Η Μαμμή και ο Καλλικάντζαρος της Ρεματιάς!

Εμπνευσμένο από λαϊκή αφήγηση του Ι. Στόγια, δημοσιευμένη στα «Αρτινά Νέα» το 1948.

Στα χρόνια που οι χειμώνες σκέπαζαν τα Τζουμέρκα με χιόνι ως την άνοιξη και τα χωριά χάνονταν μέσα σε καπνούς, ομίχλες και νυχτερινούς ανέμους, οι άνθρωποι πίστευαν ακόμη πως τις μέρες του Δωδεκαημέρου δεν περπατούσαν μονάχα χριστιανικές ψυχές πάνω στη γη. Από τις ρεματιές, τα γεφύρια και τους νερόμυλους κατέβαιναν οι καλλικάντζαροι· πλάσματα στραβά και καμπούρικα, με ουρές, νύχια και μάτια που λαμπύριζαν σαν αναμμένα κάρβουνα μέσα στο σκοτάδι.

Οι γριές έλεγαν πως μπορούσαν να πάρουν μορφή ανθρώπου και να ξεγελάσουν ακόμη και γνωστικούς ανθρώπους. Γι’ αυτό οι νοικοκυρές σταύρωναν πάντοτε την πόρτα πριν κοιμηθούν και δεν άφηναν ποτέ τη φωτιά να σβήσει στο τζάκι. Ένα δαυλί να καίει όρθιο μέσα στη στάχτη ήταν αρκετό, έλεγαν, για να κρατήσει το δαιμονικό μακριά από το σπίτι.

Σε ένα χωριό πάνω σ’ αυτά τα βουνά ζούσε τότε μια μαμμή ξακουστή σε όλη την περιοχή. Είχε ξεγεννήσει δεκάδες γυναίκες και γνώριζε βότανα, γιατροσόφια και λόγια παλιά που περνούσαν από στόμα σε στόμα στις ορεινές κοινότητες. Άλλοι τη φοβούνταν, άλλοι τη σέβονταν, μα κανείς δεν τολμούσε να αμφισβητήσει τη γνώση της.

Μια παγωμένη νύχτα του Δεκέμβρη, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ακούστηκαν βαριά χτυπήματα στην πόρτα της. Η γριά πετάχτηκε από το στρώμα της και στάθηκε ακίνητη μέσα στο μισοσκόταδο. Ο αέρας λυσσομανούσε έξω και τα σκυλιά του χωριού ούρλιαζαν όλα μαζί, λες και είχαν δει λύκο.

— Ποιος είναι; φώναξε χωρίς να ανοίξει.

— Έλα γρήγορα… γεννάει η γυναίκα μου… αποκρίθηκε μια φωνή βαθιά και παράξενη.

Η μαμμή πήρε το λυχνάρι της και άνοιξε διστακτικά την πόρτα. Έξω στεκόταν ένας άντρας τυλιγμένος με βαριά μαύρη κάπα. Το πρόσωπό του χανόταν κάτω από την κουκούλα και μόνο τα μάτια του φαίνονταν να γυαλίζουν μέσα στη νύχτα.

— Από ποιο σπίτι είσαι; τον ρώτησε.

— Από τη ρεματιά… αποκρίθηκε εκείνος και γύρισε αμέσως την πλάτη του.

Η γριά σταυροκοπήθηκε προτού τον ακολουθήσει.

Περπάτησαν ώρα πολλή μέσα στο σκοτάδι. Το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια τους, ενώ το νερό της ρεματιάς ακουγόταν ολοένα και δυνατότερο όσο απομακρύνονταν από το χωριό. Κάποτε η μαμμή πρόσεξε πως ο άντρας που περπατούσε μπροστά της δεν άφηνε πατημασιές πάνω στο χιόνι. Τότε ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.

Σαν να διάβασε τον φόβο της, εκείνος στάθηκε για λίγο και γύρισε μισά το κεφάλι.

— Εγώ είμαι καλλικάντζαρος, της είπε με φωνή τραχιά σαν πέτρα. Και αν η γυναίκα μου απόψε δεν γεννήσει αρσενικό παιδί, μαύρο φίδι που σ’ έφαγε.

Η γριά δεν μίλησε ξανά. Μόνο έσφιξε τον σταυρό που φορούσε στον λαιμό της και συνέχισε να περπατά.

Στο βάθος της ρεματιάς στεκόταν ένα παλιό μισογκρεμισμένο καλύβι. Από την καμινάδα του έβγαινε πυκνός καπνός και μέσα μύριζε υγρασία, στάχτη και ζώο. Πάνω σε κουρελιασμένα στρωσίδια βογκούσε η γυναίκα του καλλικάντζαρου. Η μορφή της έμοιαζε ανθρώπινη, μα τα χέρια της ήταν μακριά και στραβά σαν ξερά κλαδιά, ενώ τα μάτια της γυάλιζαν παράξενα κάθε φορά που πλησίαζε η φωτιά.

Ο καλλικάντζαρος γύρισε τότε προς τη μαμμή με βλέμμα άγριο.

— Άκουσε καλά, κυρά μαμμή, της ξανάπε. Αν δε βγει αρσενικό, είσαι χαμένη…..

Η γριά ένιωσε το αίμα της να παγώνει.

Εκείνος όμως δεν έμεινε στο καλύβι. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε πάλι μέσα στη νύχτα. Οι παλιοί έλεγαν πως τις ώρες εκείνες οι καλλικάντζαροι τριγυρνούσαν στις ρεματιές και κυνηγούσαν γυναίκες που έβγαιναν δήθεν για νερό μετά τα μεσάνυχτα. Άλλοι μάλιστα έλεγαν πως εκείνη τη νύχτα είχε βάλει στο μάτι μια νεαρή δασκάλα του χωριού, που κατέβαινε κρυφά στο ποτάμι για να συναντήσει τον αγαπητικό της.

Μόλις έμεινε μόνη στο καλύβι, η μαμμή κατάλαβε πως η ζωή της κρεμόταν από μια κλωστή. Η γέννα κράτησε πολλή ώρα. Έξω ο αέρας χτυπούσε τα παράθυρα του καλυβιού κι από μακριά ακούγονταν φωνές και γέλια, λες και άλλα δαιμονικά γύριζαν μέσα στη νύχτα. Όταν επιτέλους γεννήθηκε το παιδί, η μαμμή είδε αμέσως πως ήταν κορίτσι. Χωρίς να χάσει καιρό, πήρε λίγο κερί, το ζέστανε στη φωτιά, το έπλασε γρήγορα με τα δάχτυλά της και έφτιαξε με το κερί τα σημάδια του αρσενικού, στερεώνοντάς τα πάνω στο βρέφος ώστε να μοιάζει αγόρι.

Έπειτα περίμενε μέσα στη σιωπή.

Όταν γύρισε ο καλλικάντζαρος και κοίταξε το παιδί, τα μάτια του άστραψαν από χαρά.

— Αρσενικό! φώναξε.

Άρπαξε το νεογέννητο στα χέρια του και το πλησίασε στη φωτιά για να το ζεστάνει. Μα όσο το κρατούσε πάνω από τις φλόγες, το κερί άρχισε σιγά σιγά να λιώνει. Στην αρχή έσταξε λίγο πάνω στο ύφασμα, έπειτα χάθηκε ολόκληρο, κι έτσι φανερώθηκε ξανά πως το παιδί ήταν κορίτσι.

Ο καλλικάντζαρος αγρίεψε.

Η μαμμή όμως είχε προλάβει να φύγει.

Ανέβηκε λαχανιασμένη το μονοπάτι της ρεματιάς και, μόλις έφτασε σπίτι της, σταύρωσε την πόρτα και έβαλε ένα δαυλί να καίει όρθιο μέσα στο τζάκι. Έπειτα κουκουλώθηκε με τη βελέντζα και δεν έβγαζε ούτε ανάσα.

Λίγη ώρα αργότερα ακούστηκαν βήματα έξω από το σπίτι. Κάτι γύριζε γύρω από τους τοίχους, πότε αργά και πότε γρήγορα, σαν ζώο που έψαχνε τρόπο να μπει.

Ύστερα ακούστηκε η φωνή του.

— Κυρά μαμμή…

Σιωπή.

— Κυρά μαμμή…

Η γριά έσφιγγε τη βελέντζα πάνω της και δεν αποκρινόταν.

Και τότε, μέσα από τη νύχτα και τον αέρα, ακούστηκε ξανά η φωνή του καλλικάντζαρου, σιγανή και παραπονιάρικη:

— Κυρά μαμμή… το παιδί έγινε κορίτσι…

Η μαμμή δεν μίλησε ποτέ.

Και οι παλιοί έλεγαν πως ως το ξημέρωμα ακούγονταν ακόμη βήματα γύρω από το σπίτι της, μα κανένα δαιμονικό δεν τόλμησε να περάσει τον σταυρό της πόρτας και το αναμμένο δαυλί της φωτιάς…..

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Το πρώτο αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Άρτα το 1913

Το αυτοκίνητο ήταν ακόμη σπάνιο θέαμα στην Άρτα των αρχών του 20ού αιώνα. Οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης είχαν δει ελάχιστα να περνούν από τους χωμάτινους δρόμους της Ηπείρου και κάθε εμφάνισή τους προκαλούσε περιέργεια, θαυμασμό και αναστάτωση. Γι’ αυτό και το πρωινό εκείνο του 1913, όταν η κόκκινη ανοιχτή κούρσα του Γενικού Διοικητή Ηπείρου πέρασε κορνάροντας μέσα από την αγορά της Άρτας, μικροί και μεγάλοι βγήκαν στα πεζοδρόμια για να τη δουν. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι λίγα μόλις λεπτά αργότερα το εντυπωσιακό αυτό αυτοκίνητο θα γινόταν κομμάτι της πρώτης μεγάλης αυτοκινητιστικής τραγωδίας που γνώρισε ποτέ η πόλη.

Με γλαφυρές περιγραφές και εικόνες βγαλμένες από την καθημερινή ζωή της εποχής, ο Λεωνίδας Βλάχος αφηγείται το δυστύχημα που σημάδεψε την τότε μικρή κοινωνία της Άρτας και έμεινε για χρόνια ζωντανό στη μνήμη των κατοίκων.

Πολύ πρωί θα πρέπει να ξεκίνησε από Γιάννενα για να φτάσει στην Άρτα λίγο μετά το άνοιγμα των μαγαζιών, γιατί ο δρόμος τότε ήταν πολύ κατεστραμμένος με δύσκολες στροφές.

Το αυτοκίνητο ήταν μια κόκκινη κούρσα με ακτινωτούς τροχούς, νικελέ που άστραφταν και το πάνω μέρος ανοιχτό, σκεπαζόταν όταν είχε ήλιο ή βροχή με μηχανισμό που ήταν στα πλάγια του αυτοκινήτου. Έτσι έβγαιναν τ’ αυτοκίνητα τότε, δεν ήταν όπως τα σημερινά με μόνιμη κλειστή καρότσα.

Τότε ο Βενιζέλος είχε καλέσει στην Αθήνα τους Γενικούς διοικητές από τις Νέες Χώρες για σύσκεψη. Γενικός Διοικητής Ηπείρου ήταν ο Φωρέστης. Όταν το αυτοκίνητό πέρασε το Γιοφύρι, φτάνοντας στο Μουχούστι άρχισε το συνεχές κορνάρισμα Στο άκουσμα πετάχτηκαν όλοι απ’ τα μαγαζιά στο πεζοδρόμιο. Το αυτοκίνητο πέρναγε στην αγορά με μικρή ταχύτητα, έχοντας σημαία που κυμάτιζε μπροστά. Ένας σωματώδης ακόλουθος με πρασινωπά ρούχα έχοντας χοντρά κορδόνια κίτρινα κρεμασμένα απ’ τον ώμο του, καθισμένος στο πλάι του σοφέρ, οπλοφορεμένος, και στο πίσω μέρος ο Φωρέστης με τους γραμματικούς του.

Μόλις βγήκαν απ’ την πόλη άρχισε φαίνεται η τρεχάλα. Στη στροφή που παρουσίαζε ο δρόμος τότε, πριν φτάσουμε στα Δημοτικά, στο δεξιό μέρος του δρόμου ήταν ένα ωραίο πελεκητό πηγάδι και λίγο πιο πέρα μια χοντρή λεύκα λίγο γυρτή. Έχοντας φαίνεται μεγάλη ταχύτητα, δεν πήρε καλά τη στροφή και χτύπησε με φόρα στη λεύκα. Το αυτοκίνητο έγινε μια μάζα. Δεν θα τα ‘χαν με δυνατά υλικά για να ‘ναι ελαφρά, κι έτσι έγινε ολοκληρωτική καταστροφή. Ο Παπαγιαννάκης άκουσε το δυνατό κρότο απ’ το σπίτι του που ήταν στο υψωματάκι με τις μυγδαλιές και έτρεξε στην πόλη φέρνοντας το θλιβερό μήνυμα Έτρεξε κόσμος πολύς. Πήραν φορεία απ το σπίτι του Καραπάνου, που ήταν πάντα νοσοκομείο και πήγαν στον τόπο της συφοράς. Τους μετέφεραν στο σπίτι του Καραπάνου, τηλεγράφησαν στα Γιάννενα γ’ αυτό που έγινε και κατέφτασαν οι οικογένειές τους. Τηλεγραφείο ήταν πάντα στο σπίτι του Νιάου Τζανέτου, αυτού που είναι σήμερα η χορωδία Μακρυγιάννη.

Όλη αυτή τη μέρα συζήταγαν οι Αρτηνοί για τη συμφορά που έγινε. Αλλοι έλεγαν απροσεξία του σωφέρ, άλλοι το ‘ριχναν στη μεγάλη ταχύτητα, μερικοί είπαν ότι απ’ αυτούς που το θαύμασαν την ώρα που πέρναγε στην πόλη κάποιος θα ήταν με πολύ κακό μάτι… Δεν ξέρω που τους έθαψαν. Γιάννενα ή Αθήνα;

Κάποια νύχτα θυμήθηκα παλιούς μαραγκούς της Άρτας στις αρχές του 20ού αιώνα. Ήταν: Θεοχάρης Σκλιβανίτης. Σπύρος Μποτσιώλης, Θεμιστοκλής Κοσκινάς και μπαρμπα-Θύμιος Τσόγκας. Αυτοί έφκιαναν και μερακλίτικα κασόνια για πεθαμένους. Προχωρώντας σιγά-σιγά η ζωή, δούλεψε ο χρόνος που ωριμάζει τα πάντα, ως που ξημέρωσε η μέρα να φκιάσουν άλλοι τα δικά τους. Το αιώνιο το ατελείωτο παιγνίδι της ζωής.” (Πηγή : ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ, Ιούλιος – Αύγουστος 1994)

Στη φωτογραφία του 1930, το παλιό πηγάδι προς τα «Δημοτικά» κοντά στο οποίο έγινε το πρώτο αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1913. (Αρχείο της κ. Ανθής Ιωάν. Παπαβασιλείου, όπως δημοσιεύτηκε στην ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ).

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μέσα Μεταφοράς | Σχολιάστε

Στου Λάμπρου Σακκά…

Αρτηνοί μπροστά στο μαγαζί του Λάμπρου Σακκά. Μερικοί από τους εικονιζόμενους είναι οι : Τσάπαλης, Χρήστος Τόλος, Γεώργιος Σκανδάλης, Γιάννης Σκανδάλης, Πέτρος Σακκάς, Κ. Τόδουλος, Λάμπρος Σακκάς, Κουτσοσπύρος, Κώστας Κοντογιώργος, Ζέρβας, Βασίλης Σακκάς. Στην μέση, με τα άσπρα, ο Χρήστος Πριτσιβέλης και κάτω αριστερά του, ο Κοντογιώργος, του ζαχαροπλαστείου στην Σκουφά. (Φωτο από αρχείο Γεωργίου Σκανδάλη)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Η ζωή στην κατασκήνωση, 1931

Μια ήσυχη καθημερινή στιγμή από τη ζωή της αποστολής, μακριά από την επισημότητα της εργασίας και των τοπογραφικών αποστολών.
Ο Barry κουρεύει τον Wilkinson έξω από το πρόχειρο κατάλυμα της κατασκήνωσης, κάτω από το δυνατό φως της ελληνικής υπαίθρου. Η σκηνή μοιάζει απλή, σχεδόν ασήμαντη — κι όμως ακριβώς μέσα σε αυτή την απλότητα κρύβεται η ανθρώπινη διάσταση της ομάδας.

Το φθαρμένο κτίσμα, οι ξύλινες καρέκλες, το αυτοσχέδιο «υπαίθριο κουρείο» και η χαλαρή στάση των δύο αντρών αποτυπώνουν μια καθημερινότητα γεμάτη αυτοσχεδιασμό, συντροφικότητα και προσαρμογή στις συνθήκες της εποχής.

Ο Χόλτερμαν καταγράφει εδώ κάτι περισσότερο από πρόσωπα και τόπους.
Διασώζει τις μικρές ανθρώπινες στιγμές που συνθέτουν τη μνήμη μιας ολόκληρης εποχής — τότε που η ζωή κυλούσε πιο αργά και οι σχέσεις χτίζονταν μέσα από την κοινή καθημερινότητα.  (Φωτογραφίες από το αρχείο της οικογένειας Holtermann)

Camp life, 1931

A quiet everyday moment from the life of the expedition, far removed from the formality of surveying work and field duties.
Barry is cutting Wilkinson’s hair outside the camp shelter, beneath the harsh sunlight of the Greek countryside. The scene appears simple, almost insignificant — yet within this simplicity lies the deeply human side of the group.

The weathered building, the wooden chairs, the improvised “open-air barbershop,” and the relaxed posture of the two men capture a daily life shaped by improvisation, companionship, and adaptation to the conditions of the time.

Here, Holtermann records more than faces and places.
He preserves the small human moments that together form the memory of an entire era — a time when life moved more slowly and relationships were built through shared everyday experiences.(Photo courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Πάσχα στην ελληνική ύπαιθρο του 1931

«Ο Μπόμπυ και ο Κώστας ψήνοντας το πασχαλιάτικο αρνί στον Μεσοπόταμο» — από το λεύκωμα του Ρ. Χόλτερμαν, στην ενότητα «Ελληνική Αρχιτεκτονική».

Μια αυθεντική σκηνή από την ελληνική ύπαιθρο του περασμένου αιώνα.
Ο Μπόμπυ — ένας από τους Άγγλους τοπογράφους της ομάδας της BOOT — και ο Κώστας, κάθονται δίπλα στη φωτιά, ψήνοντας το πασχαλιάτικο αρνί στον Μεσοπόταμο. Δύο άνθρωποι από διαφορετικούς κόσμους, ενωμένοι μέσα από μια απλή, βαθιά ανθρώπινη στιγμή της ελληνικής καθημερινότητας.

Στο φόντο, το πέτρινο σπίτι, τα ξύλα στοιβαγμένα στην αυλή, τα πρόχειρα υπόστεγα και η γυμνή γη συνθέτουν μια εικόνα αυθεντικής λαϊκής ζωής, μακριά από κάθε εξιδανίκευση.
Η φωτογραφία δεν καταγράφει μόνο ένα πασχαλινό έθιμο· αποτυπώνει τη συντροφικότητα, τη φιλοξενία και τη σιωπηλή επικοινωνία ανθρώπων που μοιράζονται τον ίδιο τόπο και τον ίδιο χρόνο.

Το ψήσιμο του αρνιού γύρω από τη φωτιά ήταν πάντοτε κάτι περισσότερο από μια προετοιμασία φαγητού. Ήταν κοινωνική τελετουργία — μια στιγμή αναμονής, κουβέντας και γιορτής, όπου η κοινότητα συγκεντρωνόταν γύρω από το φως και τη μυρωδιά της Ανάστασης.

Ο Χόλτερμαν, με τον φακό του, διασώζει όχι μόνο πρόσωπα και κτίσματα, αλλά την ίδια την ατμόσφαιρα μιας Ελλάδας που ζούσε ακόμα με τον ρυθμό της παράδοσης και της ανθρώπινης εγγύτητας. (Φωτογραφίες από το αρχείο της οικογένειας Holtermann)

Easter in Rural Greece, 1931

“Bobby and Kostas Roasting the Easter Lamb in Mesopotamos” — from the album of R. Holtermann, part of the series “Greek Architecture.”

An authentic scene from the Greek countryside of the last century.
Bobby — one of the English surveyors of the M.O.B.T. team — and Kostas sit beside the fire, roasting the Easter lamb in Mesopotamos. Two people from different worlds, united through a simple yet deeply human moment of everyday Greek life.

In the background, the stone house, the stacked firewood in the yard, the makeshift shelters, and the bare earth compose an image of genuine rural life, far removed from any idealization.
The photograph records more than an Easter custom; it captures companionship, hospitality, and the silent understanding between people sharing the same place and moment in time.

Roasting the lamb over the fire was always more than mere preparation for a meal. It was a social ritual — a time of anticipation, conversation, and celebration, when the community gathered around the glow and scent of Easter.

Through his lens, Holtermann preserves not only faces and buildings, but the very atmosphere of a Greece that still moved to the rhythm of tradition and human closeness. (Photo courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Σπιτοκάλυβο!

«Σπιτοκάλυβο» — από το λεύκωμα του Ρ. Χόλτερμαν, ενταγμένο στην ενότητα «Ελληνική Αρχιτεκτονική».
Ένα ταπεινό σπίτι από λάσπη και ασβέστη, χτισμένο με υλικά της γης και της ανάγκης, που όμως κρύβει μέσα του ολόκληρη τη σοφία της λαϊκής αρχιτεκτονικής.

Οι χαμηλοί τοίχοι, η κεραμοσκεπή με την ακανόνιστη στρώση των κεραμιδιών, η βαθιά σκιά στις εισόδους και η λιτότητα της πρόσοψης δεν είναι απλώς αισθητικές επιλογές· είναι απαντήσεις στο κλίμα, στη φτώχεια, στην καθημερινή ζωή της ελληνικής υπαίθρου.
Το «σπιτόκαλυβο» δεν χτίστηκε για να εντυπωσιάζει. Χτίστηκε για να αντέχει.

Στη φωτογραφία, οι ανθρώπινες μορφές μοιάζουν σχεδόν να γίνονται ένα με το κτίσμα — σαν συνέχεια του τόπου και της ζωής γύρω του. Ένα στιγμιότυπο ήσυχο, αυθεντικό, από μια Ελλάδα που χάθηκε σιγά σιγά μαζί με την παραδοσιακή της οικοδομική τέχνη.

Μια εικόνα που θυμίζει πως η αρχιτεκτονική δεν γεννιέται μόνο από τους μεγάλους δημιουργούς, αλλά και από την ανάγκη και τα χέρια των απλών ανθρώπων.  (Φωτογραφίες από το αρχείο της οικογένειας Holtermann)

“Spitokalývo” — from the album of R. Holtermann, part of the series “Greek Architecture.”
A humble house of mud and whitewash, built from the very materials of the earth and necessity, yet carrying within it the wisdom of traditional vernacular architecture.

The low walls, the tiled roof with its uneven layers of clay tiles, the deep shadows at the entrances, and the simplicity of the façade are not merely aesthetic choices; they are responses to climate, poverty, and the realities of everyday rural Greek life.
The spitokalývo was not built to impress. It was built to endure.

In the photograph, the human figures seem almost fused with the building itself — as though they are a natural extension of the landscape and the life surrounding it. A quiet, authentic moment from a Greece that gradually disappeared along with much of its traditional building craft.

An image that reminds us that architecture is not born only from great designers and monuments, but also from necessity and the hands of ordinary people.(Photo courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Μέσα από το κατάστιχο του 1564: η μποζά στην Άρτα του 16ου αιώνα

Μια από τις πιο απρόσμενες πληροφορίες που αποκαλύπτει το οθωμανικό κατάστιχο της Άρτας του 1564 αφορά ένα ποτό σχεδόν άγνωστο σήμερα στο ευρύ κοινό: τη μποζά (boza).

Η μποζά ήταν ένα παραδοσιακό ζυμωμένο ποτό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα διαδεδομένο στις πόλεις των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας. Παρασκευαζόταν κυρίως από δημητριακά — όπως κεχρί ή σιτάρι — και αποτελούσε καθημερινό ποτό των λαϊκών στρωμάτων. Ανάλογα με τον τρόπο παρασκευής της μπορούσε να είναι σχεδόν χωρίς αλκοόλ ή να περιέχει μικρή ποσότητα λόγω της φυσικής ζύμωσης.

Η παρουσία της στο φορολογικό κατάστιχο του 1564 δείχνει ότι στην Άρτα του 16ου αιώνα υπήρχε οργανωμένη παραγωγή και εμπορία μποζάς, γεγονός που φανερώνει μια πολύ πιο σύνθετη και ζωντανή αστική οικονομία απ’ όσο συνήθως φανταζόμαστε για την εποχή. Η πόλη δεν αποτελούσε μόνο διοικητικό ή αγροτικό κέντρο, αλλά συμμετείχε ενεργά στην καθημερινή οικονομική και πολιτισμική ζωή του οθωμανικού κόσμου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι η μποζά δεν συνδεόταν αποκλειστικά με κάποια θρησκευτική κοινότητα. Παρότι η ισλαμική παράδοση απαγόρευε τα ισχυρά αλκοολούχα ποτά, η μποζά — λόγω της πολύ χαμηλής περιεκτικότητας σε αλκοόλ — καταναλωνόταν ευρέως από μουσουλμάνους, χριστιανούς και εβραίους. Στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας υπήρχαν ακόμη και ειδικά εργαστήρια και πλανόδιοι πωλητές μποζάς, οι γνωστοί bozacıδες.

Τέτοιες μικρές λεπτομέρειες είναι συχνά εξίσου σημαντικές με τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα. Μέσα από αυτές μπορούμε να πλησιάσουμε την καθημερινότητα των ανθρώπων της εποχής: τι έτρωγαν, τι έπιναν, τι πουλούσαν στις αγορές και πώς λειτουργούσε μια οθωμανική πόλη πριν από σχεδόν πέντε αιώνες.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο γοητευτικό στοιχείο τέτοιων πηγών: ότι μέσα από έναν φορολογικό κατάλογο του 1564 μπορεί ξαφνικά να εμφανιστεί μπροστά μας ένας πλανόδιος μποζατζής της παλιάς Άρτας. Πηγή: Αναστασία Καρρά, «Η Άρτα στον 16ο αιώνα μέσα από τα οθωμανικά απογραφικά κατάστιχα: η απογραφή του 1564».

“Πλανόδιος μποζατζής της οθωμανικής περιόδου. Η μποζά, παραδοσιακό ζυμωμένο ποτό από δημητριακά, αποτελούσε διαδεδομένο ρόφημα στις πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και καταγράφεται και στην Άρτα του 1564 μέσα από το οθωμανικό απογραφικό κατάστιχο TT 350”.
Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

H Άρτα μέσα από τα οθωμανικά απογραφικά κατάστιχα – Η απογραφή του 1564

Η έρευνα για την Άρτα του 16ου αιώνα ξεκίνησε για μένα πολλούς μήνες πριν, περισσότερο ως μια προσωπική αναζήτηση παρά ως μια τυπική ιστορική μελέτη. Ήθελα να προσεγγίσω την πόλη όχι μόνο μέσα από τα μνημεία και τις γνωστές αφηγήσεις της ιστορίας της, αλλά μέσα από τους ίδιους τους ανθρώπους της· να δω πώς ήταν οι συνοικίες, η καθημερινότητα και η ζωή στην Άρτα πριν από σχεδόν πέντε αιώνες.

Η διαδρομή αυτής της έρευνας δεν ήταν εύκολη. Η αναζήτηση και η πρόσβαση στο οθωμανικό χειρόγραφο, η αποκωδικοποίηση του υλικού και η μετάφραση του παλαιοοθωμανικού κειμένου αποτέλεσαν μια ιδιαίτερα απαιτητική και χρονοβόρα διαδικασία. Υπήρξαν στιγμές αμφιβολίας και δυσκολίας, όμως τελικά το κατάστιχο του 1564 άρχισε σταδιακά να αποκαλύπτει έναν ολόκληρο κόσμο που παρέμενε σιωπηλός για αιώνες.

Η παρούσα μελέτη βασίζεται στο οθωμανικό απογραφικό κατάστιχο TT 350 του 1564 και επιχειρεί να ανασυνθέσει την εικόνα της Άρτας κατά τον 16ο αιώνα και τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής περιόδου. Δεν πρόκειται απλώς για μια μεταγραφή ενός ιστορικού χειρογράφου, αλλά για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της πόλης και της κοινωνίας της. Μέσα από τις σελίδες του κατάστιχου εξετάζονται οι μαχαλάδες και οι ενορίες της Άρτας, η δημογραφική της εικόνα, η κοινωνική και θρησκευτική της δομή, τα συγγενικά δίκτυα, τα επαγγέλματα, η οικονομική δραστηριότητα και η φορολογική οργάνωση της πόλης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το κατάστιχο καταγράφει ονομαστικά σχεδόν όλους τους άνδρες αρχηγούς νοικοκυριών της Άρτας. Μέσα από αυτά τα ονόματα, η πόλη παύει να αποτελεί έναν αφηρημένο ιστορικό χώρο και αποκτά ξανά πρόσωπα και ανθρώπινη παρουσία. Ο Γιάννης, ο Μιχάλης, ο Νικόλαος, τεχνίτες, ράφτες, μυλωνάδες και οικογενειάρχες περνούν ξανά μέσα από τις σελίδες της ιστορίας, επιτρέποντάς μας να πλησιάσουμε την καθημερινότητα μιας ολόκληρης εποχής.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στην οικονομική ζωή της Άρτας. Τα στοιχεία του κατάστιχου αποκαλύπτουν μια οργανωμένη και δραστήρια πόλη, με καλλιέργειες, εργαστήρια, μύλους, φορομισθώσεις και εμπορική δραστηριότητα, πλήρως ενταγμένη στο οικονομικό σύστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παράλληλα, η συγκριτική εξέταση της Άρτας με τα Ιωάννινα επιχειρεί να φωτίσει τη θέση της μέσα στον χώρο της οθωμανικής Ηπείρου και να αναδείξει τον ρόλο της ως σημαντικού αστικού και διοικητικού κέντρου της εποχής.

Καθώς για πρώτη φορά επιχειρείται μια τόσο συστηματική παρουσίαση της Άρτας του 16ου αιώνα, το κατάστιχο αποκαλύπτει σταδιακά μια πόλη ζωντανή: τις συνοικίες, τις εκκλησίες, την εβραϊκή κοινότητα, τις αγορές και τους ανθρώπους της. Παράλληλα, η εργασία συνοδεύεται από εικονικές ανασυνθέσεις και χαρτογραφικές αποδόσεις βασισμένες σε ιστορικά και περιηγητικά τεκμήρια, επιχειρώντας όχι μόνο να περιγράψει την πόλη, αλλά και να αποδώσει οπτικά την ιστορική της μορφή.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό στοιχείο αυτής της έρευνας: ότι μέσα από ένα οθωμανικό χειρόγραφο ξεχασμένο για αιώνες, η Άρτα του 1564 αποκτά και πάλι φωνή.

Η μελέτη «Η Άρτα στον 16ο αιώνα μέσα από τα οθωμανικά απογραφικά κατάστιχα: η απογραφή του 1564» είναι διαθέσιμη στους ακόλουθους συνδέσμους:

Επίσημη ιστοσελίδα: https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2026/05/Η-Άρτα-στον-16ο-αιώνα-μέσα-από-τα-οθωμανικά-απογραφικά-κατάστιχα-η-απογραφή-του-1564-Copy.pdf

Academia.edu:https://independent.academia.edu/AnastasiaKarra4

Δημοσιεύθηκε στη Οθωμανική περίοδος | Σχολιάστε

Η Άρτα που σιγά-σιγά χάνεται….

Μια μικρή γωνιά από την παλιά Άρτα που ακόμη αντιστέκεται στον χρόνο.
Χαμηλό σπίτι με κεραμίδια, αυλή γεμάτη λουλούδια και δέντρα, εικόνες γνώριμες από τις παλιές γειτονιές της πόλης.
Σπίτια απλά, ανθρώπινα, φτιαγμένα για ζωή και όχι για εντύπωση.
Ό,τι έχει απομείνει απ’ την Άρτα του χτες… και αξίζει να θυμόμαστε.

Δημοσιεύθηκε στη Ό,τι έχει απομείνει απ’ την Άρτα του χτες….. | Σχολιάστε

Λαϊκή αγορά στην Άρτα, αρχές δεκαετίας ’80.

Πάγκοι γεμάτοι προϊόντα, κόσμος να ψωνίζει, κουβέντες και γνώριμες καθημερινές εικόνες μιας άλλης εποχής. Στο βάθος ξεχωρίζει και η παλιά μηχανική ζυγαριά του μανάβη, απαραίτητο εργαλείο κάθε πάγκου τότε, εικόνα γνώριμη για όσους πρόλαβαν τις παλιές λαϊκές.

Και πάνω στην κολόνα, μια αφίσα για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης, να θυμίζει πως μέσα στην απλή καθημερινότητα περνά πάντα και η ιστορία της Άρτας.

Μια φωτογραφία γεμάτη ζωή, από τις εποχές που η λαϊκή ήταν σημείο συνάντησης και κομμάτι της καθημερινότητας της πόλης. (Φωτο από συλλογή Σ.Σ.)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε