όμως, εξακολουθούσαν να υπάρχουν προσωπικές επαφές και προσπάθειες συνεννόησης μεταξύ στελεχών διαφορετικών πολιτικών κατευθύνσεων.
Μια τέτοια, ελάχιστα γνωστή πρωτοβουλία πραγματοποιήθηκε στις 25 Απριλίου 1943, στο μοναστήρι των Μελατών, όπως περιγράφει ο Αλέκος Κουτσούκαλης στον δεύτερο τόμο του έργου του.
Αφορμή υπήρξε η αποκάλυψη εγγράφου σχετικού με τη δραστηριοποίηση φιλοβασιλικών στοιχείων στις γραμμές του ΕΔΕΣ. Με πρωτοβουλία του συνταγματάρχη Ηλία Λουτσάρη οργανώθηκε μυστική συνάντηση, στην οποία συμμετείχαν ο ταγματάρχης Γιώργος Μαντζούκης, ο ηγούμενος της μονής Γεράσιμος Καλούτσης και ο Αλέκος Κουτσούκαλης, εκπρόσωπος του ΕΑΜ της Άρτας.
Ο Μαντζούκης ανήκε τότε στον ΕΔΕΣ, διατηρούσε όμως επαφές με στελέχη και των δύο αντιστασιακών οργανώσεων. Η παρουσία του στη συνάντηση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η μετέπειτα πορεία του υπήρξε αντικείμενο διαφορετικών και συχνά αντικρουόμενων αφηγήσεων.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε με απόλυτη μυστικότητα και διήρκεσε μία νύχτα. Δεν υπογράφηκε επίσημη συμφωνία. Σύμφωνα με τον Κουτσούκαλη, ο ίδιος κράτησε ένα σύντομο πρακτικό των συζητήσεων και στη συνέχεια παρέδωσε από ένα αντίγραφο στους συμμετέχοντες.
Τα έξι σημεία της συμφωνίας
Ο Γιώργος Μαντζούκης θα διατηρούσε και θα οργάνωνε καλύτερα την ένοπλη ομάδα του, παραμένοντας στρατιωτικός υπαρχηγός του ΕΔΕΣ. Παράλληλα, θα ενίσχυε τους δημοκρατικούς αξιωματικούς της οργάνωσης και θα διατηρούσε τακτική επαφή με τον Κομνηνό Πυρομάγλου.
Ο Ηλίας Λουτσάρης θα συγκροτούσε στην περιοχή μια ανεξάρτητη και ευκίνητη ένοπλη ομάδα, αποτελούμενη από ανθρώπους που επιθυμούσαν να πολεμήσουν τους κατακτητές χωρίς να ενταχθούν ούτε στον ΕΛΑΣ ούτε στον ΕΔΕΣ.
Ο ηγούμενος Γεράσιμος Καλούτσης θα ενίσχυε οικονομικά και με τρόφιμα τις ομάδες Μαντζούκη και Λουτσάρη, επιπλέον της βοήθειας που παρείχε ήδη σε τμήματα του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Παράλληλα, με προφορικό σημείωμα της Επιτροπής του ΕΑΜ Άρτας, θα επέτρεπε στο μοναστήρι να φιλοξενεί παράνομα στελέχη του ΕΑΜ και καταδιωκόμενους αγωνιστές.
Ο Αλέκος Κουτσούκαλης θα ενημέρωνε τακτικά τον Λουτσάρη για την κατάσταση στην πόλη της Άρτας και τις κινήσεις των κατακτητών, ενώ συγχρόνως θα ενημερωνόταν για την πορεία εφαρμογής της συμφωνίας.
Η συμφωνία δεν στρεφόταν εναντίον του ΕΛΑΣ ή του ΕΔΕΣ. Σκοπός της, σύμφωνα με το κείμενο, ήταν η ενθάρρυνση και ενίσχυση των δημοκρατικών αξιωματικών, ο εκδημοκρατισμός των ένοπλων δυνάμεων του ΕΔΕΣ και η αποτελεσματικότερη δράση εναντίον των κατακτητών και των συνεργατών τους.
Η συμφωνία θα παρέμενε μυστική. Όπως αναφέρει ο Κουτσούκαλης, δεν είχε μεγάλη διάρκεια, καθώς σύντομα μεσολάβησαν γεγονότα που την ατόνησαν.
Η συνέχεια: Οι «Τρυπογιώργηδες»
Παρά τη σύντομη διάρκεια της συμφωνίας, ο Ηλίας Λουτσάρης δεν εγκατέλειψε την ιδέα της ανεξάρτητης ένοπλης δράσης. Αργότερα συγκρότησε ένα μικρό τμήμα, γνωστό ως «Τρυπογιώργηδες», που ανέπτυξε αντιστασιακή δραστηριότητα στην περιοχή.
Η ονομασία παρέπεμπε, σύμφωνα με τον Κουτσούκαλη, στην παλαιότερη κλέφτικη και επαναστατική παράδοση των Ραδοβιζίων, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη των αγωνιστών του 1821.
Ανάμεσα στα μέλη της ομάδας αναφέρονται ο Γιάννης Τσέλιος, ο Χρήστος Τσίνας, ο Βασίλης Λιότσος, ο Γιώργος Μπούρας, ο Νώντας Καλαμπόκας, ο Βασίλης Κυρίτσης, ο Κώστας Ψαθάς, ο Χρήστος Κούκος και ο Βαγγέλης Δημητρίου.
Η δράση των «Τρυπογιώργηδων» μέσα στην Άρτα
Ο Κουτσούκαλης καταγράφει και ένα επεισόδιο που συνδέεται με τη δράση της ομάδας μέσα στην κατεχόμενη Άρτα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο Γιάννης Τσέλιος, σε συνεννόηση με το τοπικό ΕΑΜ, εισήλθε στην πόλη μεταμφιεσμένος σε χωρικό και σκότωσε με μαχαίρι έναν κάτοικο που θεωρούνταν συνεργάτης των κατακτητών. Στη συνέχεια έριξε χειροβομβίδα και κατάφερε να διαφύγει.
Το περιστατικό αποτελεί μια ακόμη μαρτυρία για τη δράση των αντιστασιακών ομάδων, η οποία δεν περιοριζόταν στις ορεινές περιοχές, αλλά έφθανε και μέσα στην ίδια την πόλη της Άρτας.
Η μυστική συνάντηση των Μελατών αποτελεί ένα ενδιαφέρον επεισόδιο της τοπικής ιστορίας της Αντίστασης. Μας μεταφέρει σε μια περίοδο κατά την οποία, παρά τις αυξανόμενες αντιθέσεις, εξακολουθούσαν να αναζητούνται τρόποι συνεργασίας και κοινής δράσης απέναντι στους κατακτητές.
Η συμφωνία δεν αποδείχθηκε μακρόβια. Η ίδια η πραγματοποίησή της, όμως, φανερώνει πόσο σύνθετες ήταν οι σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα και στις αντιστασιακές οργανώσεις της περιοχής, πριν από τις συγκρούσεις που θα ακολουθούσαν.
Πηγή : Αλέκος Κουτσούκαλης, Η Εθνική Αντίσταση του Νομού Άρτας 1940–1945: Αναμνήσεις – Σκέψεις – Κρίσεις, τόμος Β΄, Αθήνα, Ιωλκός, 1985, σσ. 32–33.
Στη φωτογραφία “Η είσοδος της Μονής Μελατών, πιθανότατα τη δεκαετία του 1950”. Φωτογραφία από το αρχείο του Τρ. Παπαζήση.
Μια αναμνηστική φωτογραφία από την παράσταση του θεατρικού έργου «Το στραβόξυλο» του Δημήτρη Ψαθά, που ανέβηκε στους Κωστακιούς της Άρτας το 1961.
Σύμφωνα με τη χειρόγραφη σημείωση στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας, υπεύθυνος για την παράσταση ήταν ο δάσκαλος Άγγελος Στεργίου, τον οποίο βλέπουμε δεύτερο από αριστερά.
Η φωτογραφία διασώζει μια όμορφη στιγμή από την πολιτιστική ζωή των Κωστακιών, όταν οι ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις έδιναν την ευκαιρία στους κατοίκους να συμμετέχουν ενεργά σε καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Ένα ακόμη μικρό αλλά σημαντικό τεκμήριο της τοπικής ιστορίας, που μας θυμίζει τους ανθρώπους και τις πρωτοβουλίες που έδιναν ζωή στα χωριά της Άρτας.
Μια υπέροχη φωτογραφία από την ποδοσφαιρική Άρτα της δεκαετίας του 1950, γεμάτη χαμόγελα, ενθουσιασμό και νεανική ζωντάνια.
Ο τερματοφύλακας του ΑΕΤΟΥ, Βαγγέλης Μπακατσέλος, στους ώμους φανατικών φίλων της νικήτριας ομάδας, σε μια αυθόρμητη εκδήλωση χαράς.
Στη φωτογραφία αναγνωρίζονται επίσης οι Κώστας Μπλάτσας, Νίκος Θεοχάρης, Νίκος Γαζέτας, Αχιλλέας Παπακώστας, Βασίλης Σταυρούλας και Χρήστος Κατσαδωράκης.
Δεκαετία του 1950. Ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο από τη διαδρομή προς τα ορεινότερα χωριά των Τζουμέρκων, από το αρχείο της Ελένης Τραχανά, που την ευχαριστώ θερμά για αυτή την μοναδική φωτογραφία καθώς μας δίνει τη δυνατότητα να μοιραστούμε ένα ακόμη πολύτιμο στιγμιότυπο από το παρελθόν του τόπου μας. Ο αμαξιτός δρόμος δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί σε όλο το μήκος της διαδρομής και, από το σημείο όπου σταματούσε, το ταξίδι συνεχιζόταν με τα πόδια ή πάνω σε ζώα.
Άνθρωποι, παιδιά, αποσκευές και φορτωμένα ζώα ακολουθούν τον παλιό δρόμο προς τα χωριά. Μια εικόνα που αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο εκείνη τη μεταβατική εποχή, όταν το αυτοκίνητο είχε ήδη φτάσει ως ένα σημείο της διαδρομής στα Τζουμέρκα, αλλά ο παλιός κόσμος των μουλαρόδρομων εξακολουθούσε να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής μετακίνησης.
Δύο παιδιά ποζάρουν πάνω σε ένα φορτηγό αυτοκίνητο, μπροστά στην οικία Γαρουφαλιά, κοντά στην Παρηγορήτισσα. Δεξιά ο Σταύρος Μαστοράκης, από το αρχείο του οποίου προέρχεται η φωτογραφία.
Παρόμοια φορτηγά ήταν και τα πρώτα αυτοκίνητα που εκτελούσαν δρομολόγια από την Άρτα προς τα ορεινά, φτάνοντας αρχικά μέχρι το Χάνι του Κοντού. Οι επιβάτες ταξίδευαν στοιβαγμένοι στην καρότσα — μια εικόνα από τα πρώτα χρόνια της μετάβασης από τα ζώα και τους μουλαρόδρομους στη μηχανοκίνητη συγκοινωνία.
Ένα δημοσίευμα του «Ελευθέρου Λόγου» τον Ιούλιο του 1936 μας μεταφέρει σε μια εποχή κατά την οποία ο δρόμος από την Άρτα προς τα Τζουμέρκα βρισκόταν ακόμη υπό κατασκευή. Οι εργασίες είχαν προχωρήσει πέρα από την Καλεντίνη και, όπως έγραφε η εφημερίδα, υπήρχε πλέον η προσδοκία ότι «……..μετά οὐ πολύ — εὐτυχῶς — χρονικόν διάστημα τό αὐτοκίνητον θά φθάνῃ μέχρι τῆς ράχεως τοῦ Ρόβα». Παράλληλα προχωρούσε η χάραξη του δρόμου ακόμη ψηλότερα.
Ακριβώς αυτή η νέα χάραξη προκάλεσε τη διαμαρτυρία που δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας. Το συνεργείο είχε επιλέξει να οδηγήσει τον δρόμο προς τη Μπούγα, τη σημερινή Ανεμορράχη, έναν μικρό τότε οικισμό περίπου είκοσι οικογενειών. Για να περάσει όμως από εκεί, ο νέος δρόμος έκανε παράκαμψη από την κατεύθυνση της παλιάς κεντρικής οδού που χρησιμοποιούσαν όσοι ανέβαιναν προς τα ψηλότερα χωριά των Τζουμέρκων.
Ο επιστολογράφος θεωρούσε αυτή την επιλογή αδικαιολόγητη. Η Μπούγα, υποστήριζε, μπορούσε να εξυπηρετείται από την ήδη υπάρχουσα βατή οδό, χωρίς να χρειάζεται ο κεντρικός δρόμος προς τα Τζουμέρκα να περάσει από τον οικισμό. Η διαφορά, κατά την εκτίμησή του, ήταν μεγάλη: μέχρι ο δρόμος να φτάσει στη Μπούγα, αν ακολουθούνταν η παλιά κατεύθυνση, τα έργα θα είχαν προχωρήσει «τουλάχιστον εις την Φτέρην». Τόνιζε μάλιστα τη «συντομία» και την «οικονομία» που θα προέκυπταν από αυτή την επιλογή.
Η διαμαρτυρία δεν περιορίζεται, πάντως, σε τεχνικά επιχειρήματα. Προς το τέλος του δημοσιεύματος ο τόνος γίνεται ιδιαίτερα οξύς. Ο συντάκτης μιλά για «απειρία» και «αλαζονεία», καταδικάζει τη νοοτροπία του «έτσι θέλω εγώ» και φτάνει να χαρακτηρίσει τέτοιες πρακτικές «κουτσαβακισμό». Πίσω από τη διαφωνία για τη χάραξη του δρόμου διακρίνεται έτσι και μια έντονη αντιπαράθεση γύρω από τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονταν οι αποφάσεις για ένα έργο που αφορούσε ολόκληρη την ορεινή περιοχή.
Για αιώνες οι μετακινήσεις ανθρώπων και εμπορευμάτων ακολουθούσαν τα μονοπάτια και τους μουλαρόδρομους. Πάνω σε αυτές τις διαδρομές λειτουργούσαν τα χάνια, όπου ταξιδιώτες και αγωγιάτες μπορούσαν να σταματήσουν, να ξεκουραστούν και να φροντίσουν τα ζώα τους πριν συνεχίσουν την πορεία τους προς τα ορεινά χωριά ή προς την Άρτα.
Στην ευρύτερη αυτή διαδρομή γνωρίζουμε από παλιότερες πηγές και από την έρευνα για τα αγροτικά χάνια της Άρτας το Χάνι του Γιώργου Ρόβα, το Χάνι του Πάνου Τζαμάκου, στα όρια της Καλεντίνης, καθώς και το Χάνι των Κώτσου και Μιχαήλ Κοντού, κοντά στη Βρύση του Κοντού. Οι θέσεις των χανιών δεν ήταν τυχαίες. Ακολουθούσαν τις διαδρομές που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι των ορεινών χωριών για την επικοινωνία τους με την Άρτα και αποτελούσαν απαραίτητους σταθμούς ενός ταξιδιού που γινόταν με τα πόδια ή με ζώα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά έτσι η αναφορά της εφημερίδας στη «ράχη του Ρόβα», στην ίδια περιοχή όπου γνωρίζουμε ότι λειτουργούσε το Χάνι του Γιώργου Ρόβα. Το όνομα που διασώζει το δημοσίευμα του 1936 συνδέει τη νέα χάραξη με το παλιότερο δίκτυο των δρόμων και των χανιών της περιοχής.
Το 1936 αυτό το παλιό συγκοινωνιακό δίκτυο βρισκόταν πλέον μπροστά σε μια μεγάλη αλλαγή. Ο δρόμος του αυτοκινήτου δεν χρειαζόταν να ακολουθήσει πιστά τον δρόμο του μουλαριού. Η νέα χάραξη μπορούσε να πλησιάσει οικισμούς που βρίσκονταν έξω από την κύρια παλιά διαδρομή, όπως συνέβη στην περίπτωση της Μπούγας. Για τον επιστολογράφο αυτό αποτελούσε μια άσκοπη παράκαμψη: ένας οικισμός είκοσι οικογενειών μπορούσε, όπως έγραφε, να εξυπηρετείται από την υπάρχουσα βατή οδό, χωρίς να αλλάξει η πορεία του κεντρικού δρόμου προς τα Τζουμέρκα.
Από την πλευρά της Τεχνικής Υπηρεσίας, όμως, η επιλογή μιας χάραξης που θα περνούσε από τη Μπούγα είχε τη δική της λογική: ο νέος δρόμος δεν προοριζόταν απλώς να αντικαταστήσει το παλιό μουλαρόδρομο, αλλά να δημιουργήσει ένα διαφορετικό δίκτυο οδικής επικοινωνίας, που θα μπορούσε να εξυπηρετεί άμεσα περισσότερους οικισμούς. Η διαφωνία που αποτυπώνεται στο δημοσίευμα δείχνει έτσι δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς έπρεπε να χαραχθεί ο δρόμος: από τη μια, η συντομότερη πορεία προς τα ψηλότερα χωριά και, από την άλλη, η σύνδεση των οικισμών που βρίσκονταν έξω από την παλιά κεντρική διαδρομή.
Η αντίδραση του 1936 αποκτά γι’ αυτό μεγαλύτερο ενδιαφέρον από μια απλή τοπική διαφωνία για λίγα χιλιόμετρα δρόμου. Μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε μια στιγμή κατά την οποία ο συγκοινωνιακός χάρτης της ορεινής Άρτας άλλαζε. Η παλιά διαδρομή είχε διαμορφωθεί από τις ανάγκες των πεζών, των ζώων και των καραβανιών και κατά μήκος της είχαν δημιουργηθεί τα χάνια. Ο νέος αμαξιτός δρόμος σχεδιαζόταν πλέον με διαφορετικά δεδομένα και μπορούσε να αλλάξει όχι μόνο τον τρόπο αλλά και τις ίδιες τις διαδρομές της μετακίνησης.
Έτσι, πίσω από μια έντονη διαμαρτυρία στην πρώτη σελίδα μιας αρτινής εφημερίδας, διακρίνεται μια πολύ μεγαλύτερη αλλαγή: η μετάβαση των Τζουμέρκων από τον κόσμο του μουλαρόδρομου και των χανιών στον δρόμο και στο αυτοκίνητο.
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.