Οι Μπαμπαναίοι (Αρτινόπουλα της Κατοχής)

Μια πολύτιμη μαρτυρία για την Άρτα των χρόνων της Κατοχής και για μια γενιά παιδιών που μεγάλωσε ανάμεσα στην πείνα, το παιχνίδι, την αλληλεγγύη και τον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης αποτυπώνεται στο κείμενο του Χριστόφορου Ευαγγελή που ακολουθεί, δημοσιευμένο στην εφημερίδα ΑΡΤΙΝΗ ΕΥΘΥΝΗ το 1996.

Οι «Μπαμπαναίοι» δεν υπήρξαν συμμορία· ήταν παιδιά της γειτονιάς. Παιδιά που έζησαν δύσκολες εποχές, διατηρώντας όμως τη φιλία, το πείσμα και την αξιοπρέπειά τους. Το κείμενο αποτελεί ένα μικρό αλλά πολύτιμο τεκμήριο της κοινωνικής ιστορίας της Άρτας και μεταφέρει με ιδιαίτερη ευαισθησία το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής.

Οι Μπαμπαναίοι ήταν παρέα. Μεγάλη ομάδα νέων, κυρίως από την ενορία του Αι Νικόλα, αλλά και από άλλες ενορίες φερτά. Λειτουργούσε σαν λέσχη φίλων δραστηριοποιημένων σε ποικίλες επιτηδειότητες. Έδρα είχε το περιβόλι (οικόπεδο) του Γιάννη Παπανικολάου, με το παρατσούκλι Μπαμπάνης. Εξ’ αυτού και το όνομα Μπαμπαναίοι. Το περιβόλι ήταν στο συνοικισμό χάλα-χάλα, μεταξύ των οδών Αετορράχης και Πέντε Πηγαδιών. Η οδός αυτή (Πέντε Πηγαδιών) καταλαμβάνονταν από χαντάκι ακάλυπτο, που μετέφερε τα λύματα της πόλης στον Άραχθο με σημείο εκβολής τον πανύψηλο πλάτανο στο χάλα χάλα. Το οικόπεδο Μπαμπάνη από την πλευρά αυτής της οδού (Πέντε Πηγαδιών) προστατεύονταν από ψηλό ανάχωμα. Μεταξύ, λοιπόν, των οδών αυτών και των ιδιοκτησιών Δράκου, Μαυρομάτη, Παπανικολάου και Μπανταλούκα ήταν το στέκι των Μπαμπαναίων. Οι οποίοι συνέθεταν ένα μέσο όρο ηλικίας 15 έως 16 χρονών. Ασχολία τους ήταν κατ’ αρχήν η επιβίωση και ύστερα το παιχνίδι, για να ικανοποιείται και η χαρά της ηλικίας. Η επιβίωση ήταν δύσκολη στην εποχή της πείνας της κατοχής και οι Μπαμπαναίοι έπρεπε να συντηρηθούν και από το καζάνι του συσσιτίου του κατακτητή. Κατά προτίμηση του Ιταλού που έδειχνε πως ήταν πιο αφελής και πιο αγαθός και γιατί όχι, πιο ανθρώπινος. Με διάφορα τρικ και πονηριές κατάφερναν να πορίζονται τον επιούσιο. Λόγω της μεταξύ τους αλληλεγγύης όλοι διευκολύνονταν. Στον κορεσμό της πείνας συνέβαλε κατά πολύ και η άνεση που είχαν να επισκέπτονται τα περι- βόλια της περιοχής. Κυρίως τα παρόχθια. «Ένθεν και εκείθεν» του Αράχθου. Συγκόμιζαν καρπούς από τα οπωροφόρα δένδρα και από τις φυτικές καλλιέργειες ανάλογα με την εποχή.

Λειτουργούσαν σαν συμμορία; Γιατί έτσι τους είχαν αποκαλέσει!! Οχι βέβαια. Λειτουργούσαν με το ισχυρό αίσθημα της ανάγκης για επιβίωση και ήταν μεταξύ τους αλληλέγγυοι και συνδαιτυμόνες στα υπάρχοντα.

Ήταν εξ άλλου παιδιά. Η χαρά τους ήταν το παιχνίδι. Πετούσαν από το στέκι τους χαρταετούς τους, που με δική τους έμπνευση κατασκεύαζαν. Παράβγαιναν ποιός θα πάει ψηλότερα. Έπαιζαν χαρτιά με τράπουλες από στρατσόχαρτο δικής τους κατασκευής. Διασκέδαζαν παίζοντας ποδόσφαιρο με μπάλλες από πανί πεπιεσμένο, το λεγόμενο κουβάρι. Το κουβάρι στα μετέπειτα χρόνια ανέδειξε αξιόλογους ποδοσφαιριστές.

Στις παιδιές τους περιλαμβάνονταν και πράξεις Εθνικής Αντίστασης. Από πατριωτικό ενδιαφέρον ή κίνητρο αφαιρούσαν από τους κατακτητές λάστιχα, όπλα, πιστόλια και ότι άλλο, αρκούμενοι στη ζημια που προκαλούσαν. Τα λάφυρα τα πετούσαν σε ξεροπήγαδο και τα έδιναν σε δεδομένη ευκαιρία στους αντάρτες. Το σπουδαιότερο όμως και ίσως το πλέον καινοφανές είναι ότι όλοι τους είχαν το δικό τους παρατσούκλι. Κανείς δεν άκουγε μόνο στο όνομά του, αλλά στο παρωνύμι του. Κούνελος, Αγάς, Βαραβάς, Ταραμάς, Ταβαμάκος, Μάη-Μάης, Τραυλός, Χαλβάς, Μαναός, Κάσος, Μέλας, Φλίκης, Μπαλού, Μπαμπού, Καπουτσίνος, Καπερώνης, Λέσιας, Αόματος, Ντάλας κ.ά., γιατί οι Μπαμπαναίοι ξεπερνούσαν αριθμητικά τα 50 άτομα.

Όμως, πρέπει να επισημάνω πως ασχολούνταν λιγότερο με τα γράμματα, γιατί τα σχολεία στην Κατοχή και στον εμφύλιο υπολειτουργούσαν. Εν τούτοις, δεν ήταν λίγοι που διακρίθηκαν.

Από τους Μπαμπαναίους βγήκαν ανώτεροι αξιωματικοί, αεροπόροι, μηχανικοί, γεωπόνοι, επιστήμονες πολλών ειδικοτήτων. Ανώτεροι υπάλληλοι, επιχειρηματίες, επαγγελματίες, έμποροι κλπ. Υπήρξε μια γενιά δραστηρίων νέων με ικανοποιητικές επιδόσεις και ευτυχή αποτελέσματα.

Την αναφορά μου αυτή την έκανα για να τονίσω τη θύμηση σε γεγονότα που συνέβησαν στην Άρτα τη 10ετία του ’40. Και να τονίσω ορισμένες συμπεριφορές μιας γενιάς νέων που πέρασαν δια πυρός και σιδήρου και στάθηκαν γενναίοι στη ζωή. Ήταν φίλοι. Ήταν συναγωνιστές. Ήταν διεκδικητές. Αγωνίστηκαν για τη ζωή σε χαλεπούς καιρούς και την κέρδισαν ο καθένας με τον τρόπο του και τις ικανότητές του. Όλοι πρόκοψαν. Δε θυμά μαι κανέναν αποτυχημένο. Μόνο μερικούς άτυχους θυμάμαι, που έφυγαν από τη ζωή πρόωρα. Αλλ’ αυτό έτσι συμβαίνει. Υπερβαίνει την ανθρώπινη θέληση”.

Στη φωτογραφία “Ψηλά σ’ έναν τοίχο στου Μπαμπάνη δίπλα: Τάκης Παπαρούνης, Γιάννης Μπλέτσιος και Πάνος Ρήγας”.
Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Αντάρτης του ΕΔΕΣ

Ένοπλος αντάρτης του ΕΔΕΣ (“EDES Guerrilla”), Ήπειρος, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Πηγή: Ιδιωτική ψηφιακή συλλογή φωτογραφιών SOE/ΕΔΕΣ (Ήπειρος, 1942–44).

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΒΟΥΝΟΥ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΥ ΚΩΤΣΑΚΗ ΠΑΝΤΕΛΗ (40 συνέχεια – Οι τελευταίες σελίδες του ημερολογίου – Απρίλιος 1943)

Το παρόν τετράδιο του Παντελή Κωτσάκη σταματά στις 30 Απριλίου 1943. Μέχρι στιγμής δεν γνωρίζουμε αν ο υπασπιστής του Ζέρβα συνέχισε να γράφει, καθώς δεν έχει βρεθεί η συνέχεια….

21-4-43

ΑΠΟΣΤΕΛΛΕΤΑΙ ΟΜΑΣ ΙΝΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΜΕΤΑΓΩΓΙΚΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΝ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΕΙΟΥ ΕΙΣ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ. ΑΝΑΧΩ- ΡΗΣΙΣ ΤΩΝ ΑΓΓΛΩΝ ΔΙΑ ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ ΚΑΙ ΗΜΩΝ ΔΙΑ ΣΑΚΑΡΕΤΣΙ ΤΗΝ 10ην ΩΡΑΝ. ΤΗΝ 12,30΄ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΕΙΣ ΒΡΟΒΙΑΝΑ. ΤΗΝ 14ην ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΚΑΙ ΦΘΑΝΟ-ΜΕΝ ΤΗΝ 17,30΄ ΕΙΣ ΣΑΚΑΡΕΤΣΙ. ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΗΛΘΕΝ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ. Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΒΑΠΤΙΣΕ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΤΟΥ._

22-4-43

ΤΗΝ 8πμ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΙΑΤΡΟΣ ΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ,Ο ΤΑΓ/ΧΗΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΥΠ/ΓΟΣ ΡΑ ΄Ι΄ΟΣ. ΕΛΑΒΟΝ ΟΔΗΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΤΟΛΑΣ ΤΟΠΟΘΕΤΗΘΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΤΑΓ/ΧΟΥ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ ΩΣ ΥΠΑΡΧΗΓΟΥ ΑΡΤΗΣ. ΤΗΝ 11ην ΩΡΑΝ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙ ΕΜΠΕΣΟΝ ΟΠΟΥ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΤΗΝ 14,30΄. ΕΚΕΙ ΑΝΑΠΑΥΟΜΕΘΑ ΕΩΣ ΤΗΝ 18,30΄ ΟΠΟΤΕ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΜΠΑΜΠΑΛΙΟ ΟΠΟΥ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΜΕΤΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑΝ ΝΥΚΤΕΡΙΝΗΝ ΠΟΡΕΙΑΝ ΤΗΝ 5ην ΩΡΑΝ, ΚΑΤΑΚΟΠΟΙ ΟΜΩΣ. ΜΑΖΙ ΗΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΚΑΙ Ο ΥΠ/ΓΟΣ ΕΥΣΤΡ. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΕΛΕΥΚΑΝΘΗ ΑΠΟΔΟΘΕΙΣΑ ΑΥΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΕΡΙ ΕΚΒΙΑΣΜΟΥ._

23-4-43

ΚΑΘ ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑΝ ΠΑΡΑΜΕΙΝΑΜΕΝ ΕΙΣ ΜΠΑΜΠΑΛΙΟ ΚΑΙ ΠΕΡΑΣΑΜΕ ΘΑΥΜΑΣΙΑ. Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΣΥΖΗΤΑ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΤΟΠΙΚΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΑΣ ΕΘ, ΑΓ. ΚΑΙ ΔΙΔΕΙ ΟΔΗΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΤΟΛΑΣ ΠΡΟΣ ΟΛΟΥΣ.ΕΠΙΣΗΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΥΠ/ΓΟΥ ΑΘΑΝΑΣΑΚΗ ΚΑΙ ΑΠΕΔΕΙΧΘΗ ΑΘΩΟΣ. ΤΗΝ 18ην ΩΡΑΝ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΕΞΕΦΩΝΗΣΕ ΘΕΡΜΟΤΑΤΟΝ ΚΑΙ ΒΑΡΥΣΗΜΑΝΤΟΝ ΛΟΓΟΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΘΕΝΤΑΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΚΑΜΕ ΒΑΘΥΤΑΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΙΝ ΚΑΙ ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΕΑΜΙΤΑΣ ΚΑΘ ΟΤΙ ΕΙΣ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΕΧΕΙ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ. ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ ΚΑΤΟΙΚΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ, ΠΟΛΥ ΕΥΦΟΡΟΝ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΜΕΝΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑΝ ΟΤΙ ΜΑΣΤΙΖΕΤΑΙ ΥΠΟ ΕΛΟΝΟΣΙΑΣ, ΕΞ ΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΚΑΧΕΚΤΙΚΟΙ. ΚΑΤΑΛΥΣΑΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ._

24-4-43

ΤΗΝ 7,10΄ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΠΕΝΟΥ Ο ΙΑΤΡΟΣ ΣΙΑΤΙΤΣΑΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΩΜΙΛΗΣΕ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΕΠΙ ΜΑΚΡΟΝ. ΤΟΥ ΠΑΡΕΔΟΘΗΣΑΝ 30 ΛΙΡΑΙ ΠΡΟΣ ΕΞΑΡΓΥΡΩΣΙΝ. ΤΗΝ 8ην ΩΡΑΝ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΤΡΙΚΛΙΝΟΝ. ΛΟΓΩ ΚΑΚΗΣ ΣΥΝΕΝΟΗΣΕΩΣ ΑΞ/ΚΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΠΑΡΕΠΛΑΝΗΘΗΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟΝ. ΔΡΙΜΥΤΑΤΗ ΕΠΙΠΛΗΞΙΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ. ΕΙΣ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΑΦΟΝ ΚΑΝΑΜΕ ΔΥΩΡΟΝ ΣΤΑΣΙΝ. ΕΙΣ ΑΛΕΥΡΑΔΑ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΤΗΝ 17ην ΩΡΑΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΡΙΚΛΙΝΟΝ, ΕΔΡΑ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΕΙΟΥ ΒΑΛΤΟΥ ΤΗΝ 20ην ΟΠΟΥ ΜΑΣ ΕΠΕΦΥΛΑΧΘΗ ΘΕΡΜΟΤΑΤΗ ΥΠΟΔΟΧΗ. ΕΚΕΙ ΣΥΝΑΝΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΦΑΜΑΚΟΠΟΙΟΝ ΡΟΔΑΝΘΗΝ ΠΑΧΗΝ, ΚΑΤΑΦΥΓΟΝΤΑ ΕΔΩ ΙΝΑ ΜΗ ΣΦΑΓΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΑΜΙΤΑΣ. ΚΑΤΑΛΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΙΚΙΑΝ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΒΑΛΤΟΥ ΣΤΥΛ. ΧΟΥΤΑ._

25-4-43

ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΥΠΕΡΚΟΠΩΣΕΩΣ ΔΕΝ ΗΔΥΝΗΘΗΜΕΝ ΝΑ ΠΑΜΕ ΤΗΝ ΝΥΚΤΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΤΗΝ 11ην ΩΡΑΝ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΜΕΘΑ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΡΙΧΩΝΙΔΟΣ ΓΕΩΡ.ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ. ΤΟ ΓΕΥΜΑ ΤΟ ΚΑΝΑΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΤΑΡΤΑΣ,ΤΑ ΑΡΝΙΑ,ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΚΡΑΣΙ. ΚΕΦΙ, ΓΛΕΝΤΙ, ΧΟΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΠΟΣΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΔΕΝ ΜΟΥ ΗΛΘΑΝ ΣΤΗ ΣΚΕΨΙ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ ΒΓΗΚΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΟ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΧΑΡΙΣΗ ΓΡΗΓΟΡΑ ΤΗΝ ΧΑΜΕΝΗΝ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΜΑΣ._

26-4-43

ΤΟ ΠΡΩΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΕΙΧΕΝ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΓΩ ΓΓΡΑΦΙΚΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΝ. ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΓΕΥΜΑ ΕΙΣ ΤΗΝ Κα ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΜΑΣ ΠΕΡΙΠΟΙΗΘΗΚΕ ΘΑΥΜΑΣΙΑ. ΤΗΝ 18ην ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΚΑΤΩ ΤΡΙΚΛΙΝΟΝ ΟΠΟΥ ΗΣΑΝ ΜΕΡΟΣ ΤΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΤΗΝ 19,20΄.ΟΙ ΑΝΤΑΡΤΑΙ ΓΛΕΝΤΟΥΝ. ΤΗΝ 20ην ΩΡΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΝΤΟΥΝΙΣΤΑ Η Κα ΔΗΜ.ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΥ (ΜΑΡΑ) , ΚΑΤΑΛΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥ Κου ΓΕΩΡ. ΜΠΗΝΑ. ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΥΘΥΜΙΑ.

27-4-43

ΤΗΝ 6,30΄ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΠ.ΕΘ.ΑΓ. ΤΡΙΧΩΝΙΔΟΣ ΑΝΤΩΝ.ΠΑΠΑΠΑΝΤΟΛΕΩΝ ΣΥΝΟΔΕΥΟΜΕΝΟΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΙΩΑΝ.ΤΣΙΡΩΝΗ, ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΣΣΗΣ ΒΑΣΙΛ. ΧΑΤΖΟΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΤΗΣ ΑΛΕΞ. ΧΑΤΖΟΛΟΥ. ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΕΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗΣ ΟΡΚΙΣΘΕΝΤΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΔΕΣ . ΗΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΚΡΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟΥΤΟ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΒΑΛΑΩΡΑΝ ΟΠΟΥ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΚΑΤΟΠΙΝ ΚΟΠΙΩΔΕΣΤΑΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΗΝ 18,30΄ .ΘΕΡΜΟΤΑΤΗ ΥΠΟΔΟΧΗ ΥΠΟ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ. ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ ΥΠΟ ΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ. ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ. ΚΑΤΑΛΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ ΣΑΡΜΑΚΟΥΠΗ ΘΕΟΦ._

28-4-43

ΜΕΤΑ ΜΑΚΡΑΝ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑΝ ΑΡΧΗΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΕΑΜ (ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΕΧΕΙ ΠΟΛΛΟΥΣ), Ο ΕΝΘΕΡΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΜΑΣ, ΕΠΕΦΕΡΕ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΔΙΑΣΠΑΣΙΝ ΤΟΥ ΕΑΜ, ΤΑΧΘΕΝΤΩΝ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΩΣ ΜΕ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΜΑΣ. ΤΗΝ 9ην ΩΡΑΝ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΓΡΑΝΙΤΣΑΝ ΟΠΟΥ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΤΗΝ 15ην ΩΡΑΝ. ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΕΘΝΙΚΙΣΤΑΙ ΔΙΑΤΗΡΟΥΝΤΕΣ ΙΔΙΑΝ ΕΝΟΠΛΟΝ ΟΜΑΔΑ ΥΠΟ ΤΟΝ ΑΝΑΠΗΡΟΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΗ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΥ ΑΛΕΞ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. ΚΑΤΑΛΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΚΩΝ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΝ ΚΑΙ ΤΗΝ 18ην ΩΡΑΝ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΩΜΙΛΗΣΕ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΘΕΝΤΑΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΔΙΑ ΒΑΡΥΣΗΜΑΝΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, ΤΟΝΙΣΑΣ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΙΝ. ΒΑΘΥΤΑΤΗΝ ΕΝΤΥΠΩΣΙΝ ΕΠΡΟΞΕΝΗΣΕ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΩΣΤΕ ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΩΣ ΕΤΑΧΘΗΣΑΝ ΜΕ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΜΑΣ ΚΑΙΤΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ. ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΔΙΕΞΗΧΘΗ ΜΑΚΡΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑΝ ΑΝΤΕΔΡΑΣΕ Ο ΕΑΜΙΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ._

29-4-43

ΤΗΝ 10ην ΩΡΑΝ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΤΟΠΟΛΙΑΝΑ ΟΠΟΥ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΤΗΝ 15,30΄. ΘΕΡΜΗ ΥΠΟΔΟΧΗ. ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΑΜΙΤΗ ΙΩΑΝ.ΠΑΙΖΟΥ. ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ . ΚΑΤΑΛΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΙΖΟΥ. ΜΑΚΡΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΑΡΧΗΓΟΥ ΜΕΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΤΟΥ ΕΑΜ ΕΩΣ ΤΗΝ 19ην ΩΡΑΝ. ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΩΝ ΕΑΜΙΤΩΝ(ΤΟ ΠΛΕΙΣΤΟΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ) ΚΑΙ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΘ. ΟΜ. ΤΗΝ 19ην ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΒΑΛΑΩΡΑΝ ΟΠΟΥ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΤΗΝ 21ην ΩΡΑΝ. ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝ. ΖΑΡΜΑΚΟΥΠΗ. ΜΑΚΡΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΑΜ . ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ._

30-4-43

ΤΗΝ 9ην ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ. ΒΡΟΧΗ ΚΑΘ ΟΔΟΝ.ΑΦΙΞΙΣ ΕΙΣ ΓΕΦΥΡΑΝ ΤΡΙΚΛΙΝΟΥ ΤΗΝ 13ην ΩΡΑΝ. ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΔΟΘΕΙΣΑΝ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΗΓΟΝ ΒΑΛΤΟΥ ΔΕΝ ΒΡΗΚΑΜΕ ΕΤΟΙΜΟΝ ΣΥΣΣΙΤΙΟΝ. ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΑΥΜΑΣΙΟ. ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΗΓΑΖΕΙ ΑΦΘΟΝΟ ΚΡΥΟ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΟ ΝΕΡΟ ΕΚΧΥΝΟΜΕΝΟΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΧΕΛΩΟΝ. ΤΗΝ 16ην ΩΡΑΝ ΑΝΑΧΩΡΟΥΜΕΝ ΔΙΑ ΤΑΤΑΡΝΑΝ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΦΘΑΝΟΜΕΝ ΤΗΝ 18ην ΩΡΑΝ. ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΤΑΤΑΡΝΑΣ. ΘΑΥΜΑΣΙΑΝ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΑΝ ΜΟΝΗΝ ΑΝΕΓΕΡΘΕΙΣΑ ΤΟ 1840 ΥΠΟ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΟΘΩΝΟΣ. ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ._

Στη φωτογραφία “Πάσχα 1943 στο Τρίκλινο Βάλτου. Άντρες του Ε.Δ.Ε.Σ. ψήνουν για το Πάσχα”.  Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Σταύρου Κωτσάκη, όπως δημοσιεύτηκε στην ομάδα ΟΡΕΙΝΟΣ ΒΑΛΤΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΑ.
Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

📽️ Τα χαμένα φιλμ των Μελισσουργών;

Στα φύλλα της εφημερίδας Αρτινά Νέα του 1948 εντοπίστηκαν δύο ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ειδήσεις που αφορούν τον ομογενή από τους Μελισσουργούς Φίλιππο Βασιλείου.

Ο Φίλιππος Βασιλείου είχε μεταναστεύσει σε πολύ νεαρή ηλικία στην Αμερική και, σύμφωνα με οικογενειακές αφηγήσεις, ξεκίνησε τη ζωή του πουλώντας παγωτά. Αργότερα εγκαταστάθηκε στη Σαξ Οβίλ (Saxville) της Φλόριντα, όπου δημιούργησε τη δική του πορεία, χωρίς όμως να χάσει ποτέ τη σχέση του με την ιδιαίτερη πατρίδα του.

Σε ένα από τα ταξίδια του στην Άρτα έφερε μαζί του κινηματογραφική μηχανή 16 χιλιοστών, με την οποία κινηματογράφησε εικόνες της εποχής. Σύμφωνα με πληροφορίες του κ. Βασίλη Γκανιάτσα, ορισμένα από τα φιλμ αυτά προβλήθηκαν αργότερα και στον κινηματογράφο «Παλλάς» της Άρτας.

Λίγο αργότερα, όπως διαβάζουμε στον τοπικό Τύπο του 1948, ο Φίλιππος Βασιλείου δώρισε την «πλήρη κινηματογραφικήν συσκευήν μετά πάντων των εξαρτημάτων της» στο Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων Άρτης, «προς ψυχαγωγίαν των μαθητών». Η πράξη αυτή χαρακτηρίζεται από την εφημερίδα ως «άξια πάσης εξάρσεως», ενώ καταγράφεται και η απόφαση του Συλλόγου των Καθηγητών να ανακηρύξει τον δωρητή «ευεργέτην του Σχολείου» και να αναρτήσει τη φωτογραφία του στην αίθουσα τελετών «εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης».

Σήμερα ίσως είναι δύσκολο να αντιληφθούμε πόσο πρωτοποριακή ήταν μια τέτοια δωρεά για την επαρχιακή Άρτα του 1948. Μια κινηματογραφική μηχανή 16 χιλιοστών, με πλήρη εξοπλισμό προβολής, αποτελούσε τότε σπάνιο και ιδιαίτερα πολύτιμο τεχνολογικό μέσο, με εκπαιδευτική αλλά και πολιτιστική σημασία για τους μαθητές της εποχής.

Σύμφωνα με μεταγενέστερες πληροφορίες, η κινηματογραφική μηχανή μεταφέρθηκε αργότερα από τον Κωνσταντίνο Γκίζα στην αίθουσα του Συλλόγου Μελισσουργιωτών Άρτης.

Το μεγάλο ερώτημα σήμερα παραμένει:

📼 Άραγε σώζονται ακόμη τα φιλμ που είχε τραβήξει ο Φίλιππος Βασιλείου;

Αν βρίσκονται κάπου ξεχασμένα σε κάποιο αρχείο, σε αποθήκη ή σε οικογενειακό υλικό, τότε πρόκειται πιθανότατα για έναν πραγματικό κινηματογραφικό θησαυρό της παλιάς Άρτας και των Μελισσουργών. (Επιμέλεια κειμένου Α. Καρρά)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Αντάμωμα στην πλατεία Σκουφά!

Στην πλατεία «Σκουφά», σε χρόνια δύσκολα αλλά γεμάτα παιδικές φωνές και αθωότητα, συναντιούνται έξι μικροί Μελισσουργιώτες που αργότερα θα χαράξουν τη δική τους πορεία στη ζωή.

Στη φωτογραφία διακρίνονται οι: Βασίλειος Καραβασίλης, Χρήστος Ρίζος, Δημήτρης Ρίζος, Κώστας Καραβασίλης, Ελευθέριος Ρίζος και Ευάγγελος Καραβασίλης. Παιδιά τότε, άνθρωποι επιτυχημένοι και οικογενειάρχες αργότερα, αφήνοντας το δικό τους αποτύπωμα στον τόπο και στους ανθρώπους τους. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ, όταν ακόμη το «τότε» έμοιαζε πιο κοντινό.

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε

Κάτω από τα πεύκα της πλατείας Σκουφά….

Άνοιξη του 1949, στην πλατεία Σκουφά, κάτω από τα πεύκα που στάθηκαν σιωπηλοί μάρτυρες μιας ολόκληρης εποχής. Πανηγυρική σύναξη για την 25η Μαρτίου, με μαθητές του Γυμνασίου να ποζάρουν με τα πηλίκιά τους, σε χρόνια δύσκολα αλλά γεμάτα νιάτα, αξιοπρέπεια και συντροφικότητα.

Στο κέντρο διακρίνεται ο μικρός τότε Λάκης Μπαρμπούτης με τη ναυτική στολή του, ενώ ξεχωρίζουν ακόμη οι Νίκος Ψαθάς, Κώστας Παπαθεοδώρου, Σπύρος Ζαρκαλής, Γεώργιος Τσαμπάς και Γιάννης Κολοβός. Πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή του τόπου και που σήμερα, έχουν πια περάσει στη μνήμη.

Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε πριν χρόνια στην εφημερίδα ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ, σαν μια γέφυρα ανάμεσα στο τότε και στο «τώρα» εκείνης της εποχής. Σήμερα, το 2026, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία: γίνεται ένα πολύτιμο αποτύπωμα ανθρώπων, στιγμών και μιας καθημερινότητας που χάθηκε, αλλά δεν ξεχάστηκε ποτέ.

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε

Η Μαμμή και ο Καλλικάντζαρος της Ρεματιάς!

Εμπνευσμένο από λαϊκή αφήγηση του Ι. Στόγια, δημοσιευμένη στα «Αρτινά Νέα» το 1948.

Στα χρόνια που οι χειμώνες σκέπαζαν τα Τζουμέρκα με χιόνι ως την άνοιξη και τα χωριά χάνονταν μέσα σε καπνούς, ομίχλες και νυχτερινούς ανέμους, οι άνθρωποι πίστευαν ακόμη πως τις μέρες του Δωδεκαημέρου δεν περπατούσαν μονάχα χριστιανικές ψυχές πάνω στη γη. Από τις ρεματιές, τα γεφύρια και τους νερόμυλους κατέβαιναν οι καλλικάντζαροι· πλάσματα στραβά και καμπούρικα, με ουρές, νύχια και μάτια που λαμπύριζαν σαν αναμμένα κάρβουνα μέσα στο σκοτάδι.

Οι γριές έλεγαν πως μπορούσαν να πάρουν μορφή ανθρώπου και να ξεγελάσουν ακόμη και γνωστικούς ανθρώπους. Γι’ αυτό οι νοικοκυρές σταύρωναν πάντοτε την πόρτα πριν κοιμηθούν και δεν άφηναν ποτέ τη φωτιά να σβήσει στο τζάκι. Ένα δαυλί να καίει όρθιο μέσα στη στάχτη ήταν αρκετό, έλεγαν, για να κρατήσει το δαιμονικό μακριά από το σπίτι.

Σε ένα χωριό πάνω σ’ αυτά τα βουνά ζούσε τότε μια μαμμή ξακουστή σε όλη την περιοχή. Είχε ξεγεννήσει δεκάδες γυναίκες και γνώριζε βότανα, γιατροσόφια και λόγια παλιά που περνούσαν από στόμα σε στόμα στις ορεινές κοινότητες. Άλλοι τη φοβούνταν, άλλοι τη σέβονταν, μα κανείς δεν τολμούσε να αμφισβητήσει τη γνώση της.

Μια παγωμένη νύχτα του Δεκέμβρη, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ακούστηκαν βαριά χτυπήματα στην πόρτα της. Η γριά πετάχτηκε από το στρώμα της και στάθηκε ακίνητη μέσα στο μισοσκόταδο. Ο αέρας λυσσομανούσε έξω και τα σκυλιά του χωριού ούρλιαζαν όλα μαζί, λες και είχαν δει λύκο.

— Ποιος είναι; φώναξε χωρίς να ανοίξει.

— Έλα γρήγορα… γεννάει η γυναίκα μου… αποκρίθηκε μια φωνή βαθιά και παράξενη.

Η μαμμή πήρε το λυχνάρι της και άνοιξε διστακτικά την πόρτα. Έξω στεκόταν ένας άντρας τυλιγμένος με βαριά μαύρη κάπα. Το πρόσωπό του χανόταν κάτω από την κουκούλα και μόνο τα μάτια του φαίνονταν να γυαλίζουν μέσα στη νύχτα.

— Από ποιο σπίτι είσαι; τον ρώτησε.

— Από τη ρεματιά… αποκρίθηκε εκείνος και γύρισε αμέσως την πλάτη του.

Η γριά σταυροκοπήθηκε προτού τον ακολουθήσει.

Περπάτησαν ώρα πολλή μέσα στο σκοτάδι. Το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια τους, ενώ το νερό της ρεματιάς ακουγόταν ολοένα και δυνατότερο όσο απομακρύνονταν από το χωριό. Κάποτε η μαμμή πρόσεξε πως ο άντρας που περπατούσε μπροστά της δεν άφηνε πατημασιές πάνω στο χιόνι. Τότε ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.

Σαν να διάβασε τον φόβο της, εκείνος στάθηκε για λίγο και γύρισε μισά το κεφάλι.

— Εγώ είμαι καλλικάντζαρος, της είπε με φωνή τραχιά σαν πέτρα. Και αν η γυναίκα μου απόψε δεν γεννήσει αρσενικό παιδί, μαύρο φίδι που σ’ έφαγε.

Η γριά δεν μίλησε ξανά. Μόνο έσφιξε τον σταυρό που φορούσε στον λαιμό της και συνέχισε να περπατά.

Στο βάθος της ρεματιάς στεκόταν ένα παλιό μισογκρεμισμένο καλύβι. Από την καμινάδα του έβγαινε πυκνός καπνός και μέσα μύριζε υγρασία, στάχτη και ζώο. Πάνω σε κουρελιασμένα στρωσίδια βογκούσε η γυναίκα του καλλικάντζαρου. Η μορφή της έμοιαζε ανθρώπινη, μα τα χέρια της ήταν μακριά και στραβά σαν ξερά κλαδιά, ενώ τα μάτια της γυάλιζαν παράξενα κάθε φορά που πλησίαζε η φωτιά.

Ο καλλικάντζαρος γύρισε τότε προς τη μαμμή με βλέμμα άγριο.

— Άκουσε καλά, κυρά μαμμή, της ξανάπε. Αν δε βγει αρσενικό, είσαι χαμένη…..

Η γριά ένιωσε το αίμα της να παγώνει.

Εκείνος όμως δεν έμεινε στο καλύβι. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε πάλι μέσα στη νύχτα. Οι παλιοί έλεγαν πως τις ώρες εκείνες οι καλλικάντζαροι τριγυρνούσαν στις ρεματιές και κυνηγούσαν γυναίκες που έβγαιναν δήθεν για νερό μετά τα μεσάνυχτα. Άλλοι μάλιστα έλεγαν πως εκείνη τη νύχτα είχε βάλει στο μάτι μια νεαρή δασκάλα του χωριού, που κατέβαινε κρυφά στο ποτάμι για να συναντήσει τον αγαπητικό της.

Μόλις έμεινε μόνη στο καλύβι, η μαμμή κατάλαβε πως η ζωή της κρεμόταν από μια κλωστή. Η γέννα κράτησε πολλή ώρα. Έξω ο αέρας χτυπούσε τα παράθυρα του καλυβιού κι από μακριά ακούγονταν φωνές και γέλια, λες και άλλα δαιμονικά γύριζαν μέσα στη νύχτα. Όταν επιτέλους γεννήθηκε το παιδί, η μαμμή είδε αμέσως πως ήταν κορίτσι. Χωρίς να χάσει καιρό, πήρε λίγο κερί, το ζέστανε στη φωτιά, το έπλασε γρήγορα με τα δάχτυλά της και έφτιαξε με το κερί τα σημάδια του αρσενικού, στερεώνοντάς τα πάνω στο βρέφος ώστε να μοιάζει αγόρι.

Έπειτα περίμενε μέσα στη σιωπή.

Όταν γύρισε ο καλλικάντζαρος και κοίταξε το παιδί, τα μάτια του άστραψαν από χαρά.

— Αρσενικό! φώναξε.

Άρπαξε το νεογέννητο στα χέρια του και το πλησίασε στη φωτιά για να το ζεστάνει. Μα όσο το κρατούσε πάνω από τις φλόγες, το κερί άρχισε σιγά σιγά να λιώνει. Στην αρχή έσταξε λίγο πάνω στο ύφασμα, έπειτα χάθηκε ολόκληρο, κι έτσι φανερώθηκε ξανά πως το παιδί ήταν κορίτσι.

Ο καλλικάντζαρος αγρίεψε.

Η μαμμή όμως είχε προλάβει να φύγει.

Ανέβηκε λαχανιασμένη το μονοπάτι της ρεματιάς και, μόλις έφτασε σπίτι της, σταύρωσε την πόρτα και έβαλε ένα δαυλί να καίει όρθιο μέσα στο τζάκι. Έπειτα κουκουλώθηκε με τη βελέντζα και δεν έβγαζε ούτε ανάσα.

Λίγη ώρα αργότερα ακούστηκαν βήματα έξω από το σπίτι. Κάτι γύριζε γύρω από τους τοίχους, πότε αργά και πότε γρήγορα, σαν ζώο που έψαχνε τρόπο να μπει.

Ύστερα ακούστηκε η φωνή του.

— Κυρά μαμμή…

Σιωπή.

— Κυρά μαμμή…

Η γριά έσφιγγε τη βελέντζα πάνω της και δεν αποκρινόταν.

Και τότε, μέσα από τη νύχτα και τον αέρα, ακούστηκε ξανά η φωνή του καλλικάντζαρου, σιγανή και παραπονιάρικη:

— Κυρά μαμμή… το παιδί έγινε κορίτσι…

Η μαμμή δεν μίλησε ποτέ.

Και οι παλιοί έλεγαν πως ως το ξημέρωμα ακούγονταν ακόμη βήματα γύρω από το σπίτι της, μα κανένα δαιμονικό δεν τόλμησε να περάσει τον σταυρό της πόρτας και το αναμμένο δαυλί της φωτιάς…..

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Το πρώτο αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Άρτα το 1913

Το αυτοκίνητο ήταν ακόμη σπάνιο θέαμα στην Άρτα των αρχών του 20ού αιώνα. Οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης είχαν δει ελάχιστα να περνούν από τους χωμάτινους δρόμους της Ηπείρου και κάθε εμφάνισή τους προκαλούσε περιέργεια, θαυμασμό και αναστάτωση. Γι’ αυτό και το πρωινό εκείνο του 1913, όταν η κόκκινη ανοιχτή κούρσα του Γενικού Διοικητή Ηπείρου πέρασε κορνάροντας μέσα από την αγορά της Άρτας, μικροί και μεγάλοι βγήκαν στα πεζοδρόμια για να τη δουν. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι λίγα μόλις λεπτά αργότερα το εντυπωσιακό αυτό αυτοκίνητο θα γινόταν κομμάτι της πρώτης μεγάλης αυτοκινητιστικής τραγωδίας που γνώρισε ποτέ η πόλη.

Με γλαφυρές περιγραφές και εικόνες βγαλμένες από την καθημερινή ζωή της εποχής, ο Λεωνίδας Βλάχος αφηγείται το δυστύχημα που σημάδεψε την τότε μικρή κοινωνία της Άρτας και έμεινε για χρόνια ζωντανό στη μνήμη των κατοίκων.

Πολύ πρωί θα πρέπει να ξεκίνησε από Γιάννενα για να φτάσει στην Άρτα λίγο μετά το άνοιγμα των μαγαζιών, γιατί ο δρόμος τότε ήταν πολύ κατεστραμμένος με δύσκολες στροφές.

Το αυτοκίνητο ήταν μια κόκκινη κούρσα με ακτινωτούς τροχούς, νικελέ που άστραφταν και το πάνω μέρος ανοιχτό, σκεπαζόταν όταν είχε ήλιο ή βροχή με μηχανισμό που ήταν στα πλάγια του αυτοκινήτου. Έτσι έβγαιναν τ’ αυτοκίνητα τότε, δεν ήταν όπως τα σημερινά με μόνιμη κλειστή καρότσα.

Τότε ο Βενιζέλος είχε καλέσει στην Αθήνα τους Γενικούς διοικητές από τις Νέες Χώρες για σύσκεψη. Γενικός Διοικητής Ηπείρου ήταν ο Φωρέστης. Όταν το αυτοκίνητό πέρασε το Γιοφύρι, φτάνοντας στο Μουχούστι άρχισε το συνεχές κορνάρισμα Στο άκουσμα πετάχτηκαν όλοι απ’ τα μαγαζιά στο πεζοδρόμιο. Το αυτοκίνητο πέρναγε στην αγορά με μικρή ταχύτητα, έχοντας σημαία που κυμάτιζε μπροστά. Ένας σωματώδης ακόλουθος με πρασινωπά ρούχα έχοντας χοντρά κορδόνια κίτρινα κρεμασμένα απ’ τον ώμο του, καθισμένος στο πλάι του σοφέρ, οπλοφορεμένος, και στο πίσω μέρος ο Φωρέστης με τους γραμματικούς του.

Μόλις βγήκαν απ’ την πόλη άρχισε φαίνεται η τρεχάλα. Στη στροφή που παρουσίαζε ο δρόμος τότε, πριν φτάσουμε στα Δημοτικά, στο δεξιό μέρος του δρόμου ήταν ένα ωραίο πελεκητό πηγάδι και λίγο πιο πέρα μια χοντρή λεύκα λίγο γυρτή. Έχοντας φαίνεται μεγάλη ταχύτητα, δεν πήρε καλά τη στροφή και χτύπησε με φόρα στη λεύκα. Το αυτοκίνητο έγινε μια μάζα. Δεν θα τα ‘χαν με δυνατά υλικά για να ‘ναι ελαφρά, κι έτσι έγινε ολοκληρωτική καταστροφή. Ο Παπαγιαννάκης άκουσε το δυνατό κρότο απ’ το σπίτι του που ήταν στο υψωματάκι με τις μυγδαλιές και έτρεξε στην πόλη φέρνοντας το θλιβερό μήνυμα Έτρεξε κόσμος πολύς. Πήραν φορεία απ το σπίτι του Καραπάνου, που ήταν πάντα νοσοκομείο και πήγαν στον τόπο της συφοράς. Τους μετέφεραν στο σπίτι του Καραπάνου, τηλεγράφησαν στα Γιάννενα γ’ αυτό που έγινε και κατέφτασαν οι οικογένειές τους. Τηλεγραφείο ήταν πάντα στο σπίτι του Νιάου Τζανέτου, αυτού που είναι σήμερα η χορωδία Μακρυγιάννη.

Όλη αυτή τη μέρα συζήταγαν οι Αρτηνοί για τη συμφορά που έγινε. Αλλοι έλεγαν απροσεξία του σωφέρ, άλλοι το ‘ριχναν στη μεγάλη ταχύτητα, μερικοί είπαν ότι απ’ αυτούς που το θαύμασαν την ώρα που πέρναγε στην πόλη κάποιος θα ήταν με πολύ κακό μάτι… Δεν ξέρω που τους έθαψαν. Γιάννενα ή Αθήνα;

Κάποια νύχτα θυμήθηκα παλιούς μαραγκούς της Άρτας στις αρχές του 20ού αιώνα. Ήταν: Θεοχάρης Σκλιβανίτης. Σπύρος Μποτσιώλης, Θεμιστοκλής Κοσκινάς και μπαρμπα-Θύμιος Τσόγκας. Αυτοί έφκιαναν και μερακλίτικα κασόνια για πεθαμένους. Προχωρώντας σιγά-σιγά η ζωή, δούλεψε ο χρόνος που ωριμάζει τα πάντα, ως που ξημέρωσε η μέρα να φκιάσουν άλλοι τα δικά τους. Το αιώνιο το ατελείωτο παιγνίδι της ζωής.” (Πηγή : ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ, Ιούλιος – Αύγουστος 1994)

Στη φωτογραφία του 1930, το παλιό πηγάδι προς τα «Δημοτικά» κοντά στο οποίο έγινε το πρώτο αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1913. (Αρχείο της κ. Ανθής Ιωάν. Παπαβασιλείου, όπως δημοσιεύτηκε στην ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ).

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μέσα Μεταφοράς | Σχολιάστε

Στου Λάμπρου Σακκά…

Αρτηνοί μπροστά στο μαγαζί του Λάμπρου Σακκά. Μερικοί από τους εικονιζόμενους είναι οι : Τσάπαλης, Χρήστος Τόλος, Γεώργιος Σκανδάλης, Γιάννης Σκανδάλης, Πέτρος Σακκάς, Κ. Τόδουλος, Λάμπρος Σακκάς, Κουτσοσπύρος, Κώστας Κοντογιώργος, Ζέρβας, Βασίλης Σακκάς. Στην μέση, με τα άσπρα, ο Χρήστος Πριτσιβέλης και κάτω αριστερά του, ο Κοντογιώργος, του ζαχαροπλαστείου στην Σκουφά. (Φωτο από αρχείο Γεωργίου Σκανδάλη)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Η ζωή στην κατασκήνωση, 1931

Μια ήσυχη καθημερινή στιγμή από τη ζωή της αποστολής, μακριά από την επισημότητα της εργασίας και των τοπογραφικών αποστολών.
Ο Barry κουρεύει τον Wilkinson έξω από το πρόχειρο κατάλυμα της κατασκήνωσης, κάτω από το δυνατό φως της ελληνικής υπαίθρου. Η σκηνή μοιάζει απλή, σχεδόν ασήμαντη — κι όμως ακριβώς μέσα σε αυτή την απλότητα κρύβεται η ανθρώπινη διάσταση της ομάδας.

Το φθαρμένο κτίσμα, οι ξύλινες καρέκλες, το αυτοσχέδιο «υπαίθριο κουρείο» και η χαλαρή στάση των δύο αντρών αποτυπώνουν μια καθημερινότητα γεμάτη αυτοσχεδιασμό, συντροφικότητα και προσαρμογή στις συνθήκες της εποχής.

Ο Χόλτερμαν καταγράφει εδώ κάτι περισσότερο από πρόσωπα και τόπους.
Διασώζει τις μικρές ανθρώπινες στιγμές που συνθέτουν τη μνήμη μιας ολόκληρης εποχής — τότε που η ζωή κυλούσε πιο αργά και οι σχέσεις χτίζονταν μέσα από την κοινή καθημερινότητα.  (Φωτογραφίες από το αρχείο της οικογένειας Holtermann)

Camp life, 1931

A quiet everyday moment from the life of the expedition, far removed from the formality of surveying work and field duties.
Barry is cutting Wilkinson’s hair outside the camp shelter, beneath the harsh sunlight of the Greek countryside. The scene appears simple, almost insignificant — yet within this simplicity lies the deeply human side of the group.

The weathered building, the wooden chairs, the improvised “open-air barbershop,” and the relaxed posture of the two men capture a daily life shaped by improvisation, companionship, and adaptation to the conditions of the time.

Here, Holtermann records more than faces and places.
He preserves the small human moments that together form the memory of an entire era — a time when life moved more slowly and relationships were built through shared everyday experiences.(Photo courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε