Στη φωτογραφία βλέπουμε τον Χρήστο Κατσαράμπη, στο Αγκάθι Μελισσουργών, το 1946, να αγναντεύει προς τα Παφύλια. Με τα κιάλια στο χέρι —τα οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες, προέρχονταν από αντάρτες της εποχής— αναζητά τον πατέρα του που είχε φύγει με τα μουλάρια.
Μια απλή στιγμή της καθημερινότητας, που όμως αποτυπώνει την αγωνία, την αναμονή και τις δυσκολίες των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων στην ορεινή Ήπειρο. (Φωτο από αρχείο Φώτη Κατσαράμπη)
Στη φωτογραφία απεικονίζεται γερμανικό στρατιωτικό όχημα που ανετράπη στον δρόμο Άρτας – Ιωαννίνων, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.
Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας διακρίνεται χειρόγραφη επιγραφή στα γερμανικά: „Brücke von Arta–Ioannina“ (= «Γέφυρα στον δρόμο Άρτα–Ιωάννινα»), που πιθανότατα προσδιορίζει το σημείο του συμβάντος.
Το περιστατικό αυτό αποτελεί μια μικρή, αλλά χαρακτηριστική μαρτυρία της δύσκολης εκείνης εποχής για την περιοχή μας. Οι δρόμοι της Ηπείρου υπήρξαν μάρτυρες γεγονότων που σημάδεψαν την τοπική ιστορία, αφήνοντας πίσω τους εικόνες σαν κι αυτή. (Φωτο από οίκο δημοπρασιών)
Ανασύνθεση των γεγονότων που αναφέρονται στις επιστολές και σχετικές σκέψεις
Πρώτη εκκαθαριστική επιχείρηση με ολόκληρο το Τάγμα εναντίον ενεργειών ανταρτοπολέμου από τους «Αντάρτες» (οι επαναστάτες) στην Ήπειρο. Μέχρι τη μάχη του Ελ Αλαμέιν στην Αίγυπτο, ο αντάρτικος πόλεμος στην Ελλάδα δεν είχε ακόμη λάβει τις διαστάσεις που είχε στη Γιουγκοσλαβία. Μετά τη λήξη της ιταλογερμανικής επίθεσης στην Αίγυπτο, οι Έλληνες κατάλαβαν ότι πλέον οι Άγγλοι θα εξαπέλυαν την επίθεση στην Αφρική και τα αντάρτικα κινήματα ανέλαβαν την πρωτοβουλία του ανταρτοπολέμου, ιδιαίτερα στην Ήπειρο και στο κέντρο της χώρας (Πίνδος και Θεσσαλία).
Τα κυριότερα αντάρτικα σώματα ήταν δύο. Το εθνικιστικό, υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Ναπολέοντα Ζέρβα και το κομμουνιστικό, με επικεφαλής τον Μάρκο. Η επιχειρησιακή βάση στην περιοχή της Άρτας ήταν το Κομπότι, περίπου 12 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της πόλης· οι ένοπλες ομάδες του συνταγματάρχη Ζέρβα είχαν το επιχειρησιακό τους κέντρο στο Βουργαρέλι (Vulgarelio), στην Πίνδο.
Ιταλικά στρατεύματα που δρούσαν στην περιοχή της Άρτας ήταν το 41ο και το 42ο Σύνταγμα της Μεραρχίας «Modena» και μία Λεγεώνα Μελανοχιτώνων· αργότερα έφτασε και ένα Τάγμα Αλπινιστών «Valli».
Ο νέος διοικητής ήταν ο Έλιο Μιράλια (δικηγόρος από το Ρέτζιο Εμίλια), έφεδρος αξιωματικός. Από εκτίμηση προς το πρόσωπό του, επιλέχθηκε ο δικός του Λόχος (δηλαδή ο δικός μου, ο 6ος) να φρουρεί την πόλη και να συντονίζει τις δυνάμεις που επιχειρούσαν στα βουνά ανατολικά της Άρτας.
Διέθετε ένα υποπολυβόλο Beretta 1938 με γεμιστήρα 40 φυσιγγίων, το οποίο μου δάνειζε κατά τις επαφές μου με τις μονάδες που επιχειρούσαν. Ήταν ένα πολύ χρήσιμο όπλο και θα έπρεπε —αλλά δεν ήταν— να αποτελεί τον βασικό οπλισμό των αξιωματικών, οι οποίοι αντί γι’ αυτό έφεραν το προσωπικό τους πιστόλι Beretta.
Ο λοχαγός Μιράλια με βοήθησε, μετά την ελονοσία που πέρασα, να μετατεθώ σε έναν Λόχο ελονοσιακών με αποκλειστική υπηρεσία σε οχυρωμένη θέση. Τον συνάντησα μετά τον πόλεμο, τον Ιούλιο του 1948, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του μέλιτος με τη Μπιμπίνα, στον σταθμό Τέρμινι της Ρώμης, ακριβώς την περίοδο της γενικής απεργίας για την απόπειρα δολοφονίας κατά του Τολιάτι.
Η χαρά της συνάντησης ήταν αμοιβαία. Με προσκάλεσε στο Ρέτζιο Εμίλια, αλλά δεν είχα την ευκαιρία να πάω να τον επισκεφθώ. Αλληλογραφούσαμε για αρκετά χρόνια· πέθανε πριν από πολλά χρόνια στο Ρέτζιο του. Τον θυμάμαι πάντα με εκτίμηση και μεγάλη αγάπη.
Οκτώβριος ’42
28 Οκτωβρίου: (Πράξεις αντιποίνων). Στο Κομπότι, βάση ανεφοδιασμού των τμημάτων μας που επιχειρούσαν στα βουνά ανατολικά της πόλης, βρέθηκε αποθήκη όπλων και πυρομαχικών σε ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο από έναν αντάρτη που είχε ενωθεί με τους συντρόφους του στο βουνό. Οι νέες διαταγές ήταν να καίγονται τα σπίτια και να συλλαμβάνονται οι ύποπτοι ή να εκτελούνται αν βρίσκονταν με όπλα στα χέρια.
Οι κάτοικοι του χωριού, για να αποτρέψουν την εξάπλωση της φωτιάς στα γειτονικά σπίτια, μας ζήτησαν να κατεδαφίσουμε ορισμένες ξύλινες κατασκευές που συνέδεαν τις κατοικίες και, αφού δώσαμε τη συγκατάθεσή μας, άρχισαν να εργάζονται. Έπειτα, οι καραμπινιέροι και οι στρατιώτες μας έβαλαν φωτιά, η οποία μέσα σε λίγο κατέστρεψε το σπίτι. Κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς ακούγονταν εκρήξεις από χειροβομβίδες και πυρομαχικά που είχαν κρυφτεί στη στέγη του σπιτιού… Ο ανταρτοπόλεμος άλλαζε πρόσωπο και γινόταν πιο σκληρός.
Εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο Κομπότι
Η Λόχος μου, εκτός από τα καθήκοντα φρούρησης μέσα στην πόλη, πραγματοποιούσε και αποστολές σύνδεσης με το Τάγμα στη ζώνη επιχειρήσεων εναντίον των ανταρτών. Η μετακίνηση με φορτηγό στη διαδρομή Άρτα–Κομπότι–Πέτα ήταν πολύ επικίνδυνη, λόγω αιφνιδιαστικών επιθέσεων από αντάρτικες περιπόλους ή ριπών πολυβόλων και βολών όλμων στον δρόμο.
Ένα βράδυ περιπολούσαμε στον δρόμο Άρτα–Κομπότι, όπου περνούσαν φάλαγγες μεταγωγικών ζώων για τον ανεφοδιασμό των δυνάμεων που επιχειρούσαν. Αφού σταμάτησα και τοποθέτησα τους άνδρες σε αμυντικές θέσεις, περίμενα να περάσει μια μεγάλη φάλαγγα από μουλάρια που οδηγούσαν οι μουλαράδες του 41ου Συντάγματος· ήταν το υγειονομικό τμήμα. Τότε άκουσα κάποιον οδηγό να με φωνάζει· με αναγνώρισε και αποκαλύφθηκε ότι ήταν συμπατριώτης μου, με το παρατσούκλι «Γκαλινάτσο», ο Φραντσέσκο Ροτοντάρο. Τον συνόδευσα για ένα μικρό κομμάτι της διαδρομής (δεν μπορούσε να σταματήσει και να καθυστερήσει ολόκληρη τη φάλαγγα) και ανταλλάξαμε λίγα λόγια· ήταν κουρασμένος και μου ζήτησε μερικά τσιγάρα: του έδωσα όλο μου το πακέτο και τον αποχαιρέτησα.
Από τα τέλη Οκτωβρίου και η διμοιρία μου, που βρισκόταν στους στρατώνες «Άγιος Ηλίας» στον λόφο, ενώθηκε με τον υπόλοιπο Λόχο της Αγίας Θεοδώρας, σε χώρους ενός παλιού μοναστηριού δίπλα στην εκκλησία της Αγίας. Ορισμένοι χώροι των στρατώνων χρησιμοποιούνταν προσωρινά ως φυλακές για Έλληνες που θεωρούνταν εχθρικοί προς τις Ένοπλες Δυνάμεις μας.
14 Νοεμβρίου: Άρτα (βράδυ). Προσβολή από κακοήθη πρωτογενή ελονοσία (μικροσκοπική διάγνωση: «Praecox»). Νοσοκομείο εκστρατείας αρ. 80 (σχολικό κτίριο). Θεραπεία που εφαρμόστηκε: 1 γρ. ενέσιμης και 1 γρ. από του στόματος χορήγησης κινίνης, καθώς και καρδιοτονωτικά.
15 Νοεμβρίου: Μεταφέρθηκα επειγόντως στο Νοσοκομείο εκστρατείας αρ. 209 (από 15 έως 22 Νοεμβρίου), Ιωάννινα.
22 Νοεμβρίου: Μεταφέρθηκα στο Νοσοκομείο εκστρατείας αρ. 102 στο Μέτσοβο (υψόμετρο 1100 μ.), καλυμμένο με χιόνι, όπου παρέμεινα από τις 22 Νοεμβρίου έως τις 3 Δεκεμβρίου.
Επέστρεψα στη μονάδα μου στην Άρτα στις 4 Δεκεμβρίου. (Τον Αύγουστο του 1943, πριν από την ανακωχή, υπέστην άλλη μία μόλυνση ελονοσίας, «καλοήθους τριταίου» τύπου, πρωτογενή).
ΕΛΟΝΟΣΙΑ
Η αλληλογραφία μου κατά τη διάρκεια της νοσηλείας μου στα Νοσοκομεία από τις 14 Νοεμβρίου έως τις 3 Δεκεμβρίου 1942 (την κατάσταση της υγείας μου ως ασθενής την κρατούσα πάντοτε κρυφή από τους αγαπημένους μου γονείς).
Νοέμβριος ’42
15 Νοεμβρίου: Ταχυδρομική κάρτα.
«Αγαπημένε μου πατέρα, εδώ και μερικές ημέρες δεν σου γράφω γιατί είμαι πολύ απασχολημένος· ίσως απόψε πάμε στα Ιωάννινα για να παρακολουθήσουμε ένα θεωρητικό σεμινάριο περίπου δεκαπέντε ημερών. Αν δεν σου γράφω συχνά, μην ανησυχείς. Σταματώ γιατί έχω υποχρεώσεις. Φιλιά σε όλους. Νίνο».
23 Νοεμβρίου:
«(…) βρίσκομαι σε ένα ψηλό βουνό όπου οδήγησα μια διμοιρία από “διαλυμένους” (χρειάζονταν περίθαλψη) στρατιώτες [«διαλυμένος» ήμουν εγώ μαζί με άλλους στρατιώτες και αξιωματικούς που είχαν ελονοσία]. Σου γράφω από αυτό το απομονωμένο φυλάκιο· έχουμε μια σόμπα, έξω χιονίζει και κάνει κρύο. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι η αλληλογραφία φτάνει όταν το επιτρέπει το χιόνι (…) u rii mirë, ga mirë e fië (είμαι καλά, τρώω και κοιμάμαι) [πέρασε από λογοκρισία].
[η αλήθεια είναι ότι η καθυστέρηση δεν οφειλόταν τόσο στην ταχυδρομική υπηρεσία όσο στη δυσκολία της διαδρομής από τα Ιωάννινα στο Μέτσοβο, στην καρδιά της Πίνδου].»
27 Νοεμβρίου:
«Αγαπημένε μου πατέρα, σύντομα θα επιστρέψω στην παλιά μου έδρα, “jam te malitë” (είμαι στα βουνά). Εδώ η αλληλογραφία φτάνει μία φορά την εβδομάδα.
Προφορικά θα σου πω τον λόγο αυτών των μετακινήσεων. Σε κάθε σου γράμμα υπάρχει είτε επίπληξη είτε η συνηθισμένη ανησυχία· να είσαι βέβαιος ότι είμαι καλά. Έχεις καταλάβει ότι δεν μπορώ να σου γράφω τα πάντα· πολλά από τα γράμματά μου φτάνουν ελεγμένα από τη λογοκρισία. Για άδεια είναι μάταιο να ελπίζουμε για τα Χριστούγεννα [ήλπιζα σε άδεια ανάρρωσης, αλλά κι αυτή… μάταιη ελπίδα].»
Δεκέμβριος ’42
«Η αλληλογραφία έχει καθυστερήσει εδώ και αρκετές ημέρες. “Sqipetaret nuk bine e sckonjen” (οι Αλβανοί δεν την αφήνουν να περάσει). Χθες άκουσα τον λόγο του Ντούτσε [τον λεγόμενο “κύκνειο άσμα”].»
Ανασύνθεση των γεγονότων που αναφέρονται στις επιστολές και των νοσοκομειακών περιπετειών από τις 14 Νοεμβρίου έως τις 4 Δεκεμβρίου 1942
14 Νοεμβρίου: Απόγευμα. Μια ξαφνική κρίση πυρετού με πολύ υψηλή θερμοκρασία, ακατάσχετα ρίγη και πνευματική σύγχυση με έκαναν να καταλάβω ότι αυτό που φοβόμουν εδώ και καιρό είχε συμβεί: λοίμωξη από ελονοσία, γι’ αυτό και εισήχθηκα επειγόντως στο Νοσοκομείο εκστρατείας αρ. 80 στην Άρτα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας παραληρούσα και δεν είχα επίγνωση της κατάστασης.
Το πρωί, αφού ο πυρετός υποχώρησε κάπως λόγω της μαζικής χορήγησης κινίνης και άλλων φαρμάκων, ξύπνησα αποσβολωμένος σε έναν θάλαμο του Νοσοκομείου, ανάμεσα σε άλλους αξιωματικούς.
Ένας εκατόνταρχος της Πολιτοφυλακής, που βρισκόταν στο διπλανό κρεβάτι, με ρώτησε επίμονα από πού κατάγομαι, γιατί είχε περιέργεια να μάθει ποια γλώσσα μιλούσα κατά τη διάρκεια του νυχτερινού παραληρήματος, αφού παραπονιόμουν και εκφραζόμουν στα αλβανικά.
Από τη μικροσκοπική ανάλυση του αίματος βρέθηκα θετικός στο πλασμώδιο «praecox», δηλαδή πρωτογενή κακοήθη τριταία ελονοσία· λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης, το ίδιο βράδυ μεταφέρθηκα με ασθενοφόρο, μαζί με έναν ακόμη βαριά ασθενή στρατιωτικό, στο Νοσοκομείο εκστρατείας αρ. 209 στα Ιωάννινα, πιο οργανωμένο και καλύτερα εξοπλισμένο.
Δεν θυμάμαι περισσότερες λεπτομέρειες, λόγω της εξάντλησης από τις επιδράσεις της κινίνης και του πυρετού· θυμάμαι μόνο ότι πριν φύγω βρήκα τη δύναμη να γράψω μια κάρτα στο σπίτι, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια. Είχα κλείσει μόλις τρεις μήνες τα 21 μου χρόνια και ένιωθα σαν ένας κατεστραμμένος άνθρωπος!
Από το Νοσοκομείο των Ιωαννίνων μεταφέρθηκα σε εκείνο για ανάρρωση βαριά ασθενών σε ορεινή περιοχή, το στρατιωτικό νοσοκομείο αρ. 102 στο Μέτσοβο, σε υψόμετρο πάνω από 1000 μέτρα, σε μια περιοχή που ουσιαστικά βρισκόταν υπό τον έλεγχο αντάρτικων τμημάτων, τα οποία, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της παραμονής μας σε εκείνο το νοσοκομείο, δεν δημιουργούσαν καμία ενόχληση και απείχαν από κάθε παρενόχληση.
Πολλοί ασθενείς στεγάζονταν σε επιταγμένα σπίτια, μικρά και μονώροφα, με κρεβάτια, σόμπα και λίγα έπιπλα. Το χιόνι κάλυπτε τα πάντα. Ο χρόνος δεν περνούσε ποτέ και, όταν είχε ήλιο, κάναμε κάποιους περιπάτους στον δρόμο που είχε καθαριστεί από το χιόνι.
Διευθυντής του Νοσοκομείου ήταν ο γιατρός Τζόρτζιο Μενιέι, μαζί του υπηρετούσαν και άλλοι στρατιώτες του Υγειονομικού. Έναν χρόνο αργότερα, στο κοιμητήριο του Λβιβ (Πολωνία), είδα τον τάφο του (Ιανουάριος 1944). Ο καημένος ο λοχαγός, αιχμάλωτος των Γερμανών, πέθανε από κακουχίες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης!
«Για καλή μου τύχη η θεραπεία με κινίνη είχε αποτέλεσμα και, περίπου δέκα ημέρες μετά την έναρξη του πυρετού, άρχισα να αναρρώνω· παρέμεναν όμως διόγκωση της σπλήνας, ταχυκαρδία, βουητό και ζαλάδες που οφείλονταν στη μαζική χορήγηση κινίνης.
Το Μέτσοβο ήταν τόπος ανάρρωσης κατάλληλος για τους θερινούς μήνες, αλλά πιστεύω ότι η παραμονή ασθενών κατά τη χειμερινή περίοδο (με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν) ήταν επιζήμια, λόγω του υπερβολικού ψύχους, της απομόνωσης που προκαλούσε το χιόνι και του ακατάλληλου περιβάλλοντος, μάλλον επιβαρυντικού για τους αναρρώνοντες.»
Δεν μπορούσε κανείς να αντέξει και εμφανιζόταν μια ανησυχητική ψυχική κατάθλιψη [σήμερα – 1991 – το Μέτσοβο είναι ένα γραφικό ορεινό χωριό, με σύγχρονο χιονοδρομικό κέντρο, νέα ξενοδοχεία, διάσημο για το υγιεινό του κλίμα το καλοκαίρι…].
Δεν γινόταν λόγος για άδειες ανάρρωσης, στις οποίες τόσο ήλπιζα: στους ελονοσιακούς της Ελλάδας δεν μπορούσαν να τις χορηγήσουν, γιατί τότε –όπως έλεγαν– θα έπρεπε να μεταφερθούν όλες οι μεραρχίες της 11ης Στρατιάς στην Ιταλία για άδεια ανάρρωσης!
Κι όμως, αρκετοί, παρατείνοντας τη νοσηλεία τους από το ένα νοσοκομείο στο άλλο, κατάφερναν να επαναπατριστούν, προστατευμένοι από κάποιον «ισχυρό προστάτη» στο Υπουργείο Πολέμου. Στις 3 Δεκεμβρίου κρίθηκα υγιής από τους γιατρούς και στάλθηκα πίσω στη μονάδα μου. Με ένα φορτηγό, εγώ και άλλοι αξιωματικοί και στρατιώτες φτάσαμε στα Ιωάννινα και στις 4 Δεκεμβρίου από εκεί επέστρεψα στην παλιά μου έδρα, την Άρτα.
Δεκέμβριος ’42
5 Δεκεμβρίου: Στρατιωτική αλληλογραφία.
«…Χθες το βράδυ επιτέλους επέστρεψα στη μονάδα μου. Εδώ επικρατεί πραγματικό χάος· θα σου τα πω προφορικά (…) Βρήκα τα δύο δέματα σώα και αβλαβή (ευχαριστώ για τη σοκολάτα), δύο δικά σου γράμματα και ένα του θείου Σαβέριου. Σήμερα το πρωί έτρεξα αμέσως στο Φρουραρχείο για να σφραγίσω τα πιστοποιητικά. Δεν βρήκα τους συναδέλφους του Τάγματος, που και αυτή τη φορά βρίσκονται εκτός. Εγώ είμαι καλά και ελπίζουμε όλα να επιστρέψουν στην πρότερη κατάσταση (…) και έτσι να ξαναρχίσουν οι άδειες. Ευτυχώς που είμαστε “εξημερωμένα ζώα”, όπως λες κι εσύ. Φιλιά, Νίνο».
7 Δεκεμβρίου:
«(…) είμαστε έξι συνάδελφοι και οι στρατιώτες στον όμορφο στρατώνα μας. Τρώνε μαζί μας και οι αξιωματικοί των Αλπινιστών. Χθες ήταν η γιορτή του Αγίου Νικολάου και θα έπρεπε να δεις πώς τραγουδούσαν οι Έλληνες! (…)»
13 Δεκεμβρίου: Επιστολή για τα Χριστούγεννα (αεροπορικώς και λογοκριμένη).
«… βλέποντας ότι το ταχυδρομείο χρειάζεται πάντα περίπου δέκα ημέρες, αποφάσισα να σου γράψω αυτό το γράμμα για τα Άγια Χριστούγεννα, ώστε να είστε ήσυχοι τουλάχιστον την Άγια Νύχτα.
Σήμερα είναι της Αγίας Λουκίας, που γιορτάζεται και εδώ. Ο καιρός είναι υπέροχος και βγαίνουμε έξω χωρίς παλτό. Οι σύντροφοί μου περιμένουν τα Χριστούγεννα, γι’ αυτό ετοιμάζουμε γαλοπούλες, αυγά, λικέρ κτλ. (…) ξέρετε ότι βρίσκομαι στο παλιό μέρος και είμαι καλά (…). Στη λέσχη μας έφεραν μια απίστευτη ποσότητα από μαγειρεμένες πάπιες, που θα φάμε αυτές τις ημέρες (…).
Για το ταξίδι προς την Ιταλία, είτε από ξηρά είτε από θάλασσα, λένε ότι είναι επικίνδυνο αυτή την περίοδο, αλλά δεν με νοιάζει καθόλου και θα έρθω οπωσδήποτε μόλις πάρω την πολυπόθητη άδεια. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.
Αγαπημένε μου πατέρα, θα ήθελα να σας γράψω ένα μικρό γράμμα σαν κι εκείνα που σας άρεσε να βρίσκετε κάτω από το πιάτο στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, αλλά σκέφτηκα τον χαρακτήρα σου και τα δάκρυά σου και άλλαξα γνώμη.
Είθε το Θείο Βρέφος να μας βρει τον επόμενο χρόνο [από το κακό στο χειρότερο, αιχμάλωτος στην Πολωνία!], όλους μαζί, χωρίς πια πολέμους και δυσκολίες, χαρούμενους και ευτυχισμένους. Αυτή είναι η ευχή όλων μας που βρισκόμαστε μακριά από τους δικούς μας σε αυτή τη γιορτή, που είναι η γιορτή της χριστιανικής οικογένειας.
Αγαπημένοι μου, δεχθείτε όλοι τις πιο θερμές μου ευχές και πολλά δυνατά φιλιά. Ο αφοσιωμένος σας, Νίνο.
Υ.Γ. Σας παρακαλώ, μην κλαίτε. Τη νύχτα των Χριστουγέννων… τραγουδήστε όπως κι εγώ: “Tu scendi dalle stelle”»
19 Δεκεμβρίου:
«…μετά από αυτά τα Χριστούγεννα μεταφερόμαστε οριστικά από αυτή την κωμόπολη για να πάμε κοντά στη θάλασσα. Οι σύντροφοι είναι ακόμη εκτός και ελπίζουμε να επιστρέψουν όλοι σώοι και αβλαβείς. Σήμερα μου έγραψαν ο Σαλβατόρε Τζορντάνο (ιππικό πεζοπόρο) και ο Αντζιολίνο Μπουλιάνι (συμμαθητής στο Λύκειο)…!»
24 Δεκεμβρίου – Παραμονή Χριστουγέννων:
«Αγαπημένε μου πατέρα, είμαστε όλοι χαρούμενοι, με ειλικρινή ευθυμία, γιατί επέστρεψαν οι συνάδελφοι μαζί με όλους τους στρατιώτες. Έμοιαζαν όλοι σαν “Ζουλού”, οι καημένοι: ξυρίστηκαν αμέσως, πλύθηκαν και επιτέλους καθάρισαν. Απόψε θα δειπνήσουμε όλοι μαζί και το ίδιο και αύριο, ανήμερα τα Χριστούγεννα. Με τη σκέψη είμαι κοντά σας, όπως πάντα. Ευχές και φιλιά σε όλους. Νίνο».
Ανάμνηση Χριστουγέννων 1942
Δείπνο Χριστουγέννων: Στη λέσχη προσπαθήσαμε να αποσπάσουμε το μυαλό μας από τις σκέψεις για την οικογένεια, πίνοντας λίγο παραπάνω και περιπλανώμενοι στους δρόμους, όπου συναντήσαμε τον Ταγματάρχη μας, τον οποίο στο σκοτάδι είχαμε περάσει για έναν από εμάς, με τα επακόλουθα παρεξηγήσεων που ο ανώτερός μας αντιμετώπισε με χιούμορ. Σκόνταψα σε ένα πεζοδρόμιο που δεν είχα δει και τραυμάτισα αρκετά τον αστράγαλό μου, γι’ αυτό αναγκάστηκα να επιστρέψω στον στρατώνα.
Μεγάλο μέρος του στρατεύματος, μαζί με ορισμένους αξιωματικούς, είχε παραμείνει στον στρατώνα σε κατάσταση επιφυλακής, όπως και στο Διοικητήριο της φρουράς μέσα στην πόλη, για να αποφευχθεί κάποια δυσάρεστη έκπληξη από τους αντάρτες, οι οποίοι θα μπορούσαν να επιχειρήσουν κάποιο αιφνιδιαστικό χτύπημα εκμεταλλευόμενοι τη νύχτα της γιορτής. Την ημέρα των Χριστουγέννων, καθώς είχε πρηστεί ο αριστερός μου αστράγαλος, έμεινα στο κρεβάτι με κομπρέσες και κάποιο παυσίπονο.
30 Δεκεμβρίου:
«…σήμερα φτάσαμε στη νέα μας έδρα (Αρχάγγελος), όπου θα τακτοποιηθούμε μέχρι αύριο. Από πλευράς υγείας είμαι καλά. Προς το παρόν όλες οι άδειες έχουν ανασταλεί». Στρατοπέδευση στον Αρχάγγελο. Προσωπικές αναμνήσεις, ξεθωριασμένες από τον χρόνο….(Συνεχίζεται)
Στη φωτογραφία από το ίδιο βιβλίο, ο συγγραφέας με τον ανθυπολοχαγό Μόρο στον στρατώνα. Άρτα 1943
Ένα ιδιαίτερο εύρημα έρχεται να φωτίσει την Άρτα μιας άλλης εποχής. Πρόκειται για ένα άγνωστο –μέχρι σήμερα– χειρόγραφο διήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα, γραμμένο το 1945.
Ο Κοτζιούλας, που πέρασε τα γυμνασιακά του χρόνια στην Άρτα, καταγράφει με τρόπο βιωματικό εικόνες από την παλιά πλατεία της πόλης, ανθρώπους, συνήθειες και το τοπίο όπως διαμορφώθηκε στα δύσκολα χρόνια μετά τον πόλεμο.
Παραθέτουμε το ξεκίνημα του διηγήματος:
«ΠΑΛΙΑ ΠΛΑΤΕΙΑ»
Χρόνια και χρόνια πέρασαν από τότε. Ήτανε μαθητής ακόμα, πήγαινε εκεί με τους άλλους για γυμναστική. Ο γυμναστής ήταν ένας ανόρεχτος άνθρωπος, κοίταζε πότε να περάσει η ώρα. Μάζευε γύρω του ένα μικρό κύκλο και τους εξηγούσε, τους έλεγε. Οι ασκήσεις λοιπόν γινόταν με τα λόγια, καναδυό πετούσαν για γούστο και λιθάρι παριστάνοντας το δισκοβόλο. Οι πιο πολλοί διάβαζαν παράμερα τα μαθήματά τους για τ’ απόγεμα ή κάθονταν κάτω απ’ τον πλάτανο και γελούσαν, έριχναν πετραδάκια στους άλλους.
Τώρα έχουν αλλάξει όλα στην πλατεία. Ο πλάτανος που ήταν στην άκρη, δεν υπάρχει πια. Θα τον συνεπήρε ο πόλεμος κι αυτόν, η κατεβασιά που πέρασε από δω. Το μεγάλο χτίριο από πίσω ερειμώθηκε σχεδόν. Άλλοτε χρησίμευε για νοσοκομείο, τώρα δεν μπορεί να καθίσει άνθρωπος μέσα. Στη μπροστινή μεριά πάλι, κάτω απ’ το δρομάκι, στα χρόνια τα δικά του ήταν ένα σπίτι χαμηλό, με περιβόλι μπροστά του. Θυμάται ακόμα δυο αδέλφια καλοκαμωμένα, ένα αγόρι και μια κοπέλα, που έμεναν εκεί. Τώρα δεν έμεινε παρά το περιβόλι με κάμποσες πορτοκαλιές· απ’ το σπίτι και τους ανθρώπους ούτε σημάδι.
Μονάχα το ποτάμι, πέρα, κυλάει όπως πρώτα ανάμεσα στην αμμουδιά. Γυναίκες πάνε κι έρχονται παραδώθε, στο αυλάκι, να πάρουν νερό. Άλλοι γυρίζουν φορτωμένοι ξύλα χοντρά που βγήκαν στο γιαλό.
Μια μέρα πήγε κι ο ίδιος ως εκεί. Σεργιανούσε πέρα δώθε, σα να περίμενε κι αυτός κάτι απ’ το ποτάμι. Φτωχοί άνθρωποι λιάνιζαν κούτσουρα με το τσεκούρι γιατί δεν μπορούσαν να τα σηκώσουν ακέρια. Κοπέλες ξυπόλητες έβγαζαν από μέσα ρίζες πλατανιών που είχαν σκεπαστεί απ’ την άμμο. Τους κοίταζε έναν-έναν, σκυμμένους με κόπο, και του φαίνονταν σαν όρνια που είχαν πέσει σ’ ένα άψυχο κορμί. Στην απέναντι πλευρά έβοσκε ένα κοπάδι…”. (Από το πολύτιμο αρχείο του Γ. Σιούλα, που διασώζει σπάνιο υλικό.)
Το χειρόγραφο, γραμμένο το 1945, αποτελεί μια σπάνια μαρτυρία για την Άρτα της εποχής, αποτυπώνοντας όχι μόνο τον χώρο, αλλά και τη βαθιά αλλαγή που έφερε ο πόλεμος στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Με θλίψη έγινε γνωστή η είδηση της απώλειας της Κικής Σακκά, της γυναίκας που έγραψε ιστορία ως η πρώτη Δήμαρχος Αρταίων.
Η πορεία της προς τη δημαρχία συνδέθηκε με μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της πόλης. Στις 5 Δεκεμβρίου 1981, ο δήμαρχος Ν. Σιμετζής και η σύζυγός του Πολύμνια χάνουν τη ζωή τους σε τροχαίο δυστύχημα, βυθίζοντας την Άρτα σε βαρύ πένθος.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 20 Δεκεμβρίου 1981, το Δημοτικό Συμβούλιο συνεδριάζει για την εκλογή νέου δημάρχου. Μετά από τρεις ψηφοφορίες, η Κική Σακκά εκλέγεται με 5 ψήφους, έναντι τεσσάρων που συγκέντρωσαν οι Σπύρος Ζαρκαλής και Δημήτρης Τρομπούκης. Έτσι, γίνεται η πρώτη γυναίκα που αναλαμβάνει το αξίωμα του Δημάρχου στην ιστορία του Δήμου Αρταίων.
Η θητεία της υπήρξε σύντομη, ωστόσο η παρουσία της χαρακτηρίστηκε από σεμνότητα, υπευθυνότητα και ήθος. Υπηρέτησε τον Δήμο αθόρυβα, έντιμα και με διαφάνεια, αφήνοντας ένα παράδειγμα δημόσιας προσφοράς που δεν συνδέεται με τη διάρκεια, αλλά με την ποιότητα της στάσης ζωής.
Η φωτογραφία αποτυπώνει τη στιγμή της ορκωμοσίας της στο παλιό Δημαρχείο Άρτας, ένα ιστορικό στιγμιότυπο που σηματοδοτεί μια νέα εποχή για τη συμμετοχή των γυναικών στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Μια σπάνια και ιδιαίτερα συγκινητική φωτογραφία της ποδοσφαιρικής ομάδας ΑΕΤΟΣ Άρτης, που μας ταξιδεύει σε μια άλλη εποχή – τότε που το ποδόσφαιρο ήταν πάνω απ’ όλα πάθος, παρέα και τοπική περηφάνια.
Η ακριβής τοποθεσία της λήψης δεν είναι γνωστή, ωστόσο τα στοιχεία του φόντου –παλιά κτίρια, λεωφορείο της εποχής και καφενείο– παραπέμπουν έντονα σε κάποια πλατεία, μάλλον στην πλατεία του Πέτα, όπου η κοινωνική ζωή του χωριού χτυπούσε δυνατά.
Τάκης Παπαρούνης – εκ των ιδρυτών, η ψυχή της ομάδας
Ο ΑΕΤΟΣ Άρτης δεν ήταν απλώς μια ομάδα· ήταν μια κοινότητα ανθρώπων που συνέδεαν το ποδόσφαιρο με τη ζωή τους. Άνθρωποι από διαφορετικά επαγγέλματα –στρατιωτικοί, ναυτικοί, δημόσιοι λειτουργοί– ενώνονταν κάτω από την ίδια φανέλα, με κοινό στόχο την αγάπη για το παιχνίδι και την εκπροσώπηση της πόλης. Η παρουσία ιδρυτικών μελών στη φωτογραφία, όπως ο Μπλάτσας και ο Παπαρούνης, μαρτυρά πως πρόκειται για μια περίοδο όπου η ομάδα διαμορφωνόταν όχι μόνο αγωνιστικά αλλά και ως θεσμός στην τοπική κοινωνία. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)
Η φωτογραφία αυτή αποτυπώνει μια νεανική παρέα στην εξοχή, κοντά στην Άρτα, σε μια εποχή που η Πρωτομαγιά αποτελούσε αφορμή για συλλογική έξοδο στη φύση, γιορτή της άνοιξης και της ζωής. Τα στεφάνια από λουλούδια, τα χαμόγελα και η απλότητα των στιγμών μαρτυρούν έναν κόσμο πιο αθώο και δεμένο με τη γη και τις παραδόσεις.
Οι νέοι της εποχής, με τα ποδήλατά τους και την ανεπιτήδευτη κομψότητα της καθημερινότητάς τους, φαίνεται να γιορτάζουν όχι μόνο τον ερχομό του Μαΐου, αλλά και την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της.
Τέτοιες εικόνες δεν είναι μόνο αναμνήσεις. Είναι μικρά κομμάτια της ζωής του τόπου μας, που μας θυμίζουν τη συντροφικότητα, την επαφή με τη φύση και τις απλές χαρές εκείνης της εποχής.
Η ίδια στιγμή… με χρώμα
Η επιχρωματισμένη εκδοχή της φωτογραφίας μάς φέρνει ακόμη πιο κοντά σε εκείνη την ημέρα. Τα πρόσωπα και η φύση αποκτούν νέα ζωντάνια, σαν να ζωντανεύει μπροστά μας μια στιγμή από το παρελθόν.
Φωτογραφία από το αρχείο του Σταύρου Μαστοράκη, ενός από τους νέους της παρέας. Επιχρωματισμένη εκδοχή — μια πιο ζωντανή ματιά στην Πρωτομαγιά εκείνων των χρόνων.
Η φωτογραφία αποτυπώνει μια μεγάλη παρέα συγγενών και φίλων, συγκεντρωμένων την Πρωτομαγιά του 1957 στο Μάι-Θανάση, ένα εκκλησάκι στο Πλατανόρεμα της Άρτας που για χρόνια αποτελούσε σημείο συνάντησης για πολλές αρτινές οικογένειες. Εκεί, μέσα στη φύση, γιορταζόταν η άνοιξη με φαγητό, κουβέντα και συντροφιά.
Σήμερα, ο τόπος αυτός έχει σιωπήσει, καθώς βρίσκεται βυθισμένος στα νερά της τεχνητής λίμνης του Πουρναρίου. Ωστόσο, μέσα από τέτοιες εικόνες, οι μνήμες παραμένουν ζωντανές.
Στη φωτογραφία διακρίνονται μέλη της οικογένειας Σερβετά, μαζί με συγγενείς και φίλους: Μενέλαος & Ευρύκλεια Σερβετά με τα παιδιά τους Σόλωνα και Γιάννη, Βαγγέλης & Κωσταντούλα Καρατζά με τις κόρες τους Σοφία και Βιβή, Γεώργιος & Άρτεμη Σερβετά, Θωμάς & Αγγελική Σερβετά, Γιάννης & Ευδοκία Σερβετά, Πηνελόπη Σερβετά με τον σύζυγό της Αλέξανδρο Πρίντζο και τις κόρες τους Ηλέκτρα, Ευρύκλεια και Αθανασία, Κωνσταντίνος Μανούσης (υπάλληλος Ο.Τ.Ε.), Γώγος, Γεώργιος Μπόλας με τη σύζυγό του Αγγελική Μανούση και τον γιο τους Μάξιμο, καθώς και ο Τηλέμαχος Μανούσης.
Τέτοιες στιγμές αποτυπώνουν την αξία της οικογένειας, της παρέας και της κοινής γιορτής — εικόνες μιας άλλης εποχής, που συνεχίζουν να μας συγκινούν. (Φωτογραφία από το αρχείο της Σοφίας Καρατζά, Παρουσίαση: Κ. Μπανιάς)
Η φωτογραφική αυτή κάρτα, από το αρχείο της Κλαίρης Βάφια – Μπανταλούκα, μας φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με τον Κώστα Κρυστάλλη. Νεαρός, με βλέμμα ήρεμο και σταθερό, κρατά στο χέρι του ένα βιβλίο, ενώ το καπέλο ακουμπά χαλαρά δίπλα του — σαν μια λεπτομέρεια καθημερινότητας που έγινε μνήμη.
Η στάση του, λιτή αλλά προσεγμένη, αποπνέει την ευγένεια και τη σεμνότητα που συναντά κανείς και στο έργο του. Δεν είναι η εικόνα ενός «επίσημου» λογοτέχνη, αλλά ενός νέου ανθρώπου που κουβαλά μέσα του τον κόσμο της υπαίθρου, της Ηπείρου, της ζωής.
Στην πίσω όψη της κάρτας, λίγες γραμμές — σχεδόν δυσανάγνωστες σήμερα — μαρτυρούν μια προσωπική στιγμή, μια επικοινωνία που χάθηκε στον χρόνο, αλλά διασώζει την ανθρώπινη παρουσία πίσω από το όνομα.
Τέτοια τεκμήρια δεν είναι απλώς εικόνες· είναι μικρά παράθυρα σε έναν κόσμο που έφυγε νωρίς — όπως και ο ίδιος ο Κρυστάλλης, που δεν πρόλαβε να δει το έργο του να παίρνει τη θέση που του άξιζε.
Με αφορμή τη σημερινή εκδήλωση στην Άρτα, αφιερωμένη στον Κώστα Κρυστάλλη, παρουσιάζουμε ένα ιδιαίτερα συγκινητικό τεκμήριο από το πολύτιμο αρχείο του Γ. Σιούλα: την τελευταία του επιστολή.
Το γράμμα αυτό, γραμμένο στην Κέρκυρα και χρονολογημένο στις 3 Μαρτίου 1894, ανήκει στις τελευταίες λέξεις του ποιητή που σώθηκαν. Λίγες μόνο εβδομάδες αργότερα, στις 22 Απριλίου 1894, ο Κρυστάλλης θα αφήσει την τελευταία του πνοή στην Άρτα, σε ηλικία μόλις 26 ετών.
Μέσα από τις λιτές γραμμές της επιστολής, διακρίνεται η απλότητα και η ανθρώπινη πλευρά του δημιουργού. Δεν πρόκειται για ένα «λογοτεχνικό» κείμενο, αλλά για μια αυθόρμητη μαρτυρία της καθημερινότητας, που αποκτά σήμερα ιδιαίτερο βάρος, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για τις τελευταίες του σκέψεις που αποτυπώθηκαν στο χαρτί.
Ο πρόωρος χαμός του στέρησε από τα ελληνικά γράμματα μια φωνή αυθεντική και βαθιά δεμένη με την ηπειρώτικη γη. Και όμως, το έργο του πρόλαβε να χαραχτεί στη μνήμη και να διασώσει τον κόσμο της υπαίθρου με μια τρυφερότητα σπάνια.
Το ελαφρύ χώμα της Άρτας τον σκέπασε, αλλά η φωνή του παραμένει ζωντανή — σε κάθε λέξη, σε κάθε μνήμη, σε κάθε τέτοιο μικρό, πολύτιμο τεκμήριο.
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.