Οι δύο Κούλιες της Γέφυρας Κοράκου

Από τη μάχη του 1866 στις πρώτες φωτογραφίες

Η φωτογραφία που δημοσιεύθηκε το 1929 μαζί με το οδοιπορικό του Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ προς τη Μονή Σέλτσου έχει ιδιαίτερη αξία. Από όσο τουλάχιστον έχω μπορέσει να εντοπίσω μέχρι σήμερα, είναι η παλαιότερη γνωστή φωτογραφική απεικόνιση της Γέφυρας Κοράκου.

Κοιτάζοντάς την όμως προσεκτικότερα, ένα δεύτερο στοιχείο τραβά την προσοχή. Πάνω από τη γέφυρα, στην πλευρά της Θεσσαλίας, διακρίνεται ένα κτίριο. Είναι η Κούλια, το φυλάκιο που έλεγχε το πέρασμα.

Η ιστορία της, όπως και της δεύτερης Κούλιας που υπήρχε στην απέναντι πλευρά, προς τις Πηγές της Άρτας, είναι αρκετά πιο σύνθετη απ’ όσο δείχνουν οι σύντομες αναφορές που συναντά κανείς σήμερα.

Δύο Κούλιες για ένα σημαντικό πέρασμα

Η Γέφυρα Κοράκου δεν ήταν απλώς ένα εντυπωσιακό γεφύρι του Αχελώου. Για αιώνες αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα περάσματα που συνέδεαν την περιοχή της Άρτας και του Ραδοβιζίου με τα Άγραφα και τη Θεσσαλία.

Τη γέφυρα φρουρούσαν δύο Κούλιες – φυλάκια ή «καζάρμες», όπως επίσης αναφέρονται σε νεότερες πηγές – μία σε κάθε πλευρά του ποταμού.

Η μία βρισκόταν προς τη Συκιά και την Αργιθέα και είναι αυτή που σώζεται, έστω ερειπωμένη, μέχρι σήμερα. Η άλλη βρισκόταν προς τις Πηγές Άρτας, την παλιά Βρεστενίτσα, στην πλαγιά του Τσολάκη.

Για τη δεύτερη γνωρίζουμε πολύ λιγότερα. Σύμφωνα με την καταγραφή του Μενέλαου Παπαδημητρίου, μέχρι το 1979 σώζονταν ακόμη κατάλοιπά της – συγκεκριμένα η γωνία του δυτικού και του βόρειου τοίχου – και τότε τραβήχτηκε σχετική φωτογραφία. Τη φωτογραφία αυτή δεν έχω μέχρι στιγμής καταφέρει να εντοπίσω.

Μια Κούλια στη μάχη του 1866

Η παρουσία Κούλιας στη Γέφυρα Κοράκου τεκμηριώνεται ήδη τον 19ο αιώνα και συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική σημασία του περάσματος.

Τον Δεκέμβριο του 1866, κατά την εξέγερση στο Ραδοβίζι και τα Άγραφα, η γέφυρα βρέθηκε στο επίκεντρο πολεμικών επιχειρήσεων.

Ιδιαίτερα πολύτιμη είναι η αναφορά του Ρώσου υποπροξένου της Άρτας Ν. Βαρζέλη, της 30ής Δεκεμβρίου 1866, προς το Ρωσικό Προξενείο Ιωαννίνων. Περιγράφοντας τις συγκρούσεις αναφέρει την Κούλια που κατείχαν οι επαναστάτες και την προσπάθεια των οθωμανικών δυνάμεων να την καταστρέψουν με πυροβολικό.

Σε μεταγενέστερη αφήγηση του Δημητρίου Φ. Καρατζένη αναφέρεται επίσης ότι οι επαναστάτες του Αλεξανδρή κατείχαν το αριστερό μέρος της γέφυρας και την «Τουρκική Κούλια».

Χρειάζεται όμως εδώ μια επιφύλαξη: η μαρτυρία του 1866 αποδεικνύει την ύπαρξη Κούλιας, δεν μας επιτρέπει όμως ακόμη να την ταυτίσουμε με βεβαιότητα με το σωζόμενο κτίριο που βλέπουμε αργότερα στις φωτογραφίες.

Και ο λόγος βρίσκεται σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μαρτυρία λίγες δεκαετίες αργότερα.

Ο Alfred Philippson στη Γέφυρα Κοράκου, το 1893

Το 1893 πέρασε από εδώ ο Γερμανός γεωγράφος και γεωλόγος Alfred Philippson, κατά τη μεγάλη ερευνητική περιοδεία του στη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Το ταξίδι του πραγματοποιήθηκε το 1893 και τα αποτελέσματά του δημοσιεύθηκαν το 1897 στο έργο Thessalien und Epirus. Reisen und Forschungen im nördlichen Griechenland.

Ο Philippson ερχόταν προς τη Γέφυρα Κοράκου από τα δυτικά, από την πλευρά της Άρτας, και κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλία.

Η περιγραφή του είναι πολύτιμη, γιατί δεν καταγράφει μόνο τη γέφυρα. Καταγράφει και τα δύο φυλάκια.

Πριν εισέλθει στη γέφυρα από τα δυτικά γράφει ότι πέρασε από:

«τα ερείπια ενός φυλακίου»
(Ruinen eines Wachthauses).

Επομένως, το 1893 το φυλάκιο της δυτικής, αρτινής πλευράς ήταν ήδη ερειπωμένο.

Όταν όμως πέρασε τον Αχελώο, η εικόνα ήταν διαφορετική. Λίγα βήματα μετά τη γέφυρα συνάντησε ένα:

«νέο φυλάκιο»
(neues Wachthaus).

Και εδώ ο Philippson μάς δίνει μια σπάνια και λεπτομερή περιγραφή της λειτουργίας του.

Το κτίριο καταλάμβανε ολόκληρο τον στενό χώρο ανάμεσα στον βράχο και τον ποταμό. Ο δρόμος δεν περνούσε δίπλα του αλλά μέσα από το ισόγειό του.

Πάνω ακριβώς από το πέρασμα βρισκόταν ο χώρος διαμονής των στρατιωτών, οι οποίοι είχαν ως αποστολή να φυλάσσουν τη στενή δίοδο.

Η εικόνα είναι χαρακτηριστική: όποιος περνούσε τη Γέφυρα Κοράκου και ήθελε να συνεχίσει προς τη Θεσσαλία ήταν υποχρεωμένος να περάσει μέσα από την Κούλια.

Ο Philippson μάλιστα σχολιάζει και μια αδυναμία της κατασκευής. Το πέρασμα κάτω από τον χώρο της φρουράς δεν ήταν θολωτό και θεωρούσε ότι μια ομάδα ληστών θα μπορούσε να ανάψει φωτιά από κάτω και με τον καπνό να αναγκάσει τους στρατιώτες να εγκαταλείψουν τον επάνω όροφο.

Και κλείνει την περιγραφή του με μια μικρή, αλλά εξαιρετικά ζωντανή λεπτομέρεια:

εκείνη τη στιγμή στο φυλάκιο βρισκόταν μόνον ένας στρατιώτης.

Η μαρτυρία του Philippson έχει ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμη λόγο. Το 1893 χαρακτηρίζει το φυλάκιο της θεσσαλικής πλευράς «νέο».

Αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον ερώτημα για τη χρονολόγησή του. Μήπως επρόκειτο για σχετικά πρόσφατη τότε κατασκευή; Μήπως είχε αντικαταστήσει κάποιο παλαιότερο φυλάκιο;

Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε.

Και αξίζει να σημειωθεί κάτι ακόμη. Ο Philippson δεν αποκαλεί το συγκεκριμένο κτίριο «τελωνείο». Χρησιμοποιεί τον όρο Wachthaus, δηλαδή φυλάκιο, και περιγράφει τους στρατιώτες που είχαν ως αποστολή τη φύλαξη του περάσματος.

Σήμερα το Υπουργείο Πολιτισμού τοποθετεί γενικά το σωζόμενο κτίσμα στον 19ο αιώνα και αναφέρει τη χρήση του ως τελωνείου. Ωστόσο, σε τεχνική αυτοψία της ΔΑΒΜΜ του 2017 σημειώνεται ρητά ότι το έτος κατασκευής της Κούλιας δεν έχει προσδιοριστεί.

Και μια επιστολή του 1710 που χρειάζεται προσοχή

Με την Κούλια έχει συνδεθεί και μια πολύ παλαιότερη επιστολή, γραμμένη στο Πετρίλο τον Ιούλιο του 1710 και απευθυνόμενη στον ηγούμενο της Μονής Δουσίκου Αθανάσιο.

Η επιστολή είναι πράγματι πολύτιμη για την ιστορία της Γέφυρας Κοράκου. Αναφέρεται στην ανακαίνιση της γέφυρας και στην ανάγκη να διορθωθεί ένα επικίνδυνο σημείο της οδού, μια «σκάλα», ώστε να εξασφαλιστεί η ασφαλής διέλευση.

Σε νεότερη παρουσίαση του τεκμηρίου διατυπώθηκε η άποψη ότι η επιστολή περιγράφει πιθανότατα την κατασκευή της Κούλιας.

Το ίδιο το κείμενο όμως δεν αναφέρει Κούλια, φυλάκιο ή κατασκευή τέτοιου κτιρίου.

Γι’ αυτό θεωρώ ασφαλέστερο να μη χρησιμοποιείται η επιστολή του 1710 ως τεκμήριο για τη χρονολόγηση της Κούλιας.

1929 – η Κούλια μπροστά στον φωτογραφικό φακό

Και ερχόμαστε πάλι στη φωτογραφία του οδοιπορικού του Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ.

Το 1929 δεν έχουμε πλέον μόνο περιγραφές. Έχουμε την εικόνα.

Η Γέφυρα Κοράκου και, ψηλότερα, η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς. Φωτογραφία από το οδοιπορικό του Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ προς τη Μονή Σέλτσου, 1929. Από όσο έχει μέχρι σήμερα εντοπιστεί, πρόκειται για την παλαιότερη γνωστή φωτογραφική απεικόνιση της γέφυρας.

Η μεγάλη καμάρα της Γέφυρας Κοράκου χαμηλά και, ψηλότερα, σχεδόν σφηνωμένη ανάμεσα στον βράχο και το πέρασμα, η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς.

Η φωτογραφία μάς βοηθά να καταλάβουμε πολύ καλύτερα όσα είχε γράψει ο Philippson λίγες δεκαετίες νωρίτερα. Βλέπουμε πόσο απότομο ήταν το ανάγλυφο, πόσο περιορισμένος ο διαθέσιμος χώρος και πόσο αποτελεσματικά μπορούσε το συγκεκριμένο κτίριο να ελέγχει την κίνηση από και προς τη γέφυρα.

Και, από όσο έχω μέχρι σήμερα μπορέσει να εντοπίσω, πρόκειται για την παλαιότερη γνωστή φωτογραφία της Γέφυρας Κοράκου.

Και ύστερα ήρθε ο Σπύρος Μελετζής

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1937–1938, ο Σπύρος Μελετζής βρέθηκε στην περιοχή και φωτογράφισε και αυτός τη Γέφυρα Κοράκου.

Η Γέφυρα Κοράκου και, δεξιά, η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς σε φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή, 1937–1938. Διακρίνεται καθαρά το φυλάκιο που είχε περιγράψει ο Alfred Philippson το 1893.

Σε μία από τις λήψεις του η Κούλια διακρίνεται καθαρά, δεξιά από τη γέφυρα. Η φωτογραφία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, γιατί το κτίριο φαίνεται αρκετά καλά ώστε να διακρίνεται η σχέση του με τον δρόμο, τον βράχο και το ίδιο το πέρασμα.

Σε αρκετές αναπαραγωγές της φωτογραφίας που κυκλοφορούν σήμερα, το κάδρο έχει περιοριστεί κυρίως στη γέφυρα, με αποτέλεσμα η Κούλια να μη διακρίνεται. Στην πληρέστερη όμως λήψη βρίσκεται εκεί, αποτελώντας μέρος της συνολικής εικόνας του περάσματος.

Και δεν είναι ίσως τυχαίο. Ο Μελετζής, που κατέγραφε με τον φακό του όχι μόνο τα τοπία αλλά και τα ίχνη της ζωής και της ιστορίας ενός τόπου, δύσκολα θα άφηνε απαρατήρητο ένα τέτοιο κτίσμα.

Μικρές λεπτομέρειες που δεν πρέπει να χαθούν

Οι νεότερες τοπικές καταγραφές διασώζουν και ορισμένες μικρότερες πληροφορίες για την Κούλια.

Στη βόρεια πλευρά του σωζόμενου φυλακίου υπήρχε τζάκι, η βάση του οποίου ξεκινούσε από το ισόγειο και η καπνοδόχος έφθανε έως τη στέγη. Η πληροφορία ταιριάζει με την περιγραφή του Philippson για τον χώρο διαμονής των στρατιωτών στον επάνω όροφο.

Υπάρχει επίσης προφορική μαρτυρία της Αργυρώς Ν. Παπαδημητρίου ότι μέσα στην Κούλια υπήρχε καμπανάκι. Ο Μενέλαος Παπαδημητρίου διατυπώνει την υπόθεση ότι ίσως επρόκειτο για παλαιότερο καμπανάκι της γέφυρας που είχε μεταφερθεί εκεί. Αυτό όμως παραμένει υπόθεση. Το ασφαλές στοιχείο είναι η προφορική μνήμη για την παρουσία του καμπανακιού μέσα στην Κούλια.

Στην πλευρά των Πηγών, πριν από την είσοδο στη γέφυρα, αναφέρεται ακόμη ότι υπήρχε εικόνισμα αφιερωμένο στον Άγιο Βησσαρίωνα, τον οποίο η παράδοση συνδέει με την κατασκευή του γεφυριού.

Μικρές λεπτομέρειες, ασφαλώς. Είναι όμως αυτές που μας επιτρέπουν να δούμε το πέρασμα όχι μόνο ως ένα μεγάλο τεχνικό έργο, αλλά ως έναν χώρο που λειτουργούσε καθημερινά.

Από τη γέφυρα έμεινε η Κούλια

Στις 28 Μαρτίου 1949, μέσα στις συγκρούσεις του Εμφυλίου, η Γέφυρα Κοράκου ανατινάχθηκε.

Η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς επέζησε, αν και σήμερα βρίσκεται σε κακή κατάσταση. Η επίσημη αυτοψία του 2017 καταγράφει την κατάρρευση της στέγης, την απώλεια των κουφωμάτων και σοβαρές ρηγματώσεις στην τοιχοποιία.

Από την άλλη Κούλια, προς τις Πηγές, είχαν απομείνει το 1979 μόνο τμήματα δύο τοίχων. Σήμερα δεν σώζεται.

Έτσι, κοιτάζοντας σήμερα τη φωτογραφία του 1929 και εκείνη του Σπύρου Μελετζή λίγα χρόνια αργότερα, δεν βλέπουμε απλώς ένα γεφύρι που χάθηκε.

Βλέπουμε ολόκληρη τη λειτουργία ενός παλιού περάσματος: τη γέφυρα, τον Αχελώο, τον δύσβατο δρόμο, τον βράχο και την Κούλια που έλεγχε τη διάβαση.

Και ίσως αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που οι μεταγενέστερες, συχνά περικομμένες φωτογραφίες της Γέφυρας Κοράκου δεν μας άφησαν εύκολα να δούμε.

Σημ.: Οι παλιές φωτογραφίες που συνοδεύουν την ανάρτηση, λόγω της παλαιότητας και της κατάστασης των πρωτοτύπων, έχουν υποστεί ήπια ψηφιακή επεξεργασία για τη βελτίωση της ευκρίνειας και της αναγνωσιμότητάς τους, χωρίς αλλοίωση του περιεχομένου τους.

Πηγές – Βιβλιογραφία

Alfred Philippson, Thessalien und Epirus. Reisen und Forschungen im nördlichen Griechenland, herausgegeben von der Gesellschaft für Erdkunde zu Berlin, Berlin, W. H. Kühl, 1897. Το ταξίδι στο οποίο βασίζεται το έργο πραγματοποιήθηκε το 1893. Ιδιαίτερα σημαντική για το θέμα είναι η διαδρομή από την Άρτα μέσω Καλεντίνης και Μηλιανών προς τη Γέφυρα Κοράκου και τη Θεσσαλία.
Ψηφιοποιημένο έργο του Alfred Philippson

Ν. Βαρζέλης, Ρώσος Υποπρόξενος Άρτας, αναφορά προς το Ρωσικό Προξενείο Ιωαννίνων, Άρτα, 30 Δεκεμβρίου 1866, αρ. 40. Η αναφορά χρησιμοποιείται σε μελέτη δημοσιευμένη στον Σκουφά και αποτελεί την πρωτογενή μαρτυρία για την Κούλια που κατείχαν οι επαναστάτες κατά τις συγκρούσεις του 1866.

Δημήτριος Φ. Καρατζένης, Αι Επαναστάσεις της Άρτης του 1866 και 1878, Αθήνα 1974, σ. 33–34. Αναφέρεται στην κατάληψη του αριστερού μέρους της γέφυρας και της «Τουρκικής Κούλιας» από τους επαναστάτες του Αλεξανδρή.

Επιστολή ανώνυμου επισκόπου προς τον ηγούμενο της Μονής Δουσίκου Αθανάσιο, Πετρίλο, Ιούλιος 1710. Αφορά την ανακαίνιση της Γέφυρας Κοράκου και τις εργασίες στην οδό. Η ίδια η επιστολή δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ασφαλές τεκμήριο για την κατασκευή της Κούλιας.

Μενέλαος Παπαδημητρίου, «Γέφυρα Κοράκου: 64 χρόνια από την ανατίναξή της». Περιλαμβάνει πληροφορίες για τις δύο Κούλιες, τη χαμένη Κούλια των Πηγών και τη φωτογράφηση των καταλοίπων της το 1979, καθώς και για το τζάκι, το καμπανάκι και το εικόνισμα του Αγίου Βησσαρίωνα.
Κείμενο του Μενέλαου Παπαδημητρίου

Σ. Παπατζανή – Χρ. Κολλιάκος, ΔΑΒΜΜ, Αναφορά στα πέτρινα γεφύρια του Δήμου Αργιθέας Ν. Καρδίτσας, Έκθεση Αυτοψίας, Δεκέμβριος 2017. Στην ενότητα «Κούλια (φυλάκειο) στην ανατιναγμένη γέφυρα Κοράκου» καταγράφεται ότι σώζεται μία από τις δύο Κούλιες και ότι το έτος κατασκευής της δεν έχει προσδιοριστεί.
Έκθεση αυτοψίας της ΔΑΒΜΜ

Οδοιπορικό του Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ προς τη Μονή Σέλτσου, 1929. Από τη δημοσίευση προέρχεται η φωτογραφία της Γέφυρας Κοράκου με την Κούλια.

Σπύρος Μελετζής, φωτογραφική αποτύπωση της Γέφυρας Κοράκου, 1937–1938. Σε πλήρη λήψη της γέφυρας διακρίνεται καθαρά και η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς.

Δημοσιεύθηκε στη Τα Ραδοβίζια και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Όταν φωτογραφήθηκε για πρώτη φορά το Σέλτσο – 1929

Η επίσκεψη του 1929 άφησε και την πρώτη γνωστή φωτογραφική μαρτυρία της Μονής Σέλτσου. Ο Ιεζεκιήλ είχε φροντίσει να κληθεί ο απόστρατος ταγματάρχης Ν. Βακούλας, ο οποίος έφθασε στη Μονή από διαφορετικό μονοπάτι, έχοντας μαζί του φωτογραφική μηχανή. Χάρη σε εκείνη την επίσκεψη διασώθηκε η παλαιότερη γνωστή μέχρι σήμερα φωτογραφία της Μονής, με τον Ιεζεκιήλ και τους ανθρώπους που βρέθηκαν μαζί του στο Σέλτσο.

Ο φωτογραφικός φακός θα επιστρέψει στο Σέλτσο λίγα χρόνια αργότερα. Το 1937–1938 ο Σπύρος Μελετζής θα φωτογραφίσει και πάλι τη Μονή, αφήνοντάς μας μια δεύτερη, εξαιρετικά πολύτιμη σειρά εικόνων* του μνημείου πριν από τις μεταγενέστερες επεμβάσεις. (Πηγή : Ιεζεκιήλ, Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Η Ιερά Μονή Σέλτσου, ανάτυπο από το περιοδικό Θεολογία, 1930, σσ. 45–52.)

*Τις φωτογραφίες του Μελετζή μπορείτε να τις αναζητήσετε στην ιστοσελίδα.

Η παλαιότερη γνωστή φωτογραφία της Μονής Σέλτσου, 27 Ιουλίου 1929. Ο Μητροπολίτης Ιεζεκιήλ με τους συνοδούς του και κατοίκους της περιοχής. Τη φωτογραφική μηχανή έφερε στη Μονή ο απόστρατος ταγματάρχης Ν. Βακούλας, ο οποίος έφθασε από διαφορετική ατραπό.

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μοναστήρια | Σχολιάστε

Πηγαίνοντας στο Σέλτσο το 1929

Το καλοκαίρι του 1929 ο Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Ιεζεκιήλ περιόδευε στα ορεινά χωριά των Αγράφων. Η Μονή Σέλτσου δεν του ήταν άγνωστη. Πέντε χρόνια νωρίτερα, στην πρώτη του περιοδεία στην περιοχή, του είχαν κάνει εντύπωση οι «ζωηρές παραδόσεις» που διατηρούσαν οι κάτοικοι των γύρω χωριών για όσα είχαν συμβεί εκεί.

Καταγράφει μάλιστα μια χαρακτηριστική εικόνα: άνδρες, γυναίκες και παιδιά, μόλις έβλεπαν έναν ξένο επισκέπτη, του έλεγαν σχεδόν στερεότυπα:

«Εκεί είναι το Σέλτσο, το μοναστήρι που χόρεψαν οι Σουλιώτισσες».

Και αμέσως άρχιζαν να διηγούνται το δράμα του 1804, προσθέτοντας, όπως παρατηρεί ο ίδιος, περιστατικά που πολλές φορές δεν αναφέρονταν στις γραπτές ιστορίες για τους Σουλιώτες.

Δυστυχώς, ο Ιεζεκιήλ δεν κατέγραψε όλες αυτές τις αφηγήσεις. Μας πληροφορεί όμως ότι οι κάτοικοι διηγούνταν περιστατικά που δεν υπήρχαν στις γραπτές ιστορίες των Σουλιωτών. Είναι μια σπάνια μαρτυρία για έναν πλούτο προφορικής μνήμης γύρω από το Σέλτσο, μέρος του οποίου πιθανότατα χάθηκε μαζί με τους ανθρώπους που τον μετέφεραν.

Αυτές οι διηγήσεις τού είχαν δημιουργήσει την επιθυμία να γνωρίσει από κοντά την έρημη τότε Μονή. Η ευκαιρία παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 1929, όταν βρισκόταν στο Μαρκελέζιο, το σημερινό Αετοχώρι της Αργιθέας και ο δάσκαλος Χρήστος Κολοβός τού πρότεινε να την επισκεφθούν.

Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο.

Ο Ιεζεκιήλ υπολόγιζε επτά ώρες πορείας μέχρι τη Βρεστενίτσα, τις σημερινές Πηγές, όπου θα διανυκτέρευαν, και από εκεί άλλες δύο και πλέον ώρες μέχρι τη Μονή. Μεγάλο μέρος της διαδρομής έπρεπε να γίνει πεζή. Η Μονή ήταν από χρόνια διαλυμένη και έρημη και, όπως γράφει, ακόμη και τα μέσα της πρόσβασης προς αυτήν είχαν πλέον φθαρεί.

Στις 26 Ιουλίου, έπειτα από κοπιώδη πορεία κάτω από τον καυτό θερινό ήλιο, έφθασαν το σούρουπο στη Βρεστενίτσα.

Εκεί συναντούμε μια μικρή λεπτομέρεια της καθημερινής ζωής του χωριού που δύσκολα θα γνωρίζαμε από άλλη πηγή: υπήρχε πανδοχείο. Ο Ιεζεκιήλ μάλιστα σκόπευε να περάσει εκεί τη νύχτα χωρίς να αποκαλύψει την ιδιότητά του. Μόλις όμως ξεπέζεψε, κάποιος από τους θαμώνες τον αναγνώρισε και τον προσφώνησε «Καλώς ορίσατε, Σεβασμιώτατε».

Τελικά φιλοξενήθηκε από τον δάσκαλο Δημήτριο Γ. Οικονόμου. Και εδώ διασώζει ακόμη μία ενδιαφέρουσα πληροφορία: ο πατέρας του δασκάλου, ιερέας που είχε ήδη πεθάνει, υπήρξε ο τελευταίος ηγούμενος της Μονής Σέλτσου.

Στις πέντε το πρωί της 27ης Ιουλίου ξεκίνησαν πεζή για τη Μονή. Μαζί τους ήρθαν ο εφημέριος της Βρεστενίτσας και περίπου δέκα χωρικοί.

Από εδώ η περιγραφή του Ιεζεκιήλ γίνεται σχεδόν εικόνα.

Κάτω από το μονοπάτι ανοιγόταν άβυσσος. Από πάνω κατρακυλούσαν πέτρες. Και το ίδιο το μονοπάτι, γράφει, «δεν είχε πλάτος μήτε παλάμην χειρός».

Σε κάποιο σημείο ο Ιεζεκιήλ σταμάτησε. Τον έπιασε ίλιγγος μπροστά στο χάσμα και σκέφτηκε να επιστρέψει, λυπούμενος ότι ύστερα από τόσο κόπο δεν θα κατάφερνε τελικά να δει τη Μονή. Ο Κολοβός τού άπλωσε το χέρι και ένας χωρικός που ακολουθούσε τον βοήθησε από πίσω να περάσει το επικίνδυνο σημείο.

Ύστερα από δυόμισι ώρες πορείας έφθασαν επιτέλους στο Σέλτσο.

Ήταν η γιορτή του Αγίου Παντελεήμονος. Ο ιερέας φόρεσε το επιτραχήλι του, έψαλαν μέρος της ακολουθίας και διάβασαν τρισάγιο για τους Σουλιώτες που είχαν χάσει εκεί τη ζωή τους.

Στη Μονή ο Ιεζεκιήλ κατέγραψε και δύο μικρά τεκμήρια της μνήμης των Μποτσαραίων.

Δίπλα στις τοιχογραφημένες μορφές των κτητόρων βρήκε κρεμασμένη μέσα σε πλαίσιο μια παλιά, ήδη φθαρμένη χαλκογραφία πολεμιστή που παρίστανε «τον Μπότσαρη», χωρίς επιγραφή. Δεν μας λέει ποιον Μπότσαρη απεικόνιζε ούτε γνωρίζουμε πότε είχε τοποθετηθεί εκεί.

Σε ένα στασίδι διάβασε και μια άλλη μαρτυρία:

«Δημ. Τ. Νότη Μπότσαρης, 7 Ιουλίου 1911, εν Σέλτσω».

Ήταν το ενθύμημα της επίσκεψης του Δημητρίου Τ. Νότη Μπότσαρη, ο οποίος είχε φθάσει στη Μονή δεκαοκτώ χρόνια νωρίτερα, όταν ακόμη υπηρετούσε ως ανθυπολοχαγός του Μηχανικού.

Ακόμη και η επιστροφή του Ιεζεκιήλ δείχνει πόσο δύσβατος ήταν ο τόπος. Δεν γύρισε από το ίδιο μονοπάτι. Ακολούθησε άλλη ατραπό και, ύστερα από περίπου τρεις ώρες κατάβασης στους απότομους βράχους, έφθασε στον Αχελώο.

Και εκεί χρειάστηκε κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν απίστευτο:

πέρασε τον Αχελώο πάνω στους ώμους ενός χωρικού.

Από εκεί συνέχισε προς το Λιάσκοβο και την επομένη, στον δρόμο προς τη Μονή Σπηλιάς, πέρασε από την ιστορική Γέφυρα Κοράκου.

Το οδοιπορικό του Ιεζεκιήλ δεν μας προσφέρει μόνο μία ακόμη αφήγηση για την ιστορία του Σέλτσου. Διασώζει κάτι ίσως σπανιότερο: την πραγματική τοπογραφία της προσέγγισης στη Μονή το 1929 και μικρές εικόνες ενός τόπου που σήμερα δύσκολα μπορούμε να ανασυνθέσουμε.

Το πανδοχείο της Βρεστενίτσας, το μονοπάτι που δεν είχε ούτε μια παλάμη πλάτος, ο ίλιγγος μπροστά στο βάραθρο, η παλιά χαλκογραφία του Μπότσαρη, το ενθύμημα του 1911 και, στο τέλος, το πέρασμα του Αχελώου στους ώμους ενός χωρικού.

Έτσι πήγαινε κανείς στο Σέλτσο το 1929. (Πηγή : Ιεζεκιήλ, Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Η Ιερά Μονή Σέλτσου, ανάτυπο από το περιοδικό Θεολογία, 1930, σσ. 45–52.)

Στη φωτογραφία “Ο Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Ιεζεκιήλ στο εσωτερικό της Μονής Σέλτσου, κατά την επίσκεψή του τον Ιούλιο του 1929.”
Δημοσιεύθηκε στη Τα Μοναστήρια | Σχολιάστε

Τα παιδιά δημιουργούν τη μνήμη

Τις τελευταίες ημέρες, μέσα από μια μικρή σειρά αναρτήσεων, επιστρέψαμε στο Κομμένο και στη μνήμη του, με αφορμή και τη ζωγραφική του Κώστα Μάλαμου.

Σήμερα μένουμε στο Κομμένο και στη ζωγραφική, αλλά περνάμε σε μια εντελώς διαφορετική ματιά: τη ματιά των παιδιών του.

Στο πλαίσιο των φετινών εκδηλώσεων μνήμης, παιδιά ηλικίας 8–11 ετών συμμετείχαν σε ένα τετραήμερο εικαστικό εργαστήριο του Παιδικού Εργαστηρίου του Μορφωτικού Συλλόγου Κομμένου, με την καθοδήγηση του εικαστικού Χρήστου Παππά. Ζωγράφισαν τον τόπο τους και δημιούργησαν τρισδιάστατες κατασκευές, προσεγγίζοντας με τον δικό τους τρόπο την ιστορία και τη μνήμη του.

Οι δημιουργίες τους παρουσιάστηκαν στο Δημοτικό Σχολείο Κομμένου και συγκεντρώνονται τώρα σε αυτό το μικρό ψηφιακό λεύκωμα, ώστε η έκθεση να μη μείνει μόνο στις λίγες ημέρες του Αυγούστου.

Μαθαίνω • Δημιουργώ • Θυμάμαι

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινοί ζωγράφοι και η Άρτα | Σχολιάστε

Όταν ο Κώστας Μαλάμος εξέθετε στην Άρτα – Σεπτέμβριος 1958

Μια παλιά φωτογραφία από το αρχείο της Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα στάθηκε η αφορμή για να αναζητήσω την ιστορία μιας έκθεσης ζωγραφικής που πραγματοποιήθηκε στην Άρτα πριν από σχεδόν εβδομήντα χρόνια.

Στη φωτογραφία εικονίζονται, μεταξύ άλλων, ο Ηπειρώτης ζωγράφος Κώστας Μαλάμος, η σύζυγός του Ιωάννα και ο Αρτινός οδοντίατρος και ζωγράφος Τάκης Βαφιάς. Εκείνο που δεν γνώριζα ήταν πότε ακριβώς είχε πραγματοποιηθεί η έκθεση και πού.

Την απάντηση έδωσαν δύο τεύχη του περιοδικού «Σκουφάς» του 1958.

Μια έκθεση που είχε προαναγγελθεί

Στο τεύχος 11 του περιοδικού, ο «Σκουφάς» ενημέρωνε τους αναγνώστες ότι στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Κώστας Μαλάμος επρόκειτο να εκθέσει στην Άρτα μια σειρά έργων του.

Η αναγγελία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί μας πληροφορεί ότι ο ζωγράφος εκπλήρωνε με την έκθεση αυτή έναν σκοπό που είχε από καιρό κατά νου: επρόκειτο να παρουσιάσει μια σειρά πινάκων με θέματα εμπνευσμένα από «το Δράμα του Κομμένου». Μαζί του θα εξέθετε και η σύζυγός του, με έργα διαφορετικής θεματολογίας – λουλούδια, τοπία κ.ά. Τη διοργάνωση είχε αναλάβει ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος «Σκουφάς».

Η αναφορά στο Κομμένο αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν θυμηθούμε ότι ο Μαλάμος είχε ασχοληθεί με τη σφαγή ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το 1946 είχε φιλοτεχνήσει το έργο «Φευγιό (Η σφαγή στο Κομμένο)», το οποίο το 1947 παρουσιάστηκε σε έκθεση στη Στοκχόλμη.

Έντεκα χρόνια αργότερα, ο ζωγράφος επέστρεφε στην Ήπειρο και το «Δράμα του Κομμένου» εξακολουθούσε να αποτελεί μέρος της καλλιτεχνικής του δουλειάς.

14 Σεπτεμβρίου 1958 – Τα εγκαίνια

Το επόμενο τεύχος του «Σκουφά» μάς δίνει πλέον την ακριβή ταυτότητα της έκθεσης.

Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 1958, στις 11 το πρωί, σε μία από τις αίθουσες του Λυκείου Άρτης.

Ο Κώστας και η Ιωάννα Μαλάμου παρουσίασαν συνολικά 48 πίνακες: ελαιογραφίες, ακουαρέλες, παστέλ και τέμπερες.

Τα εγκαίνια κήρυξε ο τότε δήμαρχος Αρταίων Ιωάννης Παπαβασιλείου, παρουσία των αρχών της πόλης και πολλών φιλοτέχνων.

Η έκθεση διήρκεσε πέντε ημέρες και, αν κρίνουμε από το χρονικό του περιοδικού, γνώρισε αξιοσημείωτη επιτυχία. Πλήθος Αρτινών την επισκέφθηκε, ενώ περισσότεροι από τους μισούς πίνακες πουλήθηκαν μέσα στις πέντε ημέρες λειτουργίας της.

Ο «Σκουφάς» σημείωνε μάλιστα ότι το κοινό της πόλης εκτίμησε την καλλιτεχνική εργασία των δύο Ηπειρωτών ζωγράφων και τους περιέβαλε με ιδιαίτερη συμπάθεια.

Μια φωτογραφία βρίσκει την ιστορία της

Έτσι, μια παλιά φωτογραφία που μέχρι σήμερα γνώριζα απλώς ότι προερχόταν από έκθεση του Κώστα Μαλάμου στην Άρτα αποκτά πλέον ημερομηνία, χώρο και ιστορικό πλαίσιο.

Άρτα, Σεπτέμβριος 1958. Λύκειο Άρτης. Έκθεση ζωγραφικής Κώστα και Ιωάννας Μαλάμου, διοργανωμένη από τον Μουσικοφιλολογικό Σύλλογο «Σκουφάς».

Και μαζί με τη φωτογραφία διασώζεται ένα μικρό στιγμιότυπο από την καλλιτεχνική ζωή της Άρτας στα τέλη της δεκαετίας του 1950: μια έκθεση 48 έργων, εκατοντάδες ίσως επισκέπτες μέσα σε πέντε ημέρες, περισσότεροι από τους μισούς πίνακες να βρίσκουν αγοραστές και, ανάμεσα στα έργα που είχαν προαναγγελθεί, μια σειρά εμπνευσμένη από «το Δράμα του Κομμένου». Και, κάπως έτσι, σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, μια φωτογραφία ξαναβρίσκει την έκθεση στην οποία τραβήχτηκε. (Πηγές: Περιοδικό Σκουφάς, τχ. 11 και 12, 1958.)

Άρτα, Σεπτέμβριος 1958. Ο Κώστας Μαλάμος με τη σύζυγό του Ιωάννα σε έκθεση έργων τους, που διοργάνωσε ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος «Σκουφάς» στο Λύκειο Άρτης. Στη φωτογραφία και ο Αρτινός οδοντίατρος και ζωγράφος Τάκης Βαφιάς. (Φωτογραφικό αρχείο: Κλαίρη Βαφιά – Μπανταλούκα)
Δημοσιεύθηκε στη Αρτινοί ζωγράφοι και η Άρτα | Σχολιάστε

Πώς έφτασε η σφαγή του Κομμένου έξω από την Ελλάδα

Για τη σφαγή του Κομμένου στις 16 Αυγούστου 1943 γνωρίζουμε σήμερα πολλά. Ένα ερώτημα, όμως, που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον είναι άλλο: πότε και με ποιον τρόπο άρχισε η ιστορία του εγκλήματος να περνά έξω από τα ελληνικά σύνορα;

Η έρευνα δείχνει ότι αυτό συνέβη πολύ νωρίτερα απ’ όσο ίσως θα περιμέναμε. Όχι όμως με έναν μόνο τρόπο. Η πληροφορία ακολούθησε διαφορετικούς δρόμους – στρατιωτικούς, δικαστικούς, κρατικούς και, τελικά, καλλιτεχνικούς.

Και η πρώτη καταγραφή της έγινε, αναπόφευκτα, από τους ίδιους τους Γερμανούς.

Η σφαγή που μετατράπηκε σε «μάχη»

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο τι έγραψαν οι γερμανικές στρατιωτικές αρχές, αλλά πώς άλλαξε η περιγραφή του γεγονότος καθώς η πληροφορία περνούσε από το ένα επίπεδο της διοίκησης στο άλλο.

Στη μεσημεριανή αναφορά της 16ης Αυγούστου 1943 αναφέρεται ότι η 12η Εταιρεία του 98ου Συντάγματος, κατά την περικύκλωση του Κομμένου, δέχθηκε ισχυρά πυρά από τα σπίτια και ότι ακολούθησε μάχη. Παρά την εκδοχή αυτή, όμως, οι νεκροί καταγράφονται ακόμη ως «150 Zivilisten» – 150 άμαχοι.

Μέχρι το ίδιο βράδυ οι ίδιοι νεκροί είχαν αλλάξει ιδιότητα. Στην ημερήσια αναφορά έγιναν «150 Feindtote» – 150 νεκροί εχθροί. Σε επόμενο επίπεδο της υπηρεσιακής καταγραφής εμφανίζονται ως «Banditen», ο χαρακτηρισμός που χρησιμοποιούσαν οι γερμανικές αρχές για τους αντάρτες. Και όταν η πληροφορία φτάνει στο πολεμικό ημερολόγιο, οι άμαχοι έχουν πλέον εξαφανιστεί: το Κομμένο καταγράφεται ως τόπος που καταλήφθηκε «έπειτα από σφοδρή εχθρική αντίσταση».

Η διαδρομή των λέξεων είναι από μόνη της αποκαλυπτική:

άμαχοι → εχθροί → αντάρτες → μάχη.

Δεν είχαν αλλάξει τα γεγονότα στο Κομμένο. Είχε αλλάξει η υπηρεσιακή περιγραφή τους.

Καθώς η πληροφορία ανέβαινε προς τα ανώτερα κλιμάκια της Βέρμαχτ, μια επιχείρηση στην οποία είχαν σκοτωθεί εκατοντάδες άμαχοι αποκτούσε στα χαρτιά τα χαρακτηριστικά κανονικής πολεμικής σύγκρουσης: υπήρχε «εχθρός», υπήρχε «αντίσταση» και επομένως υπήρχαν «νεκροί εχθροί».

Η μεταβολή της ορολογίας γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική αν συγκριθεί με τα υπόλοιπα γερμανικά στοιχεία. Δεν καταγράφηκε ούτε ένας Γερμανός νεκρός, ενώ σε αναφορά λαφύρων εξακολουθούσαν να εμφανίζονται περίπου «150 νεκροί άμαχοι». Τα ίδια λοιπόν τα υπηρεσιακά έγγραφα δεν συμβάδιζαν απόλυτα με την εικόνα της «σφοδρής εχθρικής αντίστασης» που τελικά καταχωρίστηκε στο πολεμικό ημερολόγιο.

Η διαδικασία αυτή έχει χαρακτηριστεί στη μεταγενέστερη γερμανική έρευνα «Aktenkosmetik», ένας «καλλωπισμός» δηλαδή των υπηρεσιακών εγγράφων. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς σκεφτόταν κάθε αξιωματικός που μετέφερε ή τροποποιούσε την αναφορά. Το αποτέλεσμα όμως είναι σαφές: η σφαγή αμάχων είχε μετατραπεί, πάνω στο χαρτί, σε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον ενόπλου αντιπάλου.

Υπήρχε όμως και μια άλλη διαδρομή της πληροφορίας.

Η είδηση παίρνει τον δρόμο προς τους Συμμάχους

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στη Νυρεμβέργη, ο Στέφανος Παππάς αποκάλυψε ότι οι πληροφορίες για όσα είχαν συμβεί δεν είχαν μείνει στην Ελλάδα.

Όπως κατέθεσε, μετά τη σφαγή συγκεντρώθηκαν λεπτομερή στοιχεία για τα θύματα. Περίπου έναν μήνα αργότερα, μαρτυρίες διαβιβάστηκαν στο αρχηγείο του Ναπολέοντα Ζέρβα και από εκεί, σύμφωνα πάντα με την κατάθεσή του, στο Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής.

Δεν έχει εντοπιστεί μέχρι στιγμής η ίδια αυτή αναφορά στα διαθέσιμα ψηφιοποιημένα βρετανικά αρχεία. Η ένορκη μαρτυρία του Παππά, όμως, μας επιτρέπει να γνωρίζουμε ότι ήδη από το φθινόπωρο του 1943 πληροφορίες για τη σφαγή είχαν πάρει τον δρόμο προς τη συμμαχική διοίκηση εκτός Ελλάδας.

Αυτό είναι σημαντικό, αλλά χρειάζεται μια διάκριση: άλλο το γεγονός ότι η πληροφορία είχε φτάσει σε στρατιωτικές και συμμαχικές υπηρεσίες και άλλο ότι η σφαγή ήταν ήδη γνωστή στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

1945 – Το Κομμένο ως υπόθεση εγκλήματος πολέμου

Μετά την απελευθέρωση αρχίζει μια διαφορετική διαδρομή.

Από το 1945 συγκεντρώνονταν στην Ελλάδα ένορκες καταθέσεις για τα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί στο Κομμένο. Το σχετικό υλικό έφτασε στους διεθνείς μηχανισμούς διερεύνησης εγκλημάτων πολέμου και εξετάστηκε στο πλαίσιο της United Nations War Crimes Commission στο Λονδίνο.

Δεν έχει εντοπιστεί ακόμη η πρωτότυπη καρτέλα της υπόθεσης ώστε να γνωρίζουμε με ασφάλεια ποια ακριβώς ονόματα καταχωρίστηκαν για το Κομμένο. Γι’ αυτό και δεν θα επιχειρήσω να τα απαριθμήσω.

Εκείνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι το 1945 το Κομμένο είχε πλέον περάσει από την τοπική μαρτυρία στον διεθνή φάκελο διερεύνησης των γερμανικών εγκλημάτων πολέμου.

1946 – Το Κομμένο παρουσιάζεται στα γαλλικά

Το επόμενο βήμα ήταν πλέον δημόσιο.

Το 1946 το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου εξέδωσε στα γαλλικά το βιβλίο:

Les atrocités des quatre envahisseurs de la Grèce – Allemands, Italiens, Bulgares, Albanais

Στις σελίδες 64 κ.ε. παρουσιάζεται η σφαγή του Κομμένου της 16ης Αυγούστου 1943 και καταγράφονται οι 317 νεκροί. Δεν πρόκειται μάλιστα για μια απλή αναφορά του χωριού σε έναν κατάλογο θυμάτων, αλλά για εκτενέστερη περιγραφή του εγκλήματος.

Η έκδοση εντασσόταν στην ευρύτερη μεταπολεμική προσπάθεια της Ελλάδας να γνωστοποιήσει στο εξωτερικό τις καταστροφές και τα εγκλήματα της Κατοχής.

Έτσι, ήδη από το 1946, το όνομα του Κομμένου και η ιστορία της σφαγής του κυκλοφορούσαν σε επίσημη ξενόγλωσση ελληνική έκδοση.

Παρά την αναζήτηση, δεν έχει εντοπιστεί μέχρι στιγμής δημοσίευμα μεγάλης βρετανικής, γαλλικής ή αμερικανικής εφημερίδας της περιόδου 1943–1947 που να κατονομάζει το Κομμένο. Αυτό φυσικά δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε. Δείχνει όμως ότι πρέπει να διακρίνουμε την παρουσία της υπόθεσης σε διεθνείς στρατιωτικούς, δικαστικούς και κρατικούς μηχανισμούς από την ευρύτερη δημοσιότητά της.

Και εδώ αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον η Στοκχόλμη.

1947 – Από το Κομμένο στη Στοκχόλμη

Ο Κώστας Μαλάμος είχε ζωγραφίσει ήδη από το 1946 ένα έργο εμπνευσμένο από τη σφαγή, το «Φευγιό».

Τον επόμενο χρόνο ο πίνακας παρουσιάστηκε στη Στοκχόλμη. Στον σουηδικό κατάλογο της έκθεσης καταγράφεται ως:

Flykten (Massakern vid Kommèno), 1946

δηλαδή:

«Το Φευγιό (Η σφαγή στο Κομμένο)».

Και μια δεύτερη πηγή που εντοπίστηκε επιβεβαιώνει την πορεία του έργου. Σε ελληνικό κατάλογο έκθεσης του Μαλάμου το έργο καταγράφεται:

«Φευγιό από το Κομμένο (“Έκθεσις Στοκχόλμης”)».

Έτσι, μόλις τέσσερα χρόνια μετά τη σφαγή, το όνομα ενός μικρού χωριού της Άρτας και η λέξη «σφαγή» εμφανίζονταν στον κατάλογο μιας διεθνούς καλλιτεχνικής έκθεσης στη Σουηδία.

Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που το ευρωπαϊκό κοινό πληροφορήθηκε το έγκλημα. Με τα στοιχεία που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα, όμως, μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί μία από τις πρώτες τεκμηριωμένες δημόσιες παρουσιάσεις της σφαγής του Κομμένου σε ευρωπαϊκό κοινό έξω από την Ελλάδα.

Και σχεδόν την ίδια εποχή, το όνομα του χωριού θα ακουγόταν σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον.

18 Αυγούστου 1947 – «K-O-M-M-E-N-O»

Δύο μόλις ημέρες μετά την τέταρτη επέτειο της σφαγής, στις 18 Αυγούστου 1947, ο Στέφανος Παππάς κλήθηκε ως μάρτυρας στη Νυρεμβέργη, στη λεγόμενη Δίκη των Ομήρων.

Η αρχή της κατάθεσής του έχει σήμερα κάτι σχεδόν συμβολικό.

Όταν τον ρωτούν πού γεννήθηκε, απαντά:

«Στο Κομμένο της Άρτας».

Και όταν του ζητούν να συλλαβίσει το όνομα του τόπου, απαντά:

«K-O-M-M-E-N-O».

Το όνομα του χωριού καταγραφόταν πλέον, γράμμα προς γράμμα, στα πρακτικά της Νυρεμβέργης.

Ο Παππάς δεν είχε πληροφορηθεί απλώς εκ των υστέρων όσα συνέβησαν. Βρισκόταν στο Κομμένο το πρωί της 16ης Αυγούστου. Κατόρθωσε να διαφύγει προς τον Άραχθο και επέστρεψε μετά την αποχώρηση των Γερμανών.

Στη Νυρεμβέργη περιέγραψε όσα αντίκρισε επιστρέφοντας: το καμένο σπίτι του, τους νεκρούς της οικογένειας Μάλλιου και τους καλεσμένους του γάμου, τα καμένα σπίτια και τα πτώματα. Μίλησε ακόμη για τον ιερέα Λάμπρο Σταμάτη, τον οποίο βρήκαν νεκρό στα σκαλιά της εκκλησίας, και για τον σταυρό και το Ευαγγέλιο που κρατούσε, χτυπημένα και αυτά από σφαίρες.

Και έδωσε στο δικαστήριο τους αριθμούς:

620 κάτοικοι.
317 νεκροί.
145 άνδρες και 172 γυναίκες.
Ανάμεσά τους 97 παιδιά, ηλικίας από έξι μηνών έως δεκαπέντε ετών.

Η υπεράσπιση προσπάθησε να αμφισβητήσει επιμέρους σημεία της μαρτυρίας του. Επέμεινε ιδιαίτερα στο πώς μπορούσε να γνωρίζει ότι ο στρατιώτης που είχε δει να πυροβολεί ήταν Γερμανός και όχι Ιταλός. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει λεπτομερώς τη στολή του, η απάντησή του ήταν ουσιαστικά απλή: εκείνη την ώρα έτρεχε για να σωθεί· αν είχε σταματήσει για να παρατηρήσει καλύτερα τον στρατιώτη, δεν θα βρισκόταν στη Νυρεμβέργη για να καταθέσει.

Δύο εκδοχές της ίδιας 16ης Αυγούστου

Και εδώ ίσως βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο αυτής της διαδρομής.

Στα γερμανικά στρατιωτικά έγγραφα της 16ης και 17ης Αυγούστου 1943 οι άμαχοι είχαν γίνει «νεκροί εχθροί», κατόπιν «αντάρτες», και το Κομμένο ένας τόπος όπου είχε προβληθεί «σφοδρή εχθρική αντίσταση».

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στη Νυρεμβέργη, απέναντι σε αυτή την υπηρεσιακή εκδοχή βρισκόταν η ένορκη μαρτυρία ενός ανθρώπου που ήταν εκεί εκείνο το πρωί και επέστρεψε στο κατεστραμμένο χωριό το ίδιο απόγευμα.

Από τη μια, τα έγγραφα μιας στρατιωτικής διοίκησης που μετέτρεψαν σταδιακά τη σφαγή σε μάχη.
Από την άλλη, η μαρτυρία του Στέφανου Παππά για όσα άφησε πίσω της εκείνη η «μάχη».

Ανάμεσα στα δύο, όμως, είχε μεσολαβήσει μια διαδρομή που μέχρι σήμερα δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή.

Οι πληροφορίες για το Κομμένο είχαν ήδη πάρει τον δρόμο προς το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Η υπόθεση είχε περάσει στους μηχανισμούς διερεύνησης εγκλημάτων πολέμου στο Λονδίνο. Η σφαγή είχε παρουσιαστεί στα γαλλικά σε επίσημη ελληνική έκδοση. Και στη Στοκχόλμη ένας πίνακας του Κώστα Μαλάμου έφερε μπροστά στο ευρωπαϊκό κοινό το όνομα του χωριού με την απολύτως σαφή επεξήγηση:

«Η σφαγή στο Κομμένο».

Η πληροφορία λοιπόν για το Κομμένο πέρασε τα ελληνικά σύνορα πολύ νωρίς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η σφαγή έγινε εξίσου γρήγορα γνωστή στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Χρειάστηκαν διαφορετικοί δρόμοι – στρατιωτικοί, δικαστικοί, κρατικοί και καλλιτεχνικοί – για να αρχίσει η ιστορία του να γίνεται δημόσια ορατή έξω από την Ελλάδα.

Και ίσως αυτή ακριβώς η διαδρομή να είναι εξίσου αποκαλυπτική με την αρχική προσπάθεια των γερμανικών στρατιωτικών εγγράφων να μετατρέψουν, μέσα σε λίγες μόνο ώρες, τους αμάχους σε εχθρούς και τη σφαγή σε μάχη.

Δύο διαδρομές του Κομμένου έξω από την Ελλάδα, το 1947: η μαρτυρία του Στέφανου Παππά στη Νυρεμβέργη και το «Φευγιό από το Κομμένο» του Κώστα Μαλάμου, που είχε ήδη παρουσιαστεί στη Στοκχόλμη.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Όταν η σφαγή του Κομμένου πέρασε στη λογοτεχνία και τη ζωγραφική

Χθες συμπληρώθηκαν 83 χρόνια από τη σφαγή του Κομμένου, στις 16 Αυγούστου 1943. Για το γεγονός έχουν γραφτεί πολλά και η ιστορία του είναι πλέον γνωστή. Λιγότερο γνωστό είναι ίσως πόσο γρήγορα, σχεδόν αμέσως μετά τον πόλεμο, η τραγωδία του Κομμένου πέρασε από τη μαρτυρία στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική.

Το 1945, μόλις δύο χρόνια μετά τη σφαγή, ο εικοσιενάχρονος τότε Γιάννης Δάλλας έγραψε στη Φιλιππιάδα το πρώτο πεζό έργο του, «Η σφαγή του Κομμένου». Το κείμενο δημοσιεύθηκε δύο χρόνια αργότερα, το 1947, στη Φιλολογική Πρωτοχρονιά.

Δεν πρόκειται για απλή καταγραφή των γεγονότων. Ο Δάλλας δίνει τον λόγο στον Κοσμά Ανάστα, έναν κάτοικο του Κομμένου, και μέσα από τη δική του λαϊκή, «μακρυγιαννική» φωνή αφηγείται τα γεγονότα. Δίπλα στη φωνή του αφηγητή παρεμβάλλεται εκείνη του ίδιου του συγγραφέα, σε ένα κείμενο που απομακρύνεται συνειδητά από την απλή ιστορική μαρτυρία. Έτσι, ένα γεγονός ακόμη πολύ πρόσφατο περνά ήδη στη λογοτεχνία.

Σχεδόν ταυτόχρονα περνά και στη ζωγραφική.

Το 1946 ο Ηπειρώτης ζωγράφος Κώστας Μαλάμος δημιουργεί το «Φευγιό από το Κομμένο», μία από τις πρώτες –και πιθανότατα την πρώτη– εικαστικές αποτυπώσεις της σφαγής.

Η ιστορία του πίνακα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Την επόμενη χρονιά ταξιδεύει στη Στοκχόλμη, όπου παρουσιάζεται στη μεγάλη έκθεση ελληνικής τέχνης που πραγματοποιήθηκε στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών.

Στον ίδιο τον σουηδικό κατάλογο της έκθεσης βρίσκεται καταχωρισμένος με τον αριθμό 57:

MALAMOS, KOSTA
Flykten (Massakern vid Kommèno), 1946

δηλαδή «Το Φευγιό (Η σφαγή στο Κομμένο)».

Η μικρή αυτή παρένθεση έχει τη σημασία της. Ο επισκέπτης της έκθεσης στη Στοκχόλμη δεν έβλεπε απλώς μια άγνωστη σκηνή φυγής. Γνώριζε ότι ο πίνακας που είχε μπροστά του αναφερόταν σε μια συγκεκριμένη σφαγή, σε ένα ελληνικό χωριό που λεγόταν Κομμένο.

Και η πορεία του έργου επιβεβαιώνεται έναν χρόνο αργότερα. Σε ελληνικό κατάλογο έκθεσης του 1948 καταγράφεται με τον τίτλο «Φευγιό από το Κομμένο» και δίπλα του υπάρχει η χαρακτηριστική σημείωση: «Έκθεμα Στοκχόλμης».

Την ίδια εποχή, το 1946, ο Στέφανος Β. Παππάς εξέδιδε στην Άρτα «Το ολοκαύτωμα του Κομμένου». Πρόκειται όμως για έργο διαφορετικού χαρακτήρα, που ανήκει περισσότερο στη μαρτυρία και στην ιστορική καταγραφή. Ο Παππάς, κάτοικος του Κομμένου και συνδεδεμένος με τον ΕΔΕΣ, θα κατέθετε αργότερα για τη σφαγή στη μεταγενέστερη δίκη της Νυρεμβέργης, όπου δικάστηκε, μεταξύ άλλων Γερμανών στρατηγών, και ο Hubert Lanz.

Μέσα λοιπόν σε ελάχιστα χρόνια από τον Αύγουστο του 1943, το Κομμένο είχε αρχίσει να αποκτά, πέρα από την καταγραφή της ιστορίας του, και την καλλιτεχνική του μνήμη.

Ο Γιάννης Δάλλας του έδωσε μια φωνή.
Ο Κώστας Μαλάμος μια εικόνα.

Και το 1947, μόλις τέσσερα χρόνια μετά τη σφαγή, η φωνή αυτή δημοσιευόταν και η εικόνα του Κομμένου είχε ήδη φτάσει μέχρι τη Στοκχόλμη.

Το Κομμένο, πάντως, φαίνεται πως δεν έπαψε να απασχολεί εικαστικά τον Μαλάμο. Στον κατάλογο του ΕΕΤΕ καταγράφεται και δεύτερο έργο με τον τίτλο «Φευγιό», χρονολογημένο το 1948, αυτή τη φορά λάδι σε μουσαμά. Πρόκειται επομένως για ένα θέμα στο οποίο ο ζωγράφος επανήλθε δύο χρόνια μετά την πρώτη σύνθεση του 1946.

Κώστας Μαλάμος, «Φευγιό από το Κομμένο», 1946. Λάδι σε χαρτί, 55 × 68 εκ. Ιδιωτική συλλογή. Το έργο παρουσιάστηκε το 1947 στη Στοκχόλμη ως Flykten (Massakern vid Kommèno) – «Το Φευγιό (Η σφαγή στο Κομμένο)».


Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Οι βυρσοδέψες έξω από το Κάστρο – Οι απαρχές των Ταμπακιάδων της Άρτας;

Πότε άρχισε να διαμορφώνεται η γνωστή συνοικία των Ταμπακιάδων της Άρτας;

Μια απροσδόκητη πληροφορία από ένα οθωμανικό έγγραφο του 1589 μάς μεταφέρει στην περιοχή έξω από το Κάστρο, εκεί όπου αιώνες αργότερα εξακολουθούσαν να λειτουργούν τα βυρσοδεψεία της πόλης.

Το έγγραφο βρίσκεται στο 66ο Mühimme Defteri, ένα από τα κατάστιχα στα οποία καταχωρίζονταν υποθέσεις που έφθαναν στην κεντρική οθωμανική διοίκηση. Αφορμή για τη συγκεκριμένη διαταγή ήταν μια αναφορά του İlyâs, dizdar –διοικητή– του Κάστρου της Narda, όπως ονομαζόταν τότε η Άρτα.

Ο İlyâs διαμαρτυρόταν ότι έξω από το Κάστρο είχαν εγκατασταθεί χριστιανοί βυρσοδέψες αλλά και άλλοι χριστιανοί, οι οποίοι είχαν κατασκευάσει σπίτια και άλλα κτίσματα.

Και η περιγραφή της θέσης τους είναι εντυπωσιακά συγκεκριμένη.

Οι εγκαταστάσεις βρίσκονταν έξω από το Κάστρο, μέσα στην τάφρο και «από τη μία πύλη έως την άλλη». Υπήρχαν επίσης ελαφρές κατασκευές, τα λεγόμενα çardak, επάνω στον τοίχο της τάφρου, ορισμένες τόσο κοντά ώστε εφάπτονταν στο ίδιο το φρούριο.

Η κατάσταση είχε προχωρήσει τόσο, ώστε ο διοικητής θεωρούσε πλέον ότι απειλούνταν η ασφάλεια της οχύρωσης. Αναφέρει μάλιστα επέμβαση και σε μία πύλη του Κάστρου, η οποία στο οθωμανικό κείμενο καταγράφεται με ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον όνομα: Pareporte.

Θα μπορούσε να είναι το δικό μας «Παραπόρτι»;

Η ομοιότητα είναι ασφαλώς εντυπωσιακή και η θέση ταιριάζει με τη μικρότερη πυλίδα του Κάστρου προς την πλευρά του Αράχθου. Προς το παρόν, όμως, ας το κρατήσουμε ως μια πολύ ενδιαφέρουσα πιθανότητα που χρειάζεται περαιτέρω έλεγχο.

Η απάντηση της οθωμανικής διοίκησης παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Δεν διατάσσει να φύγουν οι βυρσοδέψες από την περιοχή. Ζητά να εξεταστούν τα κτίσματα και να κατεδαφιστούν μόνο όσα εφάπτονται στο τείχος και του προκαλούν βλάβη, ενώ απαγορεύει στο εξής την ανέγερση νέων κατασκευών πολύ κοντά στην οχύρωση.

Έχουμε επομένως μπροστά μας κάτι περισσότερο από μια απλή αναφορά σε ένα επάγγελμα.

Στα τέλη του 16ου αιώνα υπήρχε ήδη έξω από το Κάστρο ένας αρκετά ανεπτυγμένος επαγγελματικός και οικιστικός πυρήνας βυρσοδεψών, με σπίτια και άλλες κατασκευές, ακριβώς στην περιοχή που στους νεότερους χρόνους θα συνδεθεί με τους Ταμπακιάδες.

Δεν μπορούμε βέβαια να πούμε ότι «οι Ταμπακιάδες ιδρύθηκαν το 1589». Το όνομα δεν εμφανίζεται στο έγγραφο και η εγκατάσταση προϋπήρχε ήδη όταν συντάχθηκε η διαταγή. Μπορούμε όμως, με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, να τοποθετήσουμε στα τέλη του 16ου αιώνα την παλαιότερη ασφαλή μαρτυρία που έχουμε εντοπίσει για τη χωροθετημένη παρουσία των βυρσοδεψών στη συγκεκριμένη περιοχή.

Και αυτό ίσως είναι το πιο ενδιαφέρον: ένα διοικητικό έγγραφο που γράφτηκε εξαιτίας μιας διαμάχης για μερικά σπίτια και κατασκευές μάς επιτρέπει, περισσότερο από τέσσερις αιώνες αργότερα, να διακρίνουμε μια στιγμή από τη διαμόρφωση του αστικού χώρου της Άρτας.

Το συγκεκριμένο τεκμήριο αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη για τα πρώτα περίπου 150 χρόνια της οθωμανικής Άρτας, από την κατάκτηση της πόλης το 1449 έως το τέλος του 16ου αιώνα. Μια περίοδο για την οποία οι οθωμανικές πηγές φαίνεται ότι έχουν ακόμη αρκετές άγνωστες ιστορίες να μας διηγηθούν.

Πηγή: 66 Numaralı Mühimme Defteri, hüküm 65, 997 H. – δημοσιευμένη μεταγραφή Reyhan Aytaç.

Στη φωτογραφία “Αναπαράσταση της εγκατάστασης των βυρσοδεψών έξω από το Κάστρο της Άρτας, σύμφωνα με οθωμανικό έγγραφο του 1589.”

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Βδέλλες από τον Άραχθο… στην Τεργέστη!

Ποιος θα φανταζόταν ότι ανάμεσα στα προϊόντα που κάποτε έφευγαν από την Άρτα για την Τεργέστη βρίσκονταν και… βδέλλες;

Την απρόσμενη αυτή πληροφορία δίνει ο Τσιλιγιάννης στο βιβλίο του για τη Μονή Κάτω Παναγιάς. Η μονή διέθετε σημαντική κτηματική περιουσία και αξιοποιούσε με πολλούς τρόπους τα προϊόντα των κτημάτων της. Ανάμεσά τους ήταν και οι βδέλλες, που συλλέγονταν στις όχθες του Αράχθου και στις παραποτάμιες περιοχές που της ανήκαν και εξάγονταν στην Τεργέστη.

Η πληροφορία μπορεί σήμερα να ξενίζει, τον 19ο αιώνα όμως η φαρμακευτική βδέλλα ήταν περιζήτητη στην ευρωπαϊκή ιατρική. Η μεγάλη χρήση της στις αφαιμάξεις είχε δημιουργήσει ένα εκτεταμένο διεθνές εμπόριο, στο οποίο σημαντική θέση κατείχαν οι περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που διέθεταν κατάλληλους υγροτόπους.

Και εδώ η πληροφορία του Τσιλιγιάννη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε οθωμανική καταγραφή του 1852 η Πρέβεζα εμφανίζεται ως «Preveza (Golfe d’Arta)», δηλαδή Πρέβεζα – Κόλπος της Άρτας, με εξαγωγή 3.000 οκάδων βδελλών ή και περισσότερων, περίπου 3.850 κιλών. Δεν μπορούμε βέβαια να συνδέσουμε αυτή την ποσότητα με την Κάτω Παναγιά. Η καταγραφή όμως δείχνει ότι στον Αμβρακικό υπήρχε στα μέσα του 19ου αιώνα αξιόλογο εξαγωγικό εμπόριο βδελλών.

Και πώς μπορούσαν να φτάσουν ζωντανές στην Τεργέστη; Οι βδέλλες έχουν τη δυνατότητα να επιβιώνουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς να τραφούν ξανά με αίμα. Το βασικό πρόβλημα κατά το ταξίδι ήταν επομένως η σωστή συντήρησή τους. Στο οργανωμένο εμπόριο του 19ου αιώνα διατηρούνταν και μεταφέρονταν με ειδικές μεθόδους, ώστε να παραμένουν υγρές και ζωντανές, ενώ κατά τα θαλάσσια ταξίδια προβλεπόταν τακτική ανανέωση του νερού τους.

Η πληροφορία για την Κάτω Παναγιά φέρνει στον νου μια πολύ μεταγενέστερη εικόνα από την Άρτα, για την οποία είχα γράψει παλιότερα στην ανάρτηση «Ψαρεύοντας βδέλλες!». Ο Ζαχαρής, αναφερόμενος στην Άρτα του 1930, γράφει ότι τα φαρμακεία της πόλης είχαν ως προμηθευτές βδελλών τους Ντάκα και Γούσια, οι οποίοι τις έβγαζαν από τον βάλτο της Μπάνης. Εκείνο που τότε μου είχε φανεί ως μια παράξενη μικρή ιστορία της παλιάς Άρτας αποκτά τώρα μεγαλύτερο ιστορικό βάθος: η συλλογή και η εμπορία της βδέλλας στην περιοχή είχε πολύ παλαιότερες ρίζες.

Από τις όχθες του Αράχθου και τις υγρές εκτάσεις της Κάτω Παναγιάς στην Τεργέστη, και πολύ αργότερα από τον βάλτο της Μπάνης στα φαρμακεία της Άρτας, η βδέλλα υπήρξε ένα μικρό αλλά απρόσμενο κεφάλαιο της οικονομικής ιστορίας του τόπου.

Στη φωτογραφία : Έμποροι βδελλών στη Θεσσαλονίκη, 1914–1916. Οι βδέλλες, περιζήτητες για την ιατρική τους χρήση, αποτελούσαν για πολλά χρόνια αντικείμενο οργανωμένου εμπορίου.
Πηγή: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ–ΜΙΕΤ), Ψηφιακές Συλλογές.

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Ένας παλιός χάρτης του Νομού Άρτας, περ. 1935

Χάρτης του Νομού Άρτας από την έκδοση «Χάρτης της Ελλάδος κατά Νομούς» του «Ελληνικού Μέλλοντος», που τοποθετείται περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παλιές ονομασίες πολλών χωριών, αρκετές από τις οποίες είχαν ήδη αρχίσει να αντικαθίστανται επίσημα κατά τις δεκαετίες του 1920 και 1930.

Ο χάρτης, ωστόσο, δεν φαίνεται να αποδίδει με ακρίβεια τη διοικητική πραγματικότητα της εποχής. Ενδεικτικά, η χάραξη των ορίων με τον Νομό Πρεβέζης εμφανίζει τον Λούρο εντός του Νομού Άρτας, ενώ η Φιλιππιάδα εκτός αυτού. Εντύπωση προκαλεί επίσης η απουσία οικισμών όπως το Βουργαρέλι και τα Θεοδώριανα, ενώ καταγράφονται άλλοι, μικρότεροι οικισμοί της περιοχής.

Και μια μικρή χαρτογραφική έκπληξη: το Παλματερό

Στον χάρτη σημειώνεται, στις βόρειες ακτές του Αμβρακικού, το Ακρωτήριο Παλματερό, ένα τοπωνύμιο ελάχιστα γνωστό σήμερα. Η ονομασία, ωστόσο, είναι πολύ παλιά: ήδη σε χάρτη του Vincenzo Maria Coronelli του 1691 συναντάται η ένδειξη «Peschiere dette Palmatero» («ιχθυοτροφεία/ψαρότοποι που ονομάζονται Palmatero»), ενώ στον βρετανικό υδρογραφικό χάρτη του Αμβρακικού του 1830 καταγράφεται ως Pt. Palmatero. Η προέλευση της ασυνήθιστης ονομασίας παραμένει ασαφής, αλλά η παρουσία της στους χάρτες για περισσότερους από τρεις αιώνες δείχνει ότι πρόκειται για παλιό και σταθερό τοπωνύμιο της περιοχής.

Πηγή: Χάρτης της Ελλάδος κατά Νομούς, έκδοση «Ελληνικού Μέλλοντος», περ. 1935.

Παρά τις ανακρίβειές του, αποτελεί ένα ενδιαφέρον χαρτογραφικό τεκμήριο για την Άρτα και, κυρίως, για την παλαιότερη τοπωνυμία της περιοχής.

Δημοσιεύθηκε στη Χάρτες, χαρακτικά και γκραβούρες | Σχολιάστε