Το αίνιγμα των εφυαλωμένων εικόνων του Αγίου Βασιλείου

Μια μαρτυρία για τη δυτική τεχνογνωσία στην Άρτα του Δεσποτάτου

Μια μικρή εκκλησία με ένα μεγάλο μυστικό

Ανάμεσα στα βυζαντινά μνημεία της Άρτας, ο Άγιος Βασίλειος της Αγοράς κρύβει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά αινίγματα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Στην εξωτερική του όψη σώζεται ένας αξιόλογος κεραμοπλαστικός διάκοσμος με πολύχρωμα εφυαλωμένα πλακίδια, ενώ μέχρι τα νεότερα χρόνια κοσμούσαν το ανατολικό αέτωμα δύο ανάγλυφες εφυαλωμένες πήλινες εικόνες: η Σταύρωση και οι Τρεις Ιεράρχες.

Τα έργα αυτά δεν αποτελούν απλώς ένα ακόμη διακοσμητικό στοιχείο ενός βυζαντινού ναού. Η μοναδικότητά τους έχει απασχολήσει τους ιστορικούς της τέχνης για περισσότερο από έναν αιώνα, καθώς πίσω από την κατασκευή τους κρύβεται ένα ερώτημα που παραμένει μέχρι σήμερα ιδιαίτερα ενδιαφέρον: πώς έφθασε στην Άρτα του Δεσποτάτου μια τόσο εξελιγμένη τεχνογνωσία στην κατασκευή εφυαλωμένης κεραμικής;

Ο κεραμικός διάκοσμος και οι δύο εικόνες

Ο εξωτερικός διάκοσμος του Αγίου Βασιλείου αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του μνημείου. Ανάμεσα στις πλίνθους παρεμβάλλονται μικρά πολύχρωμα εφυαλωμένα πλακίδια, δηλαδή πήλινα πλακίδια που καλύπτονταν με ένα γυαλιστερό υαλώδες επίχρισμα και ξαναψήνονταν, αποκτώντας λαμπερή επιφάνεια και έντονα χρώματα. Η τεχνική αυτή προστάτευε την κεραμική από τη φθορά και ταυτόχρονα χάριζε ιδιαίτερη ζωντάνια στις όψεις του ναού.

Ο εφυαλωμένος κεραμοπλαστικός διάκοσμος του Αγίου Βασιλείου της Αγοράς. Φωτογραφία του Παναγιώτη Βοκοτόπουλου (Αύγουστος 1981). (Πηγή: λεύκωμα Ήπειρος, Θεσσαλονίκη, 2011.)

Εκείνο όμως που καθιστά τον Άγιο Βασίλειο πραγματικά ξεχωριστό δεν είναι τα εφυαλωμένα πλακίδια, αλλά οι δύο μεγάλες ανάγλυφες εφυαλωμένες πήλινες παραστάσεις που κοσμούσαν το ανατολικό αέτωμα του ναού, εκατέρωθεν του δίλοβου παραθύρου. Η μία παριστάνει τη Σταύρωση και η δεύτερη τους Τρεις Ιεράρχες. Σήμερα τα πρωτότυπα φυλάσσονται στο Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων, ενώ στη θέση τους έχουν τοποθετηθεί πιστά αντίγραφα.

Τα ανάγλυφα αυτά αποτελούν μοναδικά έργα της βυζαντινής κεραμικής. Δεν εντυπωσιάζουν μόνο για την τεχνική κατασκευής τους, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζουν τη γλυπτική, τη ζωγραφική και την εφυάλωση σε ένα ενιαίο έργο. Η σπανιότητά τους ήταν αρκετή ώστε να κινήσει από πολύ νωρίς το ενδιαφέρον των μελετητών, οι οποίοι επιχείρησαν να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό μέχρι σήμερα: πού κατασκευάστηκαν και από ποιους δημιουργήθηκαν;

Ένα επιστημονικό αίνιγμα που απασχολεί την έρευνα εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα

Το ερώτημα αυτό απασχόλησε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα τους ιστορικούς της τέχνης και εγκαινίασε μια επιστημονική συζήτηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο πρώτος που επεσήμανε την ξεχωριστή φυσιογνωμία τους ήταν ο λόγιος Μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ Ξενόπουλος, ο οποίος απέδωσε τη δημιουργία τους σε ιταλικές καλλιτεχνικές επιδράσεις. Θεωρούσε ότι αυτές συνδέονταν με τις στενές πολιτικές και δυναστικές σχέσεις των ηγεμόνων του Δεσποτάτου της Ηπείρου με τους οίκους των Ορσίνι και των Ανζού, οι οποίες ευνόησαν τη μεταφορά καλλιτεχνικών προτύπων από τη Δύση στην Άρτα.

Οι δύο εφυαλωμένες ανάγλυφες παραστάσεις στο ανατολικό αέτωμα του Αγίου Βασιλείου της Αγοράς, μαζί με τον χαρακτηριστικό πολύχρωμο κεραμοπλαστικό διάκοσμο του ναού. (Πηγή: Εφορεία Αρχαιοτήτων Άρτας.)

Τις επόμενες δεκαετίες η έρευνα στράφηκε περισσότερο στην ίδια την τεχνική και την αισθητική των έργων. Μελετητές όπως ο Αναστάσιος Ορλάνδος αναζήτησαν τα πρότυπά τους στη μεσαιωνική ιταλική κεραμική, ενώ παράλληλα συγκέντρωναν παραδείγματα χρήσης εφυαλωμένης κεραμικής τόσο στον βυζαντινό όσο και στον δυτικό κόσμο. Η σύγκριση αυτή έδειχνε ότι η τεχνική της εφυάλωσης δεν ήταν άγνωστη ούτε στη βυζαντινή ούτε στη δυτική αρχιτεκτονική. Παρέμενε όμως αναπάντητο το βασικό ερώτημα: οι εικόνες του Αγίου Βασιλείου είχαν εισαχθεί από την Ιταλία ή είχαν κατασκευαστεί στην ίδια την Άρτα;

Νεότερες ερμηνείες και ένας νέος προβληματισμός

Η συζήτηση, ωστόσο, δεν σταμάτησε στην αναζήτηση ιταλικών προτύπων. Οι νεότερες μελέτες πρότειναν μια διαφορετική προσέγγιση, η οποία μετατόπισε το ενδιαφέρον από τον τόπο προέλευσης των εικόνων στον τόπο κατασκευής τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του ιστορικού της τέχνης Σωτήρη Κίσσα, σύμφωνα με την οποία οι εικόνες δεν πρέπει να θεωρηθούν έργα ενός περαστικού τεχνίτη ούτε απλά εισαγόμενα αντικείμενα. Αντίθετα, διατύπωσε την υπόθεση ότι πιθανότερο είναι να κατασκευάστηκαν στην ίδια την Άρτα, σε εργαστήριο όπου ήταν επικεφαλής είτε Ιταλός τεχνίτης είτε Βυζαντινός καλλιτέχνης με σημαντική γνώση της δυτικής καλλιτεχνικής παράδοσης.

Η ερμηνεία αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή μεταβάλλει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις δύο εικόνες. Αντί να θεωρούνται απλώς έργα που έφθασαν από τη Δύση, αντιμετωπίζονται ως πιθανές δημιουργίες ενός εργαστηρίου που λειτουργούσε στην πρωτεύουσα του Δεσποτάτου, αξιοποιώντας τεχνικές και καλλιτεχνικές επιρροές από διαφορετικές παραδόσεις.

Αν η υπόθεση αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε οι εικόνες του Αγίου Βασιλείου αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Δεν αποτελούν μόνο σπάνια έργα βυζαντινής κεραμικής, αλλά και μια σημαντική ένδειξη ότι η Άρτα του 13ου αιώνα υπήρξε τόπος δημιουργικής συνάντησης βυζαντινής και δυτικής τεχνογνωσίας.

Η σύγχρονη έρευνα και το πιθανότερο συμπέρασμα

Η συζήτηση για την προέλευση των δύο εικόνων δεν έκλεισε με τις απόψεις των ιστορικών της τέχνης. Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια η έρευνα πέρασε σε ένα νέο στάδιο, αξιοποιώντας αρχαιομετρικές μεθόδους για τη μελέτη του πηλού, του υαλώματος και της τεχνικής κατασκευής τους.

Η ανάγλυφη εφυαλωμένη πήλινη παράσταση της Σταύρωσης από τον Άγιο Βασίλειο της Αγοράς, ένα από τα δύο μοναδικά έργα που συνδέθηκαν με την παρουσία δυτικής τεχνογνωσίας στην Άρτα του Δεσποτάτου. (Πηγή: Εφορεία Αρχαιοτήτων Άρτας.)

Το 2018 δημοσιεύθηκε μια διεπιστημονική μελέτη των Γ. Π. Μαστροθεόδωρου, Κ. Γ. Μπέλτσιου, Γ. Μπασιάκου και Βαρβάρας Παπαδοπούλου, η οποία εξέτασε τόσο τις δύο ανάγλυφες εικόνες όσο και τα εφυαλωμένα πλακίδια του ναού. Οι αναλύσεις έδειξαν ότι η τεχνική της εφυάλωσης παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με εκείνη της ιταλικής αρχαϊκής μαγιόλικας, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σχέση της με δυτικές τεχνολογικές πρακτικές. Ωστόσο, οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνες των αντίστοιχων ιταλικών εργαστηρίων, στοιχείο που οδηγεί τους ερευνητές στο ενδεχόμενο τοπικής παραγωγής, πιθανότατα στη βορειοδυτική Ελλάδα, με αξιοποίηση μιας τεχνογνωσίας που φαίνεται να είχε φθάσει από τη Δύση.

Το συμπέρασμα αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς βρίσκεται πολύ κοντά στην υπόθεση που είχε διατυπωθεί ήδη από τον Σωτήρη Κίσσα. Οι σύγχρονες αναλύσεις δεν ενισχύουν την ιδέα της εισαγωγής έτοιμων έργων από την Ιταλία. Αντίθετα, ενισχύουν το ενδεχόμενο οι εικόνες να κατασκευάστηκαν στον χώρο της βορειοδυτικής Ελλάδας από τεχνίτες που γνώριζαν και εφάρμοζαν προηγμένες δυτικές τεχνικές στην εφυαλωμένη κεραμική.

Περισσότερο από επτά αιώνες μετά τη δημιουργία τους, οι δύο ανάγλυφες εφυαλωμένες εικόνες του Αγίου Βασιλείου εξακολουθούν να θέτουν ερωτήματα στους ιστορικούς της τέχνης. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι μαρτυρούν τον ρόλο της Άρτας ως μιας πόλης ανοιχτής στις καλλιτεχνικές ανταλλαγές της μεσαιωνικής Μεσογείου. Είτε δημιουργήθηκαν από Ιταλό τεχνίτη είτε από ένα τοπικό εργαστήριο που αξιοποίησε δυτική τεχνογνωσία, αποτελούν ένα από τα πιο εντυπωσιακά τεκμήρια της δημιουργικής συνάντησης της βυζαντινής παράδοσης με τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις της Δύσης.

Ας ελπίσουμε ότι κάποτε θα επιστρέψουν στον τόπο για τον οποίο δημιουργήθηκαν. Γιατί τα σπουδαία έργα τέχνης δεν ανήκουν μόνο στα μουσεία· ανήκουν και στην ιστορική μνήμη του τόπου που τα γέννησε.

Α. Καρρά


Βιβλιογραφία

  • Κίσσας, Σ., Οι εφυαλωμένες εικόνες του Αγίου Βασιλείου Άρτας (όπως παρατίθεται στη βιβλιογραφία της διατριβής του Κ. Τσούρη).
  • Τσούρης, Κ., Ο γλυπτός διάκοσμος των βυζαντινών μνημείων της Άρτας, Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1988.
  • Ξενόπουλος, Σ., Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, Αθήνα, 1884.
  • Ορλάνδος, Α. Κ., Η Παρηγορήτισσα της Άρτης.
  • Παπαδοπούλου, Β. – Τσιάρα, Α., Εικόνες της Άρτας. Η εκκλησιαστική ζωγραφική στην περιοχή της Άρτας κατά τους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους, Άρτα, 2008.
  • Mastrotheodoros, G. P., Beltsios, K. G., Bassiakos, Y. & Papadopoulou, V., Two unique Byzantine immured lead-glazed relief ceramic icons and related tiles from the church of St Basil in Arta (Greece): investigation and interpretation of materials and techniques, Archaeological and Anthropological Sciences, 2018.
Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Μια Ματσουκιώτισσα στο πέρασμα του ποταμού

Λίγες φωτογραφίες αποτυπώνουν τόσο παραστατικά τις δυσκολίες της ζωής στα Τζουμέρκα. Μια Ματσουκιώτισσα περνά με προσοχή ένα στενό ξύλινο γεφυράκι, κρατώντας από το καπίστρι το μουλάρι που μεταφέρει τα δύο μικρά παιδιά της. Η εικόνα δεν καταγράφει απλώς μια μετακίνηση· αποτυπώνει την καθημερινότητα των ορεινών οικογενειών, όπου γυναίκες, παιδιά και ζώα αντιμετώπιζαν μαζί τις δυσκολίες των δύσβατων διαδρομών. (Πηγή : ΤΟ ΜΑΤΣΟΥΚΙ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ, Δ. Καλούσιος, Ματσούκι, 1994)

Δημοσιεύθηκε στη Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Όταν το Ματσούκι τροφοδοτούσε την αγορά της Άρτας

Για πολλές δεκαετίες, η οικονομική ζωή του Ματσουκίου δεν περιοριζόταν στην κτηνοτροφία. Οι παλιοί μουλαρόδρομοι που συνέδεαν τα Βόρεια Τζουμέρκα με την Άρτα επέτρεπαν τη διακίνηση προϊόντων και τη διατήρηση στενών εμπορικών δεσμών με την πόλη. Ανάμεσα στους ανθρώπους που αξιοποίησαν αυτό το δίκτυο ξεχωρίζει ο Ανδρέας Κωσταδήμας του Αθανασίου, μέλος μιας οικογένειας που δραστηριοποιήθηκε για πολλές δεκαετίες στο εμπόριο γαλακτοκομικών προϊόντων.

Από το 1936 ο Ανδρέας Κωσταδήμας ασχολήθηκε συστηματικά με το εμπόριο γάλακτος, προμηθεύοντας τυροκομεία της Άρτας, της Ράχης, της Χαλκιάδας, αλλά και των Ιωαννίνων και της Κλεσούρας Πρέβεζας. Την περίοδο 1940–1944 συνέχισε την ίδια δραστηριότητα, μεταφέροντας από το Ματσούκι στην αγορά της Άρτας κυρίως βούτυρο, ενώ κάθε εμπορικό ταξίδι διαρκούσε περίπου μία εβδομάδα.

Την άνοιξη ακολουθούσε την αντίστροφη διαδρομή. Από την Άρτα προμηθευόταν αλάτι, πολύτιμο για την κτηνοτροφία, και το μετέφερε στην Τζιούρτζια, όπου το αντάλλασσε με γάλα για τις ανάγκες των κοπαδιών. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που καταγράφει ο Δημήτρης Καλούσιος, διακινούσε κάθε χρόνο 10.000 έως 15.000 οκάδες αλατιού, γεγονός που δείχνει το μέγεθος της δραστηριότητάς του.

Στα χρόνια 1941–1946 ανέπτυξε ακόμη περισσότερο το εμπορικό του δίκτυο. Από την Άρτα φόρτωνε πέταλα, καρφιά, σιδηρικά, υφάσματα και άλλα απαραίτητα είδη, ενώ από τα χωριά της Ζάβιτσας και του Ξηρομέρου αγόραζε σιτάρι, καλαμπόκι και λάδι, τα οποία διέθετε στην αγορά της Άρτας. Κάθε τέτοιο ταξίδι διαρκούσε περίπου πέντε ημέρες και απαιτούσε μεγάλη αντοχή, άριστη γνώση των ορεινών διαδρομών και εμπειρία στις μεταφορές.

Η ιστορία του Ανδρέα Κωσταδήμα υπενθυμίζει ότι οι παλιοί μουλαρόδρομοι των Τζουμέρκων δεν εξυπηρετούσαν μόνο τις μετακινήσεις των κτηνοτρόφων. Πάνω στα ίδια μονοπάτια διακινούνταν βούτυρο, γάλα, αλάτι, σιτηρά, εργαλεία και κάθε είδους αγαθά, δημιουργώντας μια ζωντανή οικονομική σχέση ανάμεσα στο Ματσούκι και την Άρτα, η οποία διατηρήθηκε μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα.

Πηγή: Δημήτρης Καλούσιος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Ματσούκι, 1994.

Στη φωτογραφία από το ίδιο βιβλίο ” Η οικογένεια Κωσταδήμα το 1929. Γεώργιος Χρήστου, Αντώνιος Κωσταδήμας, ο μικρός Παντελής και ο Ανδρέας Κωσταδήμας. Ο Αντώνιος, ο Παντελής και ο Ανδρέας συνέχισαν την οικογενειακή παράδοση ως έμποροι τυροκομικών προϊόντων, συνδέοντας για πολλές δεκαετίες το Ματσούκι με την αγορά της Άρτας.”

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Οι μουλαρόδρομοι που ένωναν τα Βόρεια Τζουμέρκα με την Άρτα

Πριν από τη διάνοιξη του οδικού δικτύου, οι κάτοικοι των Βορείων Τζουμέρκων επικοινωνούσαν με την Άρτα μέσω ενός εκτεταμένου δικτύου μουλαρόδρομων. Από τα μονοπάτια αυτά περνούσαν καθημερινά άνθρωποι, ζώα και εμπορεύματα, ενώ από αυτά εξαρτιόταν ο ανεφοδιασμός των ορεινών χωριών και η σύνδεσή τους με την αγορά της Άρτας.

Οι κάτοικοι του Ματσουκίου, αλλά και των Πραμάντων, των Μελισσουργών, των Χριστών, των Κτιστάδων, των Αγνάντων και των γειτονικών χωριών ακολουθούσαν δύο βασικές διαδρομές.

Η πρώτη και παλαιότερη περνούσε από τη Σγάρα, τη Μικροσπηλιά, τα Λεπιανά, το Κρυονέρι, τα Πιστιανά, την Κάτω Καλεντίνη και κατέληγε στην Άρτα. Ήταν ο κύριος μουλαρόδρομος, επειδή διέθετε πολλά χάνια και, μετά το 1881, βρισκόταν εξ ολοκλήρου σε ελληνικό έδαφος.

Η δεύτερη διαδρομή ακολουθούσε τη γέφυρα της Πλάκας, περνούσε από τη Σκούπα, τα Πιστιανά, την Μπρένιστα και τη Γραμμενίτσα, πριν φτάσει στην Άρτα.

Τα χάνια των μουλαρόδρομων

Κατά μήκος των δύο διαδρομών λειτουργούσαν χάνια, όπου οι ταξιδιώτες και οι αγωγιάτες μπορούσαν να ξεκουραστούν, να διανυκτερεύσουν, να ταΐσουν τα ζώα τους και να ανταλλάξουν πληροφορίες.

Στον κύριο μουλαρόδρομο συναντούμε:

  • το χάνι του Γραβιά Αντώνη και του Τζουμάκα στη Σγάρα,
  • το χάνι του Κώστα Μάμαλη στη Μικροσπηλιά,
  • το χάνι του Παναγιώτη Παντού στα Λεπιανά,
  • τα χάνια των Νίκου Σφήκα και Γιάννη Λουλούδα στο Κρυονέρι,
  • το χάνι του Κώστα Κοντού στα Πιστιανά,
  • καθώς και τα χάνια των Τσιμπλή, Μπάμπαλη, Σβινέλη και Ταγκαρέλλη στην Κάτω Καλεντίνη.

Στη διαδρομή μέσω Πλάκας λειτουργούσαν:

  • το χάνι των αδελφών Παπαθεοδώρου στη γέφυρα της Πλάκας,
  • το ονομαστό χάνι των Κώστα και Χρήστου Τζαρή στη Σκούπα,
  • το χάνι του Βαγγέλη Ντάλλα στα Πιστιανά,
  • και το χάνι του Νίκου Παπαστράτου στην Μπρένιστα.

Οι μουλαρόδρομοι αυτοί δεν ήταν απλώς δρόμοι μετακίνησης. Για περισσότερο από έναν αιώνα αποτέλεσαν τον βασικό σύνδεσμο των Βορείων Τζουμέρκων με την Άρτα, πάνω στον οποίο στηρίχθηκαν το εμπόριο, η κτηνοτροφία, οι μεταφορές και η κοινωνική ζωή ολόκληρης της περιοχής.((Πηγή : ΤΟ ΜΑΤΣΟΥΚΙ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ, Δ. Καλούσιος, Ματσούκι, 1994)

Στη φωτογραφία “Οι δύο βασικοί μουλαρόδρομοι που συνέδεαν τα Βόρεια Τζουμέρκα με την Άρτα.” Σχεδιάγραμμα από το βιβλίο του Δημήτρη Καλούσιου Το Ματσούκι Ιωαννίνων (1994), βασισμένο σε χάρτη της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (έκδοση 1963, αναθεώρηση 1972).

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Οι τελευταίοι νομάδες του Ματσουκίου (Καταγραφή 1991)

Σύμφωνα με την καταγραφή του Νίκου Β. Καρατζένη στο βιβλίο Οι νομάδες κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων (Άρτα, 1991), οι τελευταίες νομαδικές κτηνοτροφικές οικογένειες από το Ματσούκι και οι τόποι όπου ξεχειμώνιαζαν τα κοπάδια τους ήταν οι εξής:

ΓΕΩΡΓΙΟΥ (ή ΓΚΟΓΚΟΣ)

  • Αθανάσιος Γεωργίου — Στρογγυλοβούνι Μεσολογγίου
  • Νικόλαος Γεωργίου — Αμπελάκι Βάλτου
  • Ιωάννης Γεωργίου — Στρογγυλοβούνι
  • Ιωάννης Γεωργίου — Στρογγυλοβούνι
  • Οδυσσέας Ευαγγέλου — Φιλιππιάδα

ΓΡΑΤΣΑΝΗΣ

  • Απόστολος Αθανασίου — Στρογγυλοβούνι
  • Νίκος Αθανασίου — Στρογγυλοβούνι
  • Κώστας Βασιλείου — Στρογγυλοβούνι
  • Θεόκλητος Βασιλείου — Στρογγυλοβούνι

ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ

  • Θωμάς Σπύρου — Στρογγυλοβούνι

ΚΩΣΤΙΚΑΣ

  • Ιωάννης Γεωργίου — Βόνιτσα

ΜΑΚΡΗΣ

  • Δημήτριος Αλεξίου — Στάνος Αμφιλοχίας
  • Ιωάννης Γεωργίου — Κρίκελλος Αμφιλοχίας
  • Κωνσταντίνος Αποστόλου — Στρογγυλοβούνι
  • Σωτήρης Αποστόλου — Στρογγυλοβούνι

ΝΑΚΑΣ

  • Αποστόλης Νίκου — Χρυσοβίτσα Ξηρομέρου
  • Αποστόλης Χρήστου — Χρυσοβίτσα Ξηρομέρου
  • Γεώργιος Δημητρίου — Βόνιτσα
  • Δημήτριος Νικολάου — Χρυσοβίτσα
  • Σωτήρης Νικολάου — Βόνιτσα
  • Χαράλαμπος Νικολάου — Πρόδρομος Ξηρομέρου

ΠΥΡΩΤΗΣ

  • Γιώργος Χρήστου — Βόνιτσα

ΡΟΒΙΣΗΣ

  • Αθανάσιος Δημητρίου — Πρόδρομος
  • Σωτήρης Δημητρίου — Πρόδρομος
  • Χρήστος Δημητρίου — Αγράμπελο Ξηρομέρου

ΤΣΑΝΤΟΥΛΗΣ

  • Κώστας Δημητρίου — Λουτρός Αμφιλοχίας
  • Δημήτριος Πέτρου — Λουτρός Αμφιλοχίας
  • Παντελής Δημητρίου — Λουτρός Αμφιλοχίας
  • Σταύρος Δημητρίου — Κρίκελλος Αμφιλοχίας
  • Πέτρος Γεωργίου — Λουτρός Αμφιλοχίας
  • Αποστόλης Μιχάλη — Μαχαλά Ξηρομέρου

ΤΣΙΛΙΓΙΑΝΝΗΣ

  • Αποστόλης Γεωργίου — Μεγάλη Χώρα Αγρινίου
  • Παναγιώτης Χρήστου — Λουτρός Αμφιλοχίας

Η καταγραφή του 1991 καταγράφει 33 νομαδικές κτηνοτροφικές οικογένειες από το Ματσούκι, οι οποίες διατηρούσαν ακόμη τον παραδοσιακό κύκλο των εποχικών μετακινήσεων ανάμεσα στα ορεινά θερινά λιβάδια των Τζουμέρκων και τα χειμαδιά της δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Ως σημαντικότερο κέντρο διαχείμασης αναδεικνύεται το Στρογγυλοβούνι Μεσολογγίου, όπου εγκαθίσταται μεγάλος αριθμός οικογενειών, ενώ συχνές είναι επίσης οι μετακινήσεις προς τη Βόνιτσα, τον Λουτρό και τον Κρίκελλο Αμφιλοχίας, καθώς και προς τη Χρυσοβίτσα, τον Πρόδρομο, το Αγράμπελο και τον Μαχαλά Ξηρομέρου. Η γεωγραφική αυτή διασπορά αποτυπώνει το εκτεταμένο δίκτυο χειμαδιών που είχαν αναπτύξει οι Ματσουκιώτες κτηνοτρόφοι, συνεχίζοντας μια παράδοση μετακινούμενης κτηνοτροφίας που διαμορφώθηκε επί αιώνες και έφτασε να επιβιώνει μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα.

Στη φωτογραφία “Μέλη της οικογένειας Γρατσάνη από το Ματσούκι στα Πηγάδια Στρογγυλοβουνίου, όπου ξεχειμώνιαζαν τα κοπάδια τους, γύρω στο 1940.” (Προσφορά φωτογραφίας: Δημήτρης Καλούσιος.)

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Βαφεία – Καθαριστήρια “ΑΛΦΑ”

Μια ακόμη χαρακτηριστική εικόνα από την παλιά αγορά της Άρτας. Τα Τα Βαφεία – Καθαριστήρια «ΑΛΦΑ» των Ι. Πανάκη και Σ. Μαστοράκη βρίσκονταν στην οδό Καραϊσκάκη, κοντά στα Ψαροπλιά. Η φωτογραφία αποτυπώνει την πρόσοψη του καταστήματος, με τα ρούχα κρεμασμένα έξω, όπως συνηθιζόταν τότε, και τις επιγραφές που διαφημίζουν τις υπηρεσίες του.

Στην είσοδο διακρίνεται ο Σταύρος Μαστοράκης, μαζί με την υπάλληλο του καταστήματος Ελένη Κ. Καραδήμα-Παπαχρήστου . Μια ακόμη εικόνα από τα επαγγέλματα και τα μικρά καταστήματα που αποτελούσαν μέρος της καθημερινής ζωής και της εμπορικής κίνησης της Άρτας.

Φωτογραφία: Αρχείο Σ. Μαστοράκη.

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Κατάστημα Ευάγγελου Τάτση

Μια χαρακτηριστική εικόνα από την εμπορική Άρτα του 1970. Η «Αποθήκη Οικιακών Σκευών» του Ευάγγελου Τάτση βρισκόταν στην οδό Κοσμά Αιτωλού 14, στο σημείο όπου σήμερα λειτουργεί η καφετέρια Vegera. Το κατάστημα άνοιξε περίπου το 1964 και παρέμεινε σε λειτουργία έως το 1985.

Στη φωτογραφία, τραβηγμένη το 1970, η βιτρίνα και η είσοδος είναι γεμάτες από τα είδη που συναντούσε κανείς στα καταστήματα οικιακών ειδών εκείνων των χρόνων: πιάτα, κανάτες, κατσαρόλες, λεκάνες, κουβάδες και κάθε λογής σκεύη για το σπίτι. Μια μικρή εικόνα της καθημερινής ζωής και της παλιάς αγοράς της Άρτας.

Η φωτογραφία ανήκει στον Δημήτριο Τάτση, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για την παραχώρησή της.

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Καγκελάρι στους Χουλιαράδες

Μια εντυπωσιακή εικόνα από το καγκελάρι στους Χουλιαράδες, όταν η γιορτή αποτελούσε υπόθεση ολόκληρου του χωριού. Ο χορός απλώνεται σε μεγάλη έκταση, ενώ εκατοντάδες άνθρωποι έχουν συγκεντρωθεί γύρω του, γεμίζοντας κάθε διαθέσιμο σημείο για να παρακολουθήσουν και να συμμετάσχουν στη μεγάλη αυτή λαϊκή σύναξη. (Φωτο από αρχείο Σταύρου Μαστοράκη)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Καγκελάρι στη Ροδαυγή, δεκαετία 1960

Μια παλιά φωτογραφία από το καγκελάρι της Ροδαυγής, όταν ο χορός δεν ήταν απλώς μια εορταστική εκδήλωση, αλλά ένας ζωντανός θεσμός της τοπικής κοινωνίας. Γυναίκες διαφορετικών ηλικιών, πιασμένες χέρι-χέρι, κρατούν τον κύκλο του χορού, συνεχίζοντας ένα έθιμο που ένωνε το χωριό στις μεγάλες γιορτές και τα πανηγύρια.

Διακρίνονται από αριστερά: Φ.Μ. Μπαρτζώκα, Β. Γκέτση, Κ. Μ. Μάρη, Β. Τσάγκα, Π. Ι. Μάνου, Α. Χ. Αναγνωστάκη, Γ. Πάνου, Ό. Χ. Αναγνωστάκη, Ν. Κωσταγιάννη, Κ. Σ. Μπαλαούρα και Π. Παναγιώτου. (Πηγή : ΡΟΔΑΥΓΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΤΕΣ, Χ. Σταύρος, Άρτα, 2020)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Όταν ολόκληρο το χωριό γινόταν ένας χορός – Το Καγκελάρι των Τζουμέρκων


 Άγναντα Τζουμέρκων, περ. 1910. Μια σπάνια φωτογραφία που διασώζει το Καγκελάρι, τον μεγάλο κοινοτικό χορό των καλοκαιρινών πανηγυριών. Πηγή: Γ. Ν. Στεργίου, «Το Καγκελάρι», Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 78, 1983.

Περισσότερο από ένας αιώνας μάς χωρίζει από τη σκηνή αυτής της φωτογραφίας. Κι όμως, λίγα πράγματα μοιάζουν να έχουν αλλάξει. Οι μουσικοί έχουν ήδη πάρει τη θέση τους, ο κύκλος του χορού μεγαλώνει συνεχώς και ολόκληρο το χωριό έχει συγκεντρωθεί στο χοροστάσι. Δεν πρόκειται απλώς για ένα πανηγύρι. Είναι η στιγμή που αρχίζει το Καγκελάρι, ο χορός που για γενιές συνόδευσε τα μεγάλα καλοκαιρινά πανηγύρια των Τζουμέρκων.

Με τη γιορτή της Αγίας Παρασκευής ξεκινούν και φέτος σε πολλά χωριά των Τζουμέρκων τα μεγάλα καλοκαιρινά πανηγύρια. Για τους παλαιότερους, οι ημέρες αυτές δεν ήταν μόνο μια θρησκευτική γιορτή. Ήταν η εποχή που οι ξενιτεμένοι επέστρεφαν στον τόπο τους, οι συγγενείς αντάμωναν ξανά, τα σπίτια άνοιγαν για να υποδεχθούν επισκέπτες και οι πλατείες γέμιζαν ζωή. Πολλοί φρόντιζαν να βρίσκονται στο χωριό αυτές τις ημέρες, γιατί το Καγκελάρι ήταν μια στιγμή που κανείς δεν ήθελε να χάσει.

Μετά τη θεία λειτουργία το χωριό έμοιαζε να χωρίζεται για λίγο σε δεκάδες μικρές γιορτές. Τα σπίτια γέμιζαν επισκέπτες και οι πόρτες έμεναν ανοιχτές από το πρωί. Τα κεράσματα διαδέχονταν το ένα το άλλο και οι οικοδεσπότες έσπευδαν να καλωσορίσουν συγγενείς, φίλους αλλά και πανηγυριστές από τα γειτονικά χωριά. Τα τραπέζια ήταν γεμάτα παραδοσιακά φαγητά, κρασί και τσίπουρο. Όλοι όμως γνώριζαν ότι η σημαντικότερη στιγμή της ημέρας δεν είχε ακόμη φτάσει….

Σιγά σιγά οι κάτοικοι κατευθύνονταν προς το χοροστάσι, τον χώρο όπου χτυπούσε η καρδιά του πανηγυριού. Το χοροστάσι ήταν κάτι περισσότερο από την πλατεία του χωριού. Ήταν ο τόπος όπου συναντιόταν η κοινότητα. Εκεί αντάμωνες ύστερα από καιρό συγγενείς και φίλους, γνώριζες ανθρώπους από τα γειτονικά χωριά, αντάλλασσες νέα και μοιραζόσουν τη χαρά της γιορτής. Για τους νέους αποτελούσε μια από τις λίγες ευκαιρίες να γνωριστούν, ενώ για τους μεγαλύτερους ήταν μια συνάντηση που ανανέωνε δεσμούς χρόνων.

Όσοι πρόλαβαν τα παλιά πανηγύρια θυμούνται ακόμη πως το Καγκελάρι είχε και τη δική του άτυπη τάξη. Πρώτοι έπιαναν τον χορό ο πρόεδρος της κοινότητας, ο ιερέας, ο δάσκαλος και οι άλλοι προεστοί του χωριού. Λίγο αργότερα ο κύκλος άνοιγε για όλους. Άνδρες, γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι έμπαιναν ο ένας μετά τον άλλον, ώσπου το χοροστάσι γέμιζε από ανθρώπους κάθε ηλικίας. Εκείνες τις ώρες δεν υπήρχαν θεατές και πρωταγωνιστές. Άλλοι χόρευαν, άλλοι τραγουδούσαν, άλλοι παρακολουθούσαν από τις άκρες του κύκλου. Όλοι όμως ένιωθαν ότι συμμετείχαν στην ίδια γιορτή.

Στα Τζουμέρκα ο χορός ήταν γνωστός με διάφορες ονομασίες – Καγκελάρι, Κάγκελο, Κύκλες ή Διπλοκάγκελο. Στα Άγναντα, απ’ όπου προέρχεται και η φωτογραφία του 1910, συνηθιζόταν ιδιαίτερα η ονομασία «Κύκλες». Καθώς ο μεγάλος κύκλος δίπλωνε και ξεδίπλωνε, οι χορευτές σχημάτιζαν τα χαρακτηριστικά «καγκέλια», από όπου προέρχεται και η επικρατέστερη ονομασία του χορού.

Το Καγκελάρι όμως δεν ξεχώριζε μόνο για τη μορφή του. Ήταν ο χορός ολόκληρης της κοινότητας. Όσο περνούσε η ώρα, ο κύκλος μεγάλωνε και μπορούσε να περιλαμβάνει δεκάδες ανθρώπους, διαφορετικής ηλικίας και κοινωνικής θέσης, όλους πιασμένους χέρι με χέρι στον ίδιο ρυθμό.

Και τότε ερχόταν η πιο ξεχωριστή στιγμή του πανηγυριού. Ο ρυθμός δεν γεννιόταν από τα μουσικά όργανα αλλά από τις ίδιες τις φωνές των χορευτών. Νέοι και γέροι, άνδρες και γυναίκες τραγουδούσαν όλοι μαζί, καθώς ο μεγάλος κύκλος διπλωνόταν και ξεδιπλωνόταν στους χαρακτηριστικούς ελιγμούς του χορού. Χορός και τραγούδι γίνονταν ένα, σε ένα πραγματικό «χοροτράγουδο», όπου ολόκληρη η κοινότητα συμμετείχε όχι μόνο με τα βήματα αλλά και με τη φωνή της. Ήταν ίσως η πιο ζωντανή έκφραση της συλλογικότητας που χαρακτήριζε τα παλιά πανηγύρια των Τζουμέρκων.

Η σπάνια αυτή φωτογραφία, τραβηγμένη στα Άγναντα το 1910, διασώζει μια τέτοια στιγμή. Δεν αποτυπώνει μόνο έναν παραδοσιακό χορό. Καταγράφει έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Βλέποντάς την σήμερα, δεν διακρίνουμε μόνο τους χορευτές και τους μουσικούς· βλέπουμε μια κοινότητα συγκεντρωμένη γύρω από το πανηγύρι της, σε μια εποχή που αυτές οι γιορτές αποτελούσαν το σημαντικότερο γεγονός του καλοκαιριού.

Περισσότερο από εκατό χρόνια αργότερα, πολλά έχουν αλλάξει στα χωριά των Τζουμέρκων. Κάθε καλοκαίρι όμως, όταν οι πρώτες νότες αντηχούν ξανά στα χοροστάσια και οι χορευτές πιάνονται από τα χέρια, το Καγκελάρι εξακολουθεί να θυμίζει πως ορισμένες παραδόσεις δεν διατηρούνται μόνο επειδή τις κληρονομήσαμε, αλλά επειδή εξακολουθούν να φέρνουν τους ανθρώπους κοντά και να κρατούν ζωντανή τη μνήμη του τόπου. (Επιμέλεια κειμένου : Α. Καρρά)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε