Μια παλιά φωτογραφία από το αρχείο της Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα στάθηκε η αφορμή για να αναζητήσω την ιστορία μιας έκθεσης ζωγραφικής που πραγματοποιήθηκε στην Άρτα πριν από σχεδόν εβδομήντα χρόνια.
Στη φωτογραφία εικονίζονται, μεταξύ άλλων, ο Ηπειρώτης ζωγράφος Κώστας Μαλάμος, η σύζυγός του Ιωάννα και ο Αρτινός οδοντίατρος και ζωγράφος Τάκης Βαφιάς. Εκείνο που δεν γνώριζα ήταν πότε ακριβώς είχε πραγματοποιηθεί η έκθεση και πού.
Την απάντηση έδωσαν δύο τεύχη του περιοδικού «Σκουφάς» του 1958.
Μια έκθεση που είχε προαναγγελθεί
Στο τεύχος 11 του περιοδικού, ο «Σκουφάς» ενημέρωνε τους αναγνώστες ότι στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Κώστας Μαλάμος επρόκειτο να εκθέσει στην Άρτα μια σειρά έργων του.
Η αναγγελία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί μας πληροφορεί ότι ο ζωγράφος εκπλήρωνε με την έκθεση αυτή έναν σκοπό που είχε από καιρό κατά νου: επρόκειτο να παρουσιάσει μια σειρά πινάκων με θέματα εμπνευσμένα από «το Δράμα του Κομμένου». Μαζί του θα εξέθετε και η σύζυγός του, με έργα διαφορετικής θεματολογίας – λουλούδια, τοπία κ.ά. Τη διοργάνωση είχε αναλάβει ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος «Σκουφάς».
Η αναφορά στο Κομμένο αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν θυμηθούμε ότι ο Μαλάμος είχε ασχοληθεί με τη σφαγή ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το 1946 είχε φιλοτεχνήσει το έργο «Φευγιό (Η σφαγή στο Κομμένο)», το οποίο το 1947 παρουσιάστηκε σε έκθεση στη Στοκχόλμη.
Έντεκα χρόνια αργότερα, ο ζωγράφος επέστρεφε στην Ήπειρο και το «Δράμα του Κομμένου» εξακολουθούσε να αποτελεί μέρος της καλλιτεχνικής του δουλειάς.
14 Σεπτεμβρίου 1958 – Τα εγκαίνια
Το επόμενο τεύχος του «Σκουφά» μάς δίνει πλέον την ακριβή ταυτότητα της έκθεσης.
Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 1958, στις 11 το πρωί, σε μία από τις αίθουσες του Λυκείου Άρτης.
Ο Κώστας και η Ιωάννα Μαλάμου παρουσίασαν συνολικά 48 πίνακες: ελαιογραφίες, ακουαρέλες, παστέλ και τέμπερες.
Τα εγκαίνια κήρυξε ο τότε δήμαρχος Αρταίων Ιωάννης Παπαβασιλείου, παρουσία των αρχών της πόλης και πολλών φιλοτέχνων.
Η έκθεση διήρκεσε πέντε ημέρες και, αν κρίνουμε από το χρονικό του περιοδικού, γνώρισε αξιοσημείωτη επιτυχία. Πλήθος Αρτινών την επισκέφθηκε, ενώ περισσότεροι από τους μισούς πίνακες πουλήθηκαν μέσα στις πέντε ημέρες λειτουργίας της.
Ο «Σκουφάς» σημείωνε μάλιστα ότι το κοινό της πόλης εκτίμησε την καλλιτεχνική εργασία των δύο Ηπειρωτών ζωγράφων και τους περιέβαλε με ιδιαίτερη συμπάθεια.
Μια φωτογραφία βρίσκει την ιστορία της
Έτσι, μια παλιά φωτογραφία που μέχρι σήμερα γνώριζα απλώς ότι προερχόταν από έκθεση του Κώστα Μαλάμου στην Άρτα αποκτά πλέον ημερομηνία, χώρο και ιστορικό πλαίσιο.
Άρτα, Σεπτέμβριος 1958. Λύκειο Άρτης. Έκθεση ζωγραφικής Κώστα και Ιωάννας Μαλάμου, διοργανωμένη από τον Μουσικοφιλολογικό Σύλλογο «Σκουφάς».
Και μαζί με τη φωτογραφία διασώζεται ένα μικρό στιγμιότυπο από την καλλιτεχνική ζωή της Άρτας στα τέλη της δεκαετίας του 1950: μια έκθεση 48 έργων, εκατοντάδες ίσως επισκέπτες μέσα σε πέντε ημέρες, περισσότεροι από τους μισούς πίνακες να βρίσκουν αγοραστές και, ανάμεσα στα έργα που είχαν προαναγγελθεί, μια σειρά εμπνευσμένη από «το Δράμα του Κομμένου». Και, κάπως έτσι, σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, μια φωτογραφία ξαναβρίσκει την έκθεση στην οποία τραβήχτηκε. (Πηγές: Περιοδικό Σκουφάς, τχ. 11 και 12, 1958.)
Άρτα, Σεπτέμβριος 1958. Ο Κώστας Μαλάμος με τη σύζυγό του Ιωάννα σε έκθεση έργων τους, που διοργάνωσε ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος «Σκουφάς» στο Λύκειο Άρτης. Στη φωτογραφία και ο Αρτινός οδοντίατρος και ζωγράφος Τάκης Βαφιάς. (Φωτογραφικό αρχείο: Κλαίρη Βαφιά – Μπανταλούκα)
Για τη σφαγή του Κομμένου στις 16 Αυγούστου 1943 γνωρίζουμε σήμερα πολλά. Ένα ερώτημα, όμως, που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον είναι άλλο: πότε και με ποιον τρόπο άρχισε η ιστορία του εγκλήματος να περνά έξω από τα ελληνικά σύνορα;
Η έρευνα δείχνει ότι αυτό συνέβη πολύ νωρίτερα απ’ όσο ίσως θα περιμέναμε. Όχι όμως με έναν μόνο τρόπο. Η πληροφορία ακολούθησε διαφορετικούς δρόμους – στρατιωτικούς, δικαστικούς, κρατικούς και, τελικά, καλλιτεχνικούς.
Και η πρώτη καταγραφή της έγινε, αναπόφευκτα, από τους ίδιους τους Γερμανούς.
Η σφαγή που μετατράπηκε σε «μάχη»
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο τι έγραψαν οι γερμανικές στρατιωτικές αρχές, αλλά πώς άλλαξε η περιγραφή του γεγονότος καθώς η πληροφορία περνούσε από το ένα επίπεδο της διοίκησης στο άλλο.
Στη μεσημεριανή αναφορά της 16ης Αυγούστου 1943 αναφέρεται ότι η 12η Εταιρεία του 98ου Συντάγματος, κατά την περικύκλωση του Κομμένου, δέχθηκε ισχυρά πυρά από τα σπίτια και ότι ακολούθησε μάχη. Παρά την εκδοχή αυτή, όμως, οι νεκροί καταγράφονται ακόμη ως «150 Zivilisten» – 150 άμαχοι.
Μέχρι το ίδιο βράδυ οι ίδιοι νεκροί είχαν αλλάξει ιδιότητα. Στην ημερήσια αναφορά έγιναν «150 Feindtote» – 150 νεκροί εχθροί. Σε επόμενο επίπεδο της υπηρεσιακής καταγραφής εμφανίζονται ως «Banditen», ο χαρακτηρισμός που χρησιμοποιούσαν οι γερμανικές αρχές για τους αντάρτες. Και όταν η πληροφορία φτάνει στο πολεμικό ημερολόγιο, οι άμαχοι έχουν πλέον εξαφανιστεί: το Κομμένο καταγράφεται ως τόπος που καταλήφθηκε «έπειτα από σφοδρή εχθρική αντίσταση».
Η διαδρομή των λέξεων είναι από μόνη της αποκαλυπτική:
άμαχοι → εχθροί → αντάρτες → μάχη.
Δεν είχαν αλλάξει τα γεγονότα στο Κομμένο. Είχε αλλάξει η υπηρεσιακή περιγραφή τους.
Καθώς η πληροφορία ανέβαινε προς τα ανώτερα κλιμάκια της Βέρμαχτ, μια επιχείρηση στην οποία είχαν σκοτωθεί εκατοντάδες άμαχοι αποκτούσε στα χαρτιά τα χαρακτηριστικά κανονικής πολεμικής σύγκρουσης: υπήρχε «εχθρός», υπήρχε «αντίσταση» και επομένως υπήρχαν «νεκροί εχθροί».
Η μεταβολή της ορολογίας γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική αν συγκριθεί με τα υπόλοιπα γερμανικά στοιχεία. Δεν καταγράφηκε ούτε ένας Γερμανός νεκρός, ενώ σε αναφορά λαφύρων εξακολουθούσαν να εμφανίζονται περίπου «150 νεκροί άμαχοι». Τα ίδια λοιπόν τα υπηρεσιακά έγγραφα δεν συμβάδιζαν απόλυτα με την εικόνα της «σφοδρής εχθρικής αντίστασης» που τελικά καταχωρίστηκε στο πολεμικό ημερολόγιο.
Η διαδικασία αυτή έχει χαρακτηριστεί στη μεταγενέστερη γερμανική έρευνα «Aktenkosmetik», ένας «καλλωπισμός» δηλαδή των υπηρεσιακών εγγράφων. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς σκεφτόταν κάθε αξιωματικός που μετέφερε ή τροποποιούσε την αναφορά. Το αποτέλεσμα όμως είναι σαφές: η σφαγή αμάχων είχε μετατραπεί, πάνω στο χαρτί, σε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον ενόπλου αντιπάλου.
Υπήρχε όμως και μια άλλη διαδρομή της πληροφορίας.
Η είδηση παίρνει τον δρόμο προς τους Συμμάχους
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στη Νυρεμβέργη, ο Στέφανος Παππάς αποκάλυψε ότι οι πληροφορίες για όσα είχαν συμβεί δεν είχαν μείνει στην Ελλάδα.
Όπως κατέθεσε, μετά τη σφαγή συγκεντρώθηκαν λεπτομερή στοιχεία για τα θύματα. Περίπου έναν μήνα αργότερα, μαρτυρίες διαβιβάστηκαν στο αρχηγείο του Ναπολέοντα Ζέρβα και από εκεί, σύμφωνα πάντα με την κατάθεσή του, στο Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής.
Δεν έχει εντοπιστεί μέχρι στιγμής η ίδια αυτή αναφορά στα διαθέσιμα ψηφιοποιημένα βρετανικά αρχεία. Η ένορκη μαρτυρία του Παππά, όμως, μας επιτρέπει να γνωρίζουμε ότι ήδη από το φθινόπωρο του 1943 πληροφορίες για τη σφαγή είχαν πάρει τον δρόμο προς τη συμμαχική διοίκηση εκτός Ελλάδας.
Αυτό είναι σημαντικό, αλλά χρειάζεται μια διάκριση: άλλο το γεγονός ότι η πληροφορία είχε φτάσει σε στρατιωτικές και συμμαχικές υπηρεσίες και άλλο ότι η σφαγή ήταν ήδη γνωστή στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.
1945 – Το Κομμένο ως υπόθεση εγκλήματος πολέμου
Μετά την απελευθέρωση αρχίζει μια διαφορετική διαδρομή.
Από το 1945 συγκεντρώνονταν στην Ελλάδα ένορκες καταθέσεις για τα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί στο Κομμένο. Το σχετικό υλικό έφτασε στους διεθνείς μηχανισμούς διερεύνησης εγκλημάτων πολέμου και εξετάστηκε στο πλαίσιο της United Nations War Crimes Commission στο Λονδίνο.
Δεν έχει εντοπιστεί ακόμη η πρωτότυπη καρτέλα της υπόθεσης ώστε να γνωρίζουμε με ασφάλεια ποια ακριβώς ονόματα καταχωρίστηκαν για το Κομμένο. Γι’ αυτό και δεν θα επιχειρήσω να τα απαριθμήσω.
Εκείνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι το 1945 το Κομμένο είχε πλέον περάσει από την τοπική μαρτυρία στον διεθνή φάκελο διερεύνησης των γερμανικών εγκλημάτων πολέμου.
1946 – Το Κομμένο παρουσιάζεται στα γαλλικά
Το επόμενο βήμα ήταν πλέον δημόσιο.
Το 1946 το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου εξέδωσε στα γαλλικά το βιβλίο:
Les atrocités des quatre envahisseurs de la Grèce – Allemands, Italiens, Bulgares, Albanais
Στις σελίδες 64 κ.ε. παρουσιάζεται η σφαγή του Κομμένου της 16ης Αυγούστου 1943 και καταγράφονται οι 317 νεκροί. Δεν πρόκειται μάλιστα για μια απλή αναφορά του χωριού σε έναν κατάλογο θυμάτων, αλλά για εκτενέστερη περιγραφή του εγκλήματος.
Η έκδοση εντασσόταν στην ευρύτερη μεταπολεμική προσπάθεια της Ελλάδας να γνωστοποιήσει στο εξωτερικό τις καταστροφές και τα εγκλήματα της Κατοχής.
Έτσι, ήδη από το 1946, το όνομα του Κομμένου και η ιστορία της σφαγής του κυκλοφορούσαν σε επίσημη ξενόγλωσση ελληνική έκδοση.
Παρά την αναζήτηση, δεν έχει εντοπιστεί μέχρι στιγμής δημοσίευμα μεγάλης βρετανικής, γαλλικής ή αμερικανικής εφημερίδας της περιόδου 1943–1947 που να κατονομάζει το Κομμένο. Αυτό φυσικά δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε. Δείχνει όμως ότι πρέπει να διακρίνουμε την παρουσία της υπόθεσης σε διεθνείς στρατιωτικούς, δικαστικούς και κρατικούς μηχανισμούς από την ευρύτερη δημοσιότητά της.
Και εδώ αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον η Στοκχόλμη.
1947 – Από το Κομμένο στη Στοκχόλμη
Ο Κώστας Μαλάμος είχε ζωγραφίσει ήδη από το 1946 ένα έργο εμπνευσμένο από τη σφαγή, το «Φευγιό».
Τον επόμενο χρόνο ο πίνακας παρουσιάστηκε στη Στοκχόλμη. Στον σουηδικό κατάλογο της έκθεσης καταγράφεται ως:
Flykten (Massakern vid Kommèno), 1946
δηλαδή:
«Το Φευγιό (Η σφαγή στο Κομμένο)».
Και μια δεύτερη πηγή που εντοπίστηκε επιβεβαιώνει την πορεία του έργου. Σε ελληνικό κατάλογο έκθεσης του Μαλάμου το έργο καταγράφεται:
«Φευγιό από το Κομμένο (“Έκθεσις Στοκχόλμης”)».
Έτσι, μόλις τέσσερα χρόνια μετά τη σφαγή, το όνομα ενός μικρού χωριού της Άρτας και η λέξη «σφαγή» εμφανίζονταν στον κατάλογο μιας διεθνούς καλλιτεχνικής έκθεσης στη Σουηδία.
Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που το ευρωπαϊκό κοινό πληροφορήθηκε το έγκλημα. Με τα στοιχεία που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα, όμως, μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί μία από τις πρώτες τεκμηριωμένες δημόσιες παρουσιάσεις της σφαγής του Κομμένου σε ευρωπαϊκό κοινό έξω από την Ελλάδα.
Και σχεδόν την ίδια εποχή, το όνομα του χωριού θα ακουγόταν σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον.
18 Αυγούστου 1947 – «K-O-M-M-E-N-O»
Δύο μόλις ημέρες μετά την τέταρτη επέτειο της σφαγής, στις 18 Αυγούστου 1947, ο Στέφανος Παππάς κλήθηκε ως μάρτυρας στη Νυρεμβέργη, στη λεγόμενη Δίκη των Ομήρων.
Η αρχή της κατάθεσής του έχει σήμερα κάτι σχεδόν συμβολικό.
Όταν τον ρωτούν πού γεννήθηκε, απαντά:
«Στο Κομμένο της Άρτας».
Και όταν του ζητούν να συλλαβίσει το όνομα του τόπου, απαντά:
«K-O-M-M-E-N-O».
Το όνομα του χωριού καταγραφόταν πλέον, γράμμα προς γράμμα, στα πρακτικά της Νυρεμβέργης.
Ο Παππάς δεν είχε πληροφορηθεί απλώς εκ των υστέρων όσα συνέβησαν. Βρισκόταν στο Κομμένο το πρωί της 16ης Αυγούστου. Κατόρθωσε να διαφύγει προς τον Άραχθο και επέστρεψε μετά την αποχώρηση των Γερμανών.
Στη Νυρεμβέργη περιέγραψε όσα αντίκρισε επιστρέφοντας: το καμένο σπίτι του, τους νεκρούς της οικογένειας Μάλλιου και τους καλεσμένους του γάμου, τα καμένα σπίτια και τα πτώματα. Μίλησε ακόμη για τον ιερέα Λάμπρο Σταμάτη, τον οποίο βρήκαν νεκρό στα σκαλιά της εκκλησίας, και για τον σταυρό και το Ευαγγέλιο που κρατούσε, χτυπημένα και αυτά από σφαίρες.
Και έδωσε στο δικαστήριο τους αριθμούς:
620 κάτοικοι. 317 νεκροί. 145 άνδρες και 172 γυναίκες. Ανάμεσά τους 97 παιδιά, ηλικίας από έξι μηνών έως δεκαπέντε ετών.
Η υπεράσπιση προσπάθησε να αμφισβητήσει επιμέρους σημεία της μαρτυρίας του. Επέμεινε ιδιαίτερα στο πώς μπορούσε να γνωρίζει ότι ο στρατιώτης που είχε δει να πυροβολεί ήταν Γερμανός και όχι Ιταλός. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει λεπτομερώς τη στολή του, η απάντησή του ήταν ουσιαστικά απλή: εκείνη την ώρα έτρεχε για να σωθεί· αν είχε σταματήσει για να παρατηρήσει καλύτερα τον στρατιώτη, δεν θα βρισκόταν στη Νυρεμβέργη για να καταθέσει.
Δύο εκδοχές της ίδιας 16ης Αυγούστου
Και εδώ ίσως βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο αυτής της διαδρομής.
Στα γερμανικά στρατιωτικά έγγραφα της 16ης και 17ης Αυγούστου 1943 οι άμαχοι είχαν γίνει «νεκροί εχθροί», κατόπιν «αντάρτες», και το Κομμένο ένας τόπος όπου είχε προβληθεί «σφοδρή εχθρική αντίσταση».
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στη Νυρεμβέργη, απέναντι σε αυτή την υπηρεσιακή εκδοχή βρισκόταν η ένορκη μαρτυρία ενός ανθρώπου που ήταν εκεί εκείνο το πρωί και επέστρεψε στο κατεστραμμένο χωριό το ίδιο απόγευμα.
Από τη μια, τα έγγραφα μιας στρατιωτικής διοίκησης που μετέτρεψαν σταδιακά τη σφαγή σε μάχη. Από την άλλη, η μαρτυρία του Στέφανου Παππά για όσα άφησε πίσω της εκείνη η «μάχη».
Ανάμεσα στα δύο, όμως, είχε μεσολαβήσει μια διαδρομή που μέχρι σήμερα δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή.
Οι πληροφορίες για το Κομμένο είχαν ήδη πάρει τον δρόμο προς το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Η υπόθεση είχε περάσει στους μηχανισμούς διερεύνησης εγκλημάτων πολέμου στο Λονδίνο. Η σφαγή είχε παρουσιαστεί στα γαλλικά σε επίσημη ελληνική έκδοση. Και στη Στοκχόλμη ένας πίνακας του Κώστα Μαλάμου έφερε μπροστά στο ευρωπαϊκό κοινό το όνομα του χωριού με την απολύτως σαφή επεξήγηση:
«Η σφαγή στο Κομμένο».
Η πληροφορία λοιπόν για το Κομμένο πέρασε τα ελληνικά σύνορα πολύ νωρίς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η σφαγή έγινε εξίσου γρήγορα γνωστή στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Χρειάστηκαν διαφορετικοί δρόμοι – στρατιωτικοί, δικαστικοί, κρατικοί και καλλιτεχνικοί – για να αρχίσει η ιστορία του να γίνεται δημόσια ορατή έξω από την Ελλάδα.
Και ίσως αυτή ακριβώς η διαδρομή να είναι εξίσου αποκαλυπτική με την αρχική προσπάθεια των γερμανικών στρατιωτικών εγγράφων να μετατρέψουν, μέσα σε λίγες μόνο ώρες, τους αμάχους σε εχθρούς και τη σφαγή σε μάχη.
Δύο διαδρομές του Κομμένου έξω από την Ελλάδα, το 1947: η μαρτυρία του Στέφανου Παππά στη Νυρεμβέργη και το «Φευγιό από το Κομμένο» του Κώστα Μαλάμου, που είχε ήδη παρουσιαστεί στη Στοκχόλμη.
Χθες συμπληρώθηκαν 83 χρόνια από τη σφαγή του Κομμένου, στις 16 Αυγούστου 1943. Για το γεγονός έχουν γραφτεί πολλά και η ιστορία του είναι πλέον γνωστή. Λιγότερο γνωστό είναι ίσως πόσο γρήγορα, σχεδόν αμέσως μετά τον πόλεμο, η τραγωδία του Κομμένου πέρασε από τη μαρτυρία στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική.
Το 1945, μόλις δύο χρόνια μετά τη σφαγή, ο εικοσιενάχρονος τότε Γιάννης Δάλλας έγραψε στη Φιλιππιάδα το πρώτο πεζό έργο του, «Η σφαγή του Κομμένου». Το κείμενο δημοσιεύθηκε δύο χρόνια αργότερα, το 1947, στη Φιλολογική Πρωτοχρονιά.
Δεν πρόκειται για απλή καταγραφή των γεγονότων. Ο Δάλλας δίνει τον λόγο στον Κοσμά Ανάστα, έναν κάτοικο του Κομμένου, και μέσα από τη δική του λαϊκή, «μακρυγιαννική» φωνή αφηγείται τα γεγονότα. Δίπλα στη φωνή του αφηγητή παρεμβάλλεται εκείνη του ίδιου του συγγραφέα, σε ένα κείμενο που απομακρύνεται συνειδητά από την απλή ιστορική μαρτυρία. Έτσι, ένα γεγονός ακόμη πολύ πρόσφατο περνά ήδη στη λογοτεχνία.
Σχεδόν ταυτόχρονα περνά και στη ζωγραφική.
Το 1946 ο Ηπειρώτης ζωγράφος Κώστας Μαλάμος δημιουργεί το «Φευγιό από το Κομμένο», μία από τις πρώτες –και πιθανότατα την πρώτη– εικαστικές αποτυπώσεις της σφαγής.
Η ιστορία του πίνακα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Την επόμενη χρονιά ταξιδεύει στη Στοκχόλμη, όπου παρουσιάζεται στη μεγάλη έκθεση ελληνικής τέχνης που πραγματοποιήθηκε στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών.
Στον ίδιο τον σουηδικό κατάλογο της έκθεσης βρίσκεται καταχωρισμένος με τον αριθμό 57:
MALAMOS, KOSTA Flykten (Massakern vid Kommèno), 1946
δηλαδή «Το Φευγιό (Η σφαγή στο Κομμένο)».
Η μικρή αυτή παρένθεση έχει τη σημασία της. Ο επισκέπτης της έκθεσης στη Στοκχόλμη δεν έβλεπε απλώς μια άγνωστη σκηνή φυγής. Γνώριζε ότι ο πίνακας που είχε μπροστά του αναφερόταν σε μια συγκεκριμένη σφαγή, σε ένα ελληνικό χωριό που λεγόταν Κομμένο.
Και η πορεία του έργου επιβεβαιώνεται έναν χρόνο αργότερα. Σε ελληνικό κατάλογο έκθεσης του 1948 καταγράφεται με τον τίτλο «Φευγιό από το Κομμένο» και δίπλα του υπάρχει η χαρακτηριστική σημείωση: «Έκθεμα Στοκχόλμης».
Την ίδια εποχή, το 1946, ο Στέφανος Β. Παππάς εξέδιδε στην Άρτα «Το ολοκαύτωμα του Κομμένου». Πρόκειται όμως για έργο διαφορετικού χαρακτήρα, που ανήκει περισσότερο στη μαρτυρία και στην ιστορική καταγραφή. Ο Παππάς, κάτοικος του Κομμένου και συνδεδεμένος με τον ΕΔΕΣ, θα κατέθετε αργότερα για τη σφαγή στη μεταγενέστερη δίκη της Νυρεμβέργης, όπου δικάστηκε, μεταξύ άλλων Γερμανών στρατηγών, και ο Hubert Lanz.
Μέσα λοιπόν σε ελάχιστα χρόνια από τον Αύγουστο του 1943, το Κομμένο είχε αρχίσει να αποκτά, πέρα από την καταγραφή της ιστορίας του, και την καλλιτεχνική του μνήμη.
Ο Γιάννης Δάλλας του έδωσε μια φωνή. Ο Κώστας Μαλάμος μια εικόνα.
Και το 1947, μόλις τέσσερα χρόνια μετά τη σφαγή, η φωνή αυτή δημοσιευόταν και η εικόνα του Κομμένου είχε ήδη φτάσει μέχρι τη Στοκχόλμη.
Το Κομμένο, πάντως, φαίνεται πως δεν έπαψε να απασχολεί εικαστικά τον Μαλάμο. Στον κατάλογο του ΕΕΤΕ καταγράφεται και δεύτερο έργο με τον τίτλο «Φευγιό», χρονολογημένο το 1948, αυτή τη φορά λάδι σε μουσαμά. Πρόκειται επομένως για ένα θέμα στο οποίο ο ζωγράφος επανήλθε δύο χρόνια μετά την πρώτη σύνθεση του 1946.
Κώστας Μαλάμος, «Φευγιό από το Κομμένο», 1946. Λάδι σε χαρτί, 55 × 68 εκ. Ιδιωτική συλλογή. Το έργο παρουσιάστηκε το 1947 στη Στοκχόλμη ως Flykten (Massakern vid Kommèno) – «Το Φευγιό (Η σφαγή στο Κομμένο)».
Πότε άρχισε να διαμορφώνεται η γνωστή συνοικία των Ταμπακιάδων της Άρτας;
Μια απροσδόκητη πληροφορία από ένα οθωμανικό έγγραφο του 1589 μάς μεταφέρει στην περιοχή έξω από το Κάστρο, εκεί όπου αιώνες αργότερα εξακολουθούσαν να λειτουργούν τα βυρσοδεψεία της πόλης.
Το έγγραφο βρίσκεται στο 66ο Mühimme Defteri, ένα από τα κατάστιχα στα οποία καταχωρίζονταν υποθέσεις που έφθαναν στην κεντρική οθωμανική διοίκηση. Αφορμή για τη συγκεκριμένη διαταγή ήταν μια αναφορά του İlyâs, dizdar –διοικητή– του Κάστρου της Narda, όπως ονομαζόταν τότε η Άρτα.
Ο İlyâs διαμαρτυρόταν ότι έξω από το Κάστρο είχαν εγκατασταθεί χριστιανοί βυρσοδέψες αλλά και άλλοι χριστιανοί, οι οποίοι είχαν κατασκευάσει σπίτια και άλλα κτίσματα.
Και η περιγραφή της θέσης τους είναι εντυπωσιακά συγκεκριμένη.
Οι εγκαταστάσεις βρίσκονταν έξω από το Κάστρο, μέσα στην τάφρο και «από τη μία πύλη έως την άλλη». Υπήρχαν επίσης ελαφρές κατασκευές, τα λεγόμενα çardak, επάνω στον τοίχο της τάφρου, ορισμένες τόσο κοντά ώστε εφάπτονταν στο ίδιο το φρούριο.
Η κατάσταση είχε προχωρήσει τόσο, ώστε ο διοικητής θεωρούσε πλέον ότι απειλούνταν η ασφάλεια της οχύρωσης. Αναφέρει μάλιστα επέμβαση και σε μία πύλη του Κάστρου, η οποία στο οθωμανικό κείμενο καταγράφεται με ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον όνομα: Pareporte.
Θα μπορούσε να είναι το δικό μας «Παραπόρτι»;
Η ομοιότητα είναι ασφαλώς εντυπωσιακή και η θέση ταιριάζει με τη μικρότερη πυλίδα του Κάστρου προς την πλευρά του Αράχθου. Προς το παρόν, όμως, ας το κρατήσουμε ως μια πολύ ενδιαφέρουσα πιθανότητα που χρειάζεται περαιτέρω έλεγχο.
Η απάντηση της οθωμανικής διοίκησης παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Δεν διατάσσει να φύγουν οι βυρσοδέψες από την περιοχή. Ζητά να εξεταστούν τα κτίσματα και να κατεδαφιστούν μόνο όσα εφάπτονται στο τείχος και του προκαλούν βλάβη, ενώ απαγορεύει στο εξής την ανέγερση νέων κατασκευών πολύ κοντά στην οχύρωση.
Έχουμε επομένως μπροστά μας κάτι περισσότερο από μια απλή αναφορά σε ένα επάγγελμα.
Στα τέλη του 16ου αιώνα υπήρχε ήδη έξω από το Κάστρο ένας αρκετά ανεπτυγμένος επαγγελματικός και οικιστικός πυρήνας βυρσοδεψών, με σπίτια και άλλες κατασκευές, ακριβώς στην περιοχή που στους νεότερους χρόνους θα συνδεθεί με τους Ταμπακιάδες.
Δεν μπορούμε βέβαια να πούμε ότι «οι Ταμπακιάδες ιδρύθηκαν το 1589». Το όνομα δεν εμφανίζεται στο έγγραφο και η εγκατάσταση προϋπήρχε ήδη όταν συντάχθηκε η διαταγή. Μπορούμε όμως, με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, να τοποθετήσουμε στα τέλη του 16ου αιώνα την παλαιότερη ασφαλή μαρτυρία που έχουμε εντοπίσει για τη χωροθετημένη παρουσία των βυρσοδεψών στη συγκεκριμένη περιοχή.
Και αυτό ίσως είναι το πιο ενδιαφέρον: ένα διοικητικό έγγραφο που γράφτηκε εξαιτίας μιας διαμάχης για μερικά σπίτια και κατασκευές μάς επιτρέπει, περισσότερο από τέσσερις αιώνες αργότερα, να διακρίνουμε μια στιγμή από τη διαμόρφωση του αστικού χώρου της Άρτας.
Το συγκεκριμένο τεκμήριο αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη για τα πρώτα περίπου 150 χρόνια της οθωμανικής Άρτας, από την κατάκτηση της πόλης το 1449 έως το τέλος του 16ου αιώνα. Μια περίοδο για την οποία οι οθωμανικές πηγές φαίνεται ότι έχουν ακόμη αρκετές άγνωστες ιστορίες να μας διηγηθούν.
Πηγή: 66 Numaralı Mühimme Defteri, hüküm 65, 997 H. – δημοσιευμένη μεταγραφή Reyhan Aytaç.
Στη φωτογραφία “Αναπαράσταση της εγκατάστασης των βυρσοδεψών έξω από το Κάστρο της Άρτας, σύμφωνα με οθωμανικό έγγραφο του 1589.”
Ποιος θα φανταζόταν ότι ανάμεσα στα προϊόντα που κάποτε έφευγαν από την Άρτα για την Τεργέστη βρίσκονταν και… βδέλλες;
Την απρόσμενη αυτή πληροφορία δίνει ο Τσιλιγιάννης στο βιβλίο του για τη Μονή Κάτω Παναγιάς. Η μονή διέθετε σημαντική κτηματική περιουσία και αξιοποιούσε με πολλούς τρόπους τα προϊόντα των κτημάτων της. Ανάμεσά τους ήταν και οι βδέλλες, που συλλέγονταν στις όχθες του Αράχθου και στις παραποτάμιες περιοχές που της ανήκαν και εξάγονταν στην Τεργέστη.
Η πληροφορία μπορεί σήμερα να ξενίζει, τον 19ο αιώνα όμως η φαρμακευτική βδέλλα ήταν περιζήτητη στην ευρωπαϊκή ιατρική. Η μεγάλη χρήση της στις αφαιμάξεις είχε δημιουργήσει ένα εκτεταμένο διεθνές εμπόριο, στο οποίο σημαντική θέση κατείχαν οι περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που διέθεταν κατάλληλους υγροτόπους.
Και εδώ η πληροφορία του Τσιλιγιάννη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε οθωμανική καταγραφή του 1852 η Πρέβεζα εμφανίζεται ως «Preveza (Golfe d’Arta)», δηλαδή Πρέβεζα – Κόλπος της Άρτας, με εξαγωγή 3.000 οκάδων βδελλών ή και περισσότερων, περίπου 3.850 κιλών. Δεν μπορούμε βέβαια να συνδέσουμε αυτή την ποσότητα με την Κάτω Παναγιά. Η καταγραφή όμως δείχνει ότι στον Αμβρακικό υπήρχε στα μέσα του 19ου αιώνα αξιόλογο εξαγωγικό εμπόριο βδελλών.
Και πώς μπορούσαν να φτάσουν ζωντανές στην Τεργέστη; Οι βδέλλες έχουν τη δυνατότητα να επιβιώνουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς να τραφούν ξανά με αίμα. Το βασικό πρόβλημα κατά το ταξίδι ήταν επομένως η σωστή συντήρησή τους. Στο οργανωμένο εμπόριο του 19ου αιώνα διατηρούνταν και μεταφέρονταν με ειδικές μεθόδους, ώστε να παραμένουν υγρές και ζωντανές, ενώ κατά τα θαλάσσια ταξίδια προβλεπόταν τακτική ανανέωση του νερού τους.
Η πληροφορία για την Κάτω Παναγιά φέρνει στον νου μια πολύ μεταγενέστερη εικόνα από την Άρτα, για την οποία είχα γράψει παλιότερα στην ανάρτηση«Ψαρεύοντας βδέλλες!». Ο Ζαχαρής, αναφερόμενος στην Άρτα του 1930, γράφει ότι τα φαρμακεία της πόλης είχαν ως προμηθευτές βδελλών τους Ντάκα και Γούσια, οι οποίοι τις έβγαζαν από τον βάλτο της Μπάνης. Εκείνο που τότε μου είχε φανεί ως μια παράξενη μικρή ιστορία της παλιάς Άρτας αποκτά τώρα μεγαλύτερο ιστορικό βάθος: η συλλογή και η εμπορία της βδέλλας στην περιοχή είχε πολύ παλαιότερες ρίζες.
Από τις όχθες του Αράχθου και τις υγρές εκτάσεις της Κάτω Παναγιάς στην Τεργέστη, και πολύ αργότερα από τον βάλτο της Μπάνης στα φαρμακεία της Άρτας, η βδέλλα υπήρξε ένα μικρό αλλά απρόσμενο κεφάλαιο της οικονομικής ιστορίας του τόπου.
Στη φωτογραφία : Έμποροι βδελλών στη Θεσσαλονίκη, 1914–1916. Οι βδέλλες, περιζήτητες για την ιατρική τους χρήση, αποτελούσαν για πολλά χρόνια αντικείμενο οργανωμένου εμπορίου. Πηγή: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ–ΜΙΕΤ), Ψηφιακές Συλλογές.
Χάρτης του Νομού Άρτας από την έκδοση «Χάρτης της Ελλάδος κατά Νομούς» του «Ελληνικού Μέλλοντος», που τοποθετείται περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παλιές ονομασίες πολλών χωριών, αρκετές από τις οποίες είχαν ήδη αρχίσει να αντικαθίστανται επίσημα κατά τις δεκαετίες του 1920 και 1930.
Ο χάρτης, ωστόσο, δεν φαίνεται να αποδίδει με ακρίβεια τη διοικητική πραγματικότητα της εποχής. Ενδεικτικά, η χάραξη των ορίων με τον Νομό Πρεβέζης εμφανίζει τον Λούρο εντός του Νομού Άρτας, ενώ η Φιλιππιάδα εκτός αυτού. Εντύπωση προκαλεί επίσης η απουσία οικισμών όπως το Βουργαρέλι και τα Θεοδώριανα, ενώ καταγράφονται άλλοι, μικρότεροι οικισμοί της περιοχής.
Και μια μικρή χαρτογραφική έκπληξη: το Παλματερό
Στον χάρτη σημειώνεται, στις βόρειες ακτές του Αμβρακικού, το Ακρωτήριο Παλματερό, ένα τοπωνύμιο ελάχιστα γνωστό σήμερα. Η ονομασία, ωστόσο, είναι πολύ παλιά: ήδη σε χάρτη του Vincenzo Maria Coronelli του 1691 συναντάται η ένδειξη «Peschiere dette Palmatero» («ιχθυοτροφεία/ψαρότοποι που ονομάζονται Palmatero»), ενώ στον βρετανικό υδρογραφικό χάρτη του Αμβρακικού του 1830 καταγράφεται ως Pt. Palmatero. Η προέλευση της ασυνήθιστης ονομασίας παραμένει ασαφής, αλλά η παρουσία της στους χάρτες για περισσότερους από τρεις αιώνες δείχνει ότι πρόκειται για παλιό και σταθερό τοπωνύμιο της περιοχής.
Πηγή:Χάρτης της Ελλάδος κατά Νομούς, έκδοση «Ελληνικού Μέλλοντος», περ. 1935.
Παρά τις ανακρίβειές του, αποτελεί ένα ενδιαφέρον χαρτογραφικό τεκμήριο για την Άρτα και, κυρίως, για την παλαιότερη τοπωνυμία της περιοχής.
Μια μαρτυρία για τη δυτική τεχνογνωσία στην Άρτα του Δεσποτάτου
Μια μικρή εκκλησία με ένα μεγάλο μυστικό
Ανάμεσα στα βυζαντινά μνημεία της Άρτας, ο Άγιος Βασίλειος της Αγοράς κρύβει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά αινίγματα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Στην εξωτερική του όψη σώζεται ένας αξιόλογος κεραμοπλαστικός διάκοσμος με πολύχρωμα εφυαλωμένα πλακίδια, ενώ μέχρι τα νεότερα χρόνια κοσμούσαν το ανατολικό αέτωμα δύο ανάγλυφες εφυαλωμένες πήλινες εικόνες: η Σταύρωση και οι Τρεις Ιεράρχες.
Τα έργα αυτά δεν αποτελούν απλώς ένα ακόμη διακοσμητικό στοιχείο ενός βυζαντινού ναού. Η μοναδικότητά τους έχει απασχολήσει τους ιστορικούς της τέχνης για περισσότερο από έναν αιώνα, καθώς πίσω από την κατασκευή τους κρύβεται ένα ερώτημα που παραμένει μέχρι σήμερα ιδιαίτερα ενδιαφέρον: πώς έφθασε στην Άρτα του Δεσποτάτου μια τόσο εξελιγμένη τεχνογνωσία στην κατασκευή εφυαλωμένης κεραμικής;
Ο κεραμικός διάκοσμος και οι δύο εικόνες
Ο εξωτερικός διάκοσμος του Αγίου Βασιλείου αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του μνημείου. Ανάμεσα στις πλίνθους παρεμβάλλονται μικρά πολύχρωμα εφυαλωμένα πλακίδια, δηλαδή πήλινα πλακίδια που καλύπτονταν με ένα γυαλιστερό υαλώδες επίχρισμα και ξαναψήνονταν, αποκτώντας λαμπερή επιφάνεια και έντονα χρώματα. Η τεχνική αυτή προστάτευε την κεραμική από τη φθορά και ταυτόχρονα χάριζε ιδιαίτερη ζωντάνια στις όψεις του ναού.
Ο εφυαλωμένος κεραμοπλαστικός διάκοσμος του Αγίου Βασιλείου της Αγοράς. Φωτογραφία του Παναγιώτη Βοκοτόπουλου (Αύγουστος 1981). (Πηγή: λεύκωμα Ήπειρος, Θεσσαλονίκη, 2011.)
Εκείνο όμως που καθιστά τον Άγιο Βασίλειο πραγματικά ξεχωριστό δεν είναι τα εφυαλωμένα πλακίδια, αλλά οι δύο μεγάλες ανάγλυφες εφυαλωμένες πήλινες παραστάσεις που κοσμούσαν το ανατολικό αέτωμα του ναού, εκατέρωθεν του δίλοβου παραθύρου. Η μία παριστάνει τη Σταύρωση και η δεύτερη τους Τρεις Ιεράρχες. Σήμερα τα πρωτότυπα φυλάσσονται στο Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων, ενώ στη θέση τους έχουν τοποθετηθεί πιστά αντίγραφα.
Τα ανάγλυφα αυτά αποτελούν μοναδικά έργα της βυζαντινής κεραμικής. Δεν εντυπωσιάζουν μόνο για την τεχνική κατασκευής τους, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζουν τη γλυπτική, τη ζωγραφική και την εφυάλωση σε ένα ενιαίο έργο. Η σπανιότητά τους ήταν αρκετή ώστε να κινήσει από πολύ νωρίς το ενδιαφέρον των μελετητών, οι οποίοι επιχείρησαν να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό μέχρι σήμερα: πού κατασκευάστηκαν και από ποιους δημιουργήθηκαν;
Ένα επιστημονικό αίνιγμα που απασχολεί την έρευνα εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα
Το ερώτημα αυτό απασχόλησε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα τους ιστορικούς της τέχνης και εγκαινίασε μια επιστημονική συζήτηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο πρώτος που επεσήμανε την ξεχωριστή φυσιογνωμία τους ήταν ο λόγιος Μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ Ξενόπουλος, ο οποίος απέδωσε τη δημιουργία τους σε ιταλικές καλλιτεχνικές επιδράσεις. Θεωρούσε ότι αυτές συνδέονταν με τις στενές πολιτικές και δυναστικές σχέσεις των ηγεμόνων του Δεσποτάτου της Ηπείρου με τους οίκους των Ορσίνι και των Ανζού, οι οποίες ευνόησαν τη μεταφορά καλλιτεχνικών προτύπων από τη Δύση στην Άρτα.
Οι δύο εφυαλωμένες ανάγλυφες παραστάσεις στο ανατολικό αέτωμα του Αγίου Βασιλείου της Αγοράς, μαζί με τον χαρακτηριστικό πολύχρωμο κεραμοπλαστικό διάκοσμο του ναού. (Πηγή: Εφορεία Αρχαιοτήτων Άρτας.)
Τις επόμενες δεκαετίες η έρευνα στράφηκε περισσότερο στην ίδια την τεχνική και την αισθητική των έργων. Μελετητές όπως ο Αναστάσιος Ορλάνδος αναζήτησαν τα πρότυπά τους στη μεσαιωνική ιταλική κεραμική, ενώ παράλληλα συγκέντρωναν παραδείγματα χρήσης εφυαλωμένης κεραμικής τόσο στον βυζαντινό όσο και στον δυτικό κόσμο. Η σύγκριση αυτή έδειχνε ότι η τεχνική της εφυάλωσης δεν ήταν άγνωστη ούτε στη βυζαντινή ούτε στη δυτική αρχιτεκτονική. Παρέμενε όμως αναπάντητο το βασικό ερώτημα: οι εικόνες του Αγίου Βασιλείου είχαν εισαχθεί από την Ιταλία ή είχαν κατασκευαστεί στην ίδια την Άρτα;
Νεότερες ερμηνείες και ένας νέος προβληματισμός
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν σταμάτησε στην αναζήτηση ιταλικών προτύπων. Οι νεότερες μελέτες πρότειναν μια διαφορετική προσέγγιση, η οποία μετατόπισε το ενδιαφέρον από τον τόπο προέλευσης των εικόνων στον τόπο κατασκευής τους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του ιστορικού της τέχνης Σωτήρη Κίσσα, σύμφωνα με την οποία οι εικόνες δεν πρέπει να θεωρηθούν έργα ενός περαστικού τεχνίτη ούτε απλά εισαγόμενα αντικείμενα. Αντίθετα, διατύπωσε την υπόθεση ότι πιθανότερο είναι να κατασκευάστηκαν στην ίδια την Άρτα, σε εργαστήριο όπου ήταν επικεφαλής είτε Ιταλός τεχνίτης είτε Βυζαντινός καλλιτέχνης με σημαντική γνώση της δυτικής καλλιτεχνικής παράδοσης.
Η ερμηνεία αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή μεταβάλλει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις δύο εικόνες. Αντί να θεωρούνται απλώς έργα που έφθασαν από τη Δύση, αντιμετωπίζονται ως πιθανές δημιουργίες ενός εργαστηρίου που λειτουργούσε στην πρωτεύουσα του Δεσποτάτου, αξιοποιώντας τεχνικές και καλλιτεχνικές επιρροές από διαφορετικές παραδόσεις.
Αν η υπόθεση αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε οι εικόνες του Αγίου Βασιλείου αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Δεν αποτελούν μόνο σπάνια έργα βυζαντινής κεραμικής, αλλά και μια σημαντική ένδειξη ότι η Άρτα του 13ου αιώνα υπήρξε τόπος δημιουργικής συνάντησης βυζαντινής και δυτικής τεχνογνωσίας.
Η σύγχρονη έρευνα και το πιθανότερο συμπέρασμα
Η συζήτηση για την προέλευση των δύο εικόνων δεν έκλεισε με τις απόψεις των ιστορικών της τέχνης. Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια η έρευνα πέρασε σε ένα νέο στάδιο, αξιοποιώντας αρχαιομετρικές μεθόδους για τη μελέτη του πηλού, του υαλώματος και της τεχνικής κατασκευής τους.
Η ανάγλυφη εφυαλωμένη πήλινη παράσταση της Σταύρωσης από τον Άγιο Βασίλειο της Αγοράς, ένα από τα δύο μοναδικά έργα που συνδέθηκαν με την παρουσία δυτικής τεχνογνωσίας στην Άρτα του Δεσποτάτου. (Πηγή: Εφορεία Αρχαιοτήτων Άρτας.)
Το 2018 δημοσιεύθηκε μια διεπιστημονική μελέτη των Γ. Π. Μαστροθεόδωρου, Κ. Γ. Μπέλτσιου, Γ. Μπασιάκου και Βαρβάρας Παπαδοπούλου, η οποία εξέτασε τόσο τις δύο ανάγλυφες εικόνες όσο και τα εφυαλωμένα πλακίδια του ναού. Οι αναλύσεις έδειξαν ότι η τεχνική της εφυάλωσης παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με εκείνη της ιταλικής αρχαϊκής μαγιόλικας, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σχέση της με δυτικές τεχνολογικές πρακτικές. Ωστόσο, οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνες των αντίστοιχων ιταλικών εργαστηρίων, στοιχείο που οδηγεί τους ερευνητές στο ενδεχόμενο τοπικής παραγωγής, πιθανότατα στη βορειοδυτική Ελλάδα, με αξιοποίηση μιας τεχνογνωσίας που φαίνεται να είχε φθάσει από τη Δύση.
Το συμπέρασμα αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς βρίσκεται πολύ κοντά στην υπόθεση που είχε διατυπωθεί ήδη από τον Σωτήρη Κίσσα. Οι σύγχρονες αναλύσεις δεν ενισχύουν την ιδέα της εισαγωγής έτοιμων έργων από την Ιταλία. Αντίθετα, ενισχύουν το ενδεχόμενο οι εικόνες να κατασκευάστηκαν στον χώρο της βορειοδυτικής Ελλάδας από τεχνίτες που γνώριζαν και εφάρμοζαν προηγμένες δυτικές τεχνικές στην εφυαλωμένη κεραμική.
Περισσότερο από επτά αιώνες μετά τη δημιουργία τους, οι δύο ανάγλυφες εφυαλωμένες εικόνες του Αγίου Βασιλείου εξακολουθούν να θέτουν ερωτήματα στους ιστορικούς της τέχνης. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι μαρτυρούν τον ρόλο της Άρτας ως μιας πόλης ανοιχτής στις καλλιτεχνικές ανταλλαγές της μεσαιωνικής Μεσογείου. Είτε δημιουργήθηκαν από Ιταλό τεχνίτη είτε από ένα τοπικό εργαστήριο που αξιοποίησε δυτική τεχνογνωσία, αποτελούν ένα από τα πιο εντυπωσιακά τεκμήρια της δημιουργικής συνάντησης της βυζαντινής παράδοσης με τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις της Δύσης.
Ας ελπίσουμε ότι κάποτε θα επιστρέψουν στον τόπο για τον οποίο δημιουργήθηκαν. Γιατί τα σπουδαία έργα τέχνης δεν ανήκουν μόνο στα μουσεία· ανήκουν και στην ιστορική μνήμη του τόπου που τα γέννησε.
Α. Καρρά
Βιβλιογραφία
Κίσσας, Σ., Οι εφυαλωμένες εικόνες του Αγίου Βασιλείου Άρτας (όπως παρατίθεται στη βιβλιογραφία της διατριβής του Κ. Τσούρη).
Τσούρης, Κ., Ο γλυπτός διάκοσμος των βυζαντινών μνημείων της Άρτας, Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1988.
Ξενόπουλος, Σ., Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, Αθήνα, 1884.
Ορλάνδος, Α. Κ., Η Παρηγορήτισσα της Άρτης.
Παπαδοπούλου, Β. – Τσιάρα, Α., Εικόνες της Άρτας. Η εκκλησιαστική ζωγραφική στην περιοχή της Άρτας κατά τους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους, Άρτα, 2008.
Mastrotheodoros, G. P., Beltsios, K. G., Bassiakos, Y. & Papadopoulou, V., Two unique Byzantine immured lead-glazed relief ceramic icons and related tiles from the church of St Basil in Arta (Greece): investigation and interpretation of materials and techniques, Archaeological and Anthropological Sciences, 2018.
Λίγες φωτογραφίες αποτυπώνουν τόσο παραστατικά τις δυσκολίες της ζωής στα Τζουμέρκα. Μια Ματσουκιώτισσα περνά με προσοχή ένα στενό ξύλινο γεφυράκι, κρατώντας από το καπίστρι το μουλάρι που μεταφέρει τα δύο μικρά παιδιά της. Η εικόνα δεν καταγράφει απλώς μια μετακίνηση· αποτυπώνει την καθημερινότητα των ορεινών οικογενειών, όπου γυναίκες, παιδιά και ζώα αντιμετώπιζαν μαζί τις δυσκολίες των δύσβατων διαδρομών. (Πηγή : ΤΟ ΜΑΤΣΟΥΚΙ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ, Δ. Καλούσιος, Ματσούκι, 1994)
Για πολλές δεκαετίες, η οικονομική ζωή του Ματσουκίου δεν περιοριζόταν στην κτηνοτροφία. Οι παλιοί μουλαρόδρομοι που συνέδεαν τα Βόρεια Τζουμέρκα με την Άρτα επέτρεπαν τη διακίνηση προϊόντων και τη διατήρηση στενών εμπορικών δεσμών με την πόλη. Ανάμεσα στους ανθρώπους που αξιοποίησαν αυτό το δίκτυο ξεχωρίζει ο Ανδρέας Κωσταδήμας του Αθανασίου, μέλος μιας οικογένειας που δραστηριοποιήθηκε για πολλές δεκαετίες στο εμπόριο γαλακτοκομικών προϊόντων.
Από το 1936 ο Ανδρέας Κωσταδήμας ασχολήθηκε συστηματικά με το εμπόριο γάλακτος, προμηθεύοντας τυροκομεία της Άρτας, της Ράχης, της Χαλκιάδας, αλλά και των Ιωαννίνων και της Κλεσούρας Πρέβεζας. Την περίοδο 1940–1944 συνέχισε την ίδια δραστηριότητα, μεταφέροντας από το Ματσούκι στην αγορά της Άρτας κυρίως βούτυρο, ενώ κάθε εμπορικό ταξίδι διαρκούσε περίπου μία εβδομάδα.
Την άνοιξη ακολουθούσε την αντίστροφη διαδρομή. Από την Άρτα προμηθευόταν αλάτι, πολύτιμο για την κτηνοτροφία, και το μετέφερε στην Τζιούρτζια, όπου το αντάλλασσε με γάλα για τις ανάγκες των κοπαδιών. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που καταγράφει ο Δημήτρης Καλούσιος, διακινούσε κάθε χρόνο 10.000 έως 15.000 οκάδες αλατιού, γεγονός που δείχνει το μέγεθος της δραστηριότητάς του.
Στα χρόνια 1941–1946 ανέπτυξε ακόμη περισσότερο το εμπορικό του δίκτυο. Από την Άρτα φόρτωνε πέταλα, καρφιά, σιδηρικά, υφάσματα και άλλα απαραίτητα είδη, ενώ από τα χωριά της Ζάβιτσας και του Ξηρομέρου αγόραζε σιτάρι, καλαμπόκι και λάδι, τα οποία διέθετε στην αγορά της Άρτας. Κάθε τέτοιο ταξίδι διαρκούσε περίπου πέντε ημέρες και απαιτούσε μεγάλη αντοχή, άριστη γνώση των ορεινών διαδρομών και εμπειρία στις μεταφορές.
Η ιστορία του Ανδρέα Κωσταδήμα υπενθυμίζει ότι οι παλιοί μουλαρόδρομοι των Τζουμέρκων δεν εξυπηρετούσαν μόνο τις μετακινήσεις των κτηνοτρόφων. Πάνω στα ίδια μονοπάτια διακινούνταν βούτυρο, γάλα, αλάτι, σιτηρά, εργαλεία και κάθε είδους αγαθά, δημιουργώντας μια ζωντανή οικονομική σχέση ανάμεσα στο Ματσούκι και την Άρτα, η οποία διατηρήθηκε μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα.
Πηγή: Δημήτρης Καλούσιος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Ματσούκι, 1994.
Στη φωτογραφία από το ίδιο βιβλίο ” Η οικογένεια Κωσταδήμα το 1929. Γεώργιος Χρήστου, Αντώνιος Κωσταδήμας, ο μικρός Παντελής και ο Ανδρέας Κωσταδήμας. Ο Αντώνιος, ο Παντελής και ο Ανδρέας συνέχισαν την οικογενειακή παράδοση ως έμποροι τυροκομικών προϊόντων, συνδέοντας για πολλές δεκαετίες το Ματσούκι με την αγορά της Άρτας.”
Πριν από τη διάνοιξη του οδικού δικτύου, οι κάτοικοι των Βορείων Τζουμέρκων επικοινωνούσαν με την Άρτα μέσω ενός εκτεταμένου δικτύου μουλαρόδρομων. Από τα μονοπάτια αυτά περνούσαν καθημερινά άνθρωποι, ζώα και εμπορεύματα, ενώ από αυτά εξαρτιόταν ο ανεφοδιασμός των ορεινών χωριών και η σύνδεσή τους με την αγορά της Άρτας.
Οι κάτοικοι του Ματσουκίου, αλλά και των Πραμάντων, των Μελισσουργών, των Χριστών, των Κτιστάδων, των Αγνάντων και των γειτονικών χωριών ακολουθούσαν δύο βασικές διαδρομές.
Η πρώτη και παλαιότερη περνούσε από τη Σγάρα, τη Μικροσπηλιά, τα Λεπιανά, το Κρυονέρι, τα Πιστιανά, την Κάτω Καλεντίνη και κατέληγε στην Άρτα. Ήταν ο κύριος μουλαρόδρομος, επειδή διέθετε πολλά χάνια και, μετά το 1881, βρισκόταν εξ ολοκλήρου σε ελληνικό έδαφος.
Η δεύτερη διαδρομή ακολουθούσε τη γέφυρα της Πλάκας, περνούσε από τη Σκούπα, τα Πιστιανά, την Μπρένιστα και τη Γραμμενίτσα, πριν φτάσει στην Άρτα.
Τα χάνια των μουλαρόδρομων
Κατά μήκος των δύο διαδρομών λειτουργούσαν χάνια, όπου οι ταξιδιώτες και οι αγωγιάτες μπορούσαν να ξεκουραστούν, να διανυκτερεύσουν, να ταΐσουν τα ζώα τους και να ανταλλάξουν πληροφορίες.
Στον κύριο μουλαρόδρομο συναντούμε:
το χάνι του Γραβιά Αντώνη και του Τζουμάκα στη Σγάρα,
το χάνι του Κώστα Μάμαλη στη Μικροσπηλιά,
το χάνι του Παναγιώτη Παντού στα Λεπιανά,
τα χάνια των Νίκου Σφήκα και Γιάννη Λουλούδα στο Κρυονέρι,
το χάνι του Κώστα Κοντού στα Πιστιανά,
καθώς και τα χάνια των Τσιμπλή, Μπάμπαλη, Σβινέλη και Ταγκαρέλλη στην Κάτω Καλεντίνη.
Στη διαδρομή μέσω Πλάκας λειτουργούσαν:
το χάνι των αδελφών Παπαθεοδώρου στη γέφυρα της Πλάκας,
το ονομαστό χάνι των Κώστα και Χρήστου Τζαρή στη Σκούπα,
το χάνι του Βαγγέλη Ντάλλα στα Πιστιανά,
και το χάνι του Νίκου Παπαστράτου στην Μπρένιστα.
Οι μουλαρόδρομοι αυτοί δεν ήταν απλώς δρόμοι μετακίνησης. Για περισσότερο από έναν αιώνα αποτέλεσαν τον βασικό σύνδεσμο των Βορείων Τζουμέρκων με την Άρτα, πάνω στον οποίο στηρίχθηκαν το εμπόριο, η κτηνοτροφία, οι μεταφορές και η κοινωνική ζωή ολόκληρης της περιοχής.((Πηγή : ΤΟ ΜΑΤΣΟΥΚΙ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ, Δ. Καλούσιος, Ματσούκι, 1994)
Στη φωτογραφία “Οι δύο βασικοί μουλαρόδρομοι που συνέδεαν τα Βόρεια Τζουμέρκα με την Άρτα.” Σχεδιάγραμμα από το βιβλίο του Δημήτρη Καλούσιου Το Ματσούκι Ιωαννίνων (1994), βασισμένο σε χάρτη της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (έκδοση 1963, αναθεώρηση 1972).
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.