Στη σημερινή δημοσίευση της ΕΡΤ (7 Νοεμβρίου 2026), ο δημοσιογράφος Νάσος Μπράτσος παρουσιάζει τη διαδρομή του παλαίμαχου ποδοσφαιριστή Βασίλειου Ζάχου, από τον Αετό Άρτας έως την Αναγέννηση, φωτίζοντας παράλληλα την ποδοσφαιρική ζωή της πόλης κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.
Στο αφιέρωμα αξιοποιήθηκαν φωτογραφικό υλικό και ιστορικά στοιχεία με τη συμβολή της Αναστασίας Καρρά και του Κώστα Μπανιά, στους οποίους γίνεται ονομαστική αναφορά.
Ευχαριστούμε τον δημοσιογράφο για την αναφορά και την ανάδειξη μιας ακόμη ενδιαφέρουσας πτυχής της νεότερης ιστορίας της Άρτας.
Τον Μάιο του 1917, ενώ ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, το ιταλικό εικονογραφημένο περιοδικό La Domenica del Corriere δημοσίευσε μια εντυπωσιακή εικόνα από την περιοχή των Φιλιατών στην Ήπειρο.
Στην εικονογράφηση του γνωστού Ιταλού καλλιτέχνη Achille Beltrame (1871–1945), ο συνταγματάρχης Brussi εμφανίζεται έφιππος, συνοδευόμενος από τιμητική φρουρά, ενώ γυναίκες και παιδιά τού προσφέρουν λουλούδια. Η σκηνή θυμίζει περισσότερο εορταστική υποδοχή παρά παρουσία ξένου στρατού.
Η πρωτότυπη λεζάντα του περιοδικού αναφέρει:
«Gli Italiani in Epiro. Il colonnello Brussi, visitando la regione occupata intorno a Filiates, è accompagnato da una pittoresca scorta d’onore e riceve omaggi di fiori da donne e bambini».
Δηλαδή:
«Οι Ιταλοί στην Ήπειρο. Ο συνταγματάρχης Brussi, επισκεπτόμενος την κατεχόμενη περιοχή γύρω από τους Φιλιάτες, συνοδεύεται από μια γραφική τιμητική φρουρά και δέχεται λουλούδια από γυναίκες και παιδιά».
✦ Μια εικόνα με πολιτικό μήνυμα
Η πιο ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια βρίσκεται στην ίδια τη λεζάντα: «regione occupata» — «κατεχόμενη περιοχή». Το περιοδικό αναγνωρίζει ότι πρόκειται για περιοχή υπό στρατιωτική κατοχή, αλλά επιλέγει να παρουσιάσει την ιταλική παρουσία μέσα από μια ειδυλλιακή σκηνή, χωρίς καμία ένδειξη έντασης ή δυσαρέσκειας.
Η εικονογράφηση αποκτά έτσι σαφή προπαγανδιστική λειτουργία. Στον Ιταλό αναγνώστη δημιουργείται η εντύπωση ότι τα στρατεύματα της χώρας του γίνονται ευπρόσδεκτα από τον τοπικό πληθυσμό.
Δεν γνωρίζουμε αν η συγκεκριμένη υποδοχή πραγματοποιήθηκε ακριβώς όπως απεικονίζεται. Άλλωστε, πρόκειται για καλλιτεχνική αναπαράσταση και όχι για φωτογραφικό στιγμιότυπο.
Την ίδια περίοδο, η Ιταλία επιχειρούσε να ενισχύσει τη στρατιωτική και πολιτική της επιρροή στην Αλβανία και στην Ήπειρο. Στα τέλη Μαΐου 1917 τα ιταλικά στρατεύματα κατέλαβαν και τα Ιωάννινα, αναγκάζοντας τις ελληνικές αρχές να καταφύγουν στην Άρτα.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, σε τηλεγράφημα που αποστελλόταν από την Άρτα στις 22 Ιουνίου 1917, ο Ν. Λιανόπουλος, Νομαρχών Διευθυντής Ιωαννίνων, μετέφερε μια πολύ διαφορετική εικόνα:
«Έλληνες κάτοικοι Ιωαννίνων είναι απογοητευμένοι και φοβισμένοι».
Βεβαίως, η εικονογράφηση αφορά τους Φιλιάτες και το τηλεγράφημα τα Ιωάννινα. Ωστόσο, η αντιπαραβολή τους είναι χαρακτηριστική για τις διαφορετικές όψεις της ιταλικής παρουσίας στην Ήπειρο.
Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, η εικόνα του Beltrame παραμένει ένα ενδιαφέρον τεκμήριο όχι τόσο για όσα πραγματικά συνέβησαν στους Φιλιάτες, όσο για τον τρόπο με τον οποίο ο ιταλικός Τύπος επέλεξε να τα παρουσιάσει.
Πηγή εικόνας:La Domenica del Corriere, Μάιος 1917. Εικονογράφηση Achille Beltrame, «Gli Italiani in Epiro».
Μια άγνωστη πτυχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από τις μυστικές συμφωνίες των Μεγάλων Δυνάμεων έως την κατάληψη των Ιωαννίνων.
✦ Η Ήπειρος στη δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου
Τον Μάιο του 1917, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωσή τους από την οθωμανική κυριαρχία, τα Ιωάννινα βρέθηκαν και πάλι υπό ξένη στρατιωτική κατοχή. Αυτή τη φορά δεν επρόκειτο για εχθρικό στρατό με τη συνηθισμένη έννοια του όρου, αλλά για τα στρατεύματα της Ιταλίας, μιας χώρας που πολεμούσε στο πλευρό της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.
Η κατάληψη της πρωτεύουσας της Ηπείρου δεν ήταν ένα μεμονωμένο στρατιωτικό επεισόδιο. Συνδεόταν με τις ιταλικές επιδιώξεις στην Αδριατική και στην Αλβανία, με τον Εθνικό Διχασμό στην Ελλάδα και με τις μυστικές διπλωματικές συμφωνίες που είχαν προηγηθεί.
Μία από αυτές, η Συνθήκη του Λονδίνου της 26ης Απριλίου 1915, θα γινόταν γνωστή στο ευρύ κοινό μόνον όταν η Ρωσική Επανάσταση έφερε στο φως τα απόρρητα αρχεία της τσαρικής διπλωματίας.
✦ Η μυστική Συνθήκη του Λονδίνου — 26 Απριλίου 1915
Την άνοιξη του 1915 ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν ήδη σε πλήρη εξέλιξη. Η Ιταλία, αν και συνδεόταν πριν από τον πόλεμο με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία μέσω της Τριπλής Συμμαχίας, είχε παραμείνει αρχικά ουδέτερη.
Η ουδετερότητά της όμως είχε μετατραπεί σε αντικείμενο διπλωματικών διαπραγματεύσεων. Οι δύο αντίπαλοι συνασπισμοί επιδίωκαν να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή της, προσφέροντας εδαφικά και πολιτικά ανταλλάγματα.
Στις 26 Απριλίου 1915, στο Λονδίνο, εκπρόσωποι της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας και της Ιταλίας υπέγραψαν μια μυστική συμφωνία. Με αυτήν, η Ιταλία αναλάμβανε την υποχρέωση να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, με αντάλλαγμα σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις σε περίπτωση νίκης. Οι υποσχέσεις αφορούσαν περιοχές της Αυστροουγγαρίας, τη Δαλματία, νησιά της Αδριατικής, τα Δωδεκάνησα και άλλες ζώνες επιρροής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ήπειρο παρουσιάζουν τα άρθρα 6 και 7 της συμφωνίας. Σύμφωνα με το άρθρο 6, η Ιταλία θα αποκτούσε πλήρη κυριαρχία στον Αυλώνα, στη νήσο Σάσωνα και σε γειτονική περιοχή, αρκετά εκτεταμένη ώστε να εξασφαλίζει την άμυνά τους. Το άρθρο 7 προχωρούσε ακόμη περισσότερο. Προέβλεπε ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, εάν οι άλλες τρεις Δυνάμεις επιθυμούσαν τη διανομή της βόρειας και της νότιας Αλβανίας μεταξύ Μαυροβουνίου, Σερβίας και Ελλάδας, η Ιταλία δεν θα αντιτασσόταν. Στο κεντρικό τμήμα θα μπορούσε να διατηρηθεί ένα μικρό αυτόνομο και ουδετεροποιημένο αλβανικό κράτος, ενώ η Ιταλία θα αναλάμβανε την εκπροσώπησή του στις σχέσεις με τις ξένες Δυνάμεις.
Δεν επρόκειτο, επομένως, για μια απλή στρατιωτική συμφωνία. Οι υπογράφοντες συζητούσαν ήδη τον μελλοντικό πολιτικό χάρτη των Βαλκανίων και της Αδριατικής, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν και οι πληθυσμοί των περιοχών αυτών δεν είχαν καμία συμμετοχή στις αποφάσεις. Πρέπει, πάντως, να διευκρινιστεί ότι η Συνθήκη του Λονδίνου δεν παραχωρούσε στην Ιταλία τα Ιωάννινα ή την ελληνική Ήπειρο. Η σημασία της βρίσκεται κυρίως στο ότι αποκαλύπτει τις ευρύτερες ιταλικές φιλοδοξίες και τη θέση που κατείχε η Αλβανία στους σχεδιασμούς των Μεγάλων Δυνάμεων.
Η μυστικότητα αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας. Το άρθρο 16 όριζε ρητά ότι η συμφωνία έπρεπε να παραμείνει απόρρητη. Μόνο η προσχώρηση της Ιταλίας στη συμμαχική διακήρυξη του Σεπτεμβρίου 1914 θα ανακοινωνόταν δημόσια, όταν η χώρα εισερχόταν στον πόλεμο. Έτσι, πίσω από τις επίσημες διακηρύξεις των εμπολέμων, υπήρχε ένα δεύτερο επίπεδο διπλωματίας, άγνωστο στους περισσότερους Ευρωπαίους πολίτες.
✦ Μάιος 1917 — Οι Ιταλοί καταλαμβάνουν τα Ιωάννινα
Δύο χρόνια αργότερα, η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν εξαιρετικά περίπλοκη. Ο Εθνικός Διχασμός είχε οδηγήσει στην ύπαρξη δύο αντίπαλων πολιτικών κέντρων: της κυβέρνησης των Αθηνών, που συνδεόταν με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, και της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, η οποία είχε ταχθεί στο πλευρό της Αντάντ.
Οι Σύμμαχοι ασκούσαν ολοένα μεγαλύτερη πίεση στην Αθήνα. Μέσα σε αυτό το κλίμα, τα ιταλικά στρατεύματα προωθήθηκαν στην Ήπειρο. Στις 26 Μαΐου 1917 κατέλαβαν τα Ιωάννινα. Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις δεν προέβαλαν αντίσταση, ακολουθώντας τις οδηγίες της κυβέρνησης των Αθηνών.
Για τους κατοίκους της πόλης, που είχαν ζήσει την απελευθέρωση του 1913, η παρουσία ενός νέου ξένου στρατού αποτελούσε ιδιαίτερα οδυνηρή εξέλιξη. Η ιταλική στρατιωτική διοίκηση άρχισε να παρεμβαίνει στη λειτουργία των ελληνικών υπηρεσιών, ενώ οι ελληνικές αρχές υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη.
✦ Η Άρτα γίνεται προσωρινό κέντρο των ελληνικών αρχών
Η αποχώρηση των ελληνικών αρχών από τα Ιωάννινα έδωσε στην Άρτα έναν ιδιαίτερο ρόλο. Εκεί κατέφυγαν διοικητικοί παράγοντες της Ηπείρου, οι οποίοι εξακολούθησαν να παρακολουθούν τις εξελίξεις στην κατεχόμενη πόλη και να μεταβιβάζουν τις πληροφορίες τους προς την ελληνική κυβέρνηση. Ανάμεσά τους βρισκόταν ο Ν. Λιανόπουλος, που υπέγραφε ως «Νομαρχών Διευθυντής Ιωαννίνων».
Δύο τηλεγραφήματά του, τα οποία σώζονται στο Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, αποτελούν χαρακτηριστικά τεκμήρια αυτής της περιόδου.
Το πρώτο, της 17ης Ιουνίου 1917, αναφέρεται στις προθέσεις της ιταλικής διοίκησης να επαναφέρει, σε ορισμένους τομείς, ρυθμίσεις που ίσχυαν κατά την οθωμανική περίοδο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μεταβιβάζονταν, οι Ιταλοί είχαν δηλώσει ότι το εκκλησιαστικό καθεστώς θα λειτουργούσε όπως επί Τουρκοκρατίας. Ανάλογες αναφορές γίνονταν για την εκπαίδευση, ενώ οι συμβολαιογράφοι καλούνταν να μην εφαρμόζουν την ελληνική νομοθεσία. Στο ίδιο τηλεγράφημα γινόταν λόγος και για την επιβολή στρατιωτικού νόμου.
Οι πληροφορίες αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές, επειδή δείχνουν ότι η ιταλική παρουσία δεν περιοριζόταν στη στρατιωτική κατοχή. Επεκτεινόταν σε ζητήματα διοίκησης, δικαιοσύνης και εκπαίδευσης, δηλαδή σε βασικούς θεσμούς της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας.
Το δεύτερο τηλεγράφημα, της 22ας Ιουνίου 1917, μεταφέρει νεότερες ειδήσεις από τα Ιωάννινα. Σύμφωνα με αυτό, το ιταλικό στρατηγείο είχε ανακοινώσει ότι η Ελλάδα βρισκόταν πλέον σε πόλεμο με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία. Αναφερόταν ακόμη η αναχώρηση από την πόλη δεκάδων στρατιωτικών φορτηγών, η συγκρότηση δικαστικής επιτροπής και ο διορισμός προσώπων σε οικονομικές υπηρεσίες.
Η τελευταία πληροφορία του τηλεγραφήματος είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική για την ψυχολογία των κατοίκων:
«Έλληνες κάτοικοι Ιωαννίνων είναι απογοητευμένοι και φοβισμένοι».
Η σύντομη αυτή φράση μεταφέρει μια εικόνα πολύ διαφορετική από εκείνη που θα προέβαλλε την ίδια περίοδο ο ιταλικός εικονογραφημένος Τύπος.
Τα τηλεγραφήματα δεν αποτελούν άμεσες προσωπικές μαρτυρίες από το εσωτερικό των Ιωαννίνων. Συντάχθηκαν στην Άρτα, με βάση πληροφορίες που έφταναν εκεί. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, έχουν ιδιαίτερη αξία: αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές αρχές, έχοντας απομακρυνθεί από την έδρα τους, επιχειρούσαν να διατηρήσουν επαφή με όσα συνέβαιναν στην κατεχόμενη περιοχή.
✦ Η ιταλική πολιτική στην Αλβανία
Η κατάληψη των Ιωαννίνων συνέπεσε με μια σημαντική πρωτοβουλία της Ιταλίας στην Αλβανία. Στις 3 Ιουνίου 1917, στο Αργυρόκαστρο, ο Ιταλός στρατηγός Giacinto Ferrero διακήρυξε την ενότητα και την ανεξαρτησία της Αλβανίας υπό την προστασία του βασιλιά της Ιταλίας. Η διακήρυξη αυτή αποτύπωνε την πρόθεση της Ρώμης να αποκτήσει αποφασιστικό ρόλο στις αλβανικές υποθέσεις.
Η Αλβανία, που είχε ανακηρύξει την ανεξαρτησία της το 1912, είχε ήδη μετατραπεί κατά τη διάρκεια του πολέμου σε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών στρατιωτικών και πολιτικών δυνάμεων.
Για την Ιταλία, ο έλεγχος της απέναντι ακτής της Αδριατικής είχε στρατηγική σημασία. Ο Αυλώνας και η Σάσωνα, που αναφέρονταν ρητά στη Συνθήκη του Λονδίνου, αποτελούσαν καίρια σημεία για την ασφάλεια των θαλάσσιων επικοινωνιών της. Οι εξελίξεις αυτές εξηγούν γιατί η ιταλική παρουσία στην Ήπειρο δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από το αλβανικό ζήτημα.
✦ Νοέμβριος 1917 — Όταν οι Μπολσεβίκοι άνοιξαν τα μυστικά αρχεία
Ενώ οι κάτοικοι της Ηπείρου είχαν ήδη βιώσει την ιταλική κατοχή, ένα γεγονός που σημειώθηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά θα αποκάλυπτε το παρασκήνιο της συμμαχικής διπλωματίας.
Τον Νοέμβριο του 1917, η Οκτωβριανή Επανάσταση έφερε τους Μπολσεβίκους στην εξουσία στη Ρωσία. Η νέα κυβέρνηση, υπό τον Βλαντίμιρ Λένιν, διακήρυξε την αντίθεσή της στον πόλεμο και στη μυστική διπλωματία των προηγούμενων κυβερνήσεων.
Ο Λέων Τρότσκι, που ανέλαβε τη θέση του Λαϊκού Επιτρόπου Εξωτερικών Υποθέσεων, προχώρησε στη δημοσιοποίηση απόρρητων διπλωματικών εγγράφων, τα οποία φυλάσσονταν στα αρχεία του πρώην τσαρικού Υπουργείου Εξωτερικών. Η απόφαση είχε πολιτικό χαρακτήρα. Οι Μπολσεβίκοι επιδίωκαν να καταδείξουν ότι πίσω από τις δημόσιες διακηρύξεις για την υπεράσπιση των εθνών υπήρχαν συμφωνίες για εδαφικές προσαρτήσεις και διανομή ζωνών επιρροής.
Στη δήλωσή του της 22ας Νοεμβρίου 1917, ο Τρότσκι υποστήριζε ότι οι λαοί της Ρωσίας, της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου έπρεπε να γνωρίσουν την αλήθεια για τα σχέδια που είχαν διαμορφωθεί μυστικά από τις κυβερνήσεις τους.
Η δημοσίευση των εγγράφων δεν περιορίστηκε στη Ρωσία. Οι αποκαλύψεις μεταδόθηκαν γρήγορα από τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία και έφτασαν στον ευρωπαϊκό Τύπο. Στις 26 Νοεμβρίου 1917, η βρετανική εφημερίδα The Manchester Guardian δημοσίευσε είδηση με τίτλο «Russia and Secret Treaties», παρουσιάζοντας την αποκάλυψη μυστικών τηλεγραφημάτων και συμφωνιών από τον Τρότσκι. Η εφημερίδα αναφερόταν, μεταξύ άλλων, στις διπλωματικές συνεννοήσεις για την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά, καθώς και στις εδαφικές διεκδικήσεις των συμμάχων.
Στο πλαίσιο αυτής της ευρύτερης δημοσιοποίησης έγινε γνωστό και το περιεχόμενο της μυστικής Συνθήκης του Λονδίνου του 1915. Έτσι, μια συμφωνία που είχε συναφθεί πίσω από κλειστές πόρτες, με ρητή πρόβλεψη να παραμείνει μυστική, βρέθηκε τελικά στη δημόσια συζήτηση. Η αποκάλυψη δεν αναιρούσε όσα είχαν ήδη συμβεί στην Ήπειρο. Έδινε όμως μια νέα διάσταση στην κατανόησή τους: οι ιταλικές κινήσεις εντάσσονταν σε ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο διπλωματικών ανταγωνισμών και μεταπολεμικών σχεδιασμών.
✦ Η αποχώρηση των Ιταλών και οι συνέπειες
Η ιταλική κατοχή των Ιωαννίνων υπήρξε σχετικά σύντομη. Τον Σεπτέμβριο του 1917 οι ιταλικές δυνάμεις αποχώρησαν από την πόλη και από το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής Ηπείρου. Η αποχώρηση, ωστόσο, δεν σήμανε το τέλος της ιταλικής στρατιωτικής παρουσίας σε ολόκληρη την περιοχή. Το λεγόμενο «Τρίγωνο του Πωγωνίου» παρέμεινε υπό ιταλικό έλεγχο έως το 1919.
Η περίοδος αυτή άφησε πίσω της διοικητικές αναστατώσεις, προβλήματα στις σχέσεις των τοπικών πληθυσμών με τις αρχές κατοχής και μια σειρά από κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Η Ήπειρος βρέθηκε αντιμέτωπη και με μετακινήσεις πληθυσμών, ενώ τα επόμενα χρόνια η εξάπλωση του εξανθηματικού τύφου δημιούργησε σοβαρά προβλήματα δημόσιας υγείας.
✦ Επίλογος — Από το Λονδίνο στην Άρτα και από την Άρτα στην Πετρούπολη
Η ιστορία της ιταλικής κατοχής της Ηπείρου το 1917 συνδέει τρεις φαινομενικά μακρινούς τόπους. Στο Λονδίνο, τον Απρίλιο του 1915, οι Μεγάλες Δυνάμεις διαπραγματεύονταν μυστικά τον μελλοντικό χάρτη της Ευρώπης και της Αδριατικής.
Στην Άρτα, τον Ιούνιο του 1917, οι ελληνικές αρχές που είχαν εγκαταλείψει τα Ιωάννινα προσπαθούσαν να πληροφορηθούν και να καταγράψουν όσα συνέβαιναν στην κατεχόμενη πόλη.
Και στην Πετρούπολη, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, η επαναστατική κυβέρνηση της Ρωσίας άνοιγε τα διπλωματικά αρχεία, αποκαλύπτοντας συμφωνίες που είχαν συνταχθεί για να παραμείνουν μυστικές.
Μέσα σε αυτή τη μεγάλη ιστορική διαδρομή, τα δύο τηλεγραφήματα από την Άρτα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Δεν καταγράφουν τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά τις συνέπειές τους σε έναν συγκεκριμένο τόπο. Μας επιτρέπουν να δούμε πώς οι διεθνείς ανταγωνισμοί έφταναν μέχρι την καθημερινότητα των κατοίκων της Ηπείρου και πώς η Άρτα, για ένα σύντομο διάστημα, έγινε τόπος συγκέντρωσης των ελληνικών διοικητικών αρχών και των πληροφοριών για τα κατεχόμενα Ιωάννινα. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αξία των τοπικών αρχειακών τεκμηρίων: ότι φωτίζουν τη μεγάλη ιστορία μέσα από τα γεγονότα και τις εμπειρίες ενός τόπου.
Στη φωτογραφία Τηλεγράφημα του Ν. Λιανόπουλου, Νομαρχούντος Διευθυντή Ιωαννίνων, από την Άρτα, 22 Ιουνίου 1917, σχετικά με την κατάσταση στα κατεχόμενα από τους Ιταλούς Ιωάννινα.” Πηγή: Ψηφιακό Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Ιστορικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη, Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου (αρ. εισαγωγής 173), τηλεγραφήματα Ν. Λιανόπουλου από την Άρτα, 17 και 22 Ιουνίου 1917. Ψηφιακή πρόσβαση μέσω του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος».
Treaty of London, 26 Απριλίου 1915, άρθρα 6, 7 και 16. Πλήρες κείμενο.
Trotsky, Leon, «Η μυστική διπλωματία και οι μυστικές συνθήκες», Izvestia, αρ. 221, 23 Νοεμβρίου 1917. Πρωτότυπο κείμενο.
The Manchester Guardian, «Russia and Secret Treaties», 26 Νοεμβρίου 1917. Δημοσίευμα.
Βακατσάς, Κωνσταντίνος, «Η ιταλική κατοχή του 1917–1919 στο Αρχείο της Γενικής Διοικήσεως Ηπείρου», Δωδώνη, τ. 30, 2001.
Μαντά, Ελευθερία, μελέτη για την ιταλική πολιτική στην Ήπειρο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μια όμορφη φωτογραφία του Κώστα Χ. Βάσση (1910), με καταγωγή από τους Μελισσουργούς Άρτας, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αθλητική Φωνή την 1η Μαρτίου 1933.
Ο Μελισσουργιώτης πυγμάχος είχε ήδη αποκτήσει σημαντική παρουσία στα ελληνικά ρινγκ. Στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας δημοσιεύεται η απάντησή του στην πρόκληση του Τζανετόπουλου, τον οποίο αποδεχόταν να αντιμετωπίσει, παρά τη διαφορά βάρους των 4–5 κιλών. Παράλληλα, αναγγελλόταν και η επικείμενη αναμέτρησή του με τον Μάρεν.
Το δημοσίευμα αποτελεί μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία για την αγωνιστική δραστηριότητα του Βάσση, ο οποίος στη συνέχεια θα αναμετρηθεί με σημαντικούς πυγμάχους της εποχής του, μεταξύ των οποίων και ο μετέπειτα παγκόσμιος πρωταθλητής Αντώνης Χριστοφορίδης.
Μια ασυνήθιστη όψη του παλιού Δημαρχείου της Άρτας, της άλλοτε οικίας Ζάρα, αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική λεπτομέρεια που ίσως λίγοι έχουν προσέξει.
Στην κορυφή του κτιρίου, πάνω από την κύρια στέγη, διακρίνεται ένα μικρό δωμάτιο με δική του δίριχτη στέγη. Στη φωτογραφία είναι σχεδόν πνιγμένο μέσα στον κισσό, καθώς το κτίριο είχε παραμείνει για πολλά χρόνια εγκαταλειμμένο, πριν από την πρόσφατη αποκατάστασή του.
Ποια ήταν όμως η χρήση αυτού του μικρού δωματίου;
Στην παραδοσιακή οθωμανική αρχιτεκτονική συναντούμε μια ιδιαίτερη κατηγορία υπερυψωμένων χώρων, γνωστών ως cihannüma (τζιχαννουμά). Επρόκειτο για δωμάτια ή μικρά περίπτερα που κατασκευάζονταν σε υψηλά σημεία των κατοικιών, προσφέροντας θέα προς το γύρω τοπίο, καλύτερο αερισμό και έναν ευχάριστο χώρο ανάπαυσης, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες.
Το μικρό δωμάτιο της οικίας Ζάρα παρουσιάζει χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε αυτή την αρχιτεκτονική παράδοση. Η πρόσβαση γινόταν από το εσωτερικό του σπιτιού, πιθανότατα μέσω στενής σκάλας, ενώ η υπερυψωμένη θέση του θα επέτρεπε στους ενοίκους να παρατηρούν την πόλη από ψηλά.
Δεν γνωρίζουμε αν η κατασκευή ονομαζόταν πράγματι cihannüma ούτε ποια ήταν η αρχική της χρήση. Η ομοιότητα, ωστόσο, είναι ενδιαφέρουσα.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι ένα ανάλογο υπερυψωμένο δωμάτιο υπήρχε και στη νεότερη οικία Κολιοπαππά, στην οδό Σκουφά, την οποία έχουμε παρουσιάσει σε παλαιότερη ανάρτησή μας. Εκεί, μάλιστα, η προφορική παράδοση διασώζει την πληροφορία ότι ο ιδιοκτήτης χρησιμοποιούσε το δωμάτιο για να παρακολουθεί με κυάλι τα κοπάδια του στην απέναντι πλευρά του Αράχθου.(https://doxesdespotatou.com/i-istoria-enos-spitioy-sti-skoyfa-mia/)
Μήπως, λοιπόν, αυτά τα μικρά δωμάτια αποτελούσαν μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική συνήθεια της παλιάς Άρτας, που διατηρήθηκε και σε νεότερες αστικές κατοικίες;
Η φωτογραφία της οικίας Ζάρα μάς δίνει την αφορμή να αναζητήσουμε την ιστορία και τη χρήση ενός σχεδόν ξεχασμένου στοιχείου της τοπικής αρχιτεκτονικής. (Πηγή : Αρχείο Δ, Βάσου)
Μια ενδιαφέρουσα φωτογραφία του ναού της Αγίας Θεοδώρας στην Άρτα, που χρονολογείται πριν από το 1940, περιλαμβάνεται στο φωτογραφικό λεύκωμα «Ήπειρος», το οποίο προέρχεται από το αρχείο του Ιωάννη Μεταξά.
Η φωτογραφία αποτυπώνει μια πλάγια όψη του ιστορικού ναού, με το κωδωνοστάσιο, τη χαρακτηριστική βυζαντινή τοιχοποιία και τον περιβάλλοντα χώρο του, προσφέροντας μια ενδιαφέρουσα εικόνα της παλαιότερης μορφής του μνημείου.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι στο λεύκωμα ο ναός αναγράφεται λανθασμένα ως «Άγιος Βασίλειος – Άρτα», ενώ πρόκειται για την Αγία Θεοδώρα, ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της πόλης.
Μάλιστα, στην αμέσως επόμενη σελίδα του ίδιου λευκώματος περιλαμβάνεται φωτογραφία του πραγματικού ναού του Αγίου Βασιλείου, με τη χαρακτηριστική κεραμοπλαστική διακόσμησή του.
Πέρα από το σφάλμα της αρχικής λεζάντας, η φωτογραφία αποτελεί ένα αξιόλογο ιστορικό τεκμήριο για την αρχιτεκτονική μορφή του ναού και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου του κατά την προπολεμική περίοδο.
Πηγή φωτογραφίας: Φωτογραφικό λεύκωμα «Ήπειρος», Αρχείο Ιωάννη Μεταξά, πριν από το 1940. Στο πρωτότυπο η φωτογραφία φέρει λανθασμένη ταυτοποίηση ως ναός Αγίου Βασιλείου.
Το 1893, ο Γερμανός γεωγράφος Alfred Philippson (1864–1953) επισκέφθηκε την Άρτα, καταγράφοντας πολύτιμες πληροφορίες για την πόλη και την ευρύτερη περιοχή της. Οι περιγραφές του αποτελούν σήμερα σημαντική μαρτυρία για την εικόνα της Άρτας στα τέλη του 19ου αιώνα.
Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, τον Φεβρουάριο του 1878, ο Philippson, σε ηλικία μόλις 14 ετών και μαθητής ακόμη στη Βόννη, είχε σχεδιάσει με το χέρι έναν χάρτη της Ελλάδας, με τίτλο GRAECIA – Ελλάς.
Ο χάρτης παρουσιάζει την αρχαία γεωγραφία του ελληνικού χώρου, με τις ονομασίες των περιοχών, των οροσειρών, των ποταμών και των θαλασσών. Στο υπόμνημά του διακρίνονται με διαφορετικά χρώματα οι Δωριείς, οι Ίωνες και οι Αιολείς.
Στο βορειοδυτικό τμήμα σημειώνεται και η Ήπειρος (EPIRUS), αν και η απεικόνισή της είναι αρκετά σχηματική.
Πέρα από τη χαρτογραφική του αξία, το τεκμήριο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή μας επιτρέπει να γνωρίσουμε μια από τις πρώτες γεωγραφικές εργασίες του ανθρώπου που αργότερα θα περιηγούνταν την Ήπειρο και θα μας άφηνε μάλιστα, ένα εξαιρετικά πολύτιμο φωτογραφικό τεκμήριο: την παλαιότερη μέχρι σήμερα γνωστή φωτογραφία στην οποία απεικονίζονται τα τρία κεντρικά τζαμιά της Άρτας, με ιδιαίτερη σημασία εκείνο που βρισκόταν μέσα στο Κάστρο.
Ο χάρτης φυλάσσεται στο υλικό Philippson στη Βόννη. Η φωτογραφία του μου παραχωρήθηκε ευγενικά από τον ερευνητή Thorsten, στο πλαίσιο της επικοινωνίας μας για την αναζήτηση τεκμηρίων από το ταξίδι του Alfred Philippson στην Ήπειρο το 1893.
Η έρευνα για το φωτογραφικό και αρχειακό υλικό του Γερμανού γεωγράφου συνεχίζεται.
Εικόνα: Χειρόγραφος χάρτης GRAECIA – Ελλάς, Alfred Philippson, Βόννη, Φεβρουάριος 1878. Φωτογραφία: Thorsten, από το υλικό Philippson στο Γεωγραφικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου της Βόννης.
Ένα ξεχασμένο τραγούδι της Άρτας επιστρέφει ύστερα από δύο και πλέον αιώνες.
«Αυτή η ιστορική ρομάντσα είναι η παλαιότερη από εκείνες που τραγουδιούνται στην Άρτα, πρωτεύουσα της Κάτω Ηπείρου». Népomucène-Louis Lemercier, 1824
Στις 14 Νοεμβρίου 1803, στα ιχθυοτροφεία της Σαλαώρας, ένας ηλικιωμένος αρχιψαράς, ο μαστρο-Αντρέας, τραγούδησε μπροστά σε μια μικρή συντροφιά την ιστορία του Μαυρογένη και της αδελφής του. Ανάμεσα στους ακροατές βρισκόταν ο Γερμανός περιηγητής Jakob Ludwig Salomon Bartholdy, ο οποίος διέσωσε το τραγούδι και το δημοσίευσε το 1805, σε γερμανική έμμετρη απόδοση.
Πρόκειται για την παλαιότερη μέχρι σήμερα εντοπισμένη καταγραφή της συγκεκριμένης παραλογής, ένα εξαιρετικά σημαντικό τεκμήριο της ελληνικής προφορικής παράδοσης, που συνδέεται με την περιοχή της Άρτας.
Η ιστορία όμως φαίνεται να μας οδηγεί ακόμη πιο πίσω, στα μεσαιωνικά χρόνια. Το 1824 ο Γάλλος ποιητής Népomucène-Louis Lemercier χαρακτήρισε τον «Μαυρογένη» ως την παλαιότερη από τις μπαλάντες που τραγουδιούνταν στην Άρτα και συνέδεσε την προέλευσή του με τον Μεσαίωνα. Η αναφορά του σε έναν βασιλιά Κάρολο και στον Κυριακό τον Αγκωνίτη δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ερώτημα για πιθανή σχέση με την εποχή των Τόκκων, των τελευταίων ηγεμόνων του Δεσποτάτου της Άρτας.
Κι όμως, αυτό το τόσο παλιό και σημαντικό τραγούδι, που ταξίδεψε από την Άρτα στα ευρωπαϊκά βιβλία του 19ου αιώνα, δεν φαίνεται να διασώθηκε στη νεότερη τοπική προφορική μνήμη. Οι αρχικοί ελληνικοί στίχοι και η μελωδία του δεν έχουν φτάσει ως εμάς.
Σήμερα, μέσα από μια εκτενή ιστορική και λαογραφική έρευνα, επιχειρούμε να επαναφέρουμε στον τόπο όπου ακούστηκε αυτή τη λησμονημένη ιστορία.
Η εργασία περιλαμβάνει την παραμυθιακή αναδιήγηση, την ανασύνθεση της βραδιάς του 1803 στη Σαλαώρα, την αναζήτηση των παλαιότερων ευρωπαϊκών δημοσιεύσεων και τη διερεύνηση των ιστορικών και λαογραφικών συγγενειών του τραγουδιού.
Δεν μπορούμε να ξανακούσουμε τη φωνή του μαστρο-Αντρέα. Μπορούμε όμως, ύστερα από 223 χρόνια, να ξαναδώσουμε στην Άρτα την ιστορία που εκείνος τραγούδησε.
Επειδή αρκετοί αναγνώστες της χθεσινής ανάρτησης ζήτησαν τον χάρτη του Vincenzo Maria Coronelli, παραθέτω σήμερα τον σύνδεσμο από τον οποίο μπορούν να τον κατεβάσουν σε εξαιρετικά υψηλή ψηφιακή ανάλυση.
Μεγεθύνοντας την εικόνα, μπορούν να εξερευνήσουν τις πολυάριθμες τοπωνυμικές αναφορές και τις λεπτομέρειες που αποτυπώνουν τη γεωγραφία του Αμβρακικού πριν από τρεις και πλέον αιώνες.
Το αλάτι, τα χωριά του Αμβρακικού και οι εμπορικές διαμάχες
Σήμερα, όταν αναφερόμαστε στην οικονομική ιστορία της Άρτας, ο νους μας πηγαίνει συνήθως στο εμπόριο, στα γεωργικά προϊόντα της περιοχής, στα εργαστήρια και στα λιμάνια της. Λιγότερο γνωστό είναι ότι επί αιώνες στον Αμβρακικό κόλπο αναπτυσσόταν μια ακόμη σημαντική παραγωγική δραστηριότητα: η παραγωγή αλατιού.
Το αλάτι, ένα αγαθό τόσο συνηθισμένο στη σημερινή καθημερινότητα, είχε άλλοτε ιδιαίτερη οικονομική αξία. Ήταν απαραίτητο για τη συντήρηση των τροφίμων, κυρίως των ψαριών και του κρέατος, αλλά και για πολλές άλλες δραστηριότητες. Η παραγωγή και η εμπορία του αποτελούσαν πηγή εισοδήματος, ενώ ο έλεγχός τους απασχολούσε τόσο τις τοπικές αρχές όσο και τις μεγάλες εμπορικές δυνάμεις της εποχής.
Οι αλυκές της Άρτας δεν ήταν, επομένως, μια ασήμαντη παράκτια εγκατάσταση. Αποτελούσαν μέρος ενός οικονομικού συστήματος που συνέδεε την πόλη με τον Αμβρακικό, τα Ιόνια νησιά και τις αγορές της Αδριατικής.
✦ Οι παλαιότερες μαρτυρίες
Η παραγωγή και η διακίνηση αλατιού στην περιοχή του Αμβρακικού έχουν ιστορία που προηγείται της οθωμανικής κατάκτησης της Άρτας το 1449. Οι ιστορικοί Σπύρος Ασωνίτης και Ευστρατία Συγκέλλου, στη μελέτη τους για τον Αμβρακικό κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, επισημαίνουν ότι τα λιμάνια της Κόπραινας και της Σαλαώρας βρίσκονταν μέσα σε μια εκτεταμένη αλατοπαραγωγό ζώνη στα βορειοανατολικά του κόλπου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο έγγραφα του 1418 από τα αρχεία της Ραγούζας, της σημερινής πόλης του Ντουμπρόβνικ. Στα έγγραφα αυτά η Κόπραινα αναφέρεται ανάμεσα στους τόπους όπου μπορούσαν να φορτώσουν αλάτι τα εμπορικά πλοία. Η μαρτυρία είναι σημαντική. Ήδη στις αρχές του 15ου αιώνα η περιοχή συμμετείχε στα εμπορικά δίκτυα του αλατιού, τα οποία εκτείνονταν πέρα από τα όρια του Αμβρακικού.
Οι πληροφορίες αυτές συμπληρώνονται από τις μεταγενέστερες χαρτογραφικές και αρχειακές μαρτυρίες, που μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε την παρουσία των αλυκών και στους επόμενους αιώνες.
✦ Ο Αμβρακικός στον χάρτη του Coronelli το 1691
Μια από τις σημαντικότερες μαρτυρίες για την τοπογραφία της περιοχής αποτελεί ο χάρτης του Βενετού γεωγράφου και χαρτογράφου Vincenzo Coronelli, που χρονολογείται στο 1691.
Ο Coronelli δεν περιορίζεται στην απεικόνιση των ακτών και των λιμανιών του Αμβρακικού. Σημειώνει χωριά, παλαιά κάστρα, ιχθυοτροφεία και αλυκές, προσφέροντας μια ενδιαφέρουσα εικόνα της περιοχής στα τέλη του 17ου αιώνα. Ιδιαίτερη σημασία έχουν δύο επιγραφές που αφορούν την παραγωγή αλατιού.
Η πρώτη είναι η ένδειξη «Saline», δηλαδή αλυκές, κοντά στον Μύτικα της Άρτας, στην περιοχή της λιμνοθάλασσας Λογαρού. Η δεύτερη είναι η ένδειξη «Già Saline», κάτω από το Κομπότι. Η ιταλική λέξη già σημαίνει «πρώην» ή «παλαιότερα». Επομένως, ο χαρτογράφος διακρίνει τις αλυκές που σημειώνει χωρίς χρονικό προσδιορισμό από άλλες που χαρακτηρίζει ως παλαιότερες. Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Υποδηλώνει ότι η αλατοπαραγωγή δεν ήταν απαραίτητα σταθερή στον ίδιο χώρο, αλλά ότι ορισμένες εγκαταστάσεις είχαν ενδεχομένως εγκαταλειφθεί ή πάψει να λειτουργούν πριν από την εποχή του χάρτη. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς συνέβη αυτό ούτε για ποιους λόγους.
Ο χάρτης περιλαμβάνει επίσης ενδείξεις για τα ιχθυοτροφεία της περιοχής, όπως το «Peschiera di Lagaru», δηλαδή το ιχθυοτροφείο της Λογαρού, και τα «Peschieri Auleri», που αντιστοιχούν στα ιχθυοτροφεία Αυλερή.
Η συνύπαρξη αλυκών και ιχθυοτροφείων στην ίδια παράκτια ζώνη παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον. Η αλιεία και η παραγωγή αλατιού ήταν δραστηριότητες που μπορούσαν να αλληλοσυμπληρώνονται, καθώς το αλάτι ήταν απαραίτητο για τη συντήρηση των αλιευμάτων. Ο Coronelli καταγράφει ακόμη οικισμούς που χαρακτηρίζει κατεστραμμένους, χρησιμοποιώντας την ιταλική λέξη distrutta, όπως τη «Villa Zulates» και τη «Villa Flambura». Σημειώνει επίσης ένα ερειπωμένο παλαιό κάστρο με την ένδειξη «Palio Castro rouinato». Οι επιγραφές αυτές είναι αξιοσημείωτες, καθώς διασώζουν ονομασίες και πληροφορίες για την κατάσταση ορισμένων θέσεων στα τέλη του 17ου αιώνα. Δεν μας επιτρέπουν, ωστόσο, να προσδιορίσουμε πότε και από ποια αιτία καταστράφηκαν οι συγκεκριμένοι οικισμοί.
Ο Μύτικας της Άρτας και ο μυστηριώδης «Σουμπέης»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η καταγραφή του Μύτικα της Άρτας στον ίδιο χάρτη. Ο οικισμός αναγράφεται ως «Villa Mitica», με την πρόσθετη ένδειξη «comand. dal Turco Subei», δηλαδή ότι διοικούνταν από έναν Τούρκο τον οποίο ο χαρτογράφος αποκαλεί «Subei».
Η μαρτυρία αποκτά ξεχωριστή σημασία, καθώς ο Coronelli δεν καταγράφει με ανάλογο τρόπο τους άλλους γειτονικούς οικισμούς. Η επιλογή του να κατονομάσει ειδικά τον Μύτικα και να προσθέσει μια πληροφορία για την τοπική εξουσία γεννά εύλογα ερωτήματα για τη θέση και τη σημασία του χωριού στα τέλη του 17ου αιώνα.
Δεν γνωρίζουμε ποιος ακριβώς ήταν ο αναφερόμενος «Subei», ούτε αν πρόκειται για προσωπικό όνομα ή για απόδοση οθωμανικού διοικητικού τίτλου. Ωστόσο, η συγκεκριμένη επιγραφή αποτελεί πολύτιμη ιστορική μαρτυρία για την ύπαρξη του Μύτικα το 1691 και προσφέρει ένα ενδιαφέρον στοιχείο για την οργάνωση της περιοχής.
Η καταγραφή του χωριού αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι δεν έχουμε μέχρι στιγμής εντοπίσει ασφαλή αναφορά του Μύτικα, με αυτή την ονομασία, στο οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο του 1530. Ο χάρτης του Coronelli αποτελεί, επομένως, ένα από τα παλαιότερα τεκμήρια που διαθέτουμε για τον συγκεκριμένο οικισμό.
✦ Μια εμπορική διαμάχη το 1699
Ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό επεισόδιο διασώθηκε στα αρχεία της Βενετίας. Στις 20 Ιουνίου 1699, ο γενικός προβλεπτής Δανιήλ Δολφίν ενημέρωνε τον δόγη της Βενετίας για μια διαμαρτυρία που είχε υποβάλει ο αγάς της Άρτας. Η αιτία ήταν το αλάτι.
Σύμφωνα με την αναφορά, υπήκοοι της Βενετίας από τη Λευκάδα μετέφεραν αλάτι ξένου κράτους στην περιοχή της δικαιοδοσίας του αγά και το διέθεταν προς πώληση. Η δραστηριότητα αυτή προκαλούσε την αντίδραση της οθωμανικής διοίκησης, επειδή έθιγε τα συμφέροντα των ανθρώπων που είχαν νοικιάσει τις αλυκές του κόλπου της Άρτας. Ο αγάς ζητούσε από τις βενετικές αρχές να απαγορεύσουν στους υπηκόους τους τη μεταφορά του αλατιού.
Το έγγραφο, το οποίο δημοσίευσε ο Κωνσταντίνος Μέρτζιος στη μελέτη του Η Άρτα εις τα αρχεία της Βενετίας, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Μας αποκαλύπτει ότι στα τέλη του 17ου αιώνα οι αλυκές δεν λειτουργούσαν απλώς ως χώροι παραγωγής. Η εκμετάλλευσή τους είχε παραχωρηθεί σε ενοικιαστές, οι οποίοι προσδοκούσαν οικονομικό όφελος από την πώληση του αλατιού. Η παρουσία ανταγωνιστικού προϊόντος στην αγορά μπορούσε να μειώσει τα έσοδά τους. Και τότε παρενέβαινε ο ίδιος ο αγάς, ζητώντας την προστασία των συμφερόντων τους.
Πρόκειται για ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό επεισόδιο της οικονομικής ζωής της οθωμανικής Άρτας. Μέσα από μια διαμαρτυρία για τη μεταφορά αλατιού διακρίνουμε τη σχέση ανάμεσα στη διοίκηση, στους ενοικιαστές των αλυκών και στους εμπόρους.
✦ Πώς εκμεταλλεύονταν τις αλυκές τον 18ο αιώνα
Η οικονομική λειτουργία των αλυκών γίνεται ακόμη πιο σαφής μέσα από μια δεύτερη βενετική αναφορά, σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα. Στις 19 Μαρτίου 1768, ο υποπρόξενος της Βενετίας στην Άρτα, Φραγκίσκος Πάγκαλος, απαντούσε σε εντολή των προϊσταμένων του να συγκεντρώσει πληροφορίες για την ποσότητα και την ποιότητα του αλατιού που παραγόταν στην περιοχή. Η αναφορά του περιέχει συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία.
Στην περιφέρεια του υποπροξενείου υπήρχαν δύο αλυκές, της Κόπραινας και της Σαλαώρας. Σύμφωνα με τον Πάγκαλο, οι βοεβόδες της Άρτας συνήθιζαν να τις εκμισθώνουν κάθε χρόνο έναντι 25 πουγγιών. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό, γιατί μας επιτρέπει να γνωρίσουμε έναν βασικό τρόπο με τον οποίο η οθωμανική διοίκηση αντλούσε έσοδα από την παραγωγή αλατιού. Αντί να διαχειρίζεται υποχρεωτικά η ίδια την παραγωγή και την πώληση, παραχωρούσε την εκμετάλλευση έναντι συμφωνημένου μισθώματος. Οι ενοικιαστές αναλάμβαναν την οικονομική δραστηριότητα, ενώ η διοίκηση εξασφάλιζε ένα ετήσιο έσοδο.
Δεν γνωρίζουμε από τη συγκεκριμένη αναφορά τα ονόματα των ενοικιαστών, τον αριθμό των εργαζομένων ή τις λεπτομέρειες της παραγωγικής διαδικασίας. Γνωρίζουμε, όμως, ότι η εκμίσθωση αποτελούσε καθιερωμένη πρακτική.
✦ Πόσο αλάτι παρήγαν οι αλυκές της Άρτας;
Ο Πάγκαλος μάς δίνει και ένα ακόμη πολύτιμο στοιχείο. Η συνηθισμένη ετήσια παραγωγή των δύο αλυκών, όπως αναφέρει, δεν υπερέβαινε τα 10.000 ζάια. Το «ζάι» ήταν μονάδα μέτρησης της ποσότητας του αλατιού. Ο ίδιος ο Μέρτζιος, δημοσιεύοντας το έγγραφο, σημείωνε ότι δεν γνώριζε την ακριβή χωρητικότητά της. Επομένως, δεν μπορούμε προς το παρόν να μετατρέψουμε με ασφάλεια την ποσότητα αυτή σε σημερινές μονάδες βάρους. Η πληροφορία, ωστόσο, παραμένει ιδιαίτερα αξιόλογη. Διαθέτουμε μια συγκεκριμένη εκτίμηση της ετήσιας παραγωγής των δύο αλυκών, όπως καταγράφηκε από έναν σύγχρονο παρατηρητή.
Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι τιμές πώλησης. Σύμφωνα με την ίδια αναφορά, στην Άρτα και στα Γιάννινα το αλάτι πωλούνταν προς ένα τουρκικό τσεκίνι το ζάι. Αντίθετα, οι Δουλτσινιώτες έμποροι, δηλαδή οι έμποροι από το Δουλτσίνο της Αδριατικής, το σημερινό Ούλτσιν του Μαυροβουνίου, αγόραζαν αλάτι για εξαγωγή σε πολύ χαμηλότερη τιμή: έξι ή επτά ζάια έναντι ενός βενετικού τσεκινιού. Η διαφορά αυτή είναι εντυπωσιακή, αν και πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι οι δύο τιμές εκφράζονται σε διαφορετικά νομίσματα και αφορούν διαφορετικές εμπορικές συνθήκες.
Πάντως, η αναφορά αποκαλύπτει ότι το αλάτι των αλυκών της Άρτας δεν προοριζόταν αποκλειστικά για την τοπική κατανάλωση. Ένα μέρος του διοχετευόταν σε εμπορικά δίκτυα που ξεπερνούσαν τα όρια της Ηπείρου.
✦ Ο ανταγωνισμός με το αλάτι της Λευκάδας
Το αλάτι της Άρτας είχε έναν ισχυρό ανταγωνιστή: το αλάτι της Αγίας Μαύρας, δηλαδή της Λευκάδας. Οι Βενετοί είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παραγωγή και τη διακίνηση του αλατιού. Το προϊόν αποτελούσε σημαντική πηγή εσόδων για τη Δημοκρατία της Βενετίας, η οποία επιδίωκε να ελέγχει την εμπορία του. Ο Πάγκαλος σημείωνε το 1768 ότι το αλάτι των αρτινών αλυκών ήταν αρκετά καλής ποιότητας, αλλά κατώτερο από εκείνο της Αγίας Μαύρας.
Η παρατήρηση αυτή μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι παραγωγοί και οι έμποροι της Άρτας. Δεν αρκούσε να παράγουν αλάτι. Έπρεπε να μπορούν και να το διαθέσουν σε μια αγορά όπου υπήρχαν ανταγωνιστικά προϊόντα, διαφορετικές τιμές και ισχυρά εμπορικά συμφέροντα.
Η διαμαρτυρία του αγά το 1699 και η αναφορά του Πάγκαλου το 1768 φωτίζουν δύο πλευρές της ίδιας οικονομικής πραγματικότητας: την προσπάθεια προστασίας της τοπικής παραγωγής και τη διαρκή παρουσία του εμπορικού ανταγωνισμού.
✦ Μια ξεχασμένη πηγή πλούτου
Οι αλυκές αποτελούσαν μέρος της οικονομικής φυσιογνωμίας της Άρτας επί πολλούς αιώνες. Από τις εμπορικές μαρτυρίες του 1418 μέχρι τα βενετικά έγγραφα του 17ου και του 18ου αιώνα, διακρίνουμε μια δραστηριότητα που συνδεόταν με την παραγωγή, τη φορολογία, τη ναυτιλία και το εμπόριο.
Ο χάρτης του Coronelli προσθέτει σε αυτή την ιστορία μια ακόμη διάσταση. Δεν αποτυπώνει μόνο τις αλυκές, αλλά και το ανθρώπινο τοπίο γύρω τους: χωριά, ιχθυοτροφεία, παλαιότερες εγκαταστάσεις και οικισμούς που είχαν ήδη καταστραφεί. Ανάμεσα σε αυτές τις καταγραφές ξεχωρίζει ο Μύτικας της Άρτας, με τη μυστηριώδη αναφορά στον «Turco Subei», μια μικρή λεπτομέρεια που διασώζει ένα άγνωστο επεισόδιο της τοπικής ιστορίας και εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα.
Δεν γνωρίζουμε ακόμη όλες τις λεπτομέρειες της ιστορίας των αλυκών. Παραμένουν ανοιχτά ζητήματα για τους ανθρώπους που εργάζονταν σε αυτές, για τις τεχνικές παραγωγής, για τους ενοικιαστές τους και για τις μεταβολές που γνώρισαν στη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου. Ωστόσο, τα έγγραφα που διασώθηκαν στα βενετικά αρχεία μάς επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε ένα σημαντικό μέρος αυτής της ιστορίας. Και ίσως το πιο ενδιαφέρον είναι ότι πίσω από ένα τόσο απλό προϊόν, όπως το αλάτι, κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος: διοικητές που υπερασπίζονταν οικονομικά συμφέροντα, ενοικιαστές που επένδυαν στην παραγωγή, έμποροι που αναζητούσαν αγορές και πλοία που μετέφεραν το πολύτιμο φορτίο τους στα λιμάνια του Αμβρακικού και πέρα από αυτόν.
Οι αλυκές της Άρτας μπορεί να έχουν χαθεί από την καθημερινή ζωή της περιοχής, αλλά η ιστορία τους εξακολουθεί να σώζεται στα παλιά έγγραφα και στους χάρτες. Μια ιστορία που αξίζει να επιστρέψει στη μνήμη της πόλης.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μέρτζιος, Κωνσταντίνος Δ., «Η Άρτα εις τα αρχεία της Βενετίας 1696–1787», Σκουφάς, δημοσίευση σε συνέχειες από το 1955. Ιδίως η αναφορά της 20ής Ιουνίου 1699, σ. 241, και η αναφορά της 19ης Μαρτίου 1768.
Βέτσιος, Ελευθέριος, Η διπλωματική και οικονομική παρουσία των Βενετών στην περιοχή της Άρτας κατά τον 18ο αιώνα, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2004, σ. 216–219.
Ασωνίτης, Σπύρος – Συγκέλλου, Ευστρατία, «Ο Αμβρακικός κόλπος κατά τον όψιμο Μεσαίωνα: Χώρος – Οικονομία», ιδίως σ. 72–73.
Krekić, Bariša, Dubrovnik (Raguse) et le Levant au Moyen Âge, Παρίσι, 1961, έγγραφα αρ. 644 και 648 (1418), όπως παραπέμπουν οι Ασωνίτης–Συγκέλλου.
Βέτσιος, Ελευθέριος, «Το εμπόριο στην περιοχή της Άρτας», Σκουφάς, τχ. 86–87 (1996–1997), σ. 162.
Καρρά, Αναστασία Γ., «Ο Καζάς της Άρτας στο οθωμανικό τεφτέρι του 1530», 2024.
Coronelli, Vincenzo, χάρτης του Αμβρακικού κόλπου, 1691.
Barbié du Bocage, Jean-Denis, χάρτης της περιοχής του Αμβρακικού, 1820.
Στη φωτογραφία : Ο Αμβρακικός κόλπος στον χάρτη του Vincenzo Coronelli (1691) – απόσπασμα. Διακρίνονται δύο θέσεις αλυκών: η πρώτη, κοντά στον Μύτικα της Άρτας και τη λιμνοθάλασσα Λογαρού, σημειώνεται ως «Saline» (αλυκές), ενώ η δεύτερη, νοτιότερα, κάτω από το Κομπότι, αναγράφεται ως «Già Saline» (παλαιές αλυκές). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η καταγραφή του Μύτικα ως «Villa Mitica», με την πρόσθετη ένδειξη «Comand. dal Turco Subei».
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.