Οι μουσικοί με το βιολί και το κλαρίνο, καθισμένοι ανάμεσα στους πανηγυριώτες, θυμίζουν μια εποχή όπου η μουσική δεν είχε ακόμη μεταφερθεί στην εξέδρα, αλλά αποτελούσε μέρος της ίδιας της παρέας και του γλεντιού. Μια όμορφη εικόνα της κοινωνικής ζωής και της μουσικής παράδοσης των Τζουμέρκων. Αρχείο Ελεάνας Ντζίμα.
Μια άγνωστη μαρτυρία του Jules Blancard για τους χορούς, τους μουσικούς και τα κλέφτικα τραγούδια
Για τα πανηγύρια της Άρτας στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας γνωρίζουμε πολύ λιγότερα απ’ όσα θα θέλαμε. Οι γιορτές αυτές ασφαλώς υπήρχαν και αποτελούσαν μέρος της ζωής των τοπικών κοινωνιών, όμως οι γραπτές μαρτυρίες που μας επιτρέπουν να δούμε πώς πραγματικά γίνονταν — ποιοι συμμετείχαν, ποιοι έπαιζαν μουσική, πώς χόρευαν, τι τραγουδούσαν, ακόμη και πώς υποδέχονταν έναν ξένο — είναι εξαιρετικά σπάνιες.
Γι’ αυτό έχει ξεχωριστή αξία μια αφήγηση του 1844 που εντόπισα στο κείμενο ενός Γάλλου περιηγητή. Ο Jules Blancard δεν αναφέρει απλώς ότι συνάντησε ένα πανηγύρι έξω από την Άρτα. Βρέθηκε μέσα στη γιορτή και κατέγραψε όσα είδε και άκουσε. Από όσο έχει δείξει μέχρι σήμερα η έρευνά μου, δεν έχω εντοπίσει άλλη τόσο πρώιμη και λεπτομερή μαρτυρία για πανηγύρι στην περιοχή της Άρτας κατά την οθωμανική περίοδο.
Ο Blancard, που έζησε για ένα διάστημα στα Γιάννενα και δίδαξε στη Ζωσιμαία Σχολή, πραγματοποίησε το 1844 μια μεγάλη περιήγηση στην Ήπειρο. Πέρασε από το Ζαγόρι και το Σούλι, έφθασε στην Άρτα και συνέχισε προς την Πρέβεζα και τη Βόνιτσα. Την περιήγησή του δημοσίευσε λίγα χρόνια αργότερα, το 1847, στη γαλλική Revue de l’Orient.
Στην επιστροφή περνά και πάλι από την Άρτα. Χαιρετά τον γιατρό Κροκίδα, που είχε γνωρίσει κατά την πρώτη παραμονή του στην πόλη, και συνεχίζει βιαστικά προς ένα γειτονικό χωριό.
Και εκεί βρίσκεται ξαφνικά μέσα σε ένα πανηγύρι.
«C’était la Panégyris, la fête locale du lieu», γράφει: «Ήταν η Πανήγυρις, η τοπική γιορτή του τόπου». Και προσθέτει ότι είναι γνωστό πόσος κόσμος συγκεντρώνεται σε τέτοιες γιορτές, «ιδίως αν πρόκειται για κάποια Παναγία προς την οποία υπάρχει μεγάλη ευλάβεια».
Δεν μας λέει το όνομα του χωριού. Η διαδρομή του όμως επιτρέπει μια ενδιαφέρουσα υπόθεση.
Ο παλιός δρόμος από την Άρτα προς τα Γιάννενα, αφού περνούσε το γεφύρι του Αράχθου, ακολουθούσε τη δεξιά όχθη και έφθανε πρώτα στο Μαράτι. Εκεί, λίγο πριν από το Ιμαρέτ του Φαΐκ πασά για όποιον ερχόταν από την Άρτα, βρισκόταν η Παναγία Ελεούσα, ναός κτισμένος το 1740, που πανηγυρίζει στις 23 Αυγούστου, στα Εννιάμερα της Παναγίας. Μια ακόμη αξιοπρόσεκτη σύμπτωση είναι ότι στο καμπαναριό του ναού σώζεται η χρονολογία 1844. Έτσι, το Μαράτι και η Παναγία Ελεούσα παραμένουν μια πολύ ισχυρή πιθανότητα για το «γειτονικό χωριό» και το πανηγύρι που συνάντησε αμέσως μετά την Άρτα.
Ο κοτζάμπασης, οι ψάλτες και οι μουσικοί
Το χωριό ήταν γεμάτο κόσμο. Η εμφάνιση δύο ξένων μέσα στο πανηγύρι προκάλεσε αμέσως περιέργεια. Ένας παλικαράς τούς παρουσίασε ως συγγενείς των Ευρωπαίων προξένων: ο ένας, είπε, ήταν ανιψιός του Saunders, του Άγγλου προξένου της Πρέβεζας, και ο άλλος συγγενής του Γάλλου προξένου.
Οι ιδιότητες ήταν επινοημένες. Αρκούσαν όμως για να συμβεί κάτι που ο Blancard περιγράφει με εξαιρετική ζωντάνια.
Έρχεται να τους υποδεχθεί σχεδόν ολόκληρο το χωριό, με «le codja-bachi en tête» — «τον κοτζάμπαση επικεφαλής». Μαζί του έρχονται και οι μουσικοί.
Εδώ ο Blancard αφήνει μια μικρή αλλά πολύτιμη λεπτομέρεια. Τους χαρακτηρίζει musiciens και μέσα σε παρένθεση γράφει: «ψάλται, bohémiens». Την πρώτη λέξη τη γράφει ο ίδιος ελληνικά.
Λίγο αργότερα, όταν αρχίζει ο χορός, οι bohémiens επανεμφανίζονται με μια άλλη ονομασία της εποχής: Égyptiens. Οι δύο γαλλικοί όροι χρησιμοποιούνταν τότε για τους Ρομά. Και αυτή τη φορά ο ρόλος τους είναι σαφής: αυτοί παρέχουν τη μουσική που συνοδεύει τον χορό.
Μέσα λοιπόν σε λίγες λέξεις εμφανίζονται στον ίδιο χώρο οι ψάλτες και οι Ρομά μουσικοί. Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς έκαναν οι ψάλτες κατά την υποδοχή ούτε ποια όργανα έπαιζαν οι δεύτεροι — και δεν πρέπει να συμπληρώσουμε όσα ο Blancard δεν μας λέει.
Οι γραπτές πληροφορίες που διαθέτουμε για τους παλιούς οργανοπαίχτες της Άρτας είναι ελάχιστες. Στις αρχές του 20ού αιώνα συναντούμε πλέον αναφορά στους «οργανοπαίχτες της Άρτας» που κατοικούσαν στα κελιά της Παρηγορήτισσας. Ο Blancard μάς μεταφέρει αρκετές δεκαετίες νωρίτερα και μας αφήνει μια συγκεκριμένη σκηνή: Ρομά μουσικοί παίζουν για τον χορό σε ένα θρησκευτικό πανηγύρι κοντά στην πόλη.
Ο χορός και ο πρωτοχορευτής
Ίσως όμως το ωραιότερο μέρος της αφήγησης είναι ο χορός. Ο Blancard δεν αρκείται στο συνηθισμένο «οι χωρικοί χόρευαν». Κοιτάζει πώς χορεύουν.
Οι νέοι σχηματίζουν σειρά και πιάνονται από τα χέρια ή συνδέονται μεταξύ τους με μαντίλια. Και τότε η προσοχή του στρέφεται σ’ εκείνον που οδηγεί τον χορό.
Ο πρωτοχορευτής αποχωρίζεται κινητικά από τους άλλους και αρχίζει να εκτελεί τις δικές του κινήσεις μπροστά στη σειρά. Ολόκληρη η αλυσίδα κινείται πίσω του και τον ακολουθεί.
Για όποιον γνωρίζει τους παλιούς κλέφτικους χορούς, η εικόνα είναι εντυπωσιακά οικεία: η σειρά παραμένει ενωμένη, ενώ ο πρώτος χορευτής διαθέτει μεγαλύτερη ελευθερία και εκτελεί τις ιδιαίτερες φιγούρες του.
Ο Blancard δεν δίνει συγκεκριμένη ονομασία στον χορό και δεν θα ήταν σωστό να την προσθέσουμε εμείς. Γράφει ότι ζήτησε να δει έναν «αλβανικό χορό».
Και εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση για τον σημερινό αναγνώστη. Η «Αλβανία» των δυτικοευρωπαϊκών γεωγραφικών κειμένων των αρχών του 19ου αιώνα δεν ταυτίζεται με τα σύνορα του σημερινού αλβανικού κράτους. Ο όρος χρησιμοποιούνταν και για ευρύτερες περιοχές της Ηπείρου. Ο Blancard, άλλωστε, βρίσκεται εκείνη τη στιγμή έξω από την Άρτα. Περισσότερο από την ονομασία, επομένως, ενδιαφέρει η περιγραφή.
Και ο ίδιος μάς οδηγεί ακόμη πιο κοντά στον κλέφτικο κόσμο. Θεωρεί αυτούς τους χορούς μιμητικούς και γράφει ότι αναπαριστούν σκηνές της ιδιωτικής ζωής ή της «vie khleptique» — της κλέφτικης ζωής, την οποία αμέσως επεξηγεί ως πολεμική ζωή. Η σύνδεση με τον κλέφτικο κόσμο δεν είναι λοιπόν μόνο μια σημερινή δική μας σκέψη. Την κάνει ο ίδιος ο άνθρωπος που παρακολουθεί τον χορό.
Οι γυναίκες χορεύουν — τα κορίτσια κρύβονται
Μια ακόμη φράση του Blancard ανοίγει ένα μικρό παράθυρο στην κοινωνία της εποχής:
«Οι γυναίκες εξακολουθούν βέβαια να χορεύουν, ενώ τα νεαρά κορίτσια μένουν κρυμμένα· εδώ όμως δεν υπήρχαν γυναίκες».
Η παρατήρηση δεν αφορά αποκλειστικά το συγκεκριμένο πανηγύρι. Αντίθετα, επειδή εδώ δεν υπήρχαν γυναίκες στην ομάδα που τον υποδέχθηκε, ο Blancard φαίνεται να μεταφέρει κάτι που είχε παρατηρήσει γενικότερα στα ταξίδια του: οι γυναίκες μπορούσαν να συμμετέχουν στον δημόσιο χορό, ενώ τα νεαρά κορίτσια παρέμεναν περισσότερο προστατευμένα από τα βλέμματα. Μια μικρή λεπτομέρεια, που μας θυμίζει ότι ακόμη και μέσα στον ανοιχτό και δημόσιο χώρο ενός πανηγυριού δεν συμμετείχαν όλοι με τον ίδιο τρόπο.
Τσιμπούκι, καφές, γλυκό — και πλύσιμο των ποδιών
Μετά τον χορό οι ξένοι γίνονται φιλοξενούμενοι του χωριού.
Τους προσφέρουν τσιμπούκι, καφέ και γλυκό. Έπειτα προτείνουν ακόμη και να τους πλύνουν τα πόδια. Ο Blancard αρνείται, προσέχει όμως πολύ τον τρόπο της άρνησής του, ώστε να μην προσβάλει τους οικοδεσπότες.
Και αυτή η μικρή σκηνή είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο παρατηρεί τον τόπο που επισκέπτεται. Δεν προσέχει μόνο δρόμους, μνημεία και τοπία. Προσέχει τους ανθρώπους και τις συμπεριφορές τους: πώς προσφέρεται η φιλοξενία, τι αναμένει ο οικοδεσπότης και πώς πρέπει να κινηθεί ο ξένος μέσα σε έναν κώδικα που δεν είναι δικός του. Γι’ αυτό και οι περιγραφές του μας φέρνουν τόσο κοντά στην καθημερινή ζωή της εποχής.
Και τότε ακούγονται τα κλέφτικα
Καθώς περνά η ώρα, η γιορτή γίνεται όλο και πιο ζωηρή.
Οι χωρικοί, πιστεύοντας ότι οι δύο ξένοι είναι συγγενείς των προξένων, αρχίζουν τις προπόσεις. Πίνουν στην υγεία των προξένων, στη Φραγκιά, στην ελληνική ελευθερία και φθάνουν ακόμη και σε ευχές εναντίον των Τούρκων.
Και όλα αυτά συμβαίνουν στην οθωμανική ακόμη περιοχή της Άρτας.
Δεν χρειάζεται βέβαια να μετατρέψουμε τις φωνές μιας νύχτας πανηγυριού σε οργανωμένη πολιτική διακήρυξη. Υπάρχει κρασί, ενθουσιασμός και δύο ξένοι που οι χωρικοί θεωρούν συνδεδεμένους με ευρωπαϊκά προξενεία. Η μαρτυρία όμως παραμένει εντυπωσιακή: μέσα στη γιορτή εκφράζονται αισθήματα που στην καθημερινότητα δύσκολα θα διατυπώνονταν τόσο ανοιχτά.
Και τότε αρχίζουν τα κλέφτικα τραγούδια. Ο Blancard γράφει:
«Les chansons des Khleptes […] se poursuivent bien avant dans la nuit…»
«Τα τραγούδια των Κλεφτών […] συνεχίζονται ως βαθιά μέσα στη νύχτα…»
Προσθέτει μάλιστα ότι τα κλέφτικα τραγούδια τα τραγουδούσαν ακόμη και οι «Τούρκοι» στην Αλβανία, «χωρίς να γνωρίζουν πολύ καλά τι τραγουδούν».
Η παρατήρηση είναι γενική και δεν αφορά ειδικά τους μουσουλμάνους της Άρτας. Είναι όμως μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία για το πώς τέτοια τραγούδια μπορούσαν να κυκλοφορούν πέρα από τα όρια μιας μόνο κοινότητας.
Τι μας άφησε τελικά ο Blancard;
Οι θρησκευτικές γιορτές στην οθωμανική Ήπειρο ασφαλώς δεν αρχίζουν με τον Blancard.
Από την Ήπειρο υπάρχουν παλαιότερες ανάλογες εικόνες. Ο Leake είχε δει κοντά στα Γιάννενα τεράστιο πλήθος σε γιορτή του Αγίου Ιωάννη: ανθρώπους με τα καλά τους, ψητά αρνιά, κρασί, τραγούδι και κυκλικούς χορούς. Σε άλλη πανήγυρη παρατήρησε ότι ορισμένοι δανείζονταν ή νοίκιαζαν ακόμη και τα λαμπρά ενδύματα που φορούσαν ειδικά για τη γιορτή.
Για την περιοχή της Άρτας όμως η μαρτυρία του Blancard είναι, από όσο έχει δείξει μέχρι σήμερα η έρευνά μου, η παλαιότερη τόσο λεπτομερής περιγραφή ενός θρησκευτικού πανηγυριού που έχω εντοπίσει.
Και αυτό έχει τη σημασία του. Γιατί άλλο είναι να γνωρίζουμε ότι γινόταν μια γιορτή και άλλο να έχουμε κάποιον παρόντα που να μας περιγράφει πώς γινόταν. Ο Blancard δεν μας άφησε απλώς την πληροφορία ότι κάπου έξω από την Άρτα γινόταν ένα πανηγύρι. Μας άφησε ανθρώπους μέσα σ’ αυτό.
Τον κοτζάμπαση που έρχεται επικεφαλής του χωριού. Τους ψάλτες και τους μουσικούς. Τους νέους πιασμένους από τα χέρια και τα μαντίλια. Τον πρώτο του χορού που ξεχωρίζει από τη σειρά. Το τσιμπούκι, τον καφέ και το γλυκό. Τις προπόσεις. Και, όσο προχωρά η νύχτα, τα κλέφτικα τραγούδια. Όλα αυτά δεν βρίσκονται σε μια μεταγενέστερη ανάμνηση για «τα παλιά πανηγύρια». Τα καταγράφει ένας άνθρωπος που βρέθηκε εκεί.
Και ίσως αυτό είναι που κάνει τη μικρή αφήγηση του Blancard τόσο γοητευτική. Για λίγες παραγράφους παύουμε να κοιτάζουμε την οθωμανική Άρτα από μακριά, μέσα από χρονολογίες, διοικητικά έγγραφα και περιγραφές μνημείων.
Ακούμε τη μουσική της.
Βλέπουμε τον πρώτο του χορού να ξεχωρίζει από τη σειρά.
Και κάπου μέσα στη νύχτα ακούμε ακόμη τα κλέφτικα τραγούδια.
Σημείωση: Το παρόν κείμενο βασίζεται σε υλικό από ευρύτερη έρευνά μου για τον Jules Blancard και τις περιηγήσεις του στην Ήπειρο, η οποία θα παρουσιαστεί σταδιακά σε επιμέρους εργασίες. Ειδικότερα, η μαρτυρία για το πανηγύρι προέρχεται από την υπό δημοσίευση εργασία μου για την περιήγησή του στην Άρτα και την Πρέβεζα, όπου θα παρατεθούν αναλυτικά οι πηγές και η σχετική βιβλιογραφία.
Σύμφωνα με την καταγραφή του Νίκου Β. Καρατζένη (Οι νομάδες κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων, Άρτα 1991), οι ελάχιστοι νομάδες κτηνοτρόφοι του Αθαμανίου μετακινούνταν κυρίως μέσα στα όρια της κοινότητάς τους και ξεχείμαζαν στο Κάτω Αθαμάνιο, ενώ ελάχιστοι έφταναν μέχρι την Άρτα.
Ο συγγραφέας αναφέρει ενδεικτικά τους εξής:
ΚΑΤΣΑΡΟΣ
Χρήστος – Κάτω Αθαμάνιο
ΜΠΑΣΙΟΥΚΑΣ
Γεώργιος Κωνσταντίνου – Κάτω Αθαμάνιο
Ιωάννης Δημητρίου – Κάτω Αθαμάνιο
Ναπολέων Χρήστου – Νεοχωράκι Πέτα
ΤΣΙΤΡΑΣ
Λάμπρος Γεωργίου – Μελάτες Άρτας
Ευάγγελος Γεωργίου – Κάτω Αθαμάνιο
ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ
Σωτήριος – Κάτω Αθαμάνιο
Ο Αθαμανιώτης Ναπολέων Μπασιούκας με τα πρόβατά του στο Νεοχωράκι Πέτα, λίγο πριν ξεκινήσει για τις θερινές βοσκές των Τζουμέρκων. Μάιος 1991. Πηγή: Νίκος Β. Καρατζένης, Η άνοδος των νομάδων των Πραμάντων στις βουνοκορφές της Πίνδου, Ιωάννινα, 2009.
Σύμφωνα με την καταγραφή του Νίκου Β. Καρατζένη (Οι νομάδες κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων, Άρτα 1991), οι τελευταίες νομαδικές κτηνοτροφικές οικογένειες από τα Θεοδώριανα και οι τόποι όπου ξεχειμώνιαζαν τα κοπάδια τους ήταν οι εξής:
Κοπάδι προβάτων φτάνει κατάκοπο στον Σταυρό. Στην άκρη δεξιά διακρίνεται η διάβαση «Αυτί». Πηγή: Νίκος Β. Καρατζένης, Η άνοδος των νομάδων των Πραμάντων στις βουνοκορφές της Πίνδου, Ιωάννινα, 2009.
Ανάμεσα στη Ζωσιμαία Σχολή και την École française d’Athènes
Η έρευνα για τον Jules Blancard ξεκίνησε από μια μικρή αναφορά του στην Άρτα και οδήγησε σταδιακά σε ένα πολύ ευρύτερο και, σε μεγάλο μέρος, άγνωστο υλικό για την παρουσία του στην Ήπειρο.
Η παρούσα εργασία είναι αφιερωμένη στα χρόνια που ο Γάλλος λόγιος έζησε και δίδαξε στα Γιάννενα. Μέσα από την αλληλογραφία και τις μεταγενέστερες αναμνήσεις του ανασυντίθενται η σχέση του με τη Ζωσιμαία Σχολή και τους μαθητές του, οι επαφές του με τη γιαννιώτικη κοινωνία, τον οθωμανικό κόσμο της πόλης και το γαλλικό προξενικό περιβάλλον.
Αποτελεί την πρώτη δημοσίευση μιας σειράς εργασιών για τον Jules Blancard. Θα ακολουθήσουν ξεχωριστές εργασίες για τις περιηγήσεις του στην Ήπειρο(Ζαγόρι, Σούλι και Άρτα – Πρέβεζα).
Παλιές μαρτυρίες για τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη στην Άρτα
Ο Κίτσος Μπότσαρης, πατέρας του Μάρκου Μπότσαρη, ήταν ένας από τους λίγους που κατόρθωσαν να διαφύγουν από την καταστροφή του Σέλτσου, τον Απρίλιο του 1804. Από τους Σουλιώτες και τις οικογένειές τους που είχαν καταφύγει εκεί μετά την πτώση του Σουλίου, ελάχιστοι σώθηκαν. Ανάμεσά τους ήταν και ο Κίτσος, που κατάφερε να ξεφύγει μαζί με μια μικρή ομάδα ανδρών.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1813, η ζωή του θα τελείωνε βίαια. Για τον θάνατό του υπάρχουν διαφορετικές αφηγήσεις: για τους ανθρώπους που τον σκότωσαν, για τον ρόλο του Αλή Πασά, ακόμη και για τον τόπο της δολοφονίας.
Εδώ όμως υπάρχει κάτι που μου κίνησε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Μερικές από τις παλαιότερες μαρτυρίες που σώζονται τοποθετούν τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη στην Άρτα. Και ανάμεσά τους βρίσκονται πηγές αρκετά πρώιμες και σήμερα μάλλον λίγο γνωστές.
Μία από αυτές κρύβεται μέσα σε ένα δημοτικό τραγούδι:
«Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Άρτας το γιοφύρι, το ’να τηράει τα Γιάννινα, τ’ άλλο κατά το Σούλι, το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέγει…»
Έτσι αρχίζει το τραγούδι για τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη.
Η συνέχεια είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα για την Άρτα. Ο Κίτσος, σύμφωνα με το τραγούδι, είχε ξεκινήσει για τα Γιάννενα και επρόκειτο να πάει στο Βουργαρέλι για να εισπράξει χρήματα που του οφείλονταν. Στον δρόμο όμως πέρασε από την Άρτα:
«Κι από την Άρτα διάβηκε κονάκι να του κάμουν, κι ευθύς κονάκι τώκαμαν στου παπουτσή του Ρίζου…»
Εκεί, την ώρα που είχε στρωθεί το τραπέζι, δέχθηκε τρεις πυροβολισμούς. Ο τρίτος, «ο φαρμακερός», ήταν ο θανάσιμος.
Το τραγούδι δεν είναι κάποια όψιμη αρτινή παράδοση. Είχε ήδη δημοσιευθεί το 1825 από τον Γάλλο λόγιο Claude Fauriel στα Chants populaires de la Grèce moderne, μόλις δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη. Αργότερα πέρασε και σε άλλες συλλογές δημοτικών τραγουδιών. Το 1964 το περιοδικό Σκουφάς της Άρτας το αναδημοσίευσε, με παραπομπή στον Fauriel, κάτω από τον χαρακτηριστικό τίτλο «Τραγούδια του τόπου μας».
Η γεωγραφία του τραγουδιού αξίζει προσοχή. Αναφέρονται τρεις τόποι — Γιάννινα, Βουργαρέλι, Άρτα — αλλά δεν έχουν την ίδια θέση στην αφήγηση. Τα Γιάννινα και το Βουργαρέλι βρίσκονται μπροστά του, στη διαδρομή που σκοπεύει να ακολουθήσει. Στην Άρτα περνά, εκεί καταλύει και εκεί δέχεται τους πυροβολισμούς.
Θα μπορούσε βέβαια κανείς να πει ότι πρόκειται για δημοτικό τραγούδι και όχι για ιστορικό χρονικό. Το ενδιαφέρον όμως μεγαλώνει όταν δίπλα του τοποθετήσουμε μια εντελώς διαφορετική μαρτυρία, δημοσιευμένη την ίδια ακριβώς χρονιά.
Μια απροσδόκητη μαρτυρία από την Ολλανδία
Το 1825 το ολλανδικό περιοδικό Vaderlandsche Letteroefeningen δημοσίευσε μια βιογραφική παρουσίαση του Μάρκου Μπότσαρη. Η φήμη του Μάρκου είχε ήδη ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα και ο Ολλανδός συντάκτης τον παρουσίαζε ως τον «Λεωνίδα της αναγεννημένης Ελλάδας».
Μέσα στη βιογραφία του γιου υπάρχει όμως και μια σύντομη αναφορά στον πατέρα του.
Σύμφωνα με την ολλανδική αφήγηση, μετά από χρόνια υπηρεσίας του Κίτσου στα γαλλοκρατούμενα Επτάνησα, άνθρωποι που παρουσιάζονται ως μυστικοί απεσταλμένοι του Αλή Πασά τον έπεισαν να εμπιστευθεί τις υποσχέσεις του και να επιστρέψει στην Ήπειρο. Και τότε το κείμενο γίνεται απολύτως συγκεκριμένο: ο Κίτσος πείστηκε να μεταβεί στην Άρτα, όπου δολοφονήθηκε τον Ιανουάριο του 1813.
Η ολλανδική αφήγηση περιέχει και στοιχεία που χρειάζονται επιφύλαξη. Εμπλέκει Άγγλους πράκτορες και συνδέει την υπόθεση με την αγγλική κατάληψη των Επτανήσων, ενώ η χρονολόγηση που δίνει γι’ αυτήν παρουσιάζει προβλήματα. Δεν μπορούμε επομένως να θεωρήσουμε όλες τις λεπτομέρειές της ιστορικά εξακριβωμένες.
Για το ερώτημα όμως που μας απασχολεί, ένα πράγμα παραμένει εντυπωσιακό. Το 1825, σε ένα ολλανδικό περιοδικό, ο θάνατος του Κίτσου Μπότσαρη τοποθετείται ρητά στην Άρτα.
Έχουμε επομένως την ίδια χρονιά δύο πηγές εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα. Ένα ελληνικό δημοτικό τραγούδι δημοσιευμένο στο Παρίσι και ένα ολλανδικό περιοδικό. Οι αφηγήσεις τους διαφέρουν σημαντικά, αλλά συναντώνται σε ένα σημείο: στην Άρτα ως τόπο του θανάτου του Κίτσου Μπότσαρη.
Ο Blancard στο Σούλι, το 1846
Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα η Άρτα εμφανίζεται και σε μια άλλη, πολύ λιγότερο γνωστή αφήγηση.
Το 1846 ο Γάλλος Jules Blancard, καθηγητής τότε στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων, περιηγήθηκε στο Σούλι και δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στη γαλλική Revue de l’Orient. Καθώς περπατά ανάμεσα στα ερείπια, παρεμβάλλει στην περιγραφή του ιστορίες για τους Σουλιώτες και τους πολέμους τους με τον Αλή Πασά.
Σε μία από αυτές γράφει ότι ο Αλή Πασάς κατόρθωσε να υποτάξει τους Σουλιώτες χρησιμοποιώντας τη διαφθορά. Αναφέρει ως παράδειγμα «τον πατέρα των Μποτσαραίων», ο οποίος εγκατέλειψε την πατρίδα του παίρνοντας μαζί του τα παλικάρια του. Στη συνέχεια όμως προσθέτει ότι ο Αλή, όταν τον είχε πλέον στα χέρια του, έστειλε μυστικό απεσταλμένο που τον δολοφόνησε στην Άρτα.
Ο Blancard εδώ συγχέει δύο πρόσωπα.
Εκείνος που εγκατέλειψε το Σούλι και πέρασε στην πλευρά του Αλή ήταν ο Γεώργιος Μπότσαρης, πατέρας του Νότη και του Κίτσου. Η παράδοση για τη δολοφονία στην Άρτα αφορά τον γιο του, Κίτσο Μπότσαρη, πατέρα του Μάρκου.
Το λάθος όμως είναι από μόνο του αποκαλυπτικό. Ο Blancard φαίνεται να έχει ενώσει δύο διαφορετικές ιστορίες της οικογένειας: την αποστασία του Γεωργίου και τη δολοφονία του Κίτσου. Παρ’ όλα αυτά διατηρεί δύο στοιχεία που συναντούμε και αλλού στην παλαιότερη παράδοση: την Άρτα και τη σύνδεση του φόνου με άνθρωπο του Αλή Πασά.
Δεν γνωρίζουμε από πού ακριβώς άντλησε αυτή την πληροφορία — από αναγνώσματα, από όσα άκουσε στην Ήπειρο ή από συνδυασμό των δύο. Η παρουσία της όμως σε ένα κείμενο γραμμένο το 1846 δείχνει τουλάχιστον ότι η εκδοχή της Άρτας εξακολουθούσε να κυκλοφορεί αρκετές δεκαετίες μετά το γεγονός.
Οι διαφορετικές μνήμες του ίδιου θανάτου
Έχει ενδιαφέρον ότι τα ίδια τα δημοτικά τραγούδια δεν διατήρησαν όλα τα ίδια στοιχεία.
Στην παραλλαγή του Fauriel κυριαρχεί ο τόπος: το γεφύρι της Άρτας, ο παπουτσής Ρίζος, το τραπέζι και οι πυροβολισμοί.
Σε άλλη παραλλαγή ο τόπος δεν προσδιορίζεται, αλλά κατονομάζονται οι φερόμενοι ως δράστες:
«Ο Γυφτογώγος το σκυλί αντάμα με τον Νούρη βαλμέν’ απ’ τον Αλή πασά κι από τον σελιχτάρη…»
Η μία παράδοση φαίνεται λοιπόν να έχει διατηρήσει κυρίως το πού, η άλλη το ποιοι και με τίνος εντολή.
Το 1850 ο Αντώνιος Μανούσος, στα Τραγούδια Εθνικά, δίνει μια ακόμη πιο αναπτυγμένη αφήγηση. Ο Κίτσος φτάνει στην Άρτα και καταλύει σε σπίτι παπουτσή. Οι άνθρωποι του πασά μπαίνουν κρυφά στο κατάλυμα, τον βρίσκουν στο τραπέζι και τον σκοτώνουν. Ο Μανούσος σημειώνει μάλιστα ότι για τον θάνατό του υπήρχαν διαφορετικά τραγούδια και παραθέτει στη συνέχεια το «Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Άρτας το γιοφύρι…».
Δεν έχουμε επομένως μία ενιαία αφήγηση που επαναλαμβάνεται απαράλλακτη. Έχουμε διαφορετικές εκδοχές, στις οποίες άλλοτε διατηρείται ο τόπος, άλλοτε οι δράστες και άλλοτε η σχέση τους με τον Αλή Πασά. Μέσα όμως σε αυτή την ποικιλία, η Άρτα εμφανίζεται από πολύ νωρίς.
Άρτα ή Βουργαρέλι;
Αυτό έχει σημασία όταν περάσουμε στις μεταγενέστερες αφηγήσεις. Σε ορισμένες από αυτές ως τόπος του θανάτου εμφανίζεται το Βουργαρέλι, ενώ αλλού ο τόπος παραμένει ασαφής.
Το παράδοξο είναι ότι το Βουργαρέλι δεν είναι καθόλου άγνωστο στην παλαιότερη παράδοση. Βρίσκεται ήδη στο τραγούδι που δημοσίευσε ο Fauriel το 1825:
«Ο Μπότσαρης εκίνησε στα Γιάννινα να πάγει, για να βουλώσει μπουγιουρτί, στο Βουργαρέλι να πάγει, για να μαζώξει τ’ άσπρα του όπου είχε δανεισμένα…»
Στην παλαιότερη αυτή καταγραφή όμως το Βουργαρέλι είναι προορισμός, όχι τόπος θανάτου. Η αφήγηση συνεχίζει αμέσως:
«Κι από την Άρτα διάβηκε κονάκι να του κάμουν…»
και ο φόνος ακολουθεί εκεί.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα Γιάννινα. Υπάρχουν ήδη στον πρώτο στίχο της διαδρομής — «εκίνησε στα Γιάννινα να πάγει» — αλλά όχι ως τόπος όπου σκοτώθηκε.
Ίσως λοιπόν η ίδια η παλαιότερη αφήγηση, που συνδέει στην τελευταία διαδρομή του Κίτσου Γιάννινα – Βουργαρέλι – Άρτα, να άφησε περιθώριο για τις διαφορετικές γεωγραφικές εκδοχές που εμφανίστηκαν αργότερα. Αυτό όμως παραμένει υπόθεση.
Εκείνο που μπορούμε να διαπιστώσουμε είναι πιο συγκεκριμένο: στις πρώιμες μαρτυρίες που εξετάσαμε, το Βουργαρέλι και τα Γιάννινα αποτελούν σταθμούς ή προορισμούς της πορείας. Η Άρτα είναι ο τόπος όπου αυτή η πορεία διακόπτεται.
Τι μπορούμε τελικά να πούμε;
Οι πηγές αυτές δεν μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε λυμένο κάθε ζήτημα γύρω από τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη.
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιος ήταν ο παπουτσής Ρίζος. Ούτε μπορούμε να δεχθούμε χωρίς έλεγχο όλες τις λεπτομέρειες που προστέθηκαν στις διαφορετικές αφηγήσεις. Ακόμη και η άμεση εντολή του Αλή Πασά, μολονότι εμφανίζεται πολύ νωρίς στην παράδοση, χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη.
Για τον τόπο, όμως, αξίζει να κρατήσουμε κάτι.
Η Άρτα δεν εμφανίζεται ως μια όψιμη τοπική διεκδίκηση της ιστορίας του Κίτσου Μπότσαρη. Βρίσκεται ήδη μέσα σε μερικές από τις παλαιότερες καταγραφές της μνήμης του θανάτου του.
Και εμφανίζεται πολύ νωρίς: το 1825, μόλις δώδεκα χρόνια μετά το γεγονός, σε δύο πηγές εντελώς διαφορετικής προέλευσης — ένα ελληνικό δημοτικό τραγούδι δημοσιευμένο στο Παρίσι και ένα ολλανδικό περιοδικό. Ακολουθούν και άλλες μαρτυρίες του 19ου αιώνα που εξακολουθούν να συνδέουν τον φόνο με την Άρτα.
Ίσως γι’ αυτό αξίζει να ξαναδιαβάσουμε σήμερα λίγο πιο προσεκτικά εκείνους τους παλιούς στίχους:
«Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Άρτας το γιοφύρι…»
Δεν μας δίνουν μόνο ένα μοιρολόι για τον Κίτσο Μπότσαρη. Διασώζουν και μια από τις παλαιότερες εκδοχές για το τελευταίο ταξίδι του — μια εκδοχή στην οποία το Βουργαρέλι είναι ο προορισμός, αλλά η Άρτα ο τόπος όπου το ταξίδι τελειώνει.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αραβαντινός, Σπυρίδων, Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή.
Για τον Γεώργιο Μπότσαρη συναντά κανείς σήμερα μια αρκετά συγκεκριμένη αφήγηση: το 1799, ύστερα από τις συγκρούσεις του με τους Τζαβελλαίους και τη συμφωνία του με τον Αλή Πασά, εγκατέλειψε το Σούλι μαζί με εβδομήντα οικογένειες, εγκαταστάθηκε στο Βουργαρέλι και πέθανε εκεί την ίδια χρονιά, δηλητηριασμένος με εντολή του Αλή.
Η ιστορία έχει τόπο, χρόνο, αιτία θανάτου και αυτουργό. Μόνο που, όταν επιστρέψουμε στις παλαιότερες πηγές, η εικόνα γίνεται αρκετά διαφορετική.
Από το Σούλι στο Βουργαρέλι
Η αποχώρηση του Γεωργίου Μπότσαρη από το Σούλι δεν αποτελεί μεταγενέστερη παράδοση. Ήδη ο Χριστόφορος Περραιβός, στην πρώτη έκδοση της Ιστορίας του Σουλίου και Πάργας το 1803, γράφει ότι ο Μπότσαρης, έχοντας έρθει σε συνεννόηση με τον Αλή Πασά, έφυγε τη νύχτα μαζί με τα παιδιά, τους γαμπρούς του και εβδομήντα οικογένειες.
Στην πολύ μεταγενέστερη έκδοση του 1857 ο Περραιβός προσθέτει μια σημαντική λεπτομέρεια: ο Μπότσαρης με τους ανθρώπους του κατευθύνθηκε, με διαταγή του Πασά, «εἰς τὰ χωρία, Βουργαρέλι λεγόμενα», στους πρόποδες των Τζουμέρκων.
Το Βουργαρέλι λοιπόν είναι πράγματι μέρος της ιστορίας του. Ως τόπος εγκατάστασης, όμως — όχι, τουλάχιστον από αυτή την πηγή, ως τόπος θανάτου.
Γιατί η αφήγηση συνεχίζεται.
Ο Γεώργιος μεταβαίνει στα Γιάννενα και ο Αλή Πασάς τού υπενθυμίζει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει. Ο Περραιβός γράφει ότι αναγκάστηκε «ἄκων ἑκών νά κινηθῇ κατά τῆς Πατρίδος». Μαζί με τους γιους, τους γαμπρούς και άλλους από τους ανθρώπους του, καθώς και δυνάμεις του Πασά, βρέθηκε πλέον απέναντι στους παλιούς συμπατριώτες του.
Η μάχη στο Ραϊδοβούνι και το κώνειο
Η σύγκρουση έγινε στο Ραϊδοβούνι, στην περιοχή του Σουλίου, και κατέληξε σε ήττα των δυνάμεων που στράφηκαν εναντίον των Σουλιωτών.
Αμέσως μετά την περιγραφή της μάχης, στην έκδοση του 1857, ο Περραιβός γράφει:
Η διατύπωση είναι σαφής. Ο Περραιβός αποδίδει την πληροφορία στον πνευματικό του Γεωργίου Μπότσαρη, ο οποίος, όπως υποστηρίζει, τους βεβαίωσε με όρκο ότι ο Γερομπότσαρης ήπιε επίτηδες κώνειο.
Για τα αίτια είναι πιο επιφυλακτικός. Αναφέρεται στην απόγνωση και θεωρεί πιθανό ότι βάρυναν τόσο η οργή του Πασά όσο και «τοῦ συνειδότος τόν ἔλεγχον», ο έλεγχος της συνείδησής του, καθώς λεγόταν ότι είχε μετανιώσει βαθιά.
Άρα στον Περραιβό δεν έχουμε δολοφονία με δηλητήριο κατ’ εντολήν του Αλή Πασά. Έχουμε αυτοδηλητηρίαση.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο πρόβλημα: η χρονολογία. Τα γεγονότα αυτά εντάσσονται από τον Περραιβό στα γεγονότα της εκστρατείας εναντίον του Σουλίου που ο ίδιος τοποθετεί ήδη στο 1800. Επομένως η συχνά επαναλαμβανόμενη σήμερα χρονολογία θανάτου 1799 δεν συμβιβάζεται με τη δική του αφήγηση.
Μια παλιά παράδοση που ταξιδεύει στην Ευρώπη
Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η ιστορία του κωνείου εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη μεταγενέστερη έκδοση του Περραιβού. Δεν είναι όμως έτσι.
Ήδη το 1819, ο Carlo Gherardini, στη Storia di Suli e di Parga, γράφει ότι, μετά την ήττα στο Ραϊδοβούνι, ο Γεώργιος πέθανε από τύψεις και θλίψη. Και προσθέτει:
«È voce comune che […] siasi da sè medesimo avvelenato.»
Ήταν, δηλαδή, «κοινή φήμη» ότι δηλητηρίασε ο ίδιος τον εαυτό του, από φόβο για τον Πασά και από ντροπή απέναντι στον κόσμο.
Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, επειδή στην έκδοση του Περραιβού του 1815, την οποία ελέγξαμε, η πληροφορία αυτή δεν υπάρχει. Κι όμως, μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Gherardini την καταγράφει ήδη ως κοινή φήμη.
Η ιστορία περνά στη συνέχεια στην ευρωπαϊκή γραμματεία και αποκτά σταδιακά περισσότερο δραματικό χαρακτήρα. Το 1859 ο Eugène Yéméniz μετατρέπει σχεδόν το επεισόδιο σε λογοτεχνική σκηνή: ο Γεώργιος ακούει τα κανόνια του Σουλίου, βασανίζεται από τύψεις και πληγωμένη υπερηφάνεια και τελικά πίνει δηλητήριο.
Ο πυρήνας όμως παραμένει ο ίδιος: ο ίδιος παίρνει το δηλητήριο.
Πότε μπήκε ο Αλή Πασάς στην ιστορία του δηλητηρίου;
Αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο σημείο.
Στις παλαιότερες πηγές που ελέγξαμε δεν εντοπίσαμε μαρτυρία ότι ο Αλή Πασάς δηλητηρίασε τον Γεώργιο Μπότσαρη ή διέταξε τη δηλητηρίασή του.
Αργότερα όμως η διατύπωση αρχίζει να αλλάζει. Σε νεότερα κείμενα διαβάζουμε πλέον ότι πέθανε «κατ’ άλλους δηλητηριασθείς και κατ’ άλλους αυτοκτονώντας».
Η αλλαγή φαίνεται μικρή, αλλά δεν είναι:
«δηλητηρίασε τον εαυτό του» → «δηλητηριάστηκε».
Στη δεύτερη διατύπωση ο δράστης έχει χαθεί. Και κάποια στιγμή η αοριστία αυτή φαίνεται να μετατράπηκε στη βεβαιότητα ότι πίσω από το δηλητήριο βρισκόταν ο Αλή Πασάς.
Πότε ακριβώς έγινε αυτή η μετατόπιση δεν μπορέσαμε να το διαπιστώσουμε. Γι’ αυτό και δεν θα ήταν σωστό να κατασκευάσουμε μια εξήγηση που οι πηγές δεν μας δίνουν.
Πέθανε τελικά στο Βουργαρέλι;
Ούτε αυτό προκύπτει τόσο καθαρά όσο συχνά παρουσιάζεται.
Ο Περραιβός τεκμηριώνει την εγκατάσταση του Γεωργίου στο Βουργαρέλι. Στη συνέχεια όμως τον ακολουθεί στα Γιάννενα, στην εκστρατεία εναντίον του Σουλίου και στη μάχη στο Ραϊδοβούνι. Και ύστερα γράφει ότι λίγες ημέρες μετά τη μάχη πέθανε.
Πού ακριβώς; Δεν το λέει.
Και μέχρι στιγμής δεν εντοπίσαμε παλιά πηγή που να κατονομάζει ρητά το Βουργαρέλι ως τόπο του θανάτου του.
Έτσι δύο πληροφορίες που αρχικά ήταν διαφορετικές — εγκαταστάθηκε στο Βουργαρέλι και πέθανε λίγο αργότερα — φαίνεται ότι κάποια στιγμή ενώθηκαν σε μία: «πέθανε στο Βουργαρέλι».
Τι μένει τελικά από την ιστορία;
Η έρευνα ξεκίνησε από μια φαινομενικά βέβαιη πληροφορία: 1799 – Βουργαρέλι – δηλητηρίαση με εντολή του Αλή Πασά.
Οι παλαιότερες πηγές δεν μας επιτρέπουν να την επαναλάβουμε με την ίδια βεβαιότητα.
Το Βουργαρέλι τεκμηριώνεται ως τόπος εγκατάστασης, όχι όμως μέχρι στιγμής ως τόπος θανάτου. Το δηλητήριο αποτελεί πολύ παλιά παράδοση, αλλά οι παλιότερες μαρτυρίες μιλούν για αυτοδηλητηρίαση. Και το 1799 δημιουργεί σοβαρό χρονολογικό πρόβλημα, αφού ο Περραιβός τοποθετεί τον Γεώργιο εν ζωή στα γεγονότα του 1800.
Ίσως λοιπόν το ενδιαφέρον της ιστορίας να βρίσκεται όχι στην αντικατάσταση μιας βεβαιότητας από μια άλλη, αλλά στο να δούμε πώς μια αφήγηση αλλάζει καθώς περνά από πηγή σε πηγή.
Στη φωτογραφία το απόσπασμα της μαρτυρίας για τον θάνατο του Γεωργίου Μπότσαρη: «ἔπιεν ἐπίτηδες τό κώνειον». Χριστόφορος Περραιβός, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, 1857.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Περραιβός, Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλίου και Πάργας, πρώτη έκδοση, Παρίσι, 1803.
Περραιβός, Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλίου και Πάργας, Βενετία, 1815.
Περραιβός, Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλίου και Πάργας, Αθήνα, 1857.
Gherardini, Carlo, Storia di Suli e di Parga, contenente la loro cronologia, le loro guerre e specialmente quelle de’ Sulioti con Ali-Bascià, principe della Grecia, Milano, Giovanni Silvestri, 1819.
Yéméniz, Eugène, La Grèce moderne. Héros et poètes, Paris, Michel Lévy Frères, 1859.
Μερικές φορές μια μικρή φράση σε ένα παλιό κείμενο ανοίγει έναν εντελώς απρόσμενο δρόμο.
Διαβάζοντας την περιγραφή του Ζαγορίου που δημοσίευσε το 1846 ο Γάλλος Jules Blancard, στάθηκα στην αναφορά του στους Ζαγορίσιους που ξενιτεύονταν. Τους συναντούσε, γράφει, σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στη Βλαχία, στη Σερβία, στη Βιέννη, στη Ρωσία — ακόμη και στην Ινδία:
«Αναζητήστε τον ακόμη και στην Καλκούτα και θα τον βρείτε εκεί».
Η Καλκούτα μού φάνηκε αρχικά απίστευτα μακρινή. Ψάχνοντας όμως αν η παρατήρηση του Blancard είχε πραγματικό υπόβαθρο, η έρευνα οδήγησε σε μια μικρή έκπληξη που αφορά την Άρτα.
Στο βρετανικό East India Kalendar του 1792, στον κατάλογο των “Greek Merchants” της Καλκούτας, ανάμεσα στους 6 Έλληνες εμπόρους, εμφανίζεται ο:
Theocary Godeela.
Σε νεότερη μελέτη για τους Έλληνες της Βεγγάλης ο ίδιος άνθρωπος προσδιορίζεται σαφέστερα:
“Theochary Godelea din Arta” — από την Άρτα.
Η γραφή Godeela/Godelea έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το επώνυμο Γκοντέλας / Γκουντέλας υπάρχει στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας. Χωρίς ελληνικό έγγραφο δεν μπορούμε ακόμη να αποκαταστήσουμε με βεβαιότητα το όνομά του ως «Θεοχάρης Γκοντέλας», η αντιστοιχία όμως είναι ασφαλώς αξιοπρόσεκτη.
Και ίσως το ίχνος του να φθάνει ακόμη πιο πίσω. Το 1774, επτά Έλληνες έμποροι της Καλκούτας έστειλαν επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο του Σινά ζητώντας να τους στείλει έναν ιερέα για τις ανάγκες της μικρής ελληνικής κοινότητας. Ανάμεσά τους αναφέρεται ένας Theocharees Georgiou. Ο Paul Byron Norris συνδέει το όνομα αυτό με τη μορφή Godela, χωρίς όμως να έχουμε ακόμη στα χέρια μας την πλήρη τεκμηρίωση της ταύτισης. Γι’ αυτό και προς το παρόν την κρατάμε ως πολύ ενδιαφέρουσα πιθανότητα.
Ποιος ήταν ο Αρτινός έμπορος; Πότε έφυγε από την Άρτα; Πώς έφθασε μέχρι την Καλκούτα και τι εμπορευόταν;
Αυτά μένουν ακόμη άγνωστα.
Ξέρουμε όμως ότι το 1792 ένας Έλληνας έμπορος, τον οποίο η βιβλιογραφία προσδιορίζει ως καταγόμενο από την Άρτα, βρισκόταν στην Καλκούτα.
Μια μικρή φράση του Blancard για τη ζαγορίσια ξενιτιά μάς οδήγησε έτσι, εντελώς απροσδόκητα, σε έναν Αρτινό στην Ινδία του 18ου αιώνα.
Η έρευνα για τον Theocary Godeela συνεχίζεται.
Ο “Theocary Godeela” στον κατάλογο των Ελλήνων εμπόρων (“Greek Merchants”) της Καλκούτας το 1792. The East India Kalendar; or, Asiatic Register for the Year 1792, σ. 65.
Μια εικόνα από την καθημερινή ζωή της Άρτας, πιθανότατα τη δεκαετία του 1950, όταν τα κάρα κυκλοφορούσαν ακόμη.
Το κάρο με το άλογο, ο αμαξάς και τα παιδιά που ποζάρουν στον φωτογραφικό φακό θυμίζουν μια εποχή κατά την οποία τα κάρα αποτελούσαν ακόμη συνηθισμένο μέσο μεταφοράς στους δρόμους της πόλης. (Φωτο από ιδιωτική συλλογή)
Μια όμορφη εικόνα της ανατολικής εισόδου της Άρτας, σε φωτογραφία της Μαρίας Χρουσάκη που εμφανίζεται σε τρέχουσα δημοπρασία.
Ο δρόμος προς την πόλη πλαισιώνεται από τις ψηλές λεύκες που χαρακτήριζαν τότε την περιοχή, ενώ δεξιά διακρίνεται το Κυνηγετικό Περίπτερο.
Η φωτογραφία πιθανότατα χρονολογείται γύρω στο 1941. Την περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου η Μαρία Χρουσάκη υπηρετούσε ως εθελόντρια αδελφή του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και, κατά τη μετάβασή της προς το μέτωπο, φωτογράφισε τόπους από τους οποίους πέρασε. Από την ίδια διαδρομή είναι γνωστή και φωτογραφία της από το Γεφύρι του Καλογήρου, επίσης του 1941.
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.