«ΗΤΑΝ ΤΟ ΠΡΟΞΕΝΙΚΟ ΜΑΣ ΣΠΙΤΙ…»

Η ξεχασμένη γαλλική ιστορία της παλιάς Μητρόπολης της Άρτας

Υπάρχουν κτίρια που αλλάζουν χρήση και, μαζί με αυτήν, χάνεται σιγά σιγά και η προηγούμενη ιστορία τους. Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι συνέβη και με την παλιά μητροπολιτική κατοικία της Άρτας.

Το 1847 ο Γάλλος Jules Blancard βρέθηκε στην Άρτα, στο πλαίσιο ενός οδοιπορικού στην Ήπειρο. Δεν πέρασε απλώς βιαστικά από την πόλη. Περιηγήθηκε στην Άρτα, παρατήρησε τη γέφυρα, το κάστρο, τις εκκλησίες και άλλα σημεία της, αναφέρθηκε στην αρχαία Αμβρακία, στους κατοίκους και στην ευρύτερη περιοχή. Είχε επίσης στενή επαφή με τον γιατρό Κροκίδα και τη μητέρα του. Όταν θέλησε να αναχωρήσει, εκείνοι προσπάθησαν να τον κρατήσουν περισσότερο και ο Blancard υποσχέθηκε ότι θα τους ξαναδεί στην επιστροφή. Πράγματι, όταν ξαναπέρασε από την Άρτα, θυμήθηκε την υπόσχεση και τους έστειλε τους χαιρετισμούς του.

Μέσα σε αυτή την περιγραφή της πόλης, ο Blancard φτάνει στη Μητρόπολη και γράφει μια φράση που σήμερα αποκτά ιδιαίτερη σημασία:

«C’était notre maison consulaire, quand nos consuls étaient à Arta.»

«Ήταν το προξενικό μας σπίτι, όταν οι πρόξενοί μας βρίσκονταν στην Άρτα».

Και αναρωτιέται γιατί το κτίριο δεν ανήκε πλέον στη Γαλλία.

Από πού προερχόταν όμως αυτό το «προξενικό μας σπίτι»;

Ένα μεγάλο γαλλικό σπίτι στην Άρτα

Η γαλλική προξενική παρουσία στην Άρτα είχε αρχίσει ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Γύρω στο 1730 ο Γάλλος πρόξενος Jean-Baptiste Dubroca αποφάσισε να εγκαταλείψει την παλαιότερη κατοικία του και να οικοδομήσει ένα νέο προξενικό οίκημα.

Επέλεξε οικόπεδο σε άκρο της τότε πόλης, σε θέση που θεωρούνταν υγιεινότερη, και με δικά του χρήματα έκτισε μια μεγάλη και ευρύχωρη κατοικία.

Δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο σπίτι. Λίγα χρόνια αργότερα περιγράφεται ένα μεγάλο συγκρότημα με περίπου είκοσι πέντε δωμάτια ή διαμερίσματα, παρεκκλήσι, αυλή και κήπο. Γάλλοι καπετάνιοι το θεωρούσαν μία από τις μεγαλύτερες και ωραιότερες γαλλικές προξενικές κατοικίες της Ανατολής.

Η ιστορία της ιδιοκτησίας του παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Ο Αρτινός έμπορος Χριστόδουλος Μαρούτσης διαπραγματεύθηκε την αγορά του από τον Dubroca για 1.000 τσεκίνια, με τη συμφωνία ότι οι Γάλλοι πρόξενοι θα εξακολουθούσαν να κατοικούν εκεί καταβάλλοντας ετήσιο μίσθωμα. Αργότερα ο Μαρούτσης παραιτήθηκε από τα δικαιώματά του υπέρ του Γάλλου βασιλιά και το οίκημα πέρασε στη γαλλική δημόσια περιουσία.

Για πολλές δεκαετίες εξακολούθησε να αποτελεί την προξενική κατοικία της Γαλλίας στην Άρτα. Το συναντούμε ακόμη το 1781 ως maison consulaire de France, ενώ η γαλλική προξενική παρουσία στην πόλη συνεχίστηκε και στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Η Μητρόπολη υπήρχε ήδη

Εδώ βρίσκεται ένα σημείο που χρειάζεται προσοχή.

Η Μητρόπολη της Άρτας δεν δημιουργήθηκε όταν εγκαταλείφθηκε το γαλλικό προξενικό οίκημα. Υπήρχε ήδη ως οργανωμένος εκκλησιαστικός χώρος.

Ο μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος, γράφοντας αρκετές δεκαετίες αργότερα και χρησιμοποιώντας και παλαιότερες τοπικές μαρτυρίες, αναφέρει ότι επί μητροπολίτη Μακαρίου Β΄, ο οποίος ανέλαβε το 1779, κατασκευάστηκε η μεγάλη εξωτερική πύλη της Μητρόπολης, την οποία ο ίδιος είχε προλάβει να δει.

Επομένως, στα τέλη του 18ου αιώνα η Μητρόπολη και το γαλλικό προξενικό οίκημα υπήρχαν ταυτόχρονα.

Αυτό αποκλείει την απλή εκδοχή ότι «το γαλλικό προξενείο έγινε Μητρόπολη». Η ιστορία πρέπει να ήταν διαφορετική.

Υπάρχει μάλιστα ένα ακόμη στοιχείο που βοηθά να την κατανοήσουμε. Η ύπαρξη της Μητρόπολης δεν σημαίνει ότι ο εκάστοτε μητροπολίτης κατοικούσε πάντοτε στο ίδιο κτίριο.

Από τον ίδιο τον Ξενόπουλο γνωρίζουμε ότι όταν ο Νεόφυτος Γ΄ έφθασε στην Άρτα το 1820, εγκαταστάθηκε αρχικά σε ιδιωτική κατοικία, «εἰς τὴν οἰκίαν κατοίκου τινὸς Γρηγορίου». Μεταγενέστερη τοπική βιβλιογραφία αναφέρει και άλλες κατοικίες μητροπολιτών κατά την περίοδο που ακολούθησε, χωρίς όμως να διαθέτουμε για όλες τις επιμέρους ταυτίσεις ανεξάρτητη επιβεβαίωση.

Το ασφαλές συμπέρασμα είναι απλούστερο αλλά σημαντικό: η μητροπολιτική κατοικία δεν ήταν κατ’ ανάγκην πάντοτε το ίδιο οίκημα.

Και αυτό ίσως αποδειχθεί καθοριστικό για την ιστορία του γαλλικού σπιτιού.

Η κατάσχεση της Μητρόπολης

Το 1821, σύμφωνα με τον Σεραφείμ Ξενόπουλο, οι οθωμανικές αρχές κατέσχεσαν τη Μητρόπολη. Το μητροπολιτικό κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως Διοικητήριο και ο ναός ως σιταποθήκη.

Για περισσότερο από μία δεκαετία το συγκρότημα έμεινε έξω από την κανονική εκκλησιαστική χρήση.

Στις αρχές Ιουνίου του 1834, ύστερα από ενέργειες του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντίου Α΄, αποδόθηκε και πάλι στην Εκκλησία. Στις 21 Νοεμβρίου του ίδιου έτους έγιναν τα εγκαίνια του ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Και κάπου εδώ οι δύο ιστορίες —της παλιάς Μητρόπολης και του γαλλικού προξενικού σπιτιού— αρχίζουν να πλησιάζουν.

Το παράξενο έγγραφο του 1834

Την 1η Ιανουαρίου 1834, λίγους μόλις μήνες πριν από την επιστροφή της Μητρόπολης στην Εκκλησία, ένα γαλλικό έγγραφο εξακολουθεί να φέρει στην κεφαλίδα:

«Consulat de France à Arta» — «Προξενείο της Γαλλίας στην Άρτα».

Μόνο που το έγγραφο δεν γράφτηκε στην Άρτα.

Γράφτηκε στην Πρέβεζα και εκεί το υπέγραψε ο Marc Rébeaud.

«Consulat de France à Arta» — αλλά Πρέβεζα, 1 Ιανουαρίου 1834. Το προξενείο εξακολουθεί να φέρει το όνομα της Άρτας, ενώ ο Marc Rébeaud συντάσσει το έγγραφο από την Πρέβεζα.

Το στοιχείο έχει σημασία. Το προξενείο εξακολουθούσε να φέρει το όνομα της Άρτας, αλλά ο πρόξενος βρισκόταν πλέον στην Πρέβεζα. Η γαλλική αρχειακή σειρά που έχουμε εντοπίσει για την Άρτα φθάνει μέχρι το 1836. Αυτό από μόνο του δεν μας επιτρέπει να ορίσουμε την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία έπαψε η προξενική λειτουργία στην πόλη. Δείχνει όμως ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο μετάβασης.

Και ακριβώς εδώ αρχίζει το κενό.

Τι συνέβη ανάμεσα στο 1834 και το 1847;

Δεν γνωρίζουμε ακόμη πότε ακριβώς και με ποιον τρόπο η παλιά γαλλική προξενική κατοικία πέρασε στη χρήση της Μητρόπολης.

Μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί έγγραφο πώλησης, παραχώρησης ή άλλης μεταβίβασης. Δεν γνωρίζουμε αν αυτό συνέβη το 1834 ή κάποια στιγμή στα επόμενα χρόνια.

Γνωρίζουμε όμως τι υπήρχε πριν και τι βρίσκουμε μετά.

Και εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία όσα γνωρίζουμε για τις κατοικίες των μητροπολιτών.

Δεν είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ότι ολόκληρη η Μητρόπολη μεταφέρθηκε στο γαλλικό οίκημα. Αντίθετα, τα στοιχεία επιτρέπουν μια διαφορετική και ίσως απλούστερη εξήγηση: το παλαιότερο μητροπολιτικό συγκρότημα και ο ναός μπορούσαν να εξακολουθούν να υπάρχουν, ενώ η κατοικία του μητροπολίτη μπορούσε να βρίσκεται σε διαφορετικό κτίριο.

Μήπως λοιπόν, όταν η μεγάλη γαλλική προξενική κατοικία έπαψε να χρησιμοποιείται από τους Γάλλους, άρχισε να χρησιμοποιείται ως κατοικία του μητροπολίτη;

Η υπόθεση ταιριάζει με όσα γνωρίζουμε. Δεν έχει όμως ακόμη βρεθεί το έγγραφο που θα την αποδείξει.

Το 1847 το σπίτι έχει ήδη αλλάξει ζωή

Εδώ επιστρέφουμε στον Jules Blancard.

Δεκατρία χρόνια μετά το 1834, ο Γάλλος ταξιδιώτης βρίσκεται στην Άρτα. Έχει περιηγηθεί στην πόλη, έχει επαφές με ανθρώπους της και δεν γράφει σαν κάποιος που απλώς περνά από έναν άγνωστο τόπο.

Όταν φτάνει στη Μητρόπολη, η διατύπωσή του είναι κατηγορηματική:

«C’était notre maison consulaire, quand nos consuls étaient à Arta.»

«Ήταν το προξενικό μας σπίτι, όταν οι πρόξενοί μας βρίσκονταν στην Άρτα».

Δεν λέει ότι «κάπου εδώ βρισκόταν» το γαλλικό προξενείο. Αναφέρεται στο ίδιο το σπίτι που βλέπει μπροστά του.

Και η παρατήρησή του ότι δεν καταλαβαίνει γιατί το κτίριο δεν ανήκει πλέον στη Γαλλία κάνει τη μαρτυρία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Το 1847, λοιπόν, έχουμε πλέον ένα ασφαλές σημείο: η παλιά γαλλική προξενική κατοικία χρησιμοποιείται ως μητροπολιτική κατοικία.

Αυτό που μας λείπει εξακολουθεί να είναι το πώς και το πότε.

Μια παράξενη λεπτομέρεια το 1881

«Μη Χάνεσαι», 1881. Η περιγραφή της παλιάς αρχιεπισκοπικής κατοικίας και η απροσδόκητη αναφορά στον καθρέφτη με εικόνες από το Journal des modes de Paris.

Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα έχουμε μια σπάνια ματιά στο εσωτερικό του κτιρίου.

Το 1881 δημοσιογράφος του «Μη Χάνεσαι», που βρέθηκε στην Άρτα κατά την επίσκεψη του βασιλιά Γεωργίου Α΄, επισκέφθηκε τον μητροπολίτη Σεραφείμ.

Η πρώτη του παρατήρηση είναι χαρακτηριστική:

«Η Αρχιεπισκοπή είναι κτίριον παλαιόν, αλλά καλώς διατηρούμενον».

Περιγράφει μεγάλα και ευρύχωρα δωμάτια, αίθουσα με αρχιερατικό θρόνο, εικόνες και προσωπογραφίες στους τοίχους.

Σε έναν κοιτώνα όμως κάτι τον ξάφνιασε.

Είδε έναν αρκετά μεγάλο καθρέφτη και επάνω στο γυαλί του χάρτινες εικόνες,

«ἀποσπασθείσας ἐκ τοῦ Journal des modes de Paris»,

εικόνες δηλαδή κομμένες από γαλλικό περιοδικό παρισινής μόδας και κολλημένες στον καθρέφτη.

Ο ίδιος σημειώνει χαρακτηριστικά:

«ἐξεπλάγην».

Η αντίδρασή του έχει τη σημασία της. Δεν είναι μόνο σε εμάς σήμερα που φαίνεται παράξενη η παρουσία εικόνων παρισινής μόδας σε έναν κοιτώνα της αρχιεπισκοπικής κατοικίας. Παράξενη φάνηκε και στον άνθρωπο που τις είδε το 1881.

Θα μπορούσαν να αποτελούν ένα μικρό κατάλοιπο από την παλαιότερη γαλλική ζωή του σπιτιού;

Είναι μια ενδιαφέρουσα σκέψη, αλλά δεν μπορούμε να προχωρήσουμε περισσότερο. Δεν γνωρίζουμε τη χρονολογία των εικόνων, πότε κολλήθηκαν ούτε ποιος τις είχε τοποθετήσει εκεί. Δεν αποτελούν επομένως απόδειξη.

Παραμένουν όμως μια μικρή και παράξενη ένδειξη, που αποκτά διαφορετικό ενδιαφέρον όταν γνωρίζουμε πλέον την προηγούμενη γαλλική χρήση του κτιρίου.

Οι δύο ζωές του παλιού σπιτιού

Από τα στοιχεία που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα μπορούμε να παρακολουθήσουμε αρκετά καλά την αρχή και το τέλος αυτής της μετάβασης.

Γύρω στο 1730 ένα μεγάλο σπίτι κτίζεται στην Άρτα για τον Γάλλο πρόξενο. Συνδέεται στη συνέχεια με τον Χριστόδουλο Μαρούτση, περνά στη γαλλική δημόσια περιουσία και για πολλές δεκαετίες αποτελεί την προξενική κατοικία της Γαλλίας.

Την ίδια εποχή υπάρχει χωριστά η Μητρόπολη της Άρτας. Και γνωρίζουμε ότι η κατοικία των μητροπολιτών δεν ήταν αναγκαστικά πάντοτε το ίδιο κτίριο.

Το 1821 το παλιό μητροπολιτικό συγκρότημα κατάσχεται. Το 1834 επιστρέφει στην Εκκλησία. Την ίδια περίπου εποχή, το «Προξενείο της Γαλλίας στην Άρτα» λειτουργεί στην πράξη από την Πρέβεζα.

Και το 1847 ο Blancard μάς δίνει το επόμενο ασφαλές στιγμιότυπο: η παλιά γαλλική προξενική κατοικία είναι πλέον η κατοικία του μητροπολίτη.

Ανάμεσα σε αυτά τα δύο σημεία υπάρχει ακόμη ένα κενό.

Πότε ακριβώς πέρασε το σπίτι στη μητροπολιτική χρήση; Με ποιον τρόπο; Υπήρξε αγορά, παραχώρηση ή κάποια άλλη συμφωνία; Και ποια ακριβώς ήταν η σχέση του με το παλαιότερο μητροπολιτικό συγκρότημα;

Η έρευνα μέχρι σήμερα δεν έχει δώσει απάντηση.

Ίσως το έγγραφο που λείπει να βρίσκεται ακόμη σε κάποιον γαλλικό ή εκκλησιαστικό φάκελο.

Μέχρι τότε, η φράση του Jules Blancard το 1847 παραμένει η ασφαλέστερη γέφυρα ανάμεσα στις δύο ζωές αυτού του παλιού σπιτιού:

«C’était notre maison consulaire, quand nos consuls étaient à Arta.»

«Ήταν το προξενικό μας σπίτι, όταν οι πρόξενοί μας βρίσκονταν στην Άρτα».

Σημείωση : Η έρευνα για την ιστορία του κτιρίου συνεχίζεται. Το κείμενο βασίζεται σε γαλλικό αρχειακό υλικό, περιηγητικές μαρτυρίες, παλαιότερες πηγές για τη Μητρόπολη της Άρτας και στον Τύπο της εποχής. Η αναλυτική βιβλιογραφία δεν παρατίθεται στην παρούσα ανάρτηση, καθώς θα συνοδεύσει την ολοκληρωμένη μορφή της έρευνας.

Η παλιά μητροπολιτική κατοικία της Άρτας σε φωτογραφία του Αναστασίου Ζάχου. Το 1847 ο Jules Blancard αναγνώρισε τη μητροπολιτική κατοικία ως το παλιό γαλλικό προξενικό οίκημα: «C’était notre maison consulaire, quand nos consuls étaient à Arta».
Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Η Αγία Αικατερίνη Καμπής

Μια όμορφη παλιά φωτογραφία διασώζει την Αγία Αικατερίνη της Καμπής μέσα στο παλιό αγροτικό τοπίο, μόνη σχεδόν ανάμεσα στα χωράφια, με το μεγάλο δέντρο δίπλα της και τον χωμάτινο δρόμο να οδηγεί στον ναό.

Η Καμπή, η παλιά Στρεβίνα, είναι οικισμός με παρουσία που μαρτυρείται ήδη από παλαιότερες εποχές. Τον 19ο αιώνα ο Σεραφείμ Ξενόπουλος αναφέρει την Αγία Αικατερίνη ανάμεσα στους ναούς που βρίσκονταν κοντά στη Στρεβίνα. Η θέση της εκκλησίας, έξω από τον σημερινό πυρήνα του χωριού και προς τη Φιλιππιάδα, συνδέεται και με την παλιότερη οικιστική παρουσία στην περιοχή του Παλιουριού. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, εκεί υπήρχε παλαιότερος μικρός οικισμός και η Αγία Αικατερίνη εξυπηρετούσε τους κατοίκους του. Η πληροφορία αυτή είναι ενδιαφέρουσα, χωρίς όμως προς το παρόν να διαθέτουμε την ίδια τεκμηρίωση που έχουμε για τον ίδιο τον ναό.

Για την ηλικία της εκκλησίας μια σημαντική πληροφορία μας δίνει το Αρχαιολογικόν Δελτίον του 1973–1974, όπου η Αγία Αικατερίνη καταγράφεται από την Αρχαιολογική Υπηρεσία κατά την περιοδεία της στην Καμπή. Η ίδια η επίσημη καταγραφή τοποθετεί τον ναό σε «εξοχική τοποθεσία, ανάμεσα στην Καμπή και Φιλιππιάδα».

Οι αρχαιολόγοι παρατήρησαν ότι οι εμφανείς τροποποιήσεις στη στέγη μαρτυρούσαν επισκευή του αρχικού κτίσματος. Ακόμη σημαντικότερες ήταν ορισμένες ενδείξεις που εντόπισαν στο ίδιο το μνημείο: το ισόδομο πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας στην αψίδα, διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη και ο τρόπος στέγασης του Ιερού. Τα στοιχεία αυτά τους οδήγησαν στην εκτίμηση ότι πιθανότατα πρόκειται για βυζαντινό μνημείο, το οποίο μετασκευάστηκε κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Η Αρχαιολογική Υπηρεσία ήταν πάντως προσεκτική ως προς τη χρονολόγησή του. Δεν θεωρούσε το ζήτημα λυμένο και σημείωνε ότι οι εργασίες αποκατάστασης που επρόκειτο να ακολουθήσουν ίσως έδιναν πιο συγκεκριμένα στοιχεία για την ηλικία του ναού.

Έτσι η παλιά αυτή φωτογραφία αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον. Δεν μας δείχνει μόνο την Αγία Αικατερίνη όπως ήταν κάποτε, μέσα σ’ ένα τοπίο πολύ διαφορετικό από το σημερινό. Μας διασώζει και μια παλαιότερη εικόνα ενός μικρού μνημείου της Καμπής, του οποίου η ιστορία φαίνεται να πηγαίνει αρκετά πίσω στον χρόνο.

Πηγή: Αρχαιολογικόν Δελτίον, τ. 29 (1973–1974), Μέρος Β΄2 – Χρονικά, Αθήνα 1979, σ. 622–623.

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Το Δημοτικό Σχολείο Νέου Αμμοτόπου, γύρω στο 1950.

Ένα ολοκαίνουργιο τότε σχολικό κτίριο, κατασκευασμένο το 1950. Δίπλα του διακρίνεται το μικρό οίκημα που προοριζόταν για κατοικία του δασκάλου — μια συνηθισμένη πρόβλεψη στα σχολεία της εποχής, ιδιαίτερα στα χωριά.

Η φωτογραφία διασώζει έτσι κάτι περισσότερο από την πρώτη εικόνα του σχολείου: μια εποχή κατά την οποία ο δάσκαλος δεν εργαζόταν απλώς στο χωριό· συχνά κατοικούσε δίπλα ακριβώς στο σχολείο του. Φωτογραφία από τρέχουσα δημοπρασία.

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

5 Ιανουαρίου 1969 – Τα εγκαίνια της Πνευματικής Στέγης του «Σκουφά»

Η φωτογραφία από το αρχείο της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών έχει τον τίτλο «Εκδήλωση για τα εγκαίνια της Πνευματικής Στέγης “Σκουφά” στην Άρτα». Στο βήμα βρίσκεται ο τότε Μητροπολίτης Άρτης Ιγνάτιος, ενώ ανάμεσα στους παρευρισκομένους διακρίνεται και ο Κώστας Φρόντζος, πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών.

Τα εγκαίνια έγιναν στις 5 Ιανουαρίου 1969 και για τον «Σκουφά» ήταν το τέλος μιας προσπάθειας πολλών χρόνων. Δεν είναι τυχαίο ότι, όταν το περιοδικό του Συλλόγου θυμήθηκε αργότερα εκείνη την ημέρα, έγραψε:

«Γενάρης του 69. Στην Άρτα ο “ΣΚΟΥΦΑΣ” γιορτάζει την ωραιότερη στιγμή της ζωής του.»

Η ιστορία όμως της Πνευματικής Στέγης είχε αρχίσει αρκετά νωρίτερα και συνδέεται με μια λιγότερο γνωστή προσφορά της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Άρτας.

Στις 30 Δεκεμβρίου 1956 η Κοινότητα αποφάσισε να παραχωρήσει στον «Σκουφά» τον χώρο της συναγωγής Γκρέκα, κοντά στο Κάστρο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες της Φιλαρμονικής και για τη δημιουργία αίθουσας εκδηλώσεων. Η παλιά συναγωγή δεν έμελλε τελικά να γίνει η Στέγη του Συλλόγου. Ο χώρος απαλλοτριώθηκε από τον ΕΟΤ και η αποζημίωση που καταβλήθηκε στον «Σκουφά» αποτέλεσε ένα από τα οικονομικά στηρίγματα για τη δημιουργία της νέας του στέγης.

Λίγα χρόνια αργότερα ήρθε η δεύτερη καθοριστική συνδρομή. Το 1963 ο Δήμος Αρταίων παραχώρησε δωρεάν στον Σύλλογο τον χώρο πάνω από το δημοτικό κτίριο όπου λειτουργούσε το κέντρο «Αμβρακικός». Ακολούθησαν χρόνια εργασιών, μέχρι να διαμορφωθούν η αίθουσα εκδηλώσεων και οι υπόλοιποι χώροι της Πνευματικής Στέγης.

Έτσι φτάσαμε στην 5η Ιανουαρίου 1969.

Σύμφωνα με το χρονικό του Συλλόγου, στα εγκαίνια μίλησαν ο πρόεδρος του «Σκουφά» Γεώργιος Αναλογίδης, ο νομάρχης Αθανάσιος Ροντήρης, ο δήμαρχος Ανδρέας Κοσσυβάκης, ο πρόεδρος της ΕΗΜ Κώστας Φρόντζος και ο λογοτέχνης Τάκης Δόξας.

Ο Φρόντζος φαίνεται ότι έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη μακρά πορεία του Συλλόγου και στο γεγονός ότι ένας πνευματικός σύλλογος της επαρχίας είχε κατορθώσει όχι μόνο να επιβιώσει επί τόσες δεκαετίες, αλλά και να αποκτήσει επιτέλους τη δική του στέγη.

Πίσω λοιπόν από τη φωτογραφία των εγκαινίων υπάρχει μια ιστορία μεγαλύτερη από την ίδια την τελετή: η προσφορά της Ισραηλιτικής Κοινότητας, η παραχώρηση του Δήμου, οι προσπάθειες και οι εργασίες πολλών χρόνων και, τελικά, η δημιουργία ενός χώρου που συνδέθηκε για δεκαετίες με την πολιτιστική ζωή της Άρτας.

Δεν είναι τυχαίο ότι ανάμεσα στους «Μεγάλους Ευεργέτες» του Συλλόγου αναφέρονταν ο Δήμος Αρταίων και η Ισραηλιτική Κοινότητα Άρτης.

Φωτογραφία: Αρχείο Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής προεκλογικά στην Άρτα – 1956

Μια ακόμη φωτογραφία της παλιάς Άρτας, που εμφανίστηκε σε δημοπρασία, μας μεταφέρει στις παραμονές των εκλογών της 19ης Φεβρουαρίου 1956. Σύμφωνα με την περιγραφή που τη συνόδευε, πρόκειται για προεκλογική επίσκεψη και ομιλία του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Άρτα.

Είχαν περάσει μόλις λίγες εβδομάδες από τις 4 Ιανουαρίου, όταν ο Καραμανλής είχε ιδρύσει την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ), με την οποία θα κατέβαινε για πρώτη φορά στις εκλογές.

Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που κάνει τη συγκεκριμένη επίσκεψη ακόμη πιο ενδιαφέρουσα για την Άρτα. Ο Καραμανλής δεν ερχόταν εδώ μόνο ως αρχηγός της ΕΡΕ. Στις εκλογές του 1956 ήταν και ο ίδιος υποψήφιος στην ενιαία τότε εκλογική περιφέρεια Άρτης–Πρέβεζης–Λευκάδος.

Στον ίδιο συνδυασμό της ΕΡΕ συμμετείχαν οι Δημήτριος Καρατζένης, Χριστόδουλος Ρίζος, Θεόδωρος Καλκάνης, Ιωάννης Κοκκινάτος και Νικόλαος Τούμπουρος.

Η αναμέτρηση στην περιφέρεια ήταν εξαιρετικά αμφίρροπη. Η Δημοκρατική Ένωση συγκέντρωσε 36.417 ψήφους και η ΕΡΕ 36.070 — διαφορά μόλις 347 ψήφων. Από τις έξι έδρες της περιφέρειας, η ΕΡΕ κέρδισε μία, με τον Δημήτριο Καρατζένη.

Έτσι η φωτογραφία αποκτά ίσως διαφορετικό ενδιαφέρον. Ο Καραμανλής που βλέπουμε ανάμεσα στους Αρτινούς δεν πραγματοποιούσε απλώς έναν ακόμη σταθμό μιας πανελλαδικής περιοδείας. Ζητούσε την ψήφο τους και ως υποψήφιος της δικής τους εκλογικής περιφέρειας.

Η ακριβής ημέρα της επίσκεψης δεν έχει προς το παρόν εντοπιστεί. Ίσως κάποιος από τους παλιότερους Αρτινούς να θυμάται περισσότερα για εκείνη την προεκλογική συγκέντρωση — ή να αναγνωρίζει κάποιο από τα πρόσωπα της φωτογραφίας.

Πηγή φωτογραφίας: δημοπρασία, με περιγραφή «Άρτα – προεκλογική ομιλία, 1956».

Δημοσιεύθηκε στη Επισκέπτες άσημοι και διάσημοι | Σχολιάστε

Οι δύο Κούλιες της Γέφυρας Κοράκου

Από τη μάχη του 1866 στις πρώτες φωτογραφίες

Η φωτογραφία που δημοσιεύθηκε το 1929 μαζί με το οδοιπορικό του Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ προς τη Μονή Σέλτσου έχει ιδιαίτερη αξία. Από όσο τουλάχιστον έχω μπορέσει να εντοπίσω μέχρι σήμερα, είναι η παλαιότερη γνωστή φωτογραφική απεικόνιση της Γέφυρας Κοράκου.

Κοιτάζοντάς την όμως προσεκτικότερα, ένα δεύτερο στοιχείο τραβά την προσοχή. Πάνω από τη γέφυρα, στην πλευρά της Θεσσαλίας, διακρίνεται ένα κτίριο. Είναι η Κούλια, το φυλάκιο που έλεγχε το πέρασμα.

Η ιστορία της, όπως και της δεύτερης Κούλιας που υπήρχε στην απέναντι πλευρά, προς τις Πηγές της Άρτας, είναι αρκετά πιο σύνθετη απ’ όσο δείχνουν οι σύντομες αναφορές που συναντά κανείς σήμερα.

Δύο Κούλιες για ένα σημαντικό πέρασμα

Η Γέφυρα Κοράκου δεν ήταν απλώς ένα εντυπωσιακό γεφύρι του Αχελώου. Για αιώνες αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα περάσματα που συνέδεαν την περιοχή της Άρτας και του Ραδοβιζίου με τα Άγραφα και τη Θεσσαλία.

Τη γέφυρα φρουρούσαν δύο Κούλιες – φυλάκια ή «καζάρμες», όπως επίσης αναφέρονται σε νεότερες πηγές – μία σε κάθε πλευρά του ποταμού.

Η μία βρισκόταν προς τη Συκιά και την Αργιθέα και είναι αυτή που σώζεται, έστω ερειπωμένη, μέχρι σήμερα. Η άλλη βρισκόταν προς τις Πηγές Άρτας, την παλιά Βρεστενίτσα, στην πλαγιά του Τσολάκη.

Για τη δεύτερη γνωρίζουμε πολύ λιγότερα. Σύμφωνα με την καταγραφή του Μενέλαου Παπαδημητρίου, μέχρι το 1979 σώζονταν ακόμη κατάλοιπά της – συγκεκριμένα η γωνία του δυτικού και του βόρειου τοίχου – και τότε τραβήχτηκε σχετική φωτογραφία. Τη φωτογραφία αυτή δεν έχω μέχρι στιγμής καταφέρει να εντοπίσω.

Μια Κούλια στη μάχη του 1866

Η παρουσία Κούλιας στη Γέφυρα Κοράκου τεκμηριώνεται ήδη τον 19ο αιώνα και συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική σημασία του περάσματος.

Τον Δεκέμβριο του 1866, κατά την εξέγερση στο Ραδοβίζι και τα Άγραφα, η γέφυρα βρέθηκε στο επίκεντρο πολεμικών επιχειρήσεων.

Ιδιαίτερα πολύτιμη είναι η αναφορά του Ρώσου υποπροξένου της Άρτας Ν. Βαρζέλη, της 30ής Δεκεμβρίου 1866, προς το Ρωσικό Προξενείο Ιωαννίνων. Περιγράφοντας τις συγκρούσεις αναφέρει την Κούλια που κατείχαν οι επαναστάτες και την προσπάθεια των οθωμανικών δυνάμεων να την καταστρέψουν με πυροβολικό.

Σε μεταγενέστερη αφήγηση του Δημητρίου Φ. Καρατζένη αναφέρεται επίσης ότι οι επαναστάτες του Αλεξανδρή κατείχαν το αριστερό μέρος της γέφυρας και την «Τουρκική Κούλια».

Χρειάζεται όμως εδώ μια επιφύλαξη: η μαρτυρία του 1866 αποδεικνύει την ύπαρξη Κούλιας, δεν μας επιτρέπει όμως ακόμη να την ταυτίσουμε με βεβαιότητα με το σωζόμενο κτίριο που βλέπουμε αργότερα στις φωτογραφίες.

Και ο λόγος βρίσκεται σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μαρτυρία λίγες δεκαετίες αργότερα.

Ο Alfred Philippson στη Γέφυρα Κοράκου, το 1893

Το 1893 πέρασε από εδώ ο Γερμανός γεωγράφος και γεωλόγος Alfred Philippson, κατά τη μεγάλη ερευνητική περιοδεία του στη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Το ταξίδι του πραγματοποιήθηκε το 1893 και τα αποτελέσματά του δημοσιεύθηκαν το 1897 στο έργο Thessalien und Epirus. Reisen und Forschungen im nördlichen Griechenland.

Ο Philippson ερχόταν προς τη Γέφυρα Κοράκου από τα δυτικά, από την πλευρά της Άρτας, και κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλία.

Η περιγραφή του είναι πολύτιμη, γιατί δεν καταγράφει μόνο τη γέφυρα. Καταγράφει και τα δύο φυλάκια.

Πριν εισέλθει στη γέφυρα από τα δυτικά γράφει ότι πέρασε από:

«τα ερείπια ενός φυλακίου»
(Ruinen eines Wachthauses).

Επομένως, το 1893 το φυλάκιο της δυτικής, αρτινής πλευράς ήταν ήδη ερειπωμένο.

Όταν όμως πέρασε τον Αχελώο, η εικόνα ήταν διαφορετική. Λίγα βήματα μετά τη γέφυρα συνάντησε ένα:

«νέο φυλάκιο»
(neues Wachthaus).

Και εδώ ο Philippson μάς δίνει μια σπάνια και λεπτομερή περιγραφή της λειτουργίας του.

Το κτίριο καταλάμβανε ολόκληρο τον στενό χώρο ανάμεσα στον βράχο και τον ποταμό. Ο δρόμος δεν περνούσε δίπλα του αλλά μέσα από το ισόγειό του.

Πάνω ακριβώς από το πέρασμα βρισκόταν ο χώρος διαμονής των στρατιωτών, οι οποίοι είχαν ως αποστολή να φυλάσσουν τη στενή δίοδο.

Η εικόνα είναι χαρακτηριστική: όποιος περνούσε τη Γέφυρα Κοράκου και ήθελε να συνεχίσει προς τη Θεσσαλία ήταν υποχρεωμένος να περάσει μέσα από την Κούλια.

Ο Philippson μάλιστα σχολιάζει και μια αδυναμία της κατασκευής. Το πέρασμα κάτω από τον χώρο της φρουράς δεν ήταν θολωτό και θεωρούσε ότι μια ομάδα ληστών θα μπορούσε να ανάψει φωτιά από κάτω και με τον καπνό να αναγκάσει τους στρατιώτες να εγκαταλείψουν τον επάνω όροφο.

Και κλείνει την περιγραφή του με μια μικρή, αλλά εξαιρετικά ζωντανή λεπτομέρεια:

εκείνη τη στιγμή στο φυλάκιο βρισκόταν μόνον ένας στρατιώτης.

Η μαρτυρία του Philippson έχει ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμη λόγο. Το 1893 χαρακτηρίζει το φυλάκιο της θεσσαλικής πλευράς «νέο».

Αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον ερώτημα για τη χρονολόγησή του. Μήπως επρόκειτο για σχετικά πρόσφατη τότε κατασκευή; Μήπως είχε αντικαταστήσει κάποιο παλαιότερο φυλάκιο;

Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε.

Και αξίζει να σημειωθεί κάτι ακόμη. Ο Philippson δεν αποκαλεί το συγκεκριμένο κτίριο «τελωνείο». Χρησιμοποιεί τον όρο Wachthaus, δηλαδή φυλάκιο, και περιγράφει τους στρατιώτες που είχαν ως αποστολή τη φύλαξη του περάσματος.

Σήμερα το Υπουργείο Πολιτισμού τοποθετεί γενικά το σωζόμενο κτίσμα στον 19ο αιώνα και αναφέρει τη χρήση του ως τελωνείου. Ωστόσο, σε τεχνική αυτοψία της ΔΑΒΜΜ του 2017 σημειώνεται ρητά ότι το έτος κατασκευής της Κούλιας δεν έχει προσδιοριστεί.

Και μια επιστολή του 1710 που χρειάζεται προσοχή

Με την Κούλια έχει συνδεθεί και μια πολύ παλαιότερη επιστολή, γραμμένη στο Πετρίλο τον Ιούλιο του 1710 και απευθυνόμενη στον ηγούμενο της Μονής Δουσίκου Αθανάσιο.

Η επιστολή είναι πράγματι πολύτιμη για την ιστορία της Γέφυρας Κοράκου. Αναφέρεται στην ανακαίνιση της γέφυρας και στην ανάγκη να διορθωθεί ένα επικίνδυνο σημείο της οδού, μια «σκάλα», ώστε να εξασφαλιστεί η ασφαλής διέλευση.

Σε νεότερη παρουσίαση του τεκμηρίου διατυπώθηκε η άποψη ότι η επιστολή περιγράφει πιθανότατα την κατασκευή της Κούλιας.

Το ίδιο το κείμενο όμως δεν αναφέρει Κούλια, φυλάκιο ή κατασκευή τέτοιου κτιρίου.

Γι’ αυτό θεωρώ ασφαλέστερο να μη χρησιμοποιείται η επιστολή του 1710 ως τεκμήριο για τη χρονολόγηση της Κούλιας.

1929 – η Κούλια μπροστά στον φωτογραφικό φακό

Και ερχόμαστε πάλι στη φωτογραφία του οδοιπορικού του Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ.

Το 1929 δεν έχουμε πλέον μόνο περιγραφές. Έχουμε την εικόνα.

Η Γέφυρα Κοράκου και, ψηλότερα, η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς. Φωτογραφία από το οδοιπορικό του Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ προς τη Μονή Σέλτσου, 1929. Από όσο έχει μέχρι σήμερα εντοπιστεί, πρόκειται για την παλαιότερη γνωστή φωτογραφική απεικόνιση της γέφυρας.

Η μεγάλη καμάρα της Γέφυρας Κοράκου χαμηλά και, ψηλότερα, σχεδόν σφηνωμένη ανάμεσα στον βράχο και το πέρασμα, η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς.

Η φωτογραφία μάς βοηθά να καταλάβουμε πολύ καλύτερα όσα είχε γράψει ο Philippson λίγες δεκαετίες νωρίτερα. Βλέπουμε πόσο απότομο ήταν το ανάγλυφο, πόσο περιορισμένος ο διαθέσιμος χώρος και πόσο αποτελεσματικά μπορούσε το συγκεκριμένο κτίριο να ελέγχει την κίνηση από και προς τη γέφυρα.

Και, από όσο έχω μέχρι σήμερα μπορέσει να εντοπίσω, πρόκειται για την παλαιότερη γνωστή φωτογραφία της Γέφυρας Κοράκου.

Και ύστερα ήρθε ο Σπύρος Μελετζής

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1937–1938, ο Σπύρος Μελετζής βρέθηκε στην περιοχή και φωτογράφισε και αυτός τη Γέφυρα Κοράκου.

Η Γέφυρα Κοράκου και, δεξιά, η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς σε φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή, 1937–1938. Διακρίνεται καθαρά το φυλάκιο που είχε περιγράψει ο Alfred Philippson το 1893.

Σε μία από τις λήψεις του η Κούλια διακρίνεται καθαρά, δεξιά από τη γέφυρα. Η φωτογραφία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, γιατί το κτίριο φαίνεται αρκετά καλά ώστε να διακρίνεται η σχέση του με τον δρόμο, τον βράχο και το ίδιο το πέρασμα.

Σε αρκετές αναπαραγωγές της φωτογραφίας που κυκλοφορούν σήμερα, το κάδρο έχει περιοριστεί κυρίως στη γέφυρα, με αποτέλεσμα η Κούλια να μη διακρίνεται. Στην πληρέστερη όμως λήψη βρίσκεται εκεί, αποτελώντας μέρος της συνολικής εικόνας του περάσματος.

Και δεν είναι ίσως τυχαίο. Ο Μελετζής, που κατέγραφε με τον φακό του όχι μόνο τα τοπία αλλά και τα ίχνη της ζωής και της ιστορίας ενός τόπου, δύσκολα θα άφηνε απαρατήρητο ένα τέτοιο κτίσμα.

Μικρές λεπτομέρειες που δεν πρέπει να χαθούν

Οι νεότερες τοπικές καταγραφές διασώζουν και ορισμένες μικρότερες πληροφορίες για την Κούλια.

Στη βόρεια πλευρά του σωζόμενου φυλακίου υπήρχε τζάκι, η βάση του οποίου ξεκινούσε από το ισόγειο και η καπνοδόχος έφθανε έως τη στέγη. Η πληροφορία ταιριάζει με την περιγραφή του Philippson για τον χώρο διαμονής των στρατιωτών στον επάνω όροφο.

Υπάρχει επίσης προφορική μαρτυρία της Αργυρώς Ν. Παπαδημητρίου ότι μέσα στην Κούλια υπήρχε καμπανάκι. Ο Μενέλαος Παπαδημητρίου διατυπώνει την υπόθεση ότι ίσως επρόκειτο για παλαιότερο καμπανάκι της γέφυρας που είχε μεταφερθεί εκεί. Αυτό όμως παραμένει υπόθεση. Το ασφαλές στοιχείο είναι η προφορική μνήμη για την παρουσία του καμπανακιού μέσα στην Κούλια.

Στην πλευρά των Πηγών, πριν από την είσοδο στη γέφυρα, αναφέρεται ακόμη ότι υπήρχε εικόνισμα αφιερωμένο στον Άγιο Βησσαρίωνα, τον οποίο η παράδοση συνδέει με την κατασκευή του γεφυριού.

Μικρές λεπτομέρειες, ασφαλώς. Είναι όμως αυτές που μας επιτρέπουν να δούμε το πέρασμα όχι μόνο ως ένα μεγάλο τεχνικό έργο, αλλά ως έναν χώρο που λειτουργούσε καθημερινά.

Από τη γέφυρα έμεινε η Κούλια

Στις 28 Μαρτίου 1949, μέσα στις συγκρούσεις του Εμφυλίου, η Γέφυρα Κοράκου ανατινάχθηκε.

Η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς επέζησε, αν και σήμερα βρίσκεται σε κακή κατάσταση. Η επίσημη αυτοψία του 2017 καταγράφει την κατάρρευση της στέγης, την απώλεια των κουφωμάτων και σοβαρές ρηγματώσεις στην τοιχοποιία.

Από την άλλη Κούλια, προς τις Πηγές, είχαν απομείνει το 1979 μόνο τμήματα δύο τοίχων. Σήμερα δεν σώζεται.

Έτσι, κοιτάζοντας σήμερα τη φωτογραφία του 1929 και εκείνη του Σπύρου Μελετζή λίγα χρόνια αργότερα, δεν βλέπουμε απλώς ένα γεφύρι που χάθηκε.

Βλέπουμε ολόκληρη τη λειτουργία ενός παλιού περάσματος: τη γέφυρα, τον Αχελώο, τον δύσβατο δρόμο, τον βράχο και την Κούλια που έλεγχε τη διάβαση.

Και ίσως αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που οι μεταγενέστερες, συχνά περικομμένες φωτογραφίες της Γέφυρας Κοράκου δεν μας άφησαν εύκολα να δούμε.

Σημ.: Οι παλιές φωτογραφίες που συνοδεύουν την ανάρτηση, λόγω της παλαιότητας και της κατάστασης των πρωτοτύπων, έχουν υποστεί ήπια ψηφιακή επεξεργασία για τη βελτίωση της ευκρίνειας και της αναγνωσιμότητάς τους, χωρίς αλλοίωση του περιεχομένου τους.

Πηγές – Βιβλιογραφία

Alfred Philippson, Thessalien und Epirus. Reisen und Forschungen im nördlichen Griechenland, herausgegeben von der Gesellschaft für Erdkunde zu Berlin, Berlin, W. H. Kühl, 1897. Το ταξίδι στο οποίο βασίζεται το έργο πραγματοποιήθηκε το 1893. Ιδιαίτερα σημαντική για το θέμα είναι η διαδρομή από την Άρτα μέσω Καλεντίνης και Μηλιανών προς τη Γέφυρα Κοράκου και τη Θεσσαλία.
Ψηφιοποιημένο έργο του Alfred Philippson

Ν. Βαρζέλης, Ρώσος Υποπρόξενος Άρτας, αναφορά προς το Ρωσικό Προξενείο Ιωαννίνων, Άρτα, 30 Δεκεμβρίου 1866, αρ. 40. Η αναφορά χρησιμοποιείται σε μελέτη δημοσιευμένη στον Σκουφά και αποτελεί την πρωτογενή μαρτυρία για την Κούλια που κατείχαν οι επαναστάτες κατά τις συγκρούσεις του 1866.

Δημήτριος Φ. Καρατζένης, Αι Επαναστάσεις της Άρτης του 1866 και 1878, Αθήνα 1974, σ. 33–34. Αναφέρεται στην κατάληψη του αριστερού μέρους της γέφυρας και της «Τουρκικής Κούλιας» από τους επαναστάτες του Αλεξανδρή.

Επιστολή ανώνυμου επισκόπου προς τον ηγούμενο της Μονής Δουσίκου Αθανάσιο, Πετρίλο, Ιούλιος 1710. Αφορά την ανακαίνιση της Γέφυρας Κοράκου και τις εργασίες στην οδό. Η ίδια η επιστολή δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ασφαλές τεκμήριο για την κατασκευή της Κούλιας.

Μενέλαος Παπαδημητρίου, «Γέφυρα Κοράκου: 64 χρόνια από την ανατίναξή της». Περιλαμβάνει πληροφορίες για τις δύο Κούλιες, τη χαμένη Κούλια των Πηγών και τη φωτογράφηση των καταλοίπων της το 1979, καθώς και για το τζάκι, το καμπανάκι και το εικόνισμα του Αγίου Βησσαρίωνα.
Κείμενο του Μενέλαου Παπαδημητρίου

Σ. Παπατζανή – Χρ. Κολλιάκος, ΔΑΒΜΜ, Αναφορά στα πέτρινα γεφύρια του Δήμου Αργιθέας Ν. Καρδίτσας, Έκθεση Αυτοψίας, Δεκέμβριος 2017. Στην ενότητα «Κούλια (φυλάκειο) στην ανατιναγμένη γέφυρα Κοράκου» καταγράφεται ότι σώζεται μία από τις δύο Κούλιες και ότι το έτος κατασκευής της δεν έχει προσδιοριστεί.
Έκθεση αυτοψίας της ΔΑΒΜΜ

Οδοιπορικό του Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ προς τη Μονή Σέλτσου, 1929. Από τη δημοσίευση προέρχεται η φωτογραφία της Γέφυρας Κοράκου με την Κούλια.

Σπύρος Μελετζής, φωτογραφική αποτύπωση της Γέφυρας Κοράκου, 1937–1938. Σε πλήρη λήψη της γέφυρας διακρίνεται καθαρά και η Κούλια της θεσσαλικής πλευράς.

Δημοσιεύθηκε στη Τα Ραδοβίζια και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Όταν φωτογραφήθηκε για πρώτη φορά το Σέλτσο – 1929

Η επίσκεψη του 1929 άφησε και την πρώτη γνωστή φωτογραφική μαρτυρία της Μονής Σέλτσου. Ο Ιεζεκιήλ είχε φροντίσει να κληθεί ο απόστρατος ταγματάρχης Ν. Βακούλας, ο οποίος έφθασε στη Μονή από διαφορετικό μονοπάτι, έχοντας μαζί του φωτογραφική μηχανή. Χάρη σε εκείνη την επίσκεψη διασώθηκε η παλαιότερη γνωστή μέχρι σήμερα φωτογραφία της Μονής, με τον Ιεζεκιήλ και τους ανθρώπους που βρέθηκαν μαζί του στο Σέλτσο.

Ο φωτογραφικός φακός θα επιστρέψει στο Σέλτσο λίγα χρόνια αργότερα. Το 1937–1938 ο Σπύρος Μελετζής θα φωτογραφίσει και πάλι τη Μονή, αφήνοντάς μας μια δεύτερη, εξαιρετικά πολύτιμη σειρά εικόνων* του μνημείου πριν από τις μεταγενέστερες επεμβάσεις. (Πηγή : Ιεζεκιήλ, Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Η Ιερά Μονή Σέλτσου, ανάτυπο από το περιοδικό Θεολογία, 1930, σσ. 45–52.)

*Τις φωτογραφίες του Μελετζή μπορείτε να τις αναζητήσετε στην ιστοσελίδα.

Η παλαιότερη γνωστή φωτογραφία της Μονής Σέλτσου, 27 Ιουλίου 1929. Ο Μητροπολίτης Ιεζεκιήλ με τους συνοδούς του και κατοίκους της περιοχής. Τη φωτογραφική μηχανή έφερε στη Μονή ο απόστρατος ταγματάρχης Ν. Βακούλας, ο οποίος έφθασε από διαφορετική ατραπό.

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μοναστήρια | Σχολιάστε

Πηγαίνοντας στο Σέλτσο το 1929

Το καλοκαίρι του 1929 ο Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Ιεζεκιήλ περιόδευε στα ορεινά χωριά των Αγράφων. Η Μονή Σέλτσου δεν του ήταν άγνωστη. Πέντε χρόνια νωρίτερα, στην πρώτη του περιοδεία στην περιοχή, του είχαν κάνει εντύπωση οι «ζωηρές παραδόσεις» που διατηρούσαν οι κάτοικοι των γύρω χωριών για όσα είχαν συμβεί εκεί.

Καταγράφει μάλιστα μια χαρακτηριστική εικόνα: άνδρες, γυναίκες και παιδιά, μόλις έβλεπαν έναν ξένο επισκέπτη, του έλεγαν σχεδόν στερεότυπα:

«Εκεί είναι το Σέλτσο, το μοναστήρι που χόρεψαν οι Σουλιώτισσες».

Και αμέσως άρχιζαν να διηγούνται το δράμα του 1804, προσθέτοντας, όπως παρατηρεί ο ίδιος, περιστατικά που πολλές φορές δεν αναφέρονταν στις γραπτές ιστορίες για τους Σουλιώτες.

Δυστυχώς, ο Ιεζεκιήλ δεν κατέγραψε όλες αυτές τις αφηγήσεις. Μας πληροφορεί όμως ότι οι κάτοικοι διηγούνταν περιστατικά που δεν υπήρχαν στις γραπτές ιστορίες των Σουλιωτών. Είναι μια σπάνια μαρτυρία για έναν πλούτο προφορικής μνήμης γύρω από το Σέλτσο, μέρος του οποίου πιθανότατα χάθηκε μαζί με τους ανθρώπους που τον μετέφεραν.

Αυτές οι διηγήσεις τού είχαν δημιουργήσει την επιθυμία να γνωρίσει από κοντά την έρημη τότε Μονή. Η ευκαιρία παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 1929, όταν βρισκόταν στο Μαρκελέζιο, το σημερινό Αετοχώρι της Αργιθέας και ο δάσκαλος Χρήστος Κολοβός τού πρότεινε να την επισκεφθούν.

Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο.

Ο Ιεζεκιήλ υπολόγιζε επτά ώρες πορείας μέχρι τη Βρεστενίτσα, τις σημερινές Πηγές, όπου θα διανυκτέρευαν, και από εκεί άλλες δύο και πλέον ώρες μέχρι τη Μονή. Μεγάλο μέρος της διαδρομής έπρεπε να γίνει πεζή. Η Μονή ήταν από χρόνια διαλυμένη και έρημη και, όπως γράφει, ακόμη και τα μέσα της πρόσβασης προς αυτήν είχαν πλέον φθαρεί.

Στις 26 Ιουλίου, έπειτα από κοπιώδη πορεία κάτω από τον καυτό θερινό ήλιο, έφθασαν το σούρουπο στη Βρεστενίτσα.

Εκεί συναντούμε μια μικρή λεπτομέρεια της καθημερινής ζωής του χωριού που δύσκολα θα γνωρίζαμε από άλλη πηγή: υπήρχε πανδοχείο. Ο Ιεζεκιήλ μάλιστα σκόπευε να περάσει εκεί τη νύχτα χωρίς να αποκαλύψει την ιδιότητά του. Μόλις όμως ξεπέζεψε, κάποιος από τους θαμώνες τον αναγνώρισε και τον προσφώνησε «Καλώς ορίσατε, Σεβασμιώτατε».

Τελικά φιλοξενήθηκε από τον δάσκαλο Δημήτριο Γ. Οικονόμου. Και εδώ διασώζει ακόμη μία ενδιαφέρουσα πληροφορία: ο πατέρας του δασκάλου, ιερέας που είχε ήδη πεθάνει, υπήρξε ο τελευταίος ηγούμενος της Μονής Σέλτσου.

Στις πέντε το πρωί της 27ης Ιουλίου ξεκίνησαν πεζή για τη Μονή. Μαζί τους ήρθαν ο εφημέριος της Βρεστενίτσας και περίπου δέκα χωρικοί.

Από εδώ η περιγραφή του Ιεζεκιήλ γίνεται σχεδόν εικόνα.

Κάτω από το μονοπάτι ανοιγόταν άβυσσος. Από πάνω κατρακυλούσαν πέτρες. Και το ίδιο το μονοπάτι, γράφει, «δεν είχε πλάτος μήτε παλάμην χειρός».

Σε κάποιο σημείο ο Ιεζεκιήλ σταμάτησε. Τον έπιασε ίλιγγος μπροστά στο χάσμα και σκέφτηκε να επιστρέψει, λυπούμενος ότι ύστερα από τόσο κόπο δεν θα κατάφερνε τελικά να δει τη Μονή. Ο Κολοβός τού άπλωσε το χέρι και ένας χωρικός που ακολουθούσε τον βοήθησε από πίσω να περάσει το επικίνδυνο σημείο.

Ύστερα από δυόμισι ώρες πορείας έφθασαν επιτέλους στο Σέλτσο.

Ήταν η γιορτή του Αγίου Παντελεήμονος. Ο ιερέας φόρεσε το επιτραχήλι του, έψαλαν μέρος της ακολουθίας και διάβασαν τρισάγιο για τους Σουλιώτες που είχαν χάσει εκεί τη ζωή τους.

Στη Μονή ο Ιεζεκιήλ κατέγραψε και δύο μικρά τεκμήρια της μνήμης των Μποτσαραίων.

Δίπλα στις τοιχογραφημένες μορφές των κτητόρων βρήκε κρεμασμένη μέσα σε πλαίσιο μια παλιά, ήδη φθαρμένη χαλκογραφία πολεμιστή που παρίστανε «τον Μπότσαρη», χωρίς επιγραφή. Δεν μας λέει ποιον Μπότσαρη απεικόνιζε ούτε γνωρίζουμε πότε είχε τοποθετηθεί εκεί.

Σε ένα στασίδι διάβασε και μια άλλη μαρτυρία:

«Δημ. Τ. Νότη Μπότσαρης, 7 Ιουλίου 1911, εν Σέλτσω».

Ήταν το ενθύμημα της επίσκεψης του Δημητρίου Τ. Νότη Μπότσαρη, ο οποίος είχε φθάσει στη Μονή δεκαοκτώ χρόνια νωρίτερα, όταν ακόμη υπηρετούσε ως ανθυπολοχαγός του Μηχανικού.

Ακόμη και η επιστροφή του Ιεζεκιήλ δείχνει πόσο δύσβατος ήταν ο τόπος. Δεν γύρισε από το ίδιο μονοπάτι. Ακολούθησε άλλη ατραπό και, ύστερα από περίπου τρεις ώρες κατάβασης στους απότομους βράχους, έφθασε στον Αχελώο.

Και εκεί χρειάστηκε κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν απίστευτο:

πέρασε τον Αχελώο πάνω στους ώμους ενός χωρικού.

Από εκεί συνέχισε προς το Λιάσκοβο και την επομένη, στον δρόμο προς τη Μονή Σπηλιάς, πέρασε από την ιστορική Γέφυρα Κοράκου.

Το οδοιπορικό του Ιεζεκιήλ δεν μας προσφέρει μόνο μία ακόμη αφήγηση για την ιστορία του Σέλτσου. Διασώζει κάτι ίσως σπανιότερο: την πραγματική τοπογραφία της προσέγγισης στη Μονή το 1929 και μικρές εικόνες ενός τόπου που σήμερα δύσκολα μπορούμε να ανασυνθέσουμε.

Το πανδοχείο της Βρεστενίτσας, το μονοπάτι που δεν είχε ούτε μια παλάμη πλάτος, ο ίλιγγος μπροστά στο βάραθρο, η παλιά χαλκογραφία του Μπότσαρη, το ενθύμημα του 1911 και, στο τέλος, το πέρασμα του Αχελώου στους ώμους ενός χωρικού.

Έτσι πήγαινε κανείς στο Σέλτσο το 1929. (Πηγή : Ιεζεκιήλ, Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Η Ιερά Μονή Σέλτσου, ανάτυπο από το περιοδικό Θεολογία, 1930, σσ. 45–52.)

Στη φωτογραφία “Ο Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Ιεζεκιήλ στο εσωτερικό της Μονής Σέλτσου, κατά την επίσκεψή του τον Ιούλιο του 1929.”
Δημοσιεύθηκε στη Τα Μοναστήρια | Σχολιάστε

Τα παιδιά δημιουργούν τη μνήμη

Τις τελευταίες ημέρες, μέσα από μια μικρή σειρά αναρτήσεων, επιστρέψαμε στο Κομμένο και στη μνήμη του, με αφορμή και τη ζωγραφική του Κώστα Μάλαμου.

Σήμερα μένουμε στο Κομμένο και στη ζωγραφική, αλλά περνάμε σε μια εντελώς διαφορετική ματιά: τη ματιά των παιδιών του.

Στο πλαίσιο των φετινών εκδηλώσεων μνήμης, παιδιά ηλικίας 8–11 ετών συμμετείχαν σε ένα τετραήμερο εικαστικό εργαστήριο του Παιδικού Εργαστηρίου του Μορφωτικού Συλλόγου Κομμένου, με την καθοδήγηση του εικαστικού Χρήστου Παππά. Ζωγράφισαν τον τόπο τους και δημιούργησαν τρισδιάστατες κατασκευές, προσεγγίζοντας με τον δικό τους τρόπο την ιστορία και τη μνήμη του.

Οι δημιουργίες τους παρουσιάστηκαν στο Δημοτικό Σχολείο Κομμένου και συγκεντρώνονται τώρα σε αυτό το μικρό ψηφιακό λεύκωμα, ώστε η έκθεση να μη μείνει μόνο στις λίγες ημέρες του Αυγούστου.

Μαθαίνω • Δημιουργώ • Θυμάμαι

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινοί ζωγράφοι και η Άρτα | Σχολιάστε

Όταν ο Κώστας Μαλάμος εξέθετε στην Άρτα – Σεπτέμβριος 1958

Μια παλιά φωτογραφία από το αρχείο της Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα στάθηκε η αφορμή για να αναζητήσω την ιστορία μιας έκθεσης ζωγραφικής που πραγματοποιήθηκε στην Άρτα πριν από σχεδόν εβδομήντα χρόνια.

Στη φωτογραφία εικονίζονται, μεταξύ άλλων, ο Ηπειρώτης ζωγράφος Κώστας Μαλάμος, η σύζυγός του Ιωάννα και ο Αρτινός οδοντίατρος και ζωγράφος Τάκης Βαφιάς. Εκείνο που δεν γνώριζα ήταν πότε ακριβώς είχε πραγματοποιηθεί η έκθεση και πού.

Την απάντηση έδωσαν δύο τεύχη του περιοδικού «Σκουφάς» του 1958.

Μια έκθεση που είχε προαναγγελθεί

Στο τεύχος 11 του περιοδικού, ο «Σκουφάς» ενημέρωνε τους αναγνώστες ότι στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Κώστας Μαλάμος επρόκειτο να εκθέσει στην Άρτα μια σειρά έργων του.

Η αναγγελία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί μας πληροφορεί ότι ο ζωγράφος εκπλήρωνε με την έκθεση αυτή έναν σκοπό που είχε από καιρό κατά νου: επρόκειτο να παρουσιάσει μια σειρά πινάκων με θέματα εμπνευσμένα από «το Δράμα του Κομμένου». Μαζί του θα εξέθετε και η σύζυγός του, με έργα διαφορετικής θεματολογίας – λουλούδια, τοπία κ.ά. Τη διοργάνωση είχε αναλάβει ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος «Σκουφάς».

Η αναφορά στο Κομμένο αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν θυμηθούμε ότι ο Μαλάμος είχε ασχοληθεί με τη σφαγή ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το 1946 είχε φιλοτεχνήσει το έργο «Φευγιό (Η σφαγή στο Κομμένο)», το οποίο το 1947 παρουσιάστηκε σε έκθεση στη Στοκχόλμη.

Έντεκα χρόνια αργότερα, ο ζωγράφος επέστρεφε στην Ήπειρο και το «Δράμα του Κομμένου» εξακολουθούσε να αποτελεί μέρος της καλλιτεχνικής του δουλειάς.

14 Σεπτεμβρίου 1958 – Τα εγκαίνια

Το επόμενο τεύχος του «Σκουφά» μάς δίνει πλέον την ακριβή ταυτότητα της έκθεσης.

Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 1958, στις 11 το πρωί, σε μία από τις αίθουσες του Λυκείου Άρτης.

Ο Κώστας και η Ιωάννα Μαλάμου παρουσίασαν συνολικά 48 πίνακες: ελαιογραφίες, ακουαρέλες, παστέλ και τέμπερες.

Τα εγκαίνια κήρυξε ο τότε δήμαρχος Αρταίων Ιωάννης Παπαβασιλείου, παρουσία των αρχών της πόλης και πολλών φιλοτέχνων.

Η έκθεση διήρκεσε πέντε ημέρες και, αν κρίνουμε από το χρονικό του περιοδικού, γνώρισε αξιοσημείωτη επιτυχία. Πλήθος Αρτινών την επισκέφθηκε, ενώ περισσότεροι από τους μισούς πίνακες πουλήθηκαν μέσα στις πέντε ημέρες λειτουργίας της.

Ο «Σκουφάς» σημείωνε μάλιστα ότι το κοινό της πόλης εκτίμησε την καλλιτεχνική εργασία των δύο Ηπειρωτών ζωγράφων και τους περιέβαλε με ιδιαίτερη συμπάθεια.

Μια φωτογραφία βρίσκει την ιστορία της

Έτσι, μια παλιά φωτογραφία που μέχρι σήμερα γνώριζα απλώς ότι προερχόταν από έκθεση του Κώστα Μαλάμου στην Άρτα αποκτά πλέον ημερομηνία, χώρο και ιστορικό πλαίσιο.

Άρτα, Σεπτέμβριος 1958. Λύκειο Άρτης. Έκθεση ζωγραφικής Κώστα και Ιωάννας Μαλάμου, διοργανωμένη από τον Μουσικοφιλολογικό Σύλλογο «Σκουφάς».

Και μαζί με τη φωτογραφία διασώζεται ένα μικρό στιγμιότυπο από την καλλιτεχνική ζωή της Άρτας στα τέλη της δεκαετίας του 1950: μια έκθεση 48 έργων, εκατοντάδες ίσως επισκέπτες μέσα σε πέντε ημέρες, περισσότεροι από τους μισούς πίνακες να βρίσκουν αγοραστές και, ανάμεσα στα έργα που είχαν προαναγγελθεί, μια σειρά εμπνευσμένη από «το Δράμα του Κομμένου». Και, κάπως έτσι, σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, μια φωτογραφία ξαναβρίσκει την έκθεση στην οποία τραβήχτηκε. (Πηγές: Περιοδικό Σκουφάς, τχ. 11 και 12, 1958.)

Άρτα, Σεπτέμβριος 1958. Ο Κώστας Μαλάμος με τη σύζυγό του Ιωάννα σε έκθεση έργων τους, που διοργάνωσε ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος «Σκουφάς» στο Λύκειο Άρτης. Στη φωτογραφία και ο Αρτινός οδοντίατρος και ζωγράφος Τάκης Βαφιάς. (Φωτογραφικό αρχείο: Κλαίρη Βαφιά – Μπανταλούκα)
Δημοσιεύθηκε στη Αρτινοί ζωγράφοι και η Άρτα | Σχολιάστε