Ξυλουργείο στη Φιλιππιάδα!

Ξυλουργείο στη Φιλιππιάδα (Χαμιδιέ/Λούρος) κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων (1912–1913). Η φωτογραφία απεικονίζει τεχνίτες να εργάζονται σε ξυλουργικό εργαστήριο, προσφέροντας μια χαρακτηριστική εικόνα της τοπικής βιοτεχνικής δραστηριότητας και της οικονομικής ζωής της κωμόπολης στις αρχές του 20ού αιώνα. Πηγή: Bildarchiv Foto Marburg, φωτογράφος άγνωστος.

Δημοσιεύθηκε στη Περί Τμήματος Καραβοσαρά και Λάκκας | Σχολιάστε

ΛΟΥΡΟΣ – Μια προσφυγική κωμόπολη στο βιλαέτι των Ιωαννίνων

Η τοπική ιστορία αποκτά ιδιαίτερη αξία όταν φωτίζει ευρύτερες ιστορικές εξελίξεις. Η εν λόγω μελέτη για τον Λούρο δεν εξετάζει απλώς την ίδρυση μιας νέας κωμόπολης μετά το 1881, αλλά ανασυνθέτει, μέσα από οθωμανικές αρχειακές πηγές, τις δημογραφικές και διοικητικές ανακατατάξεις που προκάλεσε η μεταβολή των ελληνοοθωμανικών συνόρων. Παρά τη δημιουργία ενός νέου μουσουλμανικού διοικητικού κέντρου, η ευρύτερη περιοχή διατήρησε τη δημογραφική υπεροχή των χριστιανικών κοινοτήτων, γεγονός που αναδεικνύει τη συνέχεια των τοπικών κοινωνιών και τη διατήρηση των ιστορικών τους χαρακτηριστικών πέρα από τις πολιτικές μεταβολές των συνόρων. Η περίπτωση του Λούρου αποδεικνύει ότι οι κρατικές επιλογές μπορούσαν να δημιουργήσουν νέους διοικητικούς και οικιστικούς πυρήνες, χωρίς όμως να ανατρέψουν τη διαχρονική δημογραφική φυσιογνωμία της ηπειρωτικής υπαίθρου.

Η μελέτη είναι διαθέσιμη στο λινκ https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2026/07/ΛΟΥΡΟΣ.pdf

και στο λινκ https://independent.academia.edu/AnastasiaKarra4

Δημοσιεύθηκε στη Οθωμανική περίοδος, Εργασίες | Σχολιάστε

Κορωνησία, 1959

Κάποτε, η εκδρομή στην Κορωνησία δεν τελείωνε στην ακτή. Οι παρέες των Αρτινών νοίκιαζαν τις μεγάλες ψαρόβαρκες και άνοιγαν πανιά για μια περιήγηση στον Αμβρακικό, ανάμεσα στα μικρά νησάκια, τις λιμνοθάλασσες και τους ψαρότοπους.

Ήταν μια εμπειρία που δύσκολα περιγράφεται σήμερα· το απέραντο γαλήνιο νερό, η θαλασσινή αύρα και η συντροφιά αρκούσαν για να μετατρέψουν μια απλή κυριακάτικη έξοδο σε μια αξέχαστη ανάμνηση.

Η φωτογραφία αυτή δεν αποτυπώνει μόνο μια παρέα εκδρομέων. Διασώζει έναν τρόπο ζωής και μια όμορφη παράδοση του Αμβρακικού που πέρασε πλέον στην ιστορία. (Αρχείο Σοφίας Εξάρχου)

Σύμφωνα με πολύτιμες πληροφορίες που μας έστειλαν επισκέπτες της ιστοσελίδας, στη φωτογραφία διακρίνονται ο Γιάννης Τσουτσίνος, με το άσπρο πουκάμισο και τα γυαλιά, καθώς και ο Κουβαράς, εκδότης τοπικής εφημερίδας, όρθιος με τα χέρια στη μέση. Με το σκούρο σακάκι και τα γυαλιά, δίπλα από το κουπί, αναγνωρίζεται ο παιδίατρος Βασίλης Τρομπούκης, ενώ πίσω του εικάζεται ότι βρίσκεται η σύζυγός του, η οδοντίατρος Γιούλια Τρομπούκη. Τα μικρά παιδιά της φωτογραφίας αναφέρονται ως τα αδέλφια Κώστας, Νίκος και Λάμπρος Κοτσαρίνης. Ευχαριστούμε θερμά όσους συμβάλλουν με τις αναμνήσεις και τις γνώσεις τους στον εμπλουτισμό και την τεκμηρίωση του φωτογραφικού μας αρχείου.

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

Κορωνησία, δεκαετία 1950

Στην αγκαλιά του Αμβρακικού, εκεί όπου η στεριά συναντά τις λιμνοθάλασσες και η θάλασσα καθορίζει τον ρυθμό της ζωής, η Κορωνησία διατηρούσε ακόμη την αυθεντική της μορφή. Ο αμμώδης δρόμος οδηγεί στο μικρό νησί, ενώ τα σπίτια απλώνονται στον χαμηλό λόφο γύρω από το βυζαντινό μοναστήρι της Παναγίας.

Μια εικόνα από μια Ελλάδα που μοιάζει σήμερα μακρινή· έναν τόπο όπου το φυσικό τοπίο και η ιστορία συνυπήρχαν αρμονικά, διατηρώντας αναλλοίωτη τη γοητεία του Αμβρακικού μέσα στον χρόνο. (Φωτο από την προσωπική μου συλλογή)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

Μια παιδική φωτογραφία…

Μια αυθόρμητη στιγμή από την Άρτα της δεκαετίας του 1950. Ο μικρός Δημήτρης Βάσσος απολαμβάνει την ξύλινη κούνια μιας παλιάς παιδικής χαράς, ενώ πίσω του στέκεται η φίλη του Αμαλία (Ευταξία), έτοιμη να τον σπρώξει.

Η κούνια, με το ξύλινο κάθισμα και τα χοντρά σχοινιά, καθώς και η απλή ξύλινη κατασκευή της παιδικής χαράς, θυμίζουν μια εποχή όπου το παιχνίδι ήταν λιτό αλλά γεμάτο χαρά.

Τη φωτογραφία δημοσίευσε ο Κώστας Βαίτσης στην Αρτηνή Ευθύνη (Μάρτιος–Απρίλιος 2001), γράφοντας με χιούμορ ότι η μικρή Αμαλία ήταν δυσαρεστημένη επειδή ο Δημήτρης τής είχε «πιάσει» την κούνια — «πείσματα παιδικά…». Σημείωνε ακόμη πως οι δύο παιδικοί φίλοι διατήρησαν τη φιλία τους και στα χρόνια που ακολούθησαν. (Πηγή : Αρτηνή Ευθύνη, Μάρτιος–Απρίλιος 2001.)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινά Πρόσωπα και Παρέες | Σχολιάστε

Μια χαμένη γωνιά της παλιάς Άρτας

Η φωτογραφία, που δημοσιεύθηκε στο λεύκωμα του Β. Μάργαρη Ηπειρώτικα Παραδοσιακά Σπίτια (1988), αποτυπώνει μια χαρακτηριστική αστική κατοικία της παλιάς Άρτας, η οποία διατηρεί βασικά στοιχεία του τουρκοβυζαντινού αρχιτεκτονικού τύπου που αναπτύχθηκε στην Ήπειρο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Το λιθόκτιστο ισόγειο με την καμαρωτή δίοδο, το ανώγι ως κύριο χώρο κατοίκησης, η εξωτερική πέτρινη σκάλα, τα ξύλινα κουφώματα και η κεραμοσκεπή με τα βυζαντινού τύπου κεραμίδια αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της αρχιτεκτονικής παράδοσης. Αν και δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονολόγηση του κτιρίου, δεν αποκλείεται ο αρχικός πυρήνας του να ανάγεται στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, έχοντας δεχθεί μεταγενέστερες επεμβάσεις και προσαρμογές.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η πυκνή βλάστηση που περιβάλλει την κατοικία. Οι αυλές των παλιών αρτινών σπιτιών δεν αποτελούσαν μόνο χώρους αναψυχής· με τα δέντρα, τις τριανταφυλλιές και τους ανθισμένους θάμνους εξασφάλιζαν σκιά, δροσιά και ιδιωτικότητα, αποτελώντας αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινής ζωής.

Σήμερα, η κατοικία αυτή και πολλές ακόμη του ίδιου αρχιτεκτονικού τύπου δεν υπάρχουν πια. Η φωτογραφία αποτελεί μια πολύτιμη μαρτυρία της παλιάς Άρτας, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη μιας αρχιτεκτονικής παράδοσης που χάθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά κατά τον 20ό αιώνα.

Πηγή φωτογραφίας: Βασίλης Μάργαρης, Ηπειρώτικα Παραδοσιακά Σπίτια, 1988.

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Γυμναστικές Επιδείξεις Β’ Δημοτικού Σχολείου

1962 – 63. Στιγμιότυπο από τις Γυμναστικές Επιδείξεις του Β’ Δημοτικού Σχολείου Άρτης. Οι μαθήτριες παρελαύνουν κατά μήκος της εισόδου στο Γήπεδο της Άρτας. Διακρίνονται οι : Νίνα Κατσαρού, Μαρία Βέτση, Τασούλα Κατσαούνου, Ελένη Γ. Λένη, Ευνομία Δεβέκου, Δήμητρα Σ. Μπίζα κ.α. (Φωτο από αρχείο Σοφίας Καρατζά, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Αθλητικές Εκδηλώσεις | Σχολιάστε

Γυμναστικές επιδείξεις του Γυμνασίου Θηλέων Άρτας – 1938

Μια εικόνα που αποτυπώνει μια άλλη εποχή της Άρτας. Στο γήπεδο της πόλης, οι μαθήτριες του Γυμνασίου Θηλέων παρουσιάζουν με πειθαρχία και συγχρονισμό τις γυμναστικές τους επιδείξεις, μπροστά σε πλήθος θεατών. Ήταν μια γιορτή της εκπαίδευσης, της νεότητας και της συλλογικής προσπάθειας, σε χρόνια που τέτοιες εκδηλώσεις αποτελούσαν σημαντικό κοινωνικό γεγονός για ολόκληρη την πόλη.

Το βλέμμα, όμως, μαγνητίζει κυρίως το τοπίο στο βάθος. Ο λόφος της Περάνθης διακρίνεται σχεδόν γυμνός από βλάστηση και εντελώς απαλλαγμένος από τη σημερινή οικιστική ανάπτυξη. Εκεί όπου σήμερα εκτείνονται γειτονιές και πολυκατοικίες, το 1938 κυριαρχούσε το φυσικό ανάγλυφο.

Εξίσου εντυπωσιακό είναι ότι δεν διακρίνεται καν το μονοπάτι που αργότερα εξελίχθηκε στον σημερινό δρόμο που συνδέει την Άρτα με τη Μονή Κάτω Παναγιάς και τα χωριά νοτιότερα. Μια λεπτομέρεια που αποκαλύπτει πόσο διαφορετικό ήταν το τοπίο και πόσο περιορισμένες ήταν ακόμη οι υποδομές της περιοχής.

Η φωτογραφία δεν αποτελεί μόνο τεκμήριο μιας σχολικής γιορτής, αλλά και ένα πολύτιμο ιστορικό ντοκουμέντο της ίδιας της πόλης. Μέσα από αυτήν μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της Άρτας, συγκρίνοντας το φυσικό και αστικό της περιβάλλον πριν από σχεδόν ενενήντα χρόνια με τη σημερινή του μορφή. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Ιωάννη Έξαρχου)

Δημοσιεύθηκε στη Αθλητικές Εκδηλώσεις | Σχολιάστε

Σε αγώνα της Αναγέννησης

1968 – Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ πρωταθλήτρια στο Ερασιτεχνικό. Άνοδος στη Β’ Εθνική. Διακρίνονται οι : Ανδρέας Κοσσυβάκης (Δικηγόρος – Δήμαρχος Αρταίων), Βασίλης Γιώτης (Δημοσιογράφος της «ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ»), Βασίλης Χρηστάκης, Κώστας Σωτηριάδης («Κωστάρας»), Απόστολος Άγης (Δημοσιογράφος), Βασίλης Ματσούκας (Γενικός Αρχηγός), Γιάννης Κολιοπάνος, Βασίλης Τσιρώνης, Κώστας Γιαννακός (Δάσκαλος – Πρώην Άσσος 1939 – 1947), Ιωάννης Γιώτης (Διευθυντής Εμπορικής Τράπεζας), Γιάννης Γιώτης (Σταθμάρχης ΚΤΕΛ), Παχούλας, Νίκου, Ι. Κεφάλας, Νίκος Πέτσας, Ζιάκας κ.α. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

Η χαμένη σημαία της απελευθέρωσης της Άρτας

Ένα λησμονημένο κειμήλιο του 1881

Υπάρχουν φορές που μια μικρή αναφορά σε μια παλιά εφημερίδα αρκεί για να φωτίσει μια σχεδόν ξεχασμένη σελίδα της τοπικής ιστορίας.

Έτσι συνέβη και με τη σημαία της απελευθέρωσης της Άρτας.

Μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ελάχιστα γι’ αυτήν. Δεν γνωρίζαμε πώς ήταν, ποιος την είχε φυλάξει ή αν υπήρχε κάποια συγκεκριμένη σημαία που να συνδέθηκε με τους πανηγυρισμούς της ένωσης της Άρτας με την Ελλάδα το 1881.

Ένα δημοσίευμα όμως της εφημερίδας Φωνή της Ηπείρου του 1896 αποκαλύπτει στοιχεία που φαίνεται να είχαν λησμονηθεί για περισσότερο από έναν αιώνα.

Ο έρανος του Σκουφά και η δωρεά της οικογένειας Ρηγίδου

Το 1896 ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος «Ο Σκουφάς» πραγματοποιούσε έρανο για την απόκτηση ιδιόκτητης στέγης.

Η Φωνή της Ηπείρου καταγράφει τους δωρητές και τις προσφορές τους. Ανάμεσα σε αυτούς αναφέρει την οικογένεια Ρηγίδου, η οποία εγγράφη:

«εις την στήλην των ευεργετών του Συλλόγου».

Η αιτία δεν ήταν κάποια χρηματική προσφορά.

Ήταν η δωρεά μιας: «ολομεταξίνου σημαίας».

Το δημοσίευμα της εφημερίδας Φωνή της Ηπείρου (1896) αποτελεί την παλαιότερη γνωστή αναφορά στη σημαία της απελευθέρωσης της Άρτας. Το κείμενο συνδέει τη δωρεά της οικογένειας Ρηγίδου με τη σημαία που υψώθηκε κατά την Ένωση της Άρτας με την Ελλάδα το 1881.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο ο συντάκτης εγκαταλείπει την απλή καταγραφή του εράνου και αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του άρθρου στην ιστορία του κειμηλίου.

Η σημαία δεν παρουσιάζεται ως ένα ακόμη αντικείμενο που περιήλθε στον Σύλλογο, αλλά ως ένα ιστορικό σύμβολο άμεσα συνδεδεμένο με την απελευθέρωση της Άρτας.

Η σημασία που απέδιδαν οι σύγχρονοι στη δωρεά γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν συγκριθεί με τις υπόλοιπες προσφορές του ίδιου εράνου.

Στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται η γενναιόδωρη συνδρομή του μεγαλεμπόρου της Άρτας Χρήστου Σινδόρη, ο οποίος προσέφερε 120 δραχμές για την ενίσχυση του Συλλόγου.

Η οικογένεια Ρηγίδου δεν προσέφερε χρήματα.

Προσέφερε όμως ένα κειμήλιο που η ίδια η εφημερίδα αποτιμούσε περίπου στις 1.000 δραχμές, αξία υπεροκταπλάσια της μεγάλης δωρεάς του Σινδόρη.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η οικογένεια καταχωρήθηκε στη στήλη των ευεργετών του Συλλόγου.

Ο Αρχιδιάκονος Διονύσιος Ρηγίδης καταγράφεται δεύτερος στον κατάλογο των Αρτινών που ορκίσθηκαν ως Έλληνες πολίτες στις 16 Αυγούστου 1881, αμέσως μετά τον Μητροπολίτη Άρτης Σεραφείμ Ξενόπουλο. Η παρουσία του δίπλα στον μητροπολίτη φωτίζει τους στενούς δεσμούς της οικογένειας Ρηγίδου με τον άνθρωπο που συνδέθηκε άμεσα με τη σημαία της απελευθέρωσης.

Για τους ανθρώπους του 1896 η σημαία της απελευθέρωσης αποτελούσε πολύ περισσότερα από ένα ιστορικό ενθύμιο· αποτελούσε ένα από τα πολυτιμότερα κειμήλια της νεότερης ιστορίας της Άρτας.

Η σημαία της απελευθέρωσης

Η εφημερίδα διευκρινίζει ότι πρόκειται για τη σημαία που:

«αναπετάσθη κατά την ημέραν της ενώσεως της πόλεώς μας μετά της μητρός Ελλάδος εν έτει 1881».

Δηλαδή για τη σημαία που υψώθηκε κατά τους εορτασμούς της απελευθέρωσης της Άρτας.

Πρόκειται ίσως για την παλαιότερη και πληρέστερη αναφορά που διαθέτουμε σήμερα για το συγκεκριμένο κειμήλιο.

Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η σημαία συνδέεται άμεσα με τον Μητροπολίτη Άρτης Σεραφείμ Ξενόπουλο.

Σύμφωνα με την εφημερίδα, ο Σεραφείμ την είχε ετοιμάσει: «διά την ποθητήν ημέραν της ελευθερίας».

Η φράση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.

Δείχνει ότι η σημαία δεν δημιουργήθηκε μετά την απελευθέρωση αλλά πριν από αυτήν, όταν η Άρτα βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική διοίκηση.

Ο μητροπολίτης φαίνεται ότι περίμενε την ημέρα της ένωσης με το ελληνικό κράτος και είχε ήδη φροντίσει να υπάρχει το σύμβολο που θα τη σηματοδοτούσε.

Μια μαρτυρία που δημοσιεύθηκε έναν αιώνα αργότερα από τον Δημήτριο Καρατζένη προσθέτει σημαντικές λεπτομέρειες. Σύμφωνα με αυτήν, η σημαία κεντήθηκε πριν από την απελευθέρωση από τη Μανιώ Ξενοπούλου, αδελφή του Μητροπολίτη Σεραφείμ, ενώ ο ίδιος ο δεσπότης πραγματοποίησε έρανο για την αγορά χρυσών κλωστών που θα χρησιμοποιούνταν στο κέντημά της.

Η ξεχασμένη προδοσία

Στο ίδιο δημοσίευμα υπάρχει μια φράση που προκαλεί εντύπωση ακόμη και σήμερα.

Ο συντάκτης γράφει ότι για τη σημαία αυτή: «ολίγου δειν να πάθη σύμπασα η πόλις»

καθώς η υπόθεση είχε: «προδοθή παρά φαύλου τινός».

Η αναφορά είναι σύντομη και δεν συνοδεύεται από εξηγήσεις.

Προφανώς οι αναγνώστες του 1896 γνώριζαν σε ποιο περιστατικό αναφερόταν ο συντάκτης.

Για εμάς όμως παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα.

Ποιος ήταν ο άνθρωπος που πρόδωσε το μυστικό;

Και τι ακριβώς είχε συμβεί πριν από το 1881;

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μια μεταγενέστερη αφήγηση φαίνεται να φωτίζει το περιστατικό. Ο Καρατζένης αναφέρει ότι Οθωμανοί αξιωματικοί πληροφορήθηκαν την ύπαρξη της σημαίας και επιχείρησαν να την εντοπίσουν και να την καταστρέψουν. Για να τη διασώσουν, οι γυναίκες που τη είχαν κεντήσει, την παρέδωσαν στο Ελληνικό Προξενείο της Άρτας, όπου φυλάχθηκε μέχρι την είσοδο του ελληνικού στρατού στην πόλη.

Ένα «ιερόν κειμήλιον»

Η σημαία δεν αντιμετωπιζόταν ως ένα απλό αντικείμενο.

Η εφημερίδα αναφέρει ότι ο Σκουφάς τη διατηρούσε ως: «ιερόν κειμήλιον».

Και προσθέτει κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό: «Η αξία αυτής ανέρχεται περίπου εις χιλίας δραχμάς.»

Η αναφορά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με τις υπόλοιπες δωρεές του ίδιου εράνου.

Ο Χρήστος Σινδόρης, ένας από τους σημαντικότερους εμπόρους της Άρτας, προσέφερε 120 δραχμές. Η σημαία όμως αποτιμήθηκε στις 1.000 δραχμές, δηλαδή σε ποσό υπεροκταπλάσιο μιας από τις μεγαλύτερες χρηματικές συνδρομές που καταγράφει η εφημερίδα.

Η αποτίμηση αυτή δείχνει ότι οι σύγχρονοί της δεν τη θεωρούσαν απλώς ένα κομμάτι μεταξωτού υφάσματος. Ήδη γνωρίζουμε πλέον ότι επρόκειτο για μια μεταξωτή σημαία κεντημένη με χρυσές κλωστές ειδικά για την ημέρα της απελευθέρωσης, γεγονός που εξηγεί εν μέρει την εξαιρετικά υψηλή αποτίμησή της

Της απέδιδαν αξία ιστορική, συμβολική και σχεδόν ιερή.

Η οικογένεια Ρηγίδου

Η έρευνα γύρω από τη δωρήτρια οικογένεια αποδείχθηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Γνωρίζουμε πλέον ότι ο Αρχιδιάκονος Διονύσιος Ρηγίδης, ο οποίος εμφανίζεται δίπλα στον Μητροπολίτη Σεραφείμ κατά την ορκωμοσία των Αρτινών ως Ελλήνων πολιτών το 1881, ήταν ανιψιός του.

Ανιψιός του ήταν επίσης ο λόγιος Αλέξανδρος Ρηγίδης, ο οποίος το 1872 συνέγραψε μια μελέτη για την ιστορία της Άρτας.

Παράλληλα, ο Ιωάννης Ρηγίδης αναφέρεται ως ανιψιός και κληρονόμος του Σεραφείμ. Μετά τον θάνατο του μητροπολίτη, χειρόγραφα του προσωπικού του αρχείου περιήλθαν στον Ιωάννη Ρηγίδη, ο οποίος τα πώλησε το 1907 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα.

Καλλιτεχνική αναπαράσταση της παράδοσης της σημαίας της απελευθέρωσης από την οικογένεια Ρηγίδου στον Μουσικοφιλολογικό Σύλλογο «Ο Σκουφάς» το 1896. Σύμφωνα με τη Φωνή της Ηπείρου, η δωρεά του ιστορικού κειμηλίου οδήγησε στην εγγραφή της οικογένειας στη στήλη των ευεργετών του Συλλόγου.

Μια εύλογη υπόθεση….

Δεν διαθέτουμε ακόμη έγγραφο που να το δηλώνει ρητά.

Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία επιτρέπουν μια εύλογη υπόθεση.

Τα διαθέσιμα στοιχεία οδηγούν στην εύλογη υπόθεση ότι η σημαία παρέμεινε μετά τον θάνατο του Σεραφείμ στην οικογένεια των ανιψιών και κληρονόμων του και από αυτούς δωρήθηκε στον Σκουφά το 1896.

Η υπόθεση αυτή εξηγεί γιατί η εφημερίδα συνδέει τόσο στενά τη σημαία με την οικογένεια Ρηγίδου.

Πώς ήταν άραγε η σημαία;          

Μέχρι πρόσφατα γνωρίζαμε ελάχιστα για τη μορφή της σημαίας της απελευθέρωση Η μέχρι σήμερα επικρατούσα εικόνα μιας απλής ελληνικής σημαίας δεν φαίνεται πλέον επαρκής.

Οι δύο πηγές που διαθέτουμε σήμερα επιτρέπουν μια πληρέστερη εικόνα.

Η Φωνή της Ηπείρου του 1896 τη χαρακτηρίζει «ολομετάξινον σημαίαν» και αποτιμά την αξία της περίπου στις 1.000 δραχμές.

Παράλληλα, ο Δημήτριος Καρατζένης αναφέρει ότι η σημαία κεντήθηκε από τη Μανιώ Ξενοπούλου, αδελφή του Μητροπολίτη Σεραφείμ, ενώ για το κέντημά της αγοράστηκαν ειδικά χρυσές κλωστές με χρήματα που συγκεντρώθηκαν μέσω εράνου. Αν η πληροφορία είναι ακριβής, τότε για πρώτη φορά γνωρίζουμε όχι μόνο ποιος συνέλαβε την ιδέα της σημαίας αλλά και ποιο πρόσωπο ανέλαβε την κατασκευή της.

Δεν γνωρίζουμε αν έφερε επιγραφές, παραστάσεις ή άλλα διακοσμητικά στοιχεία.

Ενδεικτική αναπαράσταση μεταξωτής επετειακής σημαίας της ίδιας εποχής. Η σωζόμενη σημαία της Θεσσαλικής Επανάστασης του 1878, που προσφέρθηκε στον βασιλιά Γεώργιο Α΄ το 1881, φέρει διαφορετική παράσταση σε κάθε όψη και δείχνει το είδος των πολυτελών μεταξωτών λαβάρων που κατασκευάζονταν κατά την περίοδο της εθνικής ολοκλήρωσης. Η χαμένη σημαία της Άρτας ενδέχεται να να είχε παρόμοια μορφή.

Γνωρίζουμε όμως ότι δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη ελληνική σημαία.

Ήταν ένα ειδικά κατασκευασμένο εθνικό σύμβολο, προορισμένο να παραδοθεί στον ελληνικό στρατό κατά την είσοδό του στην απελευθερωμένη Άρτα.

Η αξία της, τόσο υλική όσο και συμβολική, εξηγεί γιατί διατηρήθηκε επί δεκαπέντε χρόνια ως οικογενειακό κειμήλιο και στη συνέχεια δωρήθηκε στον Σκουφά ως ένα από τα πολυτιμότερα ιστορικά αντικείμενα της πόλης.

Και μετά;

Σύμφωνα με τον Καρατζένη, όταν οι Οθωμανοί πληροφορήθηκαν την ύπαρξη της σημαίας επιχείρησαν να την εντοπίσουν και να την καταστρέψουν. Οι γυναίκες που που συμμετείχαν στην κατασκευή της σημαίας, την παρέδωσαν μυστικά στο Ελληνικό Προξενείο της Άρτας, όπου φυλάχθηκε μέχρι την είσοδο του ελληνικού στρατού στην πόλη. Η λεπτομέρεια αυτή προσδίδει στη σημαία έναν ακόμη συμβολισμό: δεν ήταν απλώς το λάβαρο της ελευθερίας, αλλά και ένα κειμήλιο που χρειάστηκε να διασωθεί μυστικά μέχρι την ημέρα που θα κυμάτιζε ελεύθερα πάνω από την Άρτα.

Μέχρι εδώ η διαδρομή της σημαίας είναι γνωστή.

Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ την ετοιμάζει πριν από την απελευθέρωση.

Η σημαία υψώνεται το 1881.

Περνά στην οικογένεια Ρηγίδου.

Δωρίζεται στον Σκουφά το 1896.

Και εκεί φυλάσσεται ως «ιερόν κειμήλιον» της πόλης.

Γνωρίζουμε όμως ότι αργότερα η σημαία χάθηκε από τις συλλογές του Συλλόγου Σκουφά και σήμερα η τύχη της αγνοείται.

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς χάθηκε.

Δεν γνωρίζουμε κάτω από ποιες συνθήκες.

Δεν γνωρίζουμε αν καταστράφηκε, αν εκλάπη ή αν βρίσκεται ακόμη ξεχασμένη σε κάποιον χώρο όπου δεν έχει αναγνωριστεί η ιστορική της αξία.

Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι το 1896 υπήρχε, ήταν καταγεγραμμένη, αποτιμημένη στις 1.000 δραχμές και θεωρούνταν ένα από τα πολυτιμότερα κειμήλια της νεότερης ιστορίας της Άρτας.

Η εικόνα που προκύπτει σήμερα είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που γνωρίζαμε μέχρι πρόσφατα. Η σημαία της απελευθέρωσης δεν ήταν ένα αόριστο σύμβολο χαμένο στη συλλογική μνήμη. Ήταν ένα πραγματικό κειμήλιο, μεταξωτό και χρυσοκέντητο, συνδεδεμένο με τον Μητροπολίτη Σεραφείμ, την οικογένεια Ρηγίδου και τις δραματικές ημέρες πριν από την απελευθέρωση της Άρτας. Το πού κατέληξε παραμένει άγνωστο. Όμως η ιστορία της αρχίζει πλέον να αναδύεται ξανά μέσα από τις λησμονημένες πηγές του 19ου αιώνα.

Πηγές

«Φωνή της Ηπείρου», έτος Ζ΄, αρ. φύλλου 187, Άρτα, 3 Μαΐου 1896, σ. 3, στήλη «Εξ Άρτης».

Καρατζένης, Δημήτριος, Οι Αρτινοί του 1881 που ορκίστηκαν Έλληνες πολίτες, Άρτα, 2016, σ. 18.

Ονομαστικός κατάλογος των κατά την 16ην Αυγούστου 1881 ορκισθέντων ενηλίκων πολιτών Ελλήνων, Α΄ Ενορία Αγίου Γεωργίου, Άρτα, 1881.

Ρηγίδης, Αλέξανδρος, Ολίγα τινά περί της πανευκλεούς και αρχαίας πόλεως Άρτας, Κωνσταντινούπολη, 1872. (αναφέρεται στη βιβλιογραφία περί Σεραφείμ Ξενοπούλου και οικογενείας Ρηγίδη).

Δημοσιεύθηκε στη Η Απελευθέρωση το 1881 | Σχολιάστε