Στο πεζοδρόμιο της Σκουφά, κάποια Μεγάλη Παρασκευή της δεκαετίας του 1950…

Μια παρέα στέκεται υπομονετικά, περιμένοντας την πομπή των Επιταφίων να περάσει. Μια στιγμή απλή, σχεδόν καθημερινή, που όμως κρύβει μέσα της το ήθος και τον ρυθμό μιας άλλης εποχής — τότε που η πόλη ζούσε συλλογικά τη συγκίνηση της Μεγάλης Παρασκευής.

Από αριστερά διακρίνονται ο Σπύρος Στεργίου, ο Σταύρος Μαστοράκης και ο Γεώργιος Βάσος. Ανάμεσά τους, η μικρή Χαρούλα Βάσου – Σουραβλιά, κρατώντας το φαναράκι της, φωτίζει διακριτικά τη σκηνή με την παιδική της παρουσία.

Χρόνια αργότερα, η «Χαρά» θα ξεχωρίσει ως μια ιδιαίτερα δραστήρια και αξιόλογη επιχειρηματίας της πόλης, αγαπητή σε όλους — μια ζωντανή συνέχεια εκείνης της μικρής φιγούρας που κάποτε περίμενε σιωπηλά, με ένα φως στο χέρι. (Φωτο από αρχείο Σ. Μαστοράκη)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Στον Επιτάφιο του Αγίου Σπυρίδωνα

Μια εικόνα από τη δεκαετία του 1950, γεμάτη μνήμη, πίστη και ιστορία. Νεαροί Αρτινοί στέκονται μπροστά στον στολισμένο Επιτάφιο του Αγίου Σπυρίδωνα, σε μια εποχή που η κοινότητα βίωνε τις συνέπειες του πολέμου αλλά κρατούσε ζωντανή την παράδοση.

Ήταν τα χρόνια μετά τον βομβαρδισμό του 1941, όταν ο ναός του Αγίου Δημητρίου είχε υποστεί μεγάλες καταστροφές και τελικά κατεδαφιστεί. Μέχρι την ανέγερση του νέου ναού, οι πιστοί της ενορίας συγκεντρώνονταν στον Άγιο Σπυρίδωνα, όπου τελούνταν όλες οι ιερές ακολουθίες.

Καθιστός, δεύτερος από αριστερά, διακρίνεται ο Σταύρος Μαστοράκης, ένα ακόμη πρόσωπο που συνδέει την εικόνα με ζωντανές μνήμες. (Φωτο από το αρχείο του).

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Μεγάλη Παρασκευή: Μνήμη και μοιρολόγια στα Τζουμέρκα

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μέρα του απόλυτου πένθους της Ορθοδοξίας.

Η μέρα που ο άνθρωπος στέκεται σιωπηλά μπροστά στο Θείο Πάθος, ακούγοντας τους ψαλμούς και τον θρήνο της Παναγίας, κουβαλώντας μέσα του μνήμες και πρόσωπα που δεν είναι πια κοντά μας.

Στα Τζουμέρκα, το πένθος είχε πάντα τη δική του φωνή.

Ήταν τα μοιρολόγια — ένας ζωντανός λόγος που συνόδευε τον αποχωρισμό.

Στην ιστοσελίδα «Δόξες Δεσποτάτου» έχουν δημοσιευτεί παλαιότερα δύο σχετικά κείμενα:

👉 https://doxesdespotatou.com/tzoymerkiotika-moirologia-a-meros/

👉 https://doxesdespotatou.com/tzoymerkiotika-moirologia-v-meros/

Σήμερα, τέτοια μέρα, νιώθω την ανάγκη να τα ξαναθυμηθώ, μαζί με τη δική μου πρώτη εμπειρία από το πένθος.

Η πρώτη μου επαφή με τον θάνατο ήταν όταν πέθανε ο παππούς μου, το καλοκαίρι του ’71.

Ήταν στην Άρτα, στα Μελισσουργιώτικα, ψηλά στη Βαλαώρα — εκεί όπου ζούσε η οικογένεια του παππού μου, με ρίζες από τους Μελισσουργούς.

Το σπίτι βυθίστηκε στο πένθος.

Όλοι μαυροφορέθηκαν και τα παντζούρια έκλεισαν.

Το φέρετρο τοποθετήθηκε στο «καλό» δωμάτιο, όπως ήταν το έθιμο.

Κι ύστερα ήρθαν οι μοιρολογίστρες.

Πρώτη η θειά-Αγαθή, ανιψιά της γιαγιάς μου, από τις πιο γνωστές μοιρολογίστρες.

Η φωνή της, βαριά και σπαρακτική, έδινε τον τόνο και πίσω της ακολουθούσαν κι άλλες πολλές φωνές, πνιγμένες σε λυγμούς και αναφυλητά……..

Αργότερα, καθώς ήταν καλοκαίρι, κάθε τρεις μέρες συνόδευα τη γιαγιά μου στο νεκροταφείο.

«Να ρίξουμε νερό», μου έλεγε.

Έριχνε άφθονο νερό στον τάφο, σύμφωνα με το παλιό έθιμο, για να ποτίσει το χώμα και να προχωρήσει πιο γρήγορα η φυσική φθορά.

Και μετά καθόταν σε μια πέτρα, δίπλα στον τάφο, κι άρχιζε το μοιρολόι.

Καθόμουν δίπλα της.

Ακίνητη.

Κρατώντας ακόμα και την ανάσα μου, μην τυχόν και διακόψω το θλιμμένο τραγούδι της.

Προσπαθούσα να απομνημονεύσω τα στιχάκια.

Μα αυτά άλλαζαν κάθε φορά.

Νέοι στίχοι έμπαιναν στη σειρά, άλλοι χάνονταν, σαν να γεννιούνταν εκείνη τη στιγμή.

Και σήμερα… έχουν μείνει στη μνήμη μου μόνο σκόρπιες λέξεις.

Ακόμα θυμάμαι:

«Κάνε τα νύχια σου τσαπιά, τις απαλάμες φ’κυάρι,

Νίκο – Νικόλα μου.

Ρίξε το χώμα από μεριά, την πλάκα ’πο την άλλη,

ψυχή, καρδούλα μου».

Μετά άναβε το κερί που μοσχοβολούσε!

Ένα κερί φτιαγμένο από την ίδια, από αγνό κερί μέλισσας, στριμμένο σε κουλούρα……….

Το σαραντάημερο ήταν μια ακόμα ιδιαίτερη στιγμή.

Το σπίτι γέμιζε κόσμο, μοιρολόγια και κουβέντες.

Η κυρά-Μαρία του Κώστα Ψηλού, γνωστή για τις «απλάδες» της, στόλιζε το στάρι με ξεχωριστό τρόπο, φτιάχνοντας σχήματα και σταυρούς με μαρέγκα, ζάχαρη, αμύγδαλα και ασημένια ζαχαρωτά……

Σήμερα, πολλά από αυτά τα έθιμα έχουν χαθεί.

Το μοιρολόι δεν ακούγεται όπως παλιά.

Το νερό δεν ποτίζει πια τους τάφους όπως τότε.

Τα κεριά δεν πλάθονται από τα ίδια χέρια.

Όμως η μνήμη παραμένει.

Και τέτοιες μέρες, όπως η Μεγάλη Παρασκευή, επιστρέφει αλλιώς.

Όχι ολόκληρη — μα σε κομμάτια.

Σε εικόνες.

Σε φωνές.

Σε σκόρπιες λέξεις.

Λέξεις από μοιρολόγια που κάποτε προσπαθούσα να μάθω,

κρατώντας την ανάσα μου, για να μην τα διακόψω.

Και ίσως… αυτό να είναι τελικά που μένει.

Όχι το μοιρολόι ολόκληρο,

αλλά η ανάγκη του ανθρώπου να το πει….. (Κείμενο Α. Καρρά)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Εικόνες μνήμης και απουσίας – Με αφορμή τη Μεγάλη Πέμπτη

Υπάρχουν ημέρες μέσα στον χρόνο που μοιάζουν να αναστέλλουν τη ροή του χρόνου· να μετατοπίζουν το βλέμμα από το παρόν προς μια περιοχή πιο σιωπηλή, όπου η παρουσία και η απουσία δεν αντιτίθενται, αλλά συνυπάρχουν.

Η Μεγάλη Πέμπτη ανήκει σε αυτές τις ημέρες.

Ίσως γι’ αυτό επιστρέφουμε σήμερα σε δύο παλαιότερες αναρτήσεις, που συνομιλούν —με διαφορετικούς τρόπους— με την έννοια της μνήμης και της εικόνας ως τελευταίου ίχνους. Εκεί όπου η μορφή επιχειρεί να συγκρατήσει κάτι που ήδη έχει παρέλθει.

Το μεταθανάτιο πορτραίτο του 19ου αιώνα
https://doxesdespotatou.com/to-metathanatio-portraito-toy-19oy-aiona/
Μια πρακτική που σήμερα μοιάζει ανοίκεια, σχεδόν αμήχανη, υπήρξε κάποτε ένας από τους ελάχιστους τρόπους να διατηρηθεί η μορφή ενός αγαπημένου προσώπου. Η φωτογραφία ως ύστατη πράξη παρουσίας.

Το πρώιμο φωτογραφικό παρελθόν της Άρτας
https://doxesdespotatou.com/to-proimo-fotografiko-parelthon-tis-ar/
Στα πρώτα της βήματα, η φωτογραφία στην Άρτα δεν κατέγραφε απλώς — συγκροτούσε μνήμη. Μέσα από στάσεις, βλέμματα και σκηνοθετημένες παρουσίες, επιχειρούσε να διατηρήσει κάτι από τη διάρκεια του προσώπου μέσα στον χρόνο.

Αν κάτι διαπερνά και τα δύο αυτά παραδείγματα, είναι η βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να αντισταθούμε στη λήθη· να κρατήσουμε, έστω ως εικόνα, αυτό που δεν μπορεί πλέον να παραμείνει.

Ίσως σήμερα, σε έναν κόσμο όπου οι εικόνες πολλαπλασιάζονται και διαχέονται αδιάκοπα, η ανάγκη αυτή να μην έχει εκλείψει — αλλά απλώς να έχει αλλάξει μορφή.

Στη φωτογραφία “Κηδεία στη Ροδαυγή Άρτης, 1962”.
Η εικόνα του θανάτου δεν ανήκει μόνο στο μακρινό παρελθόν της φωτογραφίας· υπήρξε, μέχρι πρόσφατα, μέρος μιας συλλογικής εμπειρίας — δημόσιας, σχεδόν κοινόχρηστης. (Πηγή : Λεύκωμα ΡΟΔΑΥΓΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΤΕΣ, Χ. Σταύρος, Άρτα, 2020)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Ο «Γιάννης Γούναρης», ο καλόγερος της Κλεισούρας και η Άρτα: Ιστορία ή θρύλος;

Τα τελευταία χρόνια κυκλοφορεί ευρέως στο διαδίκτυο μια συγκινητική αφήγηση από την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Σύμφωνα με αυτήν, ένας κυνηγός του Ομέρ Βρυώνη, ονόματι «Γιάννης Γούναρης», πληροφορήθηκε το σχέδιο αιφνιδιαστικής επίθεσης ανήμερα των Χριστουγέννων και ειδοποίησε τους Μεσολογγίτες, σώζοντας την πόλη. Το τίμημα, όμως, ήταν βαρύ: η οικογένειά του, που κρατούνταν όμηρος στην Άρτα, σφαγιάστηκε.

Η ιστορία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δραματικότητα από μια δεύτερη διάσταση: ότι ο ίδιος ο Γούναρης, συντετριμμένος από την απώλεια, αποσύρθηκε στην Κλεισούρα Μεσολογγίου και έγινε καλόγερος, γνωστός ως «ο καλόγερος της Κλεισούρας».

Πόσο, όμως, ανταποκρίνεται αυτή η αφήγηση στην ιστορική πραγματικότητα;

Η ιστορική βάση

Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου (1822–1823) είναι ένα απολύτως τεκμηριωμένο γεγονός. Είναι επίσης γνωστό ότι οι οθωμανικές δυνάμεις σχεδίασαν αιφνιδιαστική επίθεση κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων, η οποία τελικά απέτυχε, καθώς οι πολιορκημένοι ήταν προετοιμασμένοι.

Ωστόσο, στις βασικές ιστορικές πηγές της εποχής — απομνημονεύματα αγωνιστών και έργα ιστορικών του 19ου αιώνα — δεν υπάρχει καμία αναφορά σε πρόσωπο με το όνομα «Γιάννης Γούναρης» ή σε συγκεκριμένο πληροφοριοδότη με τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται στη σύγχρονη αφήγηση.

Ο ρόλος της Άρτας

Η αναφορά στην Άρτα δεν είναι τυχαία. Κατά την περίοδο της Επανάστασης, η πόλη αποτελούσε σημαντικό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο των Οθωμανών στην Ήπειρο. Είναι γνωστό ότι ο Ομέρ Βρυώνης χρησιμοποιούσε την Άρτα ως βάση επιχειρήσεων.

Αυτό το ιστορικό στοιχείο προσδίδει αληθοφάνεια στην αφήγηση, καθώς η ιδέα της κράτησης ομήρων στην πόλη εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της εποχής. Ωστόσο, δεν υπάρχει τεκμηριωμένη μαρτυρία για συγκεκριμένη εκτέλεση οικογένειας με τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στον «Γούναρη».

Ο «καλόγερος της Κλεισούρας» στην ποίηση

Εδώ εμφανίζεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο, που συχνά παραβλέπεται. Στην ελληνική λογοτεχνία του 19ου αιώνα, και ειδικότερα στο έργο του Ηπειρώτη ποιητή Κώστα Κρυστάλλη, συναντούμε τη μορφή του «καλόγερου της Κλεισούρας».

Ο ίδιος ο ποιητής δίνει μια δραματική εκδοχή της ιστορίας:

«Ο Μερ΄ Πασσάς μαθαίνει του κυνηγού
την προδοσιά και στην απελπισιά του,
σαν πήρε κ Κώστας τα βουνά, του σφάζει τα παιδιά του,
Τόπαν του Κώστα στα βουνά και τ΄ άρματα πετάει
Και στης Κλεισούρας το μικρό το΄ ρημοκκλήσι πάει
Και γίνεται καλόγηρος, ντύνεται ράσα μαύρα…»

— Κώστας Κρυστάλλης, «Ο καλόγερος της Κλεισούρας»

Ο Κρυστάλλης δεν παρουσιάζει έναν ιστορικά τεκμηριωμένο ήρωα, αλλά μια βαθιά δραματική και συμβολική φιγούρα:

  • έναν άνθρωπο αποτραβηγμένο από τον κόσμο
  • που ζει στην ερημιά της Κλεισούρας
  • σιωπηλός, λιγομίλητος, σχεδόν «σκιά» του εαυτού του
  • με εμφανή τα σημάδια μιας μεγάλης εσωτερικής οδύνης

Η ποίηση του Κρυστάλλη αφήνει να εννοηθεί ότι ο καλόγερος αυτός δεν ήταν πάντοτε ασκητής. Αντίθετα, πρόκειται για έναν άνθρωπο που οδηγήθηκε στον μοναχισμό έπειτα από κάποιο τραγικό γεγονός, το οποίο όμως δεν κατονομάζεται. Το παρελθόν του παραμένει σκόπιμα ασαφές, ενισχύοντας τον συμβολικό χαρακτήρα της μορφής.

Η εικόνα αυτή — του ανθρώπου που εγκαταλείπει τον κόσμο μετά από μια βαθιά προσωπική απώλεια — είναι ιδιαίτερα ισχυρή και επαναλαμβανόμενη στη δημοτική και λόγια παράδοση της εποχής.

Η σύνδεση ποίησης και αφήγησης

Εδώ ακριβώς φαίνεται να δημιουργείται η γέφυρα με τη σύγχρονη ιστορία του «Γούναρη». Η δραματική αφήγηση ενός ανθρώπου που:

  • θυσιάζει τα πάντα για το κοινό καλό
  • χάνει την οικογένειά του
  • και καταλήγει στην απομόνωση και τον μοναχισμό

ταιριάζει εντυπωσιακά με το λογοτεχνικό μοτίβο που περιγράφει ο Κρυστάλλης.

Έτσι, είναι πολύ πιθανό ότι σε μεταγενέστερο χρόνο η ποιητική μορφή του «καλόγερου της Κλεισούρας» ταυτίστηκε με έναν υποτιθέμενο ιστορικό ήρωα, αποκτώντας όνομα, βιογραφία και συγκεκριμένο ρόλο στα γεγονότα της πολιορκίας.

Η σύνθεση του θρύλου

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται ότι η σύγχρονη ιστορία του «Γιάννη Γούναρη» προέκυψε από μια σύνθεση:

  • ενός πραγματικού ιστορικού γεγονότος (η αποτυχημένη αιφνιδιαστική επίθεση),
  • ενός πιθανού αλλά ανώνυμου πληροφοριοδότη,
  • και ενός λογοτεχνικού τύπου (ο καλόγερος της Κλεισούρας του Κρυστάλλη).

Σε μεταγενέστερο χρόνο, τα στοιχεία αυτά ενώθηκαν σε μια ενιαία αφήγηση, με την προσθήκη ονόματος και δραματικών λεπτομερειών.

Συμπέρασμα

Η ιστορία του «Γιάννη Γούναρη» δεν μπορεί, με τα σημερινά δεδομένα, να θεωρηθεί τεκμηριωμένο ιστορικό γεγονός. Αντίθετα, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τοπικού ή σύγχρονου θρύλου, που βασίζεται σε υπαρκτά γεγονότα αλλά εμπλουτίζεται με λογοτεχνικά και συναισθηματικά στοιχεία.

Η περίπτωση αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, διότι δείχνει πώς η ποίηση — όπως εκείνη του Κώστα Κρυστάλλη — μπορεί να επηρεάσει τη συλλογική μνήμη και να συμβάλει, έμμεσα, στη διαμόρφωση «ιστορικών» αφηγήσεων.

Για την Άρτα, η παρουσία της στην ιστορία — έστω και μέσα από έναν θρύλο — υπενθυμίζει τον σημαντικό της ρόλο στην εποχή της Ελληνικής Επανάστασης και τη θέση της στο ιστορικό και πολιτισμικό τοπίο της Ηπείρου.

Στη φωτογραφία «Στρατιωτικός χάρτης της πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825–1826), με τις οχυρώσεις (“φραχτή”) και τις θέσεις των αντιμαχόμενων δυνάμεων.» Σε αντίθεση με τις δραματικές αφηγήσεις που κυκλοφορούν σήμερα, χάρτες όπως αυτός αποτυπώνουν με ακρίβεια την πραγματική εικόνα της πολιορκίας και την οργάνωση της άμυνας του Μεσολογγίου.

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Όσα δεν γνωρίζουμε για τον Πύργο Ρολογιού της Άρτας

Πρόσφατα, ο Πύργος Ρολογιού της Άρτας απέκτησε επίσημο καθεστώς προστασίας από το Υπουργείο Πολιτισμού, επιβεβαιώνοντας τη σημασία του ως μνημείου της πολιτιστικής κληρονομιάς (arttv.gr, 2025).

Κι όμως, πίσω από τη γνώριμη εικόνα του, κρύβεται μια ιστορία πολύ πιο σύνθετη — και σε μεγάλο βαθμό άγνωστη στο ευρύ κοινό.

Το ρολόι της Άρτας δεν μετρούσε πάντα τον χρόνο όπως τον γνωρίζουμε σήμερα. Για αιώνες, οι ώρες του δεν ήταν ίσες, αλλά άλλαζαν μαζί με το φως της ημέρας.


Ένα ρολόι που ίσως είναι παλαιότερο απ’ όσο νομίζουμε

Η επικρατούσα άποψη τοποθετεί την κατασκευή του πύργου στον 17ο αιώνα, κι αυτό σύμφωνα με την μαρτυρία του Evliya Çelebi. Ωστόσο, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η κατασκευή του ενδέχεται να ανάγεται ήδη στις αρχές του 16ου αιώνα (Konuk Halaçoğlu, 2022: 169) .

Αν αυτό ισχύει, τότε πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα δημόσια ρολόγια όχι μόνο στην Ήπειρο, αλλά και σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο.


Ένα από τα πρώτα ρολόγια στον οθωμανικό κόσμο

Τα πρώτα μηχανικά ρολόγια εμφανίζονται στο Οθωμανικό Κράτος στα τέλη του 15ου αιώνα, αρχικά στο περιβάλλον του σουλτανικού παλατιού, και κατά τον 16ο αιώνα διαδίδονται σταδιακά και εκτός αυτού (Acun, 2018).

Η κατασκευή πύργων ρολογιών ξεκινά γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα και τα πρώτα παραδείγματα εντοπίζονται στα Βαλκάνια, όπως ο πύργος του τεμένους Ferhat Paşa στη Μπάνια Λούκα (1577) και ο πύργος των Σκοπίων (Acun, 2018).

Ο περιηγητής Evliya Çelebi αναφέρεται επίσης σε τέτοιους πύργους τον 17ο αιώνα (Evliya Çelebi, 2011).

Σε αντίθεση με την πλειονότητα των πύργων ρολογιών στον ελλαδικό χώρο, που ανήκουν στον 18ο και 19ο αιώνα, ο πύργος της Άρτας φαίνεται να αποτελεί ένα από τα πρώιμα και σπανιότερα παραδείγματα του θεσμού.


Ο πύργος ως ένδειξη οικονομικής ακμής

Η ανέγερση πύργων ρολογιών δεν ήταν απλή υπόθεση. Εκτός από τις θρησκευτικές επιφυλάξεις, καθοριστικό ρόλο έπαιζε και το υψηλό κόστος κατασκευής και συντήρησης των μηχανισμών (Acun, 2018).

Οι πύργοι ρολογιών κατασκευάζονταν κυρίως σε πόλεις με οικονομική ευημερία και έντονη εμπορική δραστηριότητα, σε αγορές και αστικά κέντρα όπου η ρύθμιση του χρόνου ήταν απαραίτητη για την καθημερινή ζωή.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται με εντυπωσιακό τρόπο από τα στοιχεία ενός οθωμανικού βακουφίου του 1704, που σχετίζεται με τον Royal Kasapbaşı Mehmed Agha.

Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, στον ίδιο ακριβώς χώρο γύρω από τον Πύργο του Ρολογιού συγκεντρωνόταν ένα πλήρες σύνολο λειτουργιών της οθωμανικής πόλης:

  • το τέμενος του Βαγιαζήτ
  • νεκροταφείο με τουρμπέδες
  • σχολείο του τεμένους
  • μεγάλο εμπορικό χάνι
  • δημόσιο λουτρό και κατοικία του υπευθύνου του
  • συντριβάνι στην αυλή του τεμένους

Η συγκέντρωση όλων αυτών των στοιχείων στον ίδιο χώρο αποκαλύπτει ότι η «Πλατεία του Ρολογιού» δεν ήταν απλώς ένα σημείο της πόλης, αλλά ο βασικός πυρήνας της οθωμανικής Άρτας: ένα κέντρο όπου συνυπήρχαν η θρησκευτική ζωή, η εκπαίδευση, η οικονομική δραστηριότητα και οι δημόσιες υποδομές.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία του πύργου ρολογιού αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν αποτελεί μια απομονωμένη κατασκευή, αλλά ένα στοιχείο ενταγμένο στον οργανωμένο αστικό ιστό, που ρύθμιζε τον χρόνο μιας πόλης με έντονη εμπορική και κοινωνική ζωή (Καρρά, 2024).


Θρησκεία και χρόνος: μια λεπτή ισορροπία

Η κατασκευή πύργων ρολογιών δεν ήταν αυτονόητη στον οθωμανικό κόσμο. Σε καθαρά μουσουλμανικές περιοχές υπήρχαν αντιδράσεις, καθώς οι μιναρέδες αποτελούσαν το βασικό σύμβολο του χρόνου μέσω της προσευχής, ενώ ο ήχος της καμπάνας θύμιζε τις χριστιανικές εκκλησίες (Acun, 2018).

Η λύση που υιοθετήθηκε ήταν οι πύργοι να κατασκευάζονται χαμηλότεροι από τους μιναρέδες.

Στην Άρτα, γνωρίζουμε ότι απέναντι από τον πύργο βρισκόταν το τέμενος του Βαγιαζήτ, όπως αναφέρει και ο Evliya Çelebi (Evliya Çelebi, 2011). Με βάση αυτή τη χωρική σχέση και τη συνήθη πρακτική της εποχής, είναι πολύ πιθανό ο μιναρές του τεμένους να ήταν υψηλότερος από τον πύργο του ρολογιού.


Από τον «ζωντανό» χρόνο στον μηχανικό χρόνο

Μέχρι το 1908, το ρολόι λειτουργούσε σύμφωνα με το οθωμανικό σύστημα μέτρησης του χρόνου, γνωστό ως «εζανικό ωράριο» ή «αλατούρκα ώρα» (Konuk Halaçoğlu, 2022) .

Σε αυτό το σύστημα, η ημέρα δεν είχε σταθερές ώρες. Το ρολόι ρυθμιζόταν καθημερινά με βάση τη δύση του ήλιου, η οποία οριζόταν ως 12:00, δηλαδή την ώρα της απογευματινής προσευχής. Ως αποτέλεσμα, οι ώρες μεταβάλλονταν ανάλογα με την εποχή.

Το 1908, ο παλαιός μηχανισμός αντικαταστάθηκε από έναν νέο μηχανικό μηχανισμό με εκκρεμές, ο οποίος λειτουργούσε σύμφωνα με το ευρωπαϊκό σύστημα των 24 ίσων ωρών (Konuk Halaçoğlu, 2022) .

Ο μηχανισμός αυτός αποτελούνταν από:

  • την κινητήρια δύναμη
  • το εκκρεμές
  • τον μηχανισμό διαφυγής
  • τα γρανάζια
  • το καντράν

Η αλλαγή αυτή σηματοδοτεί τη μετάβαση από έναν «ζωντανό» χρόνο, συνδεδεμένο με τη φύση, σε έναν τυποποιημένο, μηχανικό χρόνο.


Ένα μνημείο που η ιστοριογραφία προσπέρασε

Παρά τη σημασία του, ο Πύργος Ρολογιού της Άρτας αναφέρεται ελάχιστα στην ελληνική βιβλιογραφία (Konuk Halaçoğlu, 2022) .

Αυτό καθιστά το μνημείο όχι μόνο αρχιτεκτονικά σημαντικό, αλλά και ιστοριογραφικά παραμελημένο.


Ένα σημείο συνάντησης διαφορετικών κόσμων

Η πλατεία μπροστά από τον πύργο αποτέλεσε τόπο συνάντησης των τριών θρησκευτικών κοινοτήτων της πόλης — μουσουλμάνων, χριστιανών και εβραίων (Konuk Halaçoğlu, 2022) .

Το ρολόι της Άρτας δεν μετρούσε μόνο τον χρόνο· ρύθμιζε τον κοινό ρυθμό μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας.


Δες επίσης

Για μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της περιοχής γύρω από τον Πύργο του Ρολογιού:

👉 Η πορεία ενός κτιρίου της Άρτας μέσα στο χρόνο


Συμπέρασμα

Ο Πύργος Ρολογιού της Άρτας αποτελεί ένα μοναδικό τεκμήριο της μετάβασης:

  • από τον φυσικό στον μηχανικό χρόνο
  • από την οθωμανική στην ευρωπαϊκή αντίληψη
  • από τη θρησκευτική στην αστική οργάνωση της ζωής

Ίσως γι’ αυτό αξίζει να τον δούμε όχι ως ένα απλό μνημείο, αλλά ως έναν σιωπηλό μάρτυρα της ιστορίας της πόλης.

Στη φωτογραφία “Το ρολόι της Άρτας – 22Μαρτίου 1947” ( Στ. Μαλικόπουλος – Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείο Μπενάκη)

📚 Βιβλιογραφία

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Χορωδία Πολιτιστικού Συλλόγου Άρτας «Ο Μακρυγιάννης» – 14 Μαρτίου 1981

Μια ξεχωριστή στιγμή από την πορεία της Χορωδίας του Πολιτιστικού Συλλόγου Άρτας «Ο Μακρυγιάννης», αποτυπωμένη στις 14 Μαρτίου 1981, στο πλαίσιο της συνάντησης Ελληνικών χορωδιών στο κινηματοθέατρο «ΑΛΕΞ».

Η φωτογραφία καταγράφει ένα ζωντανό κύτταρο πολιτισμού της εποχής, όπου η συλλογικότητα, η αγάπη για τη μουσική και η πολιτιστική δημιουργία ενώνονται σε ένα αρμονικό σύνολο. Τα μέλη της χορωδίας, υπό τη διεύθυνση και καθοδήγηση των υπευθύνων της περιόδου, συνέβαλαν ουσιαστικά στην καλλιτεχνική έκφραση και την πολιτιστική ταυτότητα της Άρτας.

Η Χορωδία του Συλλόγου «Ο Μακρυγιάννης» υπήρξε και παραμένει ένας από τους σημαντικούς φορείς πολιτισμού της πόλης, με συνεχή παρουσία σε εκδηλώσεις και φεστιβάλ, συμβάλλοντας στη διάδοση της μουσικής παιδείας και της χορωδιακής τέχνης ().

Η συγκεκριμένη φωτογραφία αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο μιας εποχής δημιουργίας και συμμετοχής, αναδεικνύοντας ανθρώπους που με μεράκι και αφοσίωση υπηρέτησαν τον πολιτισμό. (Από τη συλλογή της Σοφίας Καρατζά).

Για περισσότερες πληροφορίες και υλικό:

Άρθρο 1 https://doxesdespotatou.com/i-chorodia-toy-politistikoy-syllogoy/

Άρθρο 2 https://doxesdespotatou.com/i-chorodia-toy-politistikoy-syllogoy-2/

Άρθτο 3 https://doxesdespotatou.com/i-chorodia-toy-politistikoy-syllogoy-3/

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Κώστας Πετρόπουλος

Ο Κώστας Πετρόπουλος υπήρξε μια ξεχωριστή προσωπικότητα της τοπικής κοινωνίας της Άρτας. Δικηγόρος στο επάγγελμα, διακρίθηκε για την έντονη κοινωνική και πολιτική του δράση.

Αποτελούσε ιδρυτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ στην Άρτα, ενώ διετέλεσε γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Παράλληλα, προσέφερε τις υπηρεσίες του ως νομικός σύμβουλος του Δήμου Αρταίων, κατά τη διάρκεια των δημαρχιακών θητειών των Παπαγεωργίου και Βάγια, με τους οποίους συνεργάστηκε άριστα.

Φωτογραφία 1 : Ο Κώστας Πετρόπουλος με τον Ανδρέα Παπανδρέου και τη Μαργαρίτα Παπανδρέου, παρουσία και του Δημήτρη Τσοβόλα, σε μια χαρακτηριστική στιγμή της πολιτικής του διαδρομής. (Αρχείο Λευκής Πετροπούλου)

Η αγάπη του για τον αθλητισμό υπήρξε εξίσου έντονη. Υπηρέτησε ως γενικός αρχηγός της Αναγέννησης Άρτας, ενώ υπήρξε εμπνευστής και ιδρυτής του Viola Club Άρτας, αφήνοντας το δικό του ανεξίτηλο αποτύπωμα στον φίλαθλο κόσμο της πόλης.

Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Κώστας Πετρόπουλος ήταν ένας αγνός αγωνιστής και ιδεολόγος, με βαθιά πίστη στις αξίες και τα ιδανικά του.

Έφυγε από τη ζωή πρόωρα, τον Ιούλιο του 1996, σε ηλικία μόλις 52 ετών. Ωστόσο, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, η μνήμη του παραμένει ζωντανή και τιμάται από όσους τον γνώρισαν και τον εκτίμησαν. Η παρουσία και η προσφορά του συνεχίζουν να αποτελούν σημείο αναφοράς για την τοπική κοινωνία της Άρτας.

Φωτογραφία 2 : Ο Κώστας Πετρόπουλος με τον Γιώργο Γεννηματά, σε στιγμές συντροφικότητας και πολιτικού διαλόγου. (Αρχείο Λευκής Πετροπούλου)

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην οικογένειά του και ειδικότερα στην κόρη του, Λευκή (Λευκοθέα) Πετροπούλου, η οποία με τη δική της πορεία στον χώρο της εκπαίδευσης και της κοινωνικής δράσης, συνεχίζει να υπηρετεί αξίες προσφοράς και συμμετοχής, τιμώντας τη μνήμη και την παρακαταθήκη του.

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Στο δρόμο για το χωριό…..

Μια όμορφη εικόνα από τα Τζουμέρκα της δεκαετίας του ’50, από τα παλιά δρομολόγια που εξυπηρετούσαν τα χωριά. Το αυτοκίνητο και τα παιδιά γύρω του δείχνουν πώς ήταν οι μετακινήσεις τότε — πιο δύσκολες, αλλά με περισσότερο «χρώμα» και παρέα. Μια μικρή στιγμή από την καθημερινή ζωή μιας άλλης εποχής. (Η φωτογραφία είναι απο το αρχείο του Κ. Χρόνη, όπως αναρτήθηκε στην σελίδα https://www.galaniskos.gr/)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μέσα Μεταφοράς | Σχολιάστε

Στιγμές από το παλιό Μονοπλιό

Μια ήσυχη εικόνα από το Μονοπλιό Άρτης τη δεκαετία του ’50, τότε που η καθημερινότητα κυλούσε πιο αργά και απλά. Στα δεξιά διακρίνεται το συγκρότημα του ξενοδοχείου ΑΚΡΟΠΟΛ, ενώ στο βάθος τα καφενεία αποτελούσαν σημείο συνάντησης και ζωής της γειτονιάς.

Ξεχωρίζει το ξύλινο καρότσι, ένα βασικό «εργαλείο» της εποχής, με το οποίο μετέφεραν εμπορεύματα και κάθε λογής πράγματα. Μια μικρή αλλά χαρακτηριστική λεπτομέρεια που μας θυμίζει τον κόπο και την απλότητα της καθημερινής ζωής εκείνων των χρόνων. (Φωτο από προσωπική συλλογή)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε