Ένα ξεχασμένο τραγούδι της Άρτας επιστρέφει ύστερα από δύο και πλέον αιώνες.
«Αυτή η ιστορική ρομάντσα είναι η παλαιότερη από εκείνες που τραγουδιούνται στην Άρτα, πρωτεύουσα της Κάτω Ηπείρου». Népomucène-Louis Lemercier, 1824
Στις 14 Νοεμβρίου 1803, στα ιχθυοτροφεία της Σαλαώρας, ένας ηλικιωμένος αρχιψαράς, ο μαστρο-Αντρέας, τραγούδησε μπροστά σε μια μικρή συντροφιά την ιστορία του Μαυρογένη και της αδελφής του. Ανάμεσα στους ακροατές βρισκόταν ο Γερμανός περιηγητής Jakob Ludwig Salomon Bartholdy, ο οποίος διέσωσε το τραγούδι και το δημοσίευσε το 1805, σε γερμανική έμμετρη απόδοση.
Πρόκειται για την παλαιότερη μέχρι σήμερα εντοπισμένη καταγραφή της συγκεκριμένης παραλογής, ένα εξαιρετικά σημαντικό τεκμήριο της ελληνικής προφορικής παράδοσης, που συνδέεται με την περιοχή της Άρτας.
Η ιστορία όμως φαίνεται να μας οδηγεί ακόμη πιο πίσω, στα μεσαιωνικά χρόνια. Το 1824 ο Γάλλος ποιητής Népomucène-Louis Lemercier χαρακτήρισε τον «Μαυρογένη» ως την παλαιότερη από τις μπαλάντες που τραγουδιούνταν στην Άρτα και συνέδεσε την προέλευσή του με τον Μεσαίωνα. Η αναφορά του σε έναν βασιλιά Κάρολο και στον Κυριακό τον Αγκωνίτη δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ερώτημα για πιθανή σχέση με την εποχή των Τόκκων, των τελευταίων ηγεμόνων του Δεσποτάτου της Άρτας.
Κι όμως, αυτό το τόσο παλιό και σημαντικό τραγούδι, που ταξίδεψε από την Άρτα στα ευρωπαϊκά βιβλία του 19ου αιώνα, δεν φαίνεται να διασώθηκε στη νεότερη τοπική προφορική μνήμη. Οι αρχικοί ελληνικοί στίχοι και η μελωδία του δεν έχουν φτάσει ως εμάς.
Σήμερα, μέσα από μια εκτενή ιστορική και λαογραφική έρευνα, επιχειρούμε να επαναφέρουμε στον τόπο όπου ακούστηκε αυτή τη λησμονημένη ιστορία.
Η εργασία περιλαμβάνει την παραμυθιακή αναδιήγηση, την ανασύνθεση της βραδιάς του 1803 στη Σαλαώρα, την αναζήτηση των παλαιότερων ευρωπαϊκών δημοσιεύσεων και τη διερεύνηση των ιστορικών και λαογραφικών συγγενειών του τραγουδιού.
Δεν μπορούμε να ξανακούσουμε τη φωνή του μαστρο-Αντρέα. Μπορούμε όμως, ύστερα από 223 χρόνια, να ξαναδώσουμε στην Άρτα την ιστορία που εκείνος τραγούδησε.
Επειδή αρκετοί αναγνώστες της χθεσινής ανάρτησης ζήτησαν τον χάρτη του Vincenzo Maria Coronelli, παραθέτω σήμερα τον σύνδεσμο από τον οποίο μπορούν να τον κατεβάσουν σε εξαιρετικά υψηλή ψηφιακή ανάλυση.
Μεγεθύνοντας την εικόνα, μπορούν να εξερευνήσουν τις πολυάριθμες τοπωνυμικές αναφορές και τις λεπτομέρειες που αποτυπώνουν τη γεωγραφία του Αμβρακικού πριν από τρεις και πλέον αιώνες.
Το αλάτι, τα χωριά του Αμβρακικού και οι εμπορικές διαμάχες
Σήμερα, όταν αναφερόμαστε στην οικονομική ιστορία της Άρτας, ο νους μας πηγαίνει συνήθως στο εμπόριο, στα γεωργικά προϊόντα της περιοχής, στα εργαστήρια και στα λιμάνια της. Λιγότερο γνωστό είναι ότι επί αιώνες στον Αμβρακικό κόλπο αναπτυσσόταν μια ακόμη σημαντική παραγωγική δραστηριότητα: η παραγωγή αλατιού.
Το αλάτι, ένα αγαθό τόσο συνηθισμένο στη σημερινή καθημερινότητα, είχε άλλοτε ιδιαίτερη οικονομική αξία. Ήταν απαραίτητο για τη συντήρηση των τροφίμων, κυρίως των ψαριών και του κρέατος, αλλά και για πολλές άλλες δραστηριότητες. Η παραγωγή και η εμπορία του αποτελούσαν πηγή εισοδήματος, ενώ ο έλεγχός τους απασχολούσε τόσο τις τοπικές αρχές όσο και τις μεγάλες εμπορικές δυνάμεις της εποχής.
Οι αλυκές της Άρτας δεν ήταν, επομένως, μια ασήμαντη παράκτια εγκατάσταση. Αποτελούσαν μέρος ενός οικονομικού συστήματος που συνέδεε την πόλη με τον Αμβρακικό, τα Ιόνια νησιά και τις αγορές της Αδριατικής.
✦ Οι παλαιότερες μαρτυρίες
Η παραγωγή και η διακίνηση αλατιού στην περιοχή του Αμβρακικού έχουν ιστορία που προηγείται της οθωμανικής κατάκτησης της Άρτας το 1449. Οι ιστορικοί Σπύρος Ασωνίτης και Ευστρατία Συγκέλλου, στη μελέτη τους για τον Αμβρακικό κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, επισημαίνουν ότι τα λιμάνια της Κόπραινας και της Σαλαώρας βρίσκονταν μέσα σε μια εκτεταμένη αλατοπαραγωγό ζώνη στα βορειοανατολικά του κόλπου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο έγγραφα του 1418 από τα αρχεία της Ραγούζας, της σημερινής πόλης του Ντουμπρόβνικ. Στα έγγραφα αυτά η Κόπραινα αναφέρεται ανάμεσα στους τόπους όπου μπορούσαν να φορτώσουν αλάτι τα εμπορικά πλοία. Η μαρτυρία είναι σημαντική. Ήδη στις αρχές του 15ου αιώνα η περιοχή συμμετείχε στα εμπορικά δίκτυα του αλατιού, τα οποία εκτείνονταν πέρα από τα όρια του Αμβρακικού.
Οι πληροφορίες αυτές συμπληρώνονται από τις μεταγενέστερες χαρτογραφικές και αρχειακές μαρτυρίες, που μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε την παρουσία των αλυκών και στους επόμενους αιώνες.
✦ Ο Αμβρακικός στον χάρτη του Coronelli το 1691
Μια από τις σημαντικότερες μαρτυρίες για την τοπογραφία της περιοχής αποτελεί ο χάρτης του Βενετού γεωγράφου και χαρτογράφου Vincenzo Coronelli, που χρονολογείται στο 1691.
Ο Coronelli δεν περιορίζεται στην απεικόνιση των ακτών και των λιμανιών του Αμβρακικού. Σημειώνει χωριά, παλαιά κάστρα, ιχθυοτροφεία και αλυκές, προσφέροντας μια ενδιαφέρουσα εικόνα της περιοχής στα τέλη του 17ου αιώνα. Ιδιαίτερη σημασία έχουν δύο επιγραφές που αφορούν την παραγωγή αλατιού.
Η πρώτη είναι η ένδειξη «Saline», δηλαδή αλυκές, κοντά στον Μύτικα της Άρτας, στην περιοχή της λιμνοθάλασσας Λογαρού. Η δεύτερη είναι η ένδειξη «Già Saline», κάτω από το Κομπότι. Η ιταλική λέξη già σημαίνει «πρώην» ή «παλαιότερα». Επομένως, ο χαρτογράφος διακρίνει τις αλυκές που σημειώνει χωρίς χρονικό προσδιορισμό από άλλες που χαρακτηρίζει ως παλαιότερες. Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Υποδηλώνει ότι η αλατοπαραγωγή δεν ήταν απαραίτητα σταθερή στον ίδιο χώρο, αλλά ότι ορισμένες εγκαταστάσεις είχαν ενδεχομένως εγκαταλειφθεί ή πάψει να λειτουργούν πριν από την εποχή του χάρτη. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς συνέβη αυτό ούτε για ποιους λόγους.
Ο χάρτης περιλαμβάνει επίσης ενδείξεις για τα ιχθυοτροφεία της περιοχής, όπως το «Peschiera di Lagaru», δηλαδή το ιχθυοτροφείο της Λογαρού, και τα «Peschieri Auleri», που αντιστοιχούν στα ιχθυοτροφεία Αυλερή.
Η συνύπαρξη αλυκών και ιχθυοτροφείων στην ίδια παράκτια ζώνη παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον. Η αλιεία και η παραγωγή αλατιού ήταν δραστηριότητες που μπορούσαν να αλληλοσυμπληρώνονται, καθώς το αλάτι ήταν απαραίτητο για τη συντήρηση των αλιευμάτων. Ο Coronelli καταγράφει ακόμη οικισμούς που χαρακτηρίζει κατεστραμμένους, χρησιμοποιώντας την ιταλική λέξη distrutta, όπως τη «Villa Zulates» και τη «Villa Flambura». Σημειώνει επίσης ένα ερειπωμένο παλαιό κάστρο με την ένδειξη «Palio Castro rouinato». Οι επιγραφές αυτές είναι αξιοσημείωτες, καθώς διασώζουν ονομασίες και πληροφορίες για την κατάσταση ορισμένων θέσεων στα τέλη του 17ου αιώνα. Δεν μας επιτρέπουν, ωστόσο, να προσδιορίσουμε πότε και από ποια αιτία καταστράφηκαν οι συγκεκριμένοι οικισμοί.
Ο Μύτικας της Άρτας και ο μυστηριώδης «Σουμπέης»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η καταγραφή του Μύτικα της Άρτας στον ίδιο χάρτη. Ο οικισμός αναγράφεται ως «Villa Mitica», με την πρόσθετη ένδειξη «comand. dal Turco Subei», δηλαδή ότι διοικούνταν από έναν Τούρκο τον οποίο ο χαρτογράφος αποκαλεί «Subei».
Η μαρτυρία αποκτά ξεχωριστή σημασία, καθώς ο Coronelli δεν καταγράφει με ανάλογο τρόπο τους άλλους γειτονικούς οικισμούς. Η επιλογή του να κατονομάσει ειδικά τον Μύτικα και να προσθέσει μια πληροφορία για την τοπική εξουσία γεννά εύλογα ερωτήματα για τη θέση και τη σημασία του χωριού στα τέλη του 17ου αιώνα.
Δεν γνωρίζουμε ποιος ακριβώς ήταν ο αναφερόμενος «Subei», ούτε αν πρόκειται για προσωπικό όνομα ή για απόδοση οθωμανικού διοικητικού τίτλου. Ωστόσο, η συγκεκριμένη επιγραφή αποτελεί πολύτιμη ιστορική μαρτυρία για την ύπαρξη του Μύτικα το 1691 και προσφέρει ένα ενδιαφέρον στοιχείο για την οργάνωση της περιοχής.
Η καταγραφή του χωριού αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι δεν έχουμε μέχρι στιγμής εντοπίσει ασφαλή αναφορά του Μύτικα, με αυτή την ονομασία, στο οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο του 1530. Ο χάρτης του Coronelli αποτελεί, επομένως, ένα από τα παλαιότερα τεκμήρια που διαθέτουμε για τον συγκεκριμένο οικισμό.
✦ Μια εμπορική διαμάχη το 1699
Ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό επεισόδιο διασώθηκε στα αρχεία της Βενετίας. Στις 20 Ιουνίου 1699, ο γενικός προβλεπτής Δανιήλ Δολφίν ενημέρωνε τον δόγη της Βενετίας για μια διαμαρτυρία που είχε υποβάλει ο αγάς της Άρτας. Η αιτία ήταν το αλάτι.
Σύμφωνα με την αναφορά, υπήκοοι της Βενετίας από τη Λευκάδα μετέφεραν αλάτι ξένου κράτους στην περιοχή της δικαιοδοσίας του αγά και το διέθεταν προς πώληση. Η δραστηριότητα αυτή προκαλούσε την αντίδραση της οθωμανικής διοίκησης, επειδή έθιγε τα συμφέροντα των ανθρώπων που είχαν νοικιάσει τις αλυκές του κόλπου της Άρτας. Ο αγάς ζητούσε από τις βενετικές αρχές να απαγορεύσουν στους υπηκόους τους τη μεταφορά του αλατιού.
Το έγγραφο, το οποίο δημοσίευσε ο Κωνσταντίνος Μέρτζιος στη μελέτη του Η Άρτα εις τα αρχεία της Βενετίας, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Μας αποκαλύπτει ότι στα τέλη του 17ου αιώνα οι αλυκές δεν λειτουργούσαν απλώς ως χώροι παραγωγής. Η εκμετάλλευσή τους είχε παραχωρηθεί σε ενοικιαστές, οι οποίοι προσδοκούσαν οικονομικό όφελος από την πώληση του αλατιού. Η παρουσία ανταγωνιστικού προϊόντος στην αγορά μπορούσε να μειώσει τα έσοδά τους. Και τότε παρενέβαινε ο ίδιος ο αγάς, ζητώντας την προστασία των συμφερόντων τους.
Πρόκειται για ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό επεισόδιο της οικονομικής ζωής της οθωμανικής Άρτας. Μέσα από μια διαμαρτυρία για τη μεταφορά αλατιού διακρίνουμε τη σχέση ανάμεσα στη διοίκηση, στους ενοικιαστές των αλυκών και στους εμπόρους.
✦ Πώς εκμεταλλεύονταν τις αλυκές τον 18ο αιώνα
Η οικονομική λειτουργία των αλυκών γίνεται ακόμη πιο σαφής μέσα από μια δεύτερη βενετική αναφορά, σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα. Στις 19 Μαρτίου 1768, ο υποπρόξενος της Βενετίας στην Άρτα, Φραγκίσκος Πάγκαλος, απαντούσε σε εντολή των προϊσταμένων του να συγκεντρώσει πληροφορίες για την ποσότητα και την ποιότητα του αλατιού που παραγόταν στην περιοχή. Η αναφορά του περιέχει συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία.
Στην περιφέρεια του υποπροξενείου υπήρχαν δύο αλυκές, της Κόπραινας και της Σαλαώρας. Σύμφωνα με τον Πάγκαλο, οι βοεβόδες της Άρτας συνήθιζαν να τις εκμισθώνουν κάθε χρόνο έναντι 25 πουγγιών. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό, γιατί μας επιτρέπει να γνωρίσουμε έναν βασικό τρόπο με τον οποίο η οθωμανική διοίκηση αντλούσε έσοδα από την παραγωγή αλατιού. Αντί να διαχειρίζεται υποχρεωτικά η ίδια την παραγωγή και την πώληση, παραχωρούσε την εκμετάλλευση έναντι συμφωνημένου μισθώματος. Οι ενοικιαστές αναλάμβαναν την οικονομική δραστηριότητα, ενώ η διοίκηση εξασφάλιζε ένα ετήσιο έσοδο.
Δεν γνωρίζουμε από τη συγκεκριμένη αναφορά τα ονόματα των ενοικιαστών, τον αριθμό των εργαζομένων ή τις λεπτομέρειες της παραγωγικής διαδικασίας. Γνωρίζουμε, όμως, ότι η εκμίσθωση αποτελούσε καθιερωμένη πρακτική.
✦ Πόσο αλάτι παρήγαν οι αλυκές της Άρτας;
Ο Πάγκαλος μάς δίνει και ένα ακόμη πολύτιμο στοιχείο. Η συνηθισμένη ετήσια παραγωγή των δύο αλυκών, όπως αναφέρει, δεν υπερέβαινε τα 10.000 ζάια. Το «ζάι» ήταν μονάδα μέτρησης της ποσότητας του αλατιού. Ο ίδιος ο Μέρτζιος, δημοσιεύοντας το έγγραφο, σημείωνε ότι δεν γνώριζε την ακριβή χωρητικότητά της. Επομένως, δεν μπορούμε προς το παρόν να μετατρέψουμε με ασφάλεια την ποσότητα αυτή σε σημερινές μονάδες βάρους. Η πληροφορία, ωστόσο, παραμένει ιδιαίτερα αξιόλογη. Διαθέτουμε μια συγκεκριμένη εκτίμηση της ετήσιας παραγωγής των δύο αλυκών, όπως καταγράφηκε από έναν σύγχρονο παρατηρητή.
Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι τιμές πώλησης. Σύμφωνα με την ίδια αναφορά, στην Άρτα και στα Γιάννινα το αλάτι πωλούνταν προς ένα τουρκικό τσεκίνι το ζάι. Αντίθετα, οι Δουλτσινιώτες έμποροι, δηλαδή οι έμποροι από το Δουλτσίνο της Αδριατικής, το σημερινό Ούλτσιν του Μαυροβουνίου, αγόραζαν αλάτι για εξαγωγή σε πολύ χαμηλότερη τιμή: έξι ή επτά ζάια έναντι ενός βενετικού τσεκινιού. Η διαφορά αυτή είναι εντυπωσιακή, αν και πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι οι δύο τιμές εκφράζονται σε διαφορετικά νομίσματα και αφορούν διαφορετικές εμπορικές συνθήκες.
Πάντως, η αναφορά αποκαλύπτει ότι το αλάτι των αλυκών της Άρτας δεν προοριζόταν αποκλειστικά για την τοπική κατανάλωση. Ένα μέρος του διοχετευόταν σε εμπορικά δίκτυα που ξεπερνούσαν τα όρια της Ηπείρου.
✦ Ο ανταγωνισμός με το αλάτι της Λευκάδας
Το αλάτι της Άρτας είχε έναν ισχυρό ανταγωνιστή: το αλάτι της Αγίας Μαύρας, δηλαδή της Λευκάδας. Οι Βενετοί είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παραγωγή και τη διακίνηση του αλατιού. Το προϊόν αποτελούσε σημαντική πηγή εσόδων για τη Δημοκρατία της Βενετίας, η οποία επιδίωκε να ελέγχει την εμπορία του. Ο Πάγκαλος σημείωνε το 1768 ότι το αλάτι των αρτινών αλυκών ήταν αρκετά καλής ποιότητας, αλλά κατώτερο από εκείνο της Αγίας Μαύρας.
Η παρατήρηση αυτή μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι παραγωγοί και οι έμποροι της Άρτας. Δεν αρκούσε να παράγουν αλάτι. Έπρεπε να μπορούν και να το διαθέσουν σε μια αγορά όπου υπήρχαν ανταγωνιστικά προϊόντα, διαφορετικές τιμές και ισχυρά εμπορικά συμφέροντα.
Η διαμαρτυρία του αγά το 1699 και η αναφορά του Πάγκαλου το 1768 φωτίζουν δύο πλευρές της ίδιας οικονομικής πραγματικότητας: την προσπάθεια προστασίας της τοπικής παραγωγής και τη διαρκή παρουσία του εμπορικού ανταγωνισμού.
✦ Μια ξεχασμένη πηγή πλούτου
Οι αλυκές αποτελούσαν μέρος της οικονομικής φυσιογνωμίας της Άρτας επί πολλούς αιώνες. Από τις εμπορικές μαρτυρίες του 1418 μέχρι τα βενετικά έγγραφα του 17ου και του 18ου αιώνα, διακρίνουμε μια δραστηριότητα που συνδεόταν με την παραγωγή, τη φορολογία, τη ναυτιλία και το εμπόριο.
Ο χάρτης του Coronelli προσθέτει σε αυτή την ιστορία μια ακόμη διάσταση. Δεν αποτυπώνει μόνο τις αλυκές, αλλά και το ανθρώπινο τοπίο γύρω τους: χωριά, ιχθυοτροφεία, παλαιότερες εγκαταστάσεις και οικισμούς που είχαν ήδη καταστραφεί. Ανάμεσα σε αυτές τις καταγραφές ξεχωρίζει ο Μύτικας της Άρτας, με τη μυστηριώδη αναφορά στον «Turco Subei», μια μικρή λεπτομέρεια που διασώζει ένα άγνωστο επεισόδιο της τοπικής ιστορίας και εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα.
Δεν γνωρίζουμε ακόμη όλες τις λεπτομέρειες της ιστορίας των αλυκών. Παραμένουν ανοιχτά ζητήματα για τους ανθρώπους που εργάζονταν σε αυτές, για τις τεχνικές παραγωγής, για τους ενοικιαστές τους και για τις μεταβολές που γνώρισαν στη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου. Ωστόσο, τα έγγραφα που διασώθηκαν στα βενετικά αρχεία μάς επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε ένα σημαντικό μέρος αυτής της ιστορίας. Και ίσως το πιο ενδιαφέρον είναι ότι πίσω από ένα τόσο απλό προϊόν, όπως το αλάτι, κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος: διοικητές που υπερασπίζονταν οικονομικά συμφέροντα, ενοικιαστές που επένδυαν στην παραγωγή, έμποροι που αναζητούσαν αγορές και πλοία που μετέφεραν το πολύτιμο φορτίο τους στα λιμάνια του Αμβρακικού και πέρα από αυτόν.
Οι αλυκές της Άρτας μπορεί να έχουν χαθεί από την καθημερινή ζωή της περιοχής, αλλά η ιστορία τους εξακολουθεί να σώζεται στα παλιά έγγραφα και στους χάρτες. Μια ιστορία που αξίζει να επιστρέψει στη μνήμη της πόλης.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μέρτζιος, Κωνσταντίνος Δ., «Η Άρτα εις τα αρχεία της Βενετίας 1696–1787», Σκουφάς, δημοσίευση σε συνέχειες από το 1955. Ιδίως η αναφορά της 20ής Ιουνίου 1699, σ. 241, και η αναφορά της 19ης Μαρτίου 1768.
Βέτσιος, Ελευθέριος, Η διπλωματική και οικονομική παρουσία των Βενετών στην περιοχή της Άρτας κατά τον 18ο αιώνα, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2004, σ. 216–219.
Ασωνίτης, Σπύρος – Συγκέλλου, Ευστρατία, «Ο Αμβρακικός κόλπος κατά τον όψιμο Μεσαίωνα: Χώρος – Οικονομία», ιδίως σ. 72–73.
Krekić, Bariša, Dubrovnik (Raguse) et le Levant au Moyen Âge, Παρίσι, 1961, έγγραφα αρ. 644 και 648 (1418), όπως παραπέμπουν οι Ασωνίτης–Συγκέλλου.
Βέτσιος, Ελευθέριος, «Το εμπόριο στην περιοχή της Άρτας», Σκουφάς, τχ. 86–87 (1996–1997), σ. 162.
Καρρά, Αναστασία Γ., «Ο Καζάς της Άρτας στο οθωμανικό τεφτέρι του 1530», 2024.
Coronelli, Vincenzo, χάρτης του Αμβρακικού κόλπου, 1691.
Barbié du Bocage, Jean-Denis, χάρτης της περιοχής του Αμβρακικού, 1820.
Στη φωτογραφία : Ο Αμβρακικός κόλπος στον χάρτη του Vincenzo Coronelli (1691) – απόσπασμα. Διακρίνονται δύο θέσεις αλυκών: η πρώτη, κοντά στον Μύτικα της Άρτας και τη λιμνοθάλασσα Λογαρού, σημειώνεται ως «Saline» (αλυκές), ενώ η δεύτερη, νοτιότερα, κάτω από το Κομπότι, αναγράφεται ως «Già Saline» (παλαιές αλυκές). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η καταγραφή του Μύτικα ως «Villa Mitica», με την πρόσθετη ένδειξη «Comand. dal Turco Subei».
Η επιστροφή στη γενέτειρά του, η στρατιωτική θητεία στο 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων και οι αναμνήσεις από τον πόλεμο
Της Αναστασίας Γ. Καρρά
Το 1940 ο Γιάννης Μόραλης επέστρεψε στην Άρτα, την πόλη όπου είχε γεννηθεί το 1916 και την οποία είχε να επισκεφθεί από τα παιδικά του χρόνια. Δεν επέστρεφε, όμως, ως επισκέπτης. Ο νεαρός ζωγράφος, που είχε ήδη αρχίσει να διαγράφει τη δική του πορεία στον κόσμο της τέχνης, βρέθηκε στη γενέτειρά του ως στρατιώτης του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων.
Πολλά χρόνια αργότερα, μιλώντας στην τηλεοπτική σειρά «Μονόγραμμα» της ΕΡΤ, θα ανακαλούσε εκείνη την περίοδο της ζωής του, από την επιστροφή του στην Ελλάδα μέχρι τις ημέρες του πολέμου στην Άρτα. Ανάμεσα στις αναμνήσεις του ξεχωρίζει και μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μαρτυρία για την αγωνία που προκαλούσε η πιθανότητα βομβαρδισμού της πόλης.
Από το Παρίσι στη γενέτειρά του
Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 ο Γιάννης Μόραλης βρισκόταν στο Παρίσι, όπου συνέχιζε τις καλλιτεχνικές του σπουδές. Μαζί του ήταν ο στενός του φίλος και επίσης ζωγράφος Νίκος Νικολάου, με τον οποίο είχε μοιραστεί τα χρόνια των σπουδών στην Αθήνα και την εμπειρία της καλλιτεχνικής μαθητείας στο εξωτερικό.
Η ατμόσφαιρα του πολέμου είχε ήδη γίνει αισθητή στη Γαλλία. Τον Σεπτέμβριο του 1939, με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μόραλης πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Το ταξίδι πραγματοποιήθηκε με πλοίο από τη Μασσαλία, αφήνοντας πίσω μια περίοδο καλλιτεχνικών αναζητήσεων που διακόπηκε από τις διεθνείς εξελίξεις.
Ο Μόραλης είχε μέχρι τότε αναβολή στράτευσης. Το 1940 βρέθηκε στην Άρτα, όπου τοποθετήθηκε στο 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων και ανέλαβε καθήκοντα πρωτοκολλητή.
Η επιστροφή αυτή είχε και μια προσωπική διάσταση. Η Άρτα δεν ήταν ένας άγνωστος τόπος για τον νεαρό ζωγράφο. Ήταν η γενέτειρά του, μια πόλη που είχε αφήσει πίσω του σε μικρή ηλικία και στην οποία επέστρεφε ύστερα από πολλά χρόνια.
Ο πόλεμος και η ζωή στην Άρτα
Όταν ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, στις 28 Οκτωβρίου 1940, το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων κινητοποιήθηκε για να συμμετάσχει στις πολεμικές επιχειρήσεις. Ο Μόραλης, όμως, δεν ακολούθησε τους άλλους στρατιώτες του στο αλβανικό μέτωπο. Όπως εξηγεί ο ίδιος, υπηρετούσε ως βοηθητικός και παρέμεινε στα μετόπισθεν.
Έτσι έζησε από κοντά την πολεμική καθημερινότητα της Άρτας, μιας πόλης που βρισκόταν σε καίρια θέση για τη μεταφορά εφοδίων προς τις ελληνικές δυνάμεις που πολεμούσαν στην Ήπειρο. Αυτή ακριβώς η κίνηση των εφοδίων είχε δημιουργήσει στους στρατιώτες την εντύπωση ότι η πόλη αποτελούσε πιθανό στόχο αεροπορικών επιθέσεων.
«Απορούσαμε που δεν βομβαρδίσανε την Άρτα»
Ανακαλώντας εκείνες τις ημέρες, ο Μόραλης αφηγείται: «Ήταν ένα πράγμα φοβερό, απορούσαμε εκεί όλοι που δεν βομβαρδίσανε την Άρτα. Περνούσαν από εκεί πράγματα, εφόδια… Βομβαρδίσανε την Άρτα στο τέλος του πολέμου, σκοτώθηκε πολύς κόσμος εκεί…»
Η μαρτυρία του έχει ιδιαίτερη αξία για την τοπική ιστορία. Μας μεταφέρει την αίσθηση που επικρατούσε ανάμεσα στους στρατιώτες, καθώς παρακολουθούσαν την κίνηση των εφοδίων και αναρωτιούνταν γιατί η Άρτα δεν είχε ακόμη δεχθεί αεροπορική επίθεση.
Ο καταστροφικός βομβαρδισμός της πόλης πραγματοποιήθηκε στις 19 Απριλίου 1941, κατά τις τελευταίες ημέρες της ελληνικής αντίστασης στη γερμανική εισβολή. Άφησε πίσω του νεκρούς, τραυματίες και σημαντικές καταστροφές. Ο Μόραλης, μιλώντας πολλές δεκαετίες αργότερα, θυμόταν ακόμη την αγωνία εκείνων των ημερών, αλλά και τις ανθρώπινες απώλειες που ακολούθησαν.
Οι αναμνήσεις ενός ζωγράφου
Μετά τη συνθηκολόγηση, τον Απρίλιο του 1941, ο Γιάννης Μόραλης επέστρεψε στην Αθήνα. Στα χρόνια της Κατοχής παντρεύτηκε και συνέχισε την καλλιτεχνική του πορεία.
Η παρουσία του στην Άρτα, όμως, άφησε και μια διαφορετική μαρτυρία. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας φιλοτέχνησε δεκατρία σχέδια, γνωστά με τον γενικό τίτλο «Από το στρατό, Άρτα 1940», στα οποία αποτύπωσε πρόσωπα και στιγμές της στρατιωτικής καθημερινότητας. Τα σχέδια αυτά, που ανήκουν στη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, μας επιτρέπουν να δούμε την Άρτα του 1940 μέσα από το βλέμμα του νεαρού καλλιτέχνη.
Η προφορική του μαρτυρία στο «Μονόγραμμα» έρχεται να συμπληρώσει αυτή την εικόνα. Πίσω από τον ζωγράφο που έμελλε να κατακτήσει μια ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική τέχνη, συναντούμε έναν νέο άνθρωπο που επέστρεψε στη γενέτειρά του σε μια δύσκολη ιστορική στιγμή και διατήρησε ζωντανές τις αναμνήσεις της.
Αναστασία Γ. Καρρά, Το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων Άρτης.
Εθνική Πινακοθήκη, σχέδια του Γιάννη Μόραλη από τη σειρά «Από το στρατό, Άρτα 1940».
Στη φωτογραφία ο Γιάννης Μόραλης (δεξιά) κατά τη στρατιωτική του θητεία στην Άρτα. Στιγμιότυπο από την τηλεοπτική σειρά «Μονόγραμμα» της ΕΡΤ (1988). Ψηφιακή επεξεργασία εικόνας.
Μια σπάνια φωτογραφική μαρτυρία από τις λαμπαδηφορίες που διοργανώνονταν στην Άρτα κατά τον εορτασμό των εθνικών επετείων.
Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1970. Μαθήτριες ντυμένες με παραδοσιακές φορεσιές κρατούν πυρσούς, ενώ γύρω τους μικροί και μεγάλοι παρακολουθούν την εκδήλωση.
Τον περασμένο Μάρτιο είχαμε αναφερθεί σε αυτό το παλιό έθιμο, που πολλοί Αρτινοί θυμούνται ακόμη. Τότε δεν είχαμε στη διάθεσή μας κάποια φωτογραφία. Σήμερα, χάρη σε αυτό το σπάνιο στιγμιότυπο, οι περιγραφές εκείνες αποκτούν εικόνα.
Η Άρτα γιορτάζει την εθνική επέτειο. Δύο ποδηλάτες με τα ποδήλατά τους στολισμένα με πρασινάδες και λουλούδια περνούν μπροστά από τη φιλαρμονική, ενώ πλήθος κόσμου έχει κατακλύσει τις δύο πλευρές του δρόμου. Μικροί και μεγάλοι παρακολουθούν τη γιορτινή πομπή, άλλοι από τα πεζοδρόμια και άλλοι από τα μπαλκόνια των σπιτιών.
Μια φωτογραφία που διασώζει όχι μόνο μια στιγμή του εορτασμού, αλλά και την όψη της παλιάς Άρτας, με τα καταστήματα, τα σπίτια και τους ανθρώπους της. Πηγή φωτογραφίας: Αρχείο Δ. Βάσου.
Μια παλιά φωτογραφία από τα χρόνια της Κατοχής μάς παρουσιάζει μια ασυνήθιστη εικόνα: τον μητροπολίτη Άρτας Σπυρίδωνα Γκινάκα καθισμένο σε ένα κάρο, μαζί με δύο άλλους Αρτινούς, στον δρόμο προς τους αντάρτες του Ναπολέοντα Ζέρβα.
Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε το 1999 στο λεύκωμα ΠΡΟΤΑΣΗ της Νομαρχίας Άρτας, με τη λεζάντα «Ο Δεσπότης Άρτας Σ. Γκινάκας και άλλοι Αρτινοί προς συνάντηση με τους αντάρτες του στρατηγού Ζέρβα».
Το ιστορικό πλαίσιο μιας τέτοιας συνάντησης φωτίζει ο Κωνσταντίνος Χ. Βάγιας στο βιβλίο του Η Άρτα του Πολέμου και της Κατοχής, περιγράφοντας μια αποστολή μεσολάβησης του μητροπολίτη σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή για την πόλη.
Τον Σεπτέμβριο του 1943, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η Άρτα βρέθηκε σε κατάσταση μεγάλης αναστάτωσης. Η αλλαγή των στρατιωτικών συσχετισμών, η παρουσία των γερμανικών δυνάμεων και η απειλή εισόδου των ανταρτών στην πόλη προκαλούσαν έντονη ανησυχία. Πολλοί κάτοικοι είχαν ήδη εγκαταλείψει τα σπίτια τους και είχαν καταφύγει στην ύπαιθρο.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, οι αρχές της Άρτας αποφάσισαν να στείλουν αντιπροσωπεία στους αντάρτες, με επικεφαλής τον μητροπολίτη Σπυρίδωνα Γκινάκα. Τον συνόδευαν ο συμβολαιογράφος Δημήτριος Λιαροκάπης και ο έμπορος Απόστολος Παπανικολάου.
Σύμφωνα με τον Βάγια, ο μητροπολίτης Σπυρίδων Γκινάκας, ο συμβολαιογράφος Δημήτριος Λιαροκάπης και ο έμπορος Απόστολος Παπανικολάου επιβιβάστηκαν σε κάρο και κατευθύνθηκαν προς το μοναστήρι Θεοτοκιό, έξω από την Άρτα, όπου βρισκόταν το υπαρχηγείο των ανταρτών. Εκεί εξέθεσαν τους κινδύνους που αντιμετώπιζε η πόλη και ζήτησαν να ματαιωθεί η είσοδος των ανταρτικών δυνάμεων στην Άρτα Οι αντάρτες, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, υποσχέθηκαν ότι δεν θα επιχειρούσαν να εισέλθουν στην πόλη και ότι θα αποσύρονταν.
Το περιστατικό εντάσσεται στις δραματικές εξελίξεις που ακολούθησαν την ιταλική συνθηκολόγηση. Ο Βάγιας σημειώνει ότι περίπου στις πέντε το απόγευμα οι Ιταλοί παρέδωσαν τον οπλισμό τους στους Γερμανούς.
Η μαρτυρία αυτή αναδεικνύει μια ακόμη πτυχή της δράσης του μητροπολίτη Σπυρίδωνα Γκινάκα κατά την Κατοχή. Σε μια περίοδο κατά την οποία η πόλη βρισκόταν αντιμέτωπη με τον φόβο νέων συγκρούσεων, ο μητροπολίτης ανέλαβε, μαζί με εκπροσώπους της τοπικής κοινωνίας, μια αποστολή μεσολάβησης με σκοπό την προστασία των κατοίκων.
Στα χρόνια της Κατοχής, η Άρτα βρέθηκε αντιμέτωπη με την πείνα, τις στερήσεις, την ανασφάλεια και, αργότερα, τις διώξεις και τα αντίποινα των κατακτητών. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο μητροπολίτης Άρτας Σπυρίδων Γκινάκας κλήθηκε να αντιμετωπίσει προβλήματα που ξεπερνούσαν κατά πολύ τα όρια των εκκλησιαστικών του καθηκόντων.
Στις 24 Δεκεμβρίου 1941 τον συναντούμε ως πρόεδρο της Επιτροπής Δημοσίας Αντιλήψεως και Κοινωνικής Προνοίας Νομού Άρτης. Στην επιτροπή συμμετείχαν επίσης εκπρόσωποι της διοίκησης και της τοπικής κοινωνίας, με σκοπό την αντιμετώπιση των οξυμένων κοινωνικών αναγκών. Η δραστηριότητά του στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας περιλάμβανε και την οργάνωση λαϊκών συσσιτίων, σε μια περίοδο κατά την οποία η εξασφάλιση της καθημερινής τροφής αποτελούσε ζήτημα επιβίωσης για πολλές οικογένειες της πόλης.
Η παρουσία του, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στην αντιμετώπιση της πείνας και των στερήσεων. Σύμφωνα με τις αναφορές του Κωνσταντίνου Χ. Βάγια, ο μητροπολίτης προέβη σε διαμαρτυρίες προς τον Ιταλό φρούραρχο για βιαιοπραγίες και αυθαιρεσίες σε βάρος των κατοίκων, ενώ παρενέβη και σε περιπτώσεις επικείμενων εκτελέσεων, επιδιώκοντας τη ματαίωσή τους. Οι ενέργειες αυτές φανερώνουν τον ρόλο που μπορούσε να αναλάβει ο επικεφαλής της τοπικής Εκκλησίας ως μεσολαβητής ανάμεσα στον πληθυσμό και τις κατοχικές αρχές.
Μια άλλη, ιδιαίτερα σημαντική πτυχή της δράσης του συνδέεται με την εβραϊκή κοινότητα της πόλης.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, όπως την κατέγραψε ο ιστορικός Κωνσταντίνος Τσιλιγιάννης και την παρουσιάζει το Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, τον Οκτώβριο του 1943 ο Γκινάκας επιχείρησε να παρέμβει στις γερμανικές αρχές για τα περιοριστικά μέτρα που επιβάλλονταν στους Εβραίους της Άρτας. Όταν η παρέμβασή του δεν απέδωσε, φέρεται να τους συμβούλευσε να αναζητήσουν καταφύγιο στα γύρω χωριά. Λίγους μήνες αργότερα, στις 24 Μαρτίου 1944, η εβραϊκή κοινότητα της Άρτας θα γνώριζε τη μεγαλύτερη τραγωδία της ιστορίας της, με τη σύλληψη και την εκτόπιση εκατοντάδων μελών της.
Η οργάνωση της κοινωνικής πρόνοιας, οι παρεμβάσεις προς τις κατοχικές αρχές, οι προσπάθειες προστασίας των διωκόμενων και οι επαφές του με την Αντίσταση συνθέτουν την εικόνα ενός μητροπολίτη που βρέθηκε αντιμέτωπος με τις δοκιμασίες της τοπικής κοινωνίας και ανέλαβε ενεργό ρόλο στην αντιμετώπισή τους.
Πηγές:
Κωνσταντίνος Χ. Βάγιας, Η Άρτα του Πολέμου και της Κατοχής, Άρτα, 2004.
Κωνσταντίνος Τσιλιγιάννης, μαρτυρία για τη στάση του μητροπολίτη απέναντι στους διωγμούς των Εβραίων της Άρτας, όπως παρουσιάζεται από το Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος.
Καταγραφή του ιερέα Σταύρου Παπαχρήστου στο Ευαγγέλιο του Αγίου Δημητρίου Άρτας, όπως παρατίθεται στον Κ. Χ. Βάγια.
Φωτογραφία: Ο μητροπολίτης Άρτας Σπυρίδων Γκινάκας. Ιστορικό Αρχείο της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1937.
Σάββατο 26 Απριλίου 1941. Η Ελλάδα ζει τις τελευταίες ημέρες της γερμανικής εισβολής. Το μέτωπο έχει καταρρεύσει και οι στρατιωτικοί σχηματισμοί διαλύονται. Μέσα σε αυτές τις δραματικές συνθήκες, στην Άρτα διαδραματίζεται ένα περιστατικό που συνδέει την ιστορία του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων με την κατοπινή Εθνική Αντίσταση.
Εκείνο το πρωινό, στις 10, ο υπολοχαγός Γεώργιος Σιμόπουλος, από το Βουργαρέλι, παρουσιάζεται στην Ιερά Μητρόπολη Άρτας. Στα χέρια του κρατά την πολεμική σημαία του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων Άρτας, την οποία παραδίδει στον μητροπολίτη Σπυρίδωνα Γκινάκα για να τη διαφυλάξει.
Το περιστατικό κατέγραψε ο ιερέας Σταύρος Παπαχρήστος, γνωστός ως παπα-Σταύρος, στις τελευταίες λευκές σελίδες του Ευαγγελίου του ναού του Αγίου Δημητρίου Άρτης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η σημαία παραδόθηκε στον μητροπολίτη «προς διαφύλαξίν της μέχρις ότου ο Πανάγαθος Θεός ευδοκιμήση ίνα ίδωμεν και ταύτην κυματίζουσαν και πάλιν». Ο μητροπολίτης την παρέλαβε βαθιά συγκινημένος και την τοποθέτησε σε ασφαλές μέρος. Ο παπα-Σταύρος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ο Σεβασμιώτατος λαμβάνει την Σημαίαν εις τας χείρας του και συγκεκινημένος λίαν […] την ετοποθέτησεν εις ασφαλές μέρος».
Η ιστορία της σημαίας, ωστόσο, δεν σταματά εκεί.
Αρκετό καιρό αργότερα, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η σημαία πέρασε από τα χέρια του μητροπολίτη Άρτας στον αρχηγό του ΕΔΕΣ Ναπολέοντα Ζέρβα, ως αναγνώριση της αντιστασιακής του δράσης. Η παράδοση πραγματοποιήθηκε με τη μεσολάβηση του Χαρίλαου Βάγια, κοινού φίλου των δύο ανδρών. Το γεγονός, σύμφωνα με τον συγγραφέα, αναφέρεται και στο προσωπικό ημερολόγιο του Ναπολέοντα Ζέρβα.
Έτσι, η πολεμική σημαία του ιστορικού αρτινού Συντάγματος, που είχε παραδοθεί στη Μητρόπολη για να διασωθεί από τις συνέπειες της κατάρρευσης του μετώπου, συνδέθηκε στη συνέχεια και με την Εθνική Αντίσταση.
Από τα χέρια του υπολοχαγού Σιμόπουλου στον μητροπολίτη Άρτας και από εκεί στον Ναπολέοντα Ζέρβα, η διαδρομή της σημαίας αποτελεί μια ξεχωριστή ιστορία των χρόνων του πολέμου και της Κατοχής στην Άρτα. (Πηγή: Κωνσταντίνος Χ. Βάγιας, Η Άρτα του Πολέμου και της Κατοχής, Άρτα, 2004, σ. 115.)
Στη φωτογραφία “Επιθεώρηση τμημάτων των Εθνικών Ομάδων Ελλήνων Ανταρτών (ΕΟΕΑ)”. Στη σημαία διακρίνεται λευκός σταυρός και μια ασαφής λεπτομέρεια στο κέντρο του. Παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν πρόκειται για την πολεμική σημαία του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων που, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Χ. Βάγια, παραδόθηκε στον Ναπολέοντα Ζέρβα. Πηγή: Κομνηνός Πυρομάγλου, Η Εθνική Αντίστασις, Αθήνα, 1975.
Μια παλιά, αχρονολόγητη φωτογραφία μάς μεταφέρει στην Άρτα του Μεσοπολέμου. Ανάμεσα σε στρατιωτικούς και πολιτικούς επισήμους διακρίνεται ο μητροπολίτης Άρτας Σπυρίδων Γκινάκας, ένας ιεράρχης που συνέδεσε το όνομά του με ορισμένες από τις πιο ταραγμένες περιόδους της νεότερης ιστορίας της πόλης.
Γεννημένος στην Πρέβεζα το 1876 και απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, ανέλαβε τη Μητρόπολη Άρτας το 1912. Λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε αντιμέτωπος με τις συνέπειες του Εθνικού Διχασμού.
Η συμμετοχή του στο ανάθεμα κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου, τον Δεκέμβριο του 1916, οδήγησε στην έκπτωσή του από τον μητροπολιτικό θρόνο το 1917. Στο αυτοβιογραφικό σημείωμα που συνέταξε στις 17 Μαΐου 1937 αναφέρει ότι η απομάκρυνσή του διήρκεσε από τις 3 Νοεμβρίου 1917 έως τον Οκτώβριο του 1920. Οι μεταγενέστερες εκκλησιαστικές βιογραφίες τοποθετούν την επίσημη αποκατάστασή του στο 1923.
Ο Γκινάκας παρέμεινε μητροπολίτης Άρτας έως τον θάνατό του το 1948. Στη μακρά αρχιερατεία του γνώρισε δύο παγκόσμιους πολέμους, τον Εθνικό Διχασμό και τη γερμανική Κατοχή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση του στα χρόνια 1941–1944. Η διαφύλαξη της πολεμικής σημαίας του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων, η συμμετοχή του στην κοινωνική πρόνοια, οι επαφές του με τους αντάρτες του Ναπολέοντα Ζέρβα και οι μαρτυρίες για την παρέμβασή του υπέρ των Εβραίων της Άρτας αποτελούν διαφορετικές πτυχές της δράσης του, στις οποίες θα επανέλθουμε με ξεχωριστές αναρτήσεις.
Φωτογραφία: Ο μητροπολίτης Άρτας Σπυρίδων Γκινάκας μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών επισήμων. Αχρονολόγητη φωτογραφία, πιθανότατα της περιόδου του Μεσοπολέμου. (Αρχείο Δ. Στόγια)
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.