Μια γυναίκα υψώνει την ελληνική σημαία στο Βουργαρέλι, 1943

Βουργαρέλι, 1943. Γυναίκα, πιθανότατα η Βάσω Λαλάκου, υψώνει την ελληνική σημαία σε εξώστη του χωριού. Σύμφωνα με τη λεζάντα του βιβλίου, η φωτογραφία έχει πιθανότατα ληφθεί στην οικία του ιατρού Μήτσου Αναγνώστου, όπου στεγαζόταν τότε το αρχηγείο του Ναπολέοντα Ζέρβα.
Πηγή: Αρχείο ιατρού Π. Γεωργακόπουλου, στο Ι. Π. Γεωργακόπουλος, 9 Χρόνια & 9 Μήνες.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Βουργαρέλι, Μάιος 1943: Ο βομβαρδισμός και οι μέρες που ακολούθησαν

5 Μαΐου 1943 – «Η πιο μαύρη μέρα των Βουργαρελιωτών»

Ημέρα Τετάρτη 5 Μαΐου 1943.

Η μέρα αυτή είναι η πιο μαύρη μέρα των Βουργαρελιωτών. Ημέρα που δοκιμάσθηκε πιο σκληρά από τα Γερμανικά στούκας, με τα οποία οι Γερμανοί πίστεψαν ότι θα μας αφανίσουν μία και καλή, ως αντάρτες, ως επανάστασιν.

Όλη την ημέρα το Βουργαρέλι βομβαρδιζόνταν με συνεχή κύματα αεροπλάνων, τα οποία φόρτωναν τες βόμβες από το αεροδρόμιο των Ιωαννίνων και τες ξεφόρτωναν στο ωραίο χωριό του Βουργαρελίου, για να σβήσουν από τη γη μας το θρυλλικόν αυτό χωριό με τους ατσαλένιους πολεμιστάς του, γιατί βρέθηκαν αντιμέτωποι των νέων αυτών βαρβάρων οι οποίοι ξεπέρασαν στη κτηνωδία τας ορδές του Αττίλα.

Πολύ αργά το βράδυ της ημέρας αυτής βρέθηκα κοντά στη σπηλιά του Βάγγη στη Δρακότρυπα, για κάποια προστασία. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού διανυκτερεύουν απόψε κοντά σ’ αυτή τη σπηλιά. Άλλοι μέσα άλλοι απ’ έξω. Προσπαθώ να καθησυχάσω κάπως τους πιο απελπισμένους χωριανούς και τους χαροκαμμένους. Όλοι τους με παρακολουθούν με τα μάτια τους, βουβοί και σκεπτικοί. Δεν είναι εύκολο πράγμα η παρηγοριά, αυτή τη στιγμή. Έχασαν ανθρώπους τους, έχασαν σπίτια και τη σοδειά τους και δεν ξέρουν ακόμη τι τους περιμένει. Τους νεκρούς τους θάψαμε το βραδάκι που σταμάτησε ο βομβαρδισμός, τους τραυματίας τους περιποιούμεθα όπως μπορούμε καλύτερα στο μοναστήρι, στο σπίτι του Βάγγη και σε μερικά άλλα αγροτόσπιτα, έξω από το χωριό. Ο κίνδυνος για όλους μας δεν πέρασε ακόμη. Πιθανόν και αύριο με τα χαράματα να έχωμε τα ίδια. Μερικά σκυλιά ουρλιάζουν πένθιμα, κακά προμηνύματα για τους κατοίκους. Έτσι τα εξηγούν αι γυναικούλες που αγκαλιάζουν σφιχτά τα παιδιά τους μέσα στη σπηλιά και προσπαθούν να τα αποκοιμήσουν. Για βραδυνό φαγητό κανείς των δεν νοιάζεται, καίτοι είναι όλοι τους νηστικοί από χθές. Δηλαδή 24 ώρες τώρα. Κάπου μου στρώσανε και μένα μία κάπα, κοντά στη σπηλιά για να ξαπλώσω και να κοιμηθώ. Ο ύπνος όμως δεν είναι εύκολος προ πάντων για μένα. Εγώ είμαι ο Αρχηγός, εγώ είμαι αυτός που τους ξεσήκωσα σε επανάστασι κατά του ισχυρού κατακτητού, εγώ είμαι ο αίτιος αυτής της καταστροφής. Είναι πολύ ξαφνική αυτή η καταστροφή και δεν ξέρω αυτή η σιωπή όλων των κατοίκων τι συναισθήματα αντιπροσωπεύει. Δεν άκουσα από κανέναν διαμαρτυρία καμμία, αλλά όλοι είναι σκεπτικοί και αμίλητοι.

«Και τώρα ας σημειώσω τα χαρακτηριστικότερα γεγονότα της ημέρας»

Κατοικώ στο σπίτι του Χρήστου Λαναρά στο πάνω πάτωμα από πενταμήνου. Ώρα 05:30 με ξύπνησε ο βόμβος δύο αεροπλάνων που τα βλέπω από το παράθυρο. Είναι αναγνωριστικά Γερμανικά και κάνουν βόλτες από πάνω μας. Αντιλαμβάνομαι ότι κάτι κακό θα συμβή για να βρίσκονται αυτή την ώρα από πάνω μας τόσο επίμονα. Είμαι ακόμη μισόγυμνος, παρακολουθών. Προσπάθησα να ειδοποιήσω να κτυπήσουν την καμπάνα για να εγκαταλείψουν οι κάτοικοι το χωριό, όλοι σχεδόν κοιμούνται ακόμα. Δεν προφθάνω όμως διότι ένα σμήνος βομβαρδιστικών από κατεύθυνσιν Βορράς – Νότος ξεπροβάλλει από την κορυφή των Τζουμέρκων και ξεφορτώνουν τες βόμβες τους. Παρακολουθώ την τροχιά των βομβών, τες άφησαν τα αεροπλάνα μόλις ξεπρόβαλαν στο βουνό, ευτυχώς πέφτουν χαμηλά στα τελευταία σπίτια του χωριού. Όλοι οι κάτοικοι αλλόφρονες προσπαθούν να κρυφτούν όπως ο καθένας μπορεί. Η καμπάνα του χωριού κτυπάει δαιμονισμένα αλλά η προειδοποίησις είναι πλέον περιτή. Δεύτερο σμήνος ακολουθεί το πρώτο και ρίχνει βόμβες, τρίτο σμήνος και τέταρτο. Οι βόμβες πέφτουν τώρα μέσα στο χωριό. Στο κέντρον του χωριού, στη πλατεία, στες απάνω βρύσες όπου σκοτώνουν έναν Βουργαρελιώτη κρυμμένον στο υπόγειο αυλάκι του νερού. Στη πλατεία έχουμε άλλον νεκρό, το σπίτι του Λοχαγού μου Κ. Παπαδόπουλου σκοτώνεται η 19χρονη κόρη του, το σπίτι του Γ. Παπαδημητρίου γκρεμίζεται από βόμβα που έπεσε επάνω του, ευτυχώς δεν ήταν κανείς μέσα, είχαν προλάβει όλοι τους και απομακρύνθηκαν προς την παρακείμενη ρεματιά, η αδελφή του Στρατηγού Ζέρβα Κούλα Λαλάκου τραυματίζεται.

Σε μία μικρή ανάπαυλα της επιδρομής πηγαίνω στην πλατεία να μάθω, να δώσω εντολάς, να ενθαρρύνω, να προσφέρω τη βοήθεια μου. Εκεί συναντώ δύο αντάρτες μου οι οποίοι διακομίζουν έναν τραυματίαν, ειδοποιώ πως όλοι πρέπει να καταφεύγουν προς τες απέναντι πλαγιές που είναι πυκνά δασωμένες από έλατα και να προστατεύονται από τες μεγάλες πέτρες των δύο εκατέρωθεν ρεματιών.

Τα αεροπλάνα συνεχίζουν το μακάβριο έργο τους. Τώρα χρησιμοποιούν και τα πολυβόλα τους, όταν έχουν ρίξει τες βόμβες των. Δύο πολυβόλα δικά μου διακρύνω ότι βάλλουν εναντίον των αεροπλάνων. Πετούν όμως πολύ ψηλά, όχι γιατί φοβήθηκαν την αντιαεροπορική μου άμυνα η οποία στην ουσία δεν υπάρχει, αλλά διότι το χωριό είναι κτισμένο στα όρια των Τζουμέρκων τα οποία έχουν υψόμετρο 2000 μέτρα και άνω και το χωριό μόνον 700 μέτρα. Αυτό το γεγονός αναγκάζει τα αεροπλάνα να πετούν ψηλά, 2500-3000 μέτρα και να βλέπουν το χωριό – στόχος αιφνιδιαστικά μετά την κορυφή του βουνού, ώστε και η ευστοχία τους να είναι περιορισμένη. Κατακαϋμένα Τζουμέρκα που με τον όγκο σας προστατεύετε τους κατοίκους σας. Τα Τζουμέρκα επίσης λόγω του ύψους τους αναγκάζουν τα εχθρικά αεροπλάνα να πετούν από Βορρά προς Νότο και όχι αντιθέτως, διότι φοβούνται μήπως κατερχόμενα ενσφηνωθούν στο βουνό. Άλλο πλεονέκτημα του Βουργαρελίου για την προστασία από αεροπορικούς βομβαρδισμούς, είναι αι δύο εκατέρωθεν ρεματιές με ογκώδεις βράχους και δασωμένες εκατέρωθεν πλαγιές προς Ομαλή και Προφήτη Ηλία καθώς και προς τα Τζουμέρκα που ανυψούνται απότομα αμέσως βορείως του μοναστηρίου.

Ώρα 14:45 – Τα τελευταία αεροπλάνα απομακρύνονται

Ώρα 14:45, απομακρύνονται τα τελευταία Γερμανικά αεροπλάνα. Κουράστηκαν πλέον οι Γερμανοί αεροπόροι να ρίχνουν. 10 ώρες ξεφορτώνουν φωτιά και σίδερο στο μικρό αυτό χωριό. Ολόκληρες αποθήκες βομβών εξεκενώθησαν από τα αεροδρόμια Ιωαννίνων, η λύσσα τους σταμάτησε πλέον τουλάχιστον για σήμερα. Οι τολμηρότεροι κάτοικοι εμφανίζονται στο χωριό, στα σπίτια τους, στα ζωντανά τους για να διαπιστώσουν το βαθμό της καταστροφής. Προσπαθώ ακόμη να τους αποτρέψω αλλά η προσπάθεια μου αυτή δεν είναι τόσο εύκολη. Στους δρόμους βρίσκονται οι νεκροί των, τραυματίαι που κρύφτηκαν μόνοι τους και έχουν ανάγκην βοήθειας, σπίτια που γκρεμίζονται και καίγονται.

Έπεσαν μεγάλες βόμβες των 250-500 και 800 κιλών. Πολλές φαίνονται σκορπισμένες χωρίς να έχουν σκάση, ο κίνδυνος είναι άμεσος. Διέταξα μετά την ταφήν των νεκρών, την πλήρη εγκατάληψιν του χωριού και την ασφάλειαν των κατοίκων υπό περιπόλων.

Οι απώλειες

Το βραδάκι διεπιστώθησαν αι προξενηθείσαι απώλειαι σε νεκρούς, τραυματίες, και καταστροφάς, ούτω:

Εφονεύθησαν:

  1. Βασιλική σύζυγος Δημ. Σούσου εκ Βουργαρελίου.
  2. Μαρία θυγάτηρ Δημ. Σούσου.
  3. Γεώργιος υιός Δημ. Σούσου.
  4. Ευαγγελή θυγ. Νικολ. Πλούμπη.
  5. Γεώργιος Καρανάσιος γραμ. Ειρηνοδικείου εκ Θεσσαλίας.
  6. Μαρία σύζυγος Γ. Καρανάσιου.
  7. Βούλα θυγάτηρ Γ. Καρανάσιου.
  8. Μαγδαληνή χήρα Θωμά Σόφη εκ Βουργαρελίου.
  9. Λέλα θυγάτηρ Λοχαγού Κ. Παπαδόπουλου εκ Βουργαρελίου.
  10. Γεώργιος Τσιμπλικούκος μόνιμος αντάρτης εκ Βουργαρελίου.
  11. Γεώργιος Χουλιάρας μόνιμος αντάρτης από Λεπιανά.
  12. Γεώργιος Μπετχαβάς από Άνω Καλεντίνη.
  13. Παπαχρήστος Θεοχάρης Ιερέας εκ Ράμιας.
  14. …………. άγνωστο επώνυμο.

Τραυματισθέντες περί τους 30.

Καταστροφαί 60-65% των οικιών του χωριού.

Υπέβαλλα μία σύντομη αναφορά στον Αρχηγό.

6 Μαΐου 1943 – Το συνεργείο του Tom Barnes

Ξημερώσαμε στο ύψωμα Ομαλή κοντά στη σπηλιά. Πλην των οικογενειαρχών και των μονίμων ανταρτών, τα γυναικόπαιδα απηγόρευσα να κατέλθουν στο χωριό. Διά τηλεφώνου παρακάλεσα την Αγγλική απόστολή εις Θεοδώριανα να φροντίση το ταχύτερον διά καταλλήλου συνεργείου να εξουδετερωθώσι αι μη εκραγείσαι νάρκες.

Η προσπάθεια αυτή άρχισε την ίδια μέρα με επικεφαλής έναν γενναίον Άγγλον ή μάλλον Νοεζηλανδό Ταγματάρχην Μηχανικού Τομ Μπάρνες. Ο Ταγματάρχης αυτός άριστος σαμποτέρ, προήχθη επί του πεδίου της μάχης κατά την ανατίναξιν της γέφυρας του Γοργοποτάμου την 25/11/42.

Οι κάτοικοι του Βουργαρελίου ανέκτησαν το θάρρος των, ξαναβρήκαν τον εαυτόν τους και υπομονετικοί ψύχραιμοι, χωρίς κανέναν γογκισμό ή διαμαρτυρία επεδόθησαν εις την περισυλλογήν και την αποκατάστασιν των ζημιών. Η αγωνιστική πίστις, η μανία της εκδικήσεως και το μίσος κατά του κατακτητού, εκορυφώθησαν. Ήταν μεγάλη η μανία των καταστροφέων Γερμανών, αλλά και η εκδίκησις είναι καθολική. Αι απώλειες κρίνονται μικρές, εν συγκρίσει με τον πληθυσμόν του χωριού και του δεκάωρου συνεχή βομβαρδισμού. Τούτο αποδίδω εις την προστατευτικήν θέσιν την οποίαν κατέχει το χωριό, καλυπτόμενο με τον όγκο των Τζουμέρκων, εις τους βράχους και τες σπηλιές του, εις την δασωμένη πλησίον του έκτασιν και εις την τήρησιν της παραδειγματικής ψυχραιμίας και τάξεως υπό των κατοίκων.

Οι κάτοικοι του χωρίου ανήρχοντο την 5ην Μαΐου εις 1500 ψυχάς. Επί πλέον αυτών ευρίσκοντο εις το Βουργαρέλι περί τους 500 ακόμη αξκούς, οπλίτας αντάρτας, συνδέσμους και Επιτροπάς Αγώνος, άλλων πλησιεστέρων χωριών.

Οι Γερμανοί μη δυνάμενοι να κτυπήσουν το επαναστατικό κίνημα με στρατό και επίγειες επιχειρήσεις, θέλησαν να κάμψουν το ηθικόν και να παραλύσουν την επανάστασι, προσβάλοντες τα κέντρα των ανταρτών. Το Βουργαρέλι πράγματι αποτελεί το μεγαλύτερον κέντρον των ανταρτών και δικαιολογημένως επελέγη ως στόχος της αεροπορίας του κατακτητού.

Απέτυχαν όμως οι Γερμανοί στες προβλέψεις των, διότι από την επομένην του βομβαρδισμού η κατάστασις της δοκιμασίας πέρασε οριστικώς, για να χαλιβδώση περισσότερο τες καρδιές των αγωνιστών εναντίον της βίας, εναντίον της σκλαβιάς για την οποίαν οι Έλληνες δεν είναι γεννημένοι, παρ’ όλες τες μηχανικές εξελίξεις του στρατού κατοχής και παρ’ όλην την σκληρότητά του. Τίποτα δεν θα φοβίση τους Τζουμερκιώτες αφού απεφάσισαν να πολεμήσουν. Όσο δυνατός και αν είναι ο κατακτητής βάρβαρος είναι και σαν τέτοιον θα τον πολεμήσωμε, έστω και αν όλοι πέσουμε. Αυτές τες σκέψεις άκουγα σήμερα στη πλατεία του χωριού απ’ όλους.

Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που με κάνει να πιστεύω ότι επέτυχα εις την κρίσιν μου για τα ψυχικά χαρίσματα των Τζουμερκιωτών εις τα οποία βασίστηκα από τες πρώτες ημέρες του ξεσηκωμού. Τώρα θα συνεχίσω την εργασίαν μου με νέες δυνάμεις, με καινούργια φτερά.

Συνέταξα μία λεπτομερή έκθεσι επί του βομβαρδισμού του Βουργαρελίου, την οποίαν υπέβαλα στον Αρχηγό Ζέρβα. Επίσης εζήτησα από την Αγγλικήν Αποστολή οιανδήποτε βοήθειαν διά τους αστέγους, τους πτωχούς οι οποίοι έχασαν και το τελευταίο σπυρί καλαμποκιού και τα ορφανά. Σκηνές, κουβέρτες, φάρμακα ήσαν τα πλέον αναγκαία. Ο ιατρός Αναγνώστου, παρά το μεγάλο πλήγμα που υπέστη από την καταστροφή του σπιτιού του και των υπαρχόντων, αλλά ιδιαιτέρως από τον θάνατον της πρώτης του ανηψιάς, της 19χρονης Λέλας Παπαδοπούλου, ακλόνητος, στοργικότατος ευρίσκεται στο πλευρόν κάθε τραυματίου και κάθε πονεμένου, προσφέροντας τες υπηρεσίες του ως γιατρού και ως συνανθρώπου που πραγματικά συμπονεί και συνυποφέρει.

7, 8, 9 Μαΐου 1943 – «Το συνεργείο του Τομ Μπάρνες δουλεύει»

Παρά την ψυχραιμίαν την οποίαν επιδεικνύουν οι Βουργαρελιώτες δεν μπορούν ακόμη να συνέλθουν. Ο φόβος νέου βομβαρδισμού υπάρχει. Αντιμετωπίζω την εγκατάστασιν, προσωρινώς τουλάχιστον, ανταρτών και κατοίκων εκτός του χωριού. Αυτό όμως μου είναι πολύ δύσκολον διότι δεν διαθέτω τίποτε γι’ αυτή την υπαίθριο εγκατάστασι. Οι Άγγλοι δεν φαίνεται ότι μπορούν να βοηθήσουν σε τίποτε. Την μόνην βοήθειαν που βλέπω τώρα, είναι το συνεργείο εκκαθαρίσεως των βομβών που άρχισε συστηματικά τη δουλειά του. Από τες βόμβες αυτές που δεν έσκασαν, ο κίνδυνος είναι μεγάλος και η πλήρης εξουδετέρωσις των θα βραδύνη 8-10 ημέρες, γιατί είναι πολλές. Φύλαξε και σ’ αυτό ο Θεός. Πόσα θύματα θα κλαίγαμε αν έσκαζαν όλες; Είναι μερικές απ’ αυτές πολύ μεγάλες, 500 κιλών και απάνω. Το συνεργείο του Τομ Μπάρνες δουλεύει.

Πηγή: Γεώργιος Αγόρος, ανέκδοτο ημερολόγιο, 5–9 Μαΐου 1943. Αποσπάσματα δημοσιευμένα από τον κ. Γιάννη Αγόρο.

Στη φωτογραφία “Φροντίδα τραυματιών στην ύπαιθρο. Ο ιατρός Π. Γεωργακόπουλος διακρίνεται αριστερά, πάνω από το φορείο.”
Πηγή: Ι. Π. Γεωργακόπουλος, «9 Χρόνια & 9 Μήνες», σ. 176.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Θεοδώριανα, Μάιος 1943: Στην έδρα της Βρετανικής Αποστολής

Στις αρχές Μαΐου του 1943 τα Θεοδώριανα βρίσκονταν για ένα σύντομο αλλά ιδιαίτερα σημαντικό διάστημα στο επίκεντρο της δράσης της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην ορεινή Ελλάδα. Η Αποστολή είχε ήδη εγκατασταθεί στο χωριό την άνοιξη του 1943, έχοντας μετακινηθεί από την περιοχή του Αυλακίου Ευρυτανίας. Η επιλογή των Θεοδωριάνων, απομονωμένων και προστατευμένων από τον ορεινό όγκο των Τζουμέρκων, πρόσφερε μια βάση από την οποία τα στελέχη της μπορούσαν να διατηρούν επαφή με τις αντιστασιακές δυνάμεις και να οργανώνουν τις επόμενες επιχειρήσεις τους.

Μια πρώτη σαφή εικόνα της λειτουργίας αυτής της βάσης έχουμε αμέσως μετά τον βομβαρδισμό του Βουργαρελίου, στις 5 Μαΐου 1943. Την επομένη ο ίλαρχος Γεώργιος Αγόρος, που βρισκόταν στην Ομαλή, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Αγγλική Αποστολή στα Θεοδώριανα και ζήτησε τη βοήθειά της για την εξουδετέρωση των βομβών που δεν είχαν εκραγεί. Η ανταπόκριση ήταν άμεση: την ίδια ημέρα ξεκίνησε για το Βουργαρέλι ειδικό συνεργείο με επικεφαλής τον Νεοζηλανδό αξιωματικό του Μηχανικού Tom Barnes.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 13 Μαΐου 1943, τραβήχτηκε στα Θεοδώριανα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα φωτογραφία. Σε αυτήν εικονίζονται, σύμφωνα με τη σωζόμενη λεζάντα, ο ταγματάρχης Bill Jordan, ο ταγματάρχης Arthur Edmonds, ο Tom Barnes, ο John Stevens, ο Θέμης Μαρίνος, ο λοχαγός Phillips και, στην άκρη δεξιά, ο Chris Woodhouse· το πρώτο πρόσωπο παραμένει άγνωστο.

Η συγκέντρωση τόσων στελεχών της Συμμαχικής Αποστολής στα Θεοδώριανα δεν ήταν τυχαία. Την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε εξέλιξη η προετοιμασία των θερινών επιχειρήσεων και η προσπάθεια συντονισμού της δράσης των αντιστασιακών δυνάμεων με το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Η φωτογραφία της 13ης Μαΐου αποτυπώνει έτσι μια μικρή αλλά χαρακτηριστική στιγμή αυτής της περιόδου: ένα απομακρυσμένο χωριό των Τζουμέρκων είχε μετατραπεί προσωρινά σε σημαντικό κέντρο της Συμμαχικής Αποστολής στην κατεχόμενη Ελλάδα. (Πηγές: Γεώργιος Αγόρος, Ημερολόγιο και αναφορές, Μάιος 1943.Έκθεση Δράσης ΕΟΕΑ – 3/40 Συντάγματος Ευζώνων, 1942–1945.)

“Photograph taken by Tom Barnes: group at Theodoriana, 13th May 1943. L to R: unknown, Maj Bill Jordan, Maj Arthur Edmonds, Lt Col Tom Barnes, Lt Col John Stevens, Capt Themi Marinos, Capt Phillips, Col Chris Woodhouse.” Πηγή: Αφίσα της εκδήλωσης “Greece at War: marking 70 years since the end of ‘Hitler’s Greece’”, The Society for Modern Greek Studies, The Hellenic Centre, London, 28 October 2014.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Πάγκοι και παράγκες στο παλιό Μουχούστι

Εικόνες από την εμποροπανήγυρη της Άρτας στη δεκαετία του ’50

Χθες δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ» το άρθρο μου «Μουχούστι: Η ιστορία πίσω από τη μεγάλη εμποροπανήγυρη της Άρτας». Σε αυτό προσπάθησα, μέσα από παλιές πηγές αλλά και προφορικές μαρτυρίες, να παρακολουθήσω την ιστορία της μεγάλης εμποροπανήγυρης της πόλης, που για τους παλιότερους Αρτινούς ήταν και παραμένει το «Μουχούστι».

Σήμερα θέλησα να επιστρέψω στο ίδιο θέμα με έναν διαφορετικό τρόπο. Όχι μέσα από έγγραφα και χρονολογίες, αλλά μέσα από τρεις παλιές φωτογραφίες που μας μεταφέρουν στο Μουχούστι της δεκαετίας του 1950, γύρω από την πλατεία Κιλκίς.

Οι δύο πρώτες προέρχονται από το αρχείο της Μαρίας Παπαθεοδώρου και η τρίτη από το αρχείο του Σταύρου Μαστοράκη. Δεν γνωρίζουμε αν τραβήχτηκαν την ίδια χρονιά. Μαζί, όμως, διασώζουν κάτι που δύσκολα περιγράφεται μόνο με λόγια: πώς ήταν στημένο το παζάρι, πώς απλωνόταν η πραμάτεια και πώς συνυπήρχαν οι πάγκοι και οι παράγκες των εμπόρων.

Οι πάγκοι με τα μάλλινα

Στην πρώτη φωτογραφία η πλατεία Κιλκίς έχει γεμίσει πάγκους. Γυναίκες από τα ορεινά χωριά και πωλητές μάλλινων έχουν απλώσει την πραμάτεια τους: μαλλιά, φλοκάτες, κουβέρτες και άλλα μάλλινα είδη.

Οι πωλητές αυτοί συνήθως δεν είχαν παράγκες. Έστηναν τους πάγκους τους, συχνά προς το τέλος του παζαριού ή στην περιοχή της πλατείας Κιλκίς, και πάνω τους άπλωναν όσα είχαν φέρει για πώληση.

Η εικόνα αυτή μου είναι ιδιαίτερα οικεία. Πολλοί συγγενείς μου από τους Μελισσουργούς κατέβαιναν στο Μουχούστι και πουλούσαν μαλλιά και μάλλινα είδη. Δεν γνωρίζω αν κάποιος από αυτούς βρίσκεται στη συγκεκριμένη φωτογραφία, όμως οι πάγκοι και η πραμάτεια που βλέπουμε ανήκουν σε έναν κόσμο που γνώρισα μέσα από τις οικογενειακές αφηγήσεις. Και υπάρχει στη φωτογραφία κάτι ακόμη πιο προσωπικό: σε πρώτο πλάνο διακρίνεται το περίπτερο του παππού μου, Νικολάου Μπαλάσκα.

Την παλιότερη αυτή φάση του Μουχουστιού, γύρω από την πλατεία Κιλκίς, δεν την πρόλαβα. Από τα τέλη όμως της δεκαετίας του ’60 θυμάμαι κι εγώ το παζάρι, όταν είχε πλέον μεταφερθεί στον περιφερειακό δρόμο και απλωνόταν από την περιοχή του Κρυστάλλη έως το Κάστρο. Θυμάμαι ακόμη τη διάταξή του: τις σειρές με τις παράγκες των εμπόρων και, προς το τέλος του παζαριού, τους πάγκους με τα μαλλιά και τα μάλλινα είδη. Γι’ αυτό και οι παλιές αυτές φωτογραφίες, παρόλο που ανήκουν σε μια λίγο παλαιότερη εποχή, μου φέρνουν μια εικόνα πολύ γνώριμη.

Φωτογραφία: Αρχείο Μαρίας Παπαθεοδώρου.

Οι παράγκες των εμπόρων

Στη δεύτερη φωτογραφία βρισκόμαστε σε μια διαφορετική πλευρά του Μουχουστιού: στις παράγκες των εμπόρων.

Οι παράγκες ήταν προσωρινές κατασκευές, στημένες για τις ημέρες της εμποροπανήγυρης. Η μία δίπλα στην άλλη σχημάτιζαν σειρές, ενώ ανάμεσά τους κινούνταν οι επισκέπτες του παζαριού. Τα εμπορεύματα κρέμονταν στις προσόψεις ή απλώνονταν μπροστά τους, ώστε να είναι ορατά στους περαστικούς.

Ανάμεσα στις επιγραφές ξεχωρίζει εκείνη της «ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ». Μια μικρή λεπτομέρεια της φωτογραφίας που διασώζει ακόμη και το όνομα μιας από τις εμπορικές παράγκες του παλιού Μουχουστιού.

Η φωτογραφία μάς δίνει και μια καλή εικόνα της πυκνότητας του παζαριού. Οι παράγκες βρίσκονται η μία κοντά στην άλλη, τα εμπορεύματα ξεχύνονται προς τον χώρο των περαστικών και ο κόσμος κινείται ανάμεσά τους. Για λίγες ημέρες ο γνώριμος χώρος γύρω από την πλατεία Κιλκίς άλλαζε όψη και ρυθμό.

Φωτογραφία: Αρχείο Μαρίας Παπαθεοδώρου.

Μέσα σε μια παράγκα

Η τρίτη φωτογραφία μάς πηγαίνει ακόμη πιο κοντά. Από τη γενική εικόνα του παζαριού περνάμε στο εσωτερικό μιας παράγκας.

Στους τοίχους κρέμονται κιλίμια και υφαντά με γεωμετρικά σχέδια, ενώ άλλα είναι διπλωμένα και στοιβαγμένα. Ο έμπορος ξεδιπλώνει την πραμάτεια του μπροστά σε έναν νεαρό. Ο νεαρός της φωτογραφίας δεν είναι άγνωστος: είναι ο ίδιος ο Σταύρος Μαστοράκης, από το αρχείο του οποίου προέρχεται και η φωτογραφία.

Η λεπτομέρεια αυτή μετατρέπει την εικόνα από ένα ανώνυμο στιγμιότυπο του παζαριού σε μια μικρή προσωπική μαρτυρία. Για μια στιγμή δεν κοιτάζουμε απλώς το Μουχούστι από μακριά. Βρισκόμαστε μέσα σε μια παράγκα, μπροστά στην πραμάτεια του εμπόρου, την ώρα που εκείνος την παρουσιάζει στον πελάτη.

Και γύρω τους υπάρχουν όλες εκείνες οι μικρές λεπτομέρειες που συχνά χάνονται από τις γραπτές περιγραφές: τα υφαντά που καλύπτουν σχεδόν ολόκληρους τους τοίχους, οι στοίβες των εμπορευμάτων, η λάμπα που κρέμεται από πάνω. Μια προσωρινή κατασκευή για τις ημέρες του παζαριού είχε μετατραπεί σε κανονικό μικρό κατάστημα.

Φωτογραφία: Αρχείο Σταύρου Μαστοράκη. Στη φωτογραφία εικονίζεται ο ίδιος.

Ένας κόσμος που σώζεται στις φωτογραφίες

Οι τρεις αυτές φωτογραφίες δεν αφηγούνται ολόκληρη την ιστορία της μεγάλης εμποροπανήγυρης της Άρτας. Μας επιτρέπουν όμως να δούμε κάτι που δύσκολα βρίσκουμε στις γραπτές πηγές: την εικόνα του Μουχουστιού όπως τη συναντούσε ο άνθρωπος που περπατούσε ανάμεσα στους πάγκους και τις παράγκες του.

Στους πάγκους συναντούσε τις γυναίκες των ορεινών χωριών και τους πωλητές με τα μαλλιά και τα μάλλινα είδη τους. Λίγο παραπέρα άρχιζαν οι παράγκες των εμπόρων, γεμάτες πραμάτεια. Και πίσω από όλα αυτά παρέμενε η γνώριμη πόλη, που για λίγες ημέρες κάθε χρόνο άλλαζε πρόσωπο. (Επιμέλεια κειμένου Α. Καρρά)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Άρτα, 1932 – Πάνω από τις στέγες της πόλης

Δύο νεαρές γυναίκες επιλέγουν μια ταράτσα της παλιάς Άρτας για να φωτογραφηθούν. Όχι ένα σαλόνι, ούτε μια αυλή, αλλά έναν ανοιχτό χώρο, ψηλά από τον δρόμο, με τις κεραμοσκεπές της πόλης να απλώνονται πίσω τους.

Η μία κάθεται στο χαμηλό πεζούλι, με τα πόδια να αιωρούνται, ενώ η άλλη στέκεται δίπλα της. Οι γλάστρες, οι φθαρμένοι τοίχοι και οι στέγες δημιουργούν ένα σκηνικό απλό, σχεδόν καθημερινό, που αποκτά όμως μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα μέσα από τον φωτογραφικό φακό.

Κάτι στη στάση τους, στη σοβαρότητα των προσώπων και στην ησυχία αυτού του υπερυψωμένου χώρου αποπνέει μια ανεξήγητη μελαγχολία. Σαν να βρίσκονται για μια στιγμή μακριά από την καθημερινότητα της πόλης, ενώ εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της.

Άρτα, 1932.
Πηγή: Αρχείο Έλσας Σακκά – Τζουμάκα.

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Μια εικόνα από παλιό νηπιαγωγείο της Άρτας

Μια όμορφη σκηνή από την καθημερινότητα ενός νηπιαγωγείου της Άρτας. Τα παιδιά, συγκεντρωμένα γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι, ξεφυλλίζουν εικονογραφημένα έντυπα, ενώ κάποια κοιτάζουν με περιέργεια τον φωτογραφικό φακό.

Τα μικρά ξύλινα καρεκλάκια, οι σχολικές ποδιές, οι λευκοί φιόγκοι και τα παιδικά πρόσωπα συνθέτουν μια τρυφερή εικόνα από τη σχολική ζωή μιας άλλης εποχής.

Χρονολογία: Άγνωστη.
Πηγή: Αρχείο Σοφίας Καρατζά.

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

Δύο γνώριμα πρόσωπα της ποδοσφαιρικής Άρτας

Ο Κώστας Πετρόπουλος (αριστερά), μετέπειτα πρόεδρος της Αναγέννησης Άρτας και ιδρυτής του Viola Club Arta, με τον Δημήτρη Σιακούφη, ποδοσφαιριστή και αρχηγό της Αναγέννησης, σε μια ανεπίσημη στιγμή μακριά από τα γήπεδα.

Μια όμορφη εικόνα από την καθημερινότητα των ανθρώπων που συνδέθηκαν με την ιστορία του αρτινού ποδοσφαίρου.

Χρονολογία: Μεταξύ 1969 – 1972 στη βεράντα του Ξενία Άρτης.
Πηγή: Αρχείο Λευκής Πετροπούλου.

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

Ο Benjamin Disraeli στην Άρτα του 1830: μια άγνωστη ιστορική διαδρομή

Τι είδε στην Άρτα ο νεαρός Benjamin Disraeli, σχεδόν μισό αιώνα πριν βρεθεί στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής διπλωματίας ως πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας;

Μέσα από επιστολές, ταξιδιωτικές μαρτυρίες και λογοτεχνικές αναφορές, η μικρή αυτή μελέτη ανασυνθέτει την επίσκεψή του στην οθωμανική Άρτα του 1830 και φωτίζει πρόσωπα και όψεις της πόλης που παραμένουν ελάχιστα γνωστά στο ευρύ κοινό.

Μια διαδρομή που ξεκινά από τις εντυπώσεις ενός νεαρού ταξιδιώτη και φτάνει έως το Συνέδριο του Βερολίνου το 1878, λίγα χρόνια πριν από την απελευθέρωση της Άρτας.

📖 Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη και γνωρίστε μια λιγότερο γνωστή σελίδα της ιστορίας της Άρτας, μέσα από τις μαρτυρίες ενός ανθρώπου που έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ιστορία.

👉 Διαβάστε τη μελέτη

Στην ιστοσελίδα μου: εδώ

Στο Academia.edu: εδώ

Δημοσιεύθηκε στη Εργασίες, Οθωμανική περίοδος | Σχολιάστε

Μια παλιά εικόνα από την αρχή της οδού Φιλελλήνων

Μια ακόμη παλιά οικογενειακή φωτογραφία μάς δίνει την ευκαιρία να κοιτάξουμε πίσω από τα πρόσωπα και να παρατηρήσουμε μια γωνιά της Άρτας που έχει αλλάξει σημαντικά.

Η φωτογραφία έχει τραβηχτεί στην αρχή της οδού Φιλελλήνων, πιθανότατα σε ημέρα εθνικής εορτής, όπως υποδηλώνουν οι σημαίες στα κτίρια και η γιορτινή ενδυμασία των μικρών παιδιών. Η χρονολόγησή της φαίνεται να τοποθετείται στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Στα αριστερά δεσπόζει το κτίριο με την επιγραφή «ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ». Πρόκειται για ένα κτίριο που άλλαξε πολλές χρήσεις στη διάρκεια των χρόνων: στέγασε αργότερα σταθμό λεωφορείων, την Εμπορική Τράπεζα και την Τράπεζα Πίστεως, ενώ σήμερα στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Δήμου Αρταίων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα της ίδιας της οδού Φιλελλήνων, πριν από τη μεταγενέστερη ρυμοτόμησή της. Ανάμεσα στα παλιά κτίρια διακρίνεται ένα με κατεστραμμένο τμήμα της ταράτσας. Δεν μπορούμε να το τεκμηριώσουμε, αλλά δεν αποκλείεται η εικόνα αυτή να σχετίζεται με τις καταστροφές που είχε υποστεί η Άρτα κατά τον βομβαρδισμό του 1941.

Στη δεξιά άκρη της φωτογραφίας διακρίνεται ακόμη ένα «ΖΥΘΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟΝ», ένα μικρό αλλά πολύ ενδιαφέρον στοιχείο για την εμπορική ζωή της περιοχής. Δυστυχώς, η φθορά της αρχικής φωτογραφίας δεν επιτρέπει να διαβαστεί με βεβαιότητα η επωνυμία του: «ΑΣΤΟΡΙΑ» ή «ΑΣΤΕΡΙΑ»; Ίσως κάποιος από τους παλιότερους Αρτινούς να μπορεί να μας βοηθήσει.

Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο του Δ. Στόγια και, λόγω της σημαντικής φθοράς του πρωτοτύπου, έχει υποστεί ψηφιακή επεξεργασία για τις ανάγκες της δημοσίευσης.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Δύο γνώριμα πρόσωπα αποκτούν όνομα

Πριν από λίγες μέρες δημοσιεύσαμε μια φωτογραφία με τέσσερις νεαρές Αρτινές, χωρίς όμως να γνωρίζουμε τα ονόματά τους. Μια δεύτερη φωτογραφία, από το αρχείο του Γιάννη Νίκα, μας επιτρέπει σήμερα να αναγνωρίσουμε δύο από αυτές.

Είναι η Σαβούλα Λαλαγιάννη και η Λορέττα Οικονόμου, που φωτογραφίζονται εδώ, γύρω στο 1935, μαζί με τον μικρό Μιχάλη Δ. Αλίβερτη, στην πλατεία Σκουφά.

Και το φόντο της φωτογραφίας έχει το δικό του ενδιαφέρον. Πίσω τους διακρίνεται το νεόδμητο τότε 1ο Γυμνάσιο Άρτης, ενώ μπροστά του βλέπουμε την οδό Μάρκου Μπότσαρη, όταν ακόμη δεν είχε ρυμοτομηθεί.

Μια μικρή οικογενειακή φωτογραφία που, σχεδόν ενενήντα χρόνια αργότερα, μας επιστρέφει όχι μόνο τα ονόματα δύο ανθρώπων αλλά και μια εικόνα της Άρτας που έχει πια χαθεί.

Πηγή φωτογραφίας: Αρχείο Γιάννη Νίκα.

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε