Τρία χρόνια στην Άρτα που έγιναν μια ζωή!

Οι «Δόξες Δεσποτάτου» εγκαινιάζουν σήμερα μια νέα ενότητα, αφιερωμένη στις προσωπικές αναμνήσεις ανθρώπων που έζησαν την Άρτα και κράτησαν ζωντανές στη μνήμη τους εικόνες, πρόσωπα και στιγμές της καθημερινής ζωής.

Η ιστορία μιας πόλης δεν γράφεται μόνο μέσα από επίσημα έγγραφα, εφημερίδες και φωτογραφίες. Γράφεται και μέσα από τις αφηγήσεις των ανθρώπων της· από τις μικρές καθημερινές ιστορίες που σπάνια καταγράφονται, αλλά συχνά αποτυπώνουν με τον πιο αυθεντικό τρόπο την εποχή τους. Οι γειτονιές, τα μικρά μαγαζιά, οι τοπικές λέξεις, οι μυρωδιές, οι ήχοι, οι συνήθειες και οι ανθρώπινες μορφές αποτελούν πολύτιμα κομμάτια της συλλογικής μας μνήμης.

Με τη νέα αυτή ενότητα φιλοδοξούμε να διασώσουμε τέτοιες μαρτυρίες, όχι μόνο από Αρτινούς, αλλά και από ανθρώπους που έζησαν, εργάστηκαν, φοίτησαν ή πέρασαν ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής τους στην Άρτα. Γιατί η Άρτα δεν ανήκει μόνο σε όσους γεννήθηκαν εδώ, αλλά και σε όσους τη βίωσαν και την κράτησαν μέσα στην καρδιά τους.

Πρώτος συνοδοιπόρος σε αυτό το ταξίδι της μνήμης είναι ο κ. Σταύρος Τριάντης. Βρέθηκε στην Άρτα από το 1970 έως το 1972, όταν ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πυροσβεστική Υπηρεσία της πόλης. Αν και έζησε εδώ μόλις τρία χρόνια, όπως ο ίδιος γράφει, «ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου και νιώθω σαν Αρτινός πραγματικά».

Στις γραμμές που ακολουθούν δεν θα διαβάσετε ένα ιστορικό άρθρο. Θα περπατήσετε μαζί του στους δρόμους της Άρτας των αρχών της δεκαετίας του 1970· θα συναντήσετε ανθρώπους και γειτονιές που ίσως πολλοί θυμούνται ακόμη, θα ακούσετε λέξεις μιας άλλης εποχής και θα αντικρίσετε εικόνες που σήμερα έχουν χαθεί.

Είναι μια μαρτυρία που αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο για όσα αφηγείται, αλλά και γιατί μας υπενθυμίζει πως η ιστορία μιας πόλης δεν αποτελείται μόνο από τα μεγάλα γεγονότα. Αποτελείται και από τις αναμνήσεις των ανθρώπων της.

Αν οι αναμνήσεις αυτές ξυπνήσουν και τις δικές σας, θα χαρούμε ιδιαίτερα να τις μοιραστείτε μαζί μας. Κάθε προσωπική μαρτυρία αποτελεί ένα πολύτιμο κομμάτι της ιστορίας της Άρτας.

“Τρία χρόνια στην Άρτα που έγιναν μια ζωή” – Η μαρτυρία του Σταύρου Τριάντη

“Όταν ήρθαμε στην Άρτα μείναμε σε ενα 2όροφο, στον επάνω όροφο, λίγο πιο πάνω από την πλατεία Κρυστάλλη, που η μια πλευρά κοίταζε στο δάσος και η άλλη στον Άραχθο. Για να φτάσεις στο σπίτι περνούσες μέσα από 4-5 αυλές, κάτι που μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση τότε. Σε μια από τις αυλές αυτές ήταν στο κάτω μέρος από το σπίτι κάτι ημιυπόγεια που κατέβαινες 2-3 σκαλάκια για να μπεις μέσα, παράθυρα δεν είχαν, φως μόνο από την πόρτα που ήταν με κρύσταλλο και εκεί έμειναν θυμάμαι κάποια παιδιά, που φαντάζομαι, είχαν κατέβει από ορεινά χωριά όπου δεν θα υπήρχε γυμνάσιο. Θυμάμαι και τις μανούλες τους που κάθε τόσο έρχονταν και τους έφερναν προφανώς τα εφόδια για να βγάλουν την εβδομάδα γιατί τότε δεν υπήρχε το φαγητό το έξω, θα τους έπαιρναν τα ρούχα για πλύσιμο και δεν ξέρω τι άλλο, απλά θυμάμαι έρχονταν με κάτι καλάθια και κάτι τσουβάλια που μου φαίνονταν παράξενα. Δεν ξέρω που τις άφηνε το λεωφορείο αλλά θυμάμαι χαρακτηριστικά μια κυρία που κράταγε πράγματα στα χέρια και μετέφερε και στο κεφάλι και έμοιαζε με Ζογκλέρ.

Λίγο πιο κάτω στην γειτονιά ήταν το κουρείο του Κοσσυβάκη, γραφικός τύπος με χαρακτηριστικές ατάκες και θυμάμαι κάπνιζε τσιγάρα old navy που είχαν ένα καραβάκι σήμα και μύριζαν τόσο ωραία!!! Όταν πηγαίναμε του έλεγε ο πατέρας μου : “Σπύρο ξέρεις εσύ”, και με έβαζε κάτω και με πέρναγε με την μηχανή μια σκάλα πριν το γουλί.

Λίγο πιο κάτω ήταν ένα μαγαζί, Τάτσης λεγόταν, δεν θυμάμαι τι ακριβώς πουλούσε, αλλά είχε ένα ψυγείο και πηγαίναμε και παίρναμε παγωτά, αυτά με το ξυλάκι που ήταν σε χάρτινη σακουλίτσα που την φουσκώναμε με το στόμα για να ξεκολλήσει από το παγωτό και πολλές φορές την σκάγαμε στο κεφάλι του διπλανού. Έξω από το μαγαζί του είχε μια πολύ ωραία βέσπα αλλά δυστυχώς πηγαίνοντας μια μέρα στο Μενίδι λίγο πριν στις στροφές έφυγε στον γκρεμό και σκοτώθηκε, το θυμάμαι χαρακτηριστικά παρότι ήμουν μικρός, με είχε σοκάρει και πολλές φορές τον σκέφτομαι ακόμα.

Προχωρώντας προς πλατεία Κρυστάλλη εκεί που κάνει μια καμπή ο δρόμος για την κάτω πλευρά της πλατείας, θυμάμαι χαρακτηριστικά, ήταν ένας που είχε κοκοράκια γλυφιτζούρια κάτι μπαστουνάκια χρωματιστά και κάτι τσιγάρα μιμήσεις με κάφτρα κόκκινη μπροστά και διάφορα άλλα τέτοια ζαχαρώδη, λίγο πιο κάτω κάποιος πούλαγε κοκορέτσι, δεν θυμάμαι αν ήταν ταβέρνα, θυμάμαι όμως ότι του έλεγες “κόψε μου ένα μεζέ” και σου έκοβε μια ροδέλα που πρέπει να κόστιζε τότε μια δραχμή, το έβαζε σε ένα χαρτάκι μάλλον λαδόκολλα έριχνε αλατοπίπερο, στο τύλιγε και στο έδινε.

Θυμάμαι τους αγώνες με τα μηχανάκια που πρέπει να τα είχαν πειραγμένα για να κάνουν φασαρία αλλά και την μυρωδιά από την κάπνα που βγάζανε γιατί τότε ήταν δίχρονα και έκαιγαν βενζίνη με λάδι μαζί.

Εκεί που είναι η Shell μετά την πλατεία Κρυστάλλη έχω την εντύπωση ότι ήταν λίγο πιο πίσω ένα βενζινάδικο χωρίς να είμαι σίγουρος, είχε κάπως ένα πλάτωμα, ερχόταν ένα βυτίο και έφερνε νερό που έλεγαν ότι έρχεται από την Βόνιτσα, προφανώς θα ήταν από εκεί που βγαίνει το Κορπή. Πηγαίναμε και παίρναμε νερό με τις νταμιτζάνες, γιατί προφανώς της βρύσης δεν θα πινόταν.

Πηγαίνοντας προς το στρατόπεδο λίγο πριν νομίζω έστριβε αριστερά για το Πέτα, τώρα είναι τελείως αλλοιωμένο το τοπίο, προχωρώντας θυμάμαι πορτοκαλιές πολλές και βαθύ σκοτάδι, γιατί πηγαίναμε νύχτα, ήταν γεμάτο κολοφωτιές, αυτό είναι στην μνήμη μου χαραγμένο σαν πίνακας, ήταν κάτι φαντασμαγορικό.

Αυτό που είναι πάλι χαραγμένο σαν πίνακας στην μνήμη μου είναι απέναντι από το σπίτι που μέναμε, έβλεπες το δάσος από την κάτω πλευρά του δρόμου, τώρα είναι γεμάτο πολυκατοικίες, τότε θυμάμαι κάθε απόγευμα κατέβαινε ένας τσοπάνος και σε ένα πάντα συγκεκριμένο σημείο έτρεχαν τα πρόβατα προς τα κάτω, που ακριβώς πηγαίναν δεν ξέρω, πάντως τώρα είναι γεμάτο σπίτια.

Ακόμα κάτι που περνάει σαν βιντεάκι από μπροστά μου και μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι που κατέβαιναν το πρωί και ανέβαιναν το μεσημέρι οι στρατιώτες με βηματισμό, τραγούδια και συνθήματα (ήταν και δικτατορία), ήταν πολύ εντυπωσιακό για μένα γιατί το πατρικό μου είναι στον Χολαργό και ήμασταν 500 μέτρα από το Πεντάγωνο, αλλά εκεί τα πράγματα ήταν ήσυχα, δεν είχε εκπαίδευση και δεν είχε ασκήσεις ούτε φωνές και παραγγέλματα.

Άλλη μια εικόνα που μου έχει τυπωθεί ανεξίτηλα στο μυαλό είναι το σχολείο στο οποίο πήγαινα, αποτελείτο από ένα σπίτι στην αρχή δεν θυμάμαι όμως πως λεγόταν ο δρόμος, ένα διώροφο στο ενδιάμεσο  και ένα διώροφο στην κορυφή του δρόμου αλλά στο μεσαίο είχε από την πίσω πλευρά προαύλιο και εκεί μας πήγαιναν να κάνουμε πρόβες για την παρέλαση, την γυμναστική κ.λ.π. αλλά αυτό που είναι έντονο στη μνήμη μου γύρω γύρω στα συρματοπλέγματα ήταν γεμάτο απλωμένες φόρμες στρατιωτικές, τις οποίες κάποια μανούλα για να σπουδάσει και να προικίσει τα κορίτσια της έπλενε, και τότε το πλύσιμο γινότανε στο χέρι.

Εντύπωση μου έκανε επίσης ότι άκουγα καινούργιες άγνωστες λέξεις και προσπαθούσα να καταλάβω π χ τι εννοούσε ο άλλος λέγοντας “σε τσίκλισα” γιατί δεν ήταν λέξεις που τρώμε συλλαβές, που μπορείς κάτι να υποψιαστείς, ήταν τελείως άγνωστες, ή αυτό που φώναζαν οι φαντάροι “όπου περνάμε σαρώνουμε”. Την λέξη «σαρώνω» δεν την είχα ξανακούσει, ωστόσο μου έκανε εντύπωση και μια κοροϊδευτική χειρονομία με το δάχτυλο δίπλα στο χείλος, με το “σκουπίσου είσαι από τσαλαφούτι”, αλλά εγώ δεν ήξερα τι είναι το τσαλαφούτι τότε.

Μια φορά πάλι θυμάμαι είχαμε πάει μάλλον στο Κομπότι, δεν είμαι απόλυτα σίγουρος. Έστελναν τον πατέρα μου από την πυροσβεστική και πολλές φορές με έπαιρνε μαζί του. Δεν ξέρω τι εκδήλωση ήταν, αλλά αυτό που ήταν εντυπωσιακό ήταν ότι τόσες πολλές μαυροφορεμένες γυναίκες μαζί δεν είχα ξαναδεί, νόμιζες ότι βρισκόσουν σε συνέδριο παπάδων.”

Νομίζω ότι είδα πάρα πολλά στην Άρτα που ήταν πρωτόγνωρα για μένα, γι’ αυτό νιώθω ευτυχής που βρέθηκα εκεί και είδα : γυναίκες να γνέθουν, ζαλομένες με δεμάτια ξύλα στην πλάτη, να υφαίνουν στον αργαλειό, να φτιάχνουν τραχανά και μάλιστα έχω ακόμα το κόσκινο που είχε αγοράσει η μάνα μου στην Άρτα, και φτιάχνω κάθε χρόνο και κρατάω ζωντανή την μνήμη της σε συνδυασμό με την Άρτα, ανθρώπους να τραβάνε ξύλα στον κατεβασμένο Άραχθο, τα πέρα δώθε στην Σκουφά, το ψήσιμο του αρνιού το Πάσχα με ξύλινη σούβλα και την απορία μου πως δεν καίγεται η σούβλα.

Θα υπάρχουν ασφαλώς και άλλες αναμνήσεις που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν, γιατί η μνήμη πολλές φορές λειτουργεί απρόσμενα και σου φέρνει εικόνες στο νου όταν δεν το περιμένεις. Ελπίζω όσα μοιράστηκα να έχουν κάποιο ενδιαφέρον και ίσως να ξυπνήσουν αντίστοιχες μνήμες και σε άλλους….»

Στη φωτογραφία η κονκάρδα του 6ου Δημοτικού Σχολείου Άρτης, που φορούσε ο Σταύρος Τριάντης ως μαθητής στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Διατηρήθηκε όλα αυτά τα χρόνια ως ένα πολύτιμο προσωπικό ενθύμιο και συνοδεύει τη μαρτυρία του για την Άρτα εκείνης της εποχής.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα που θυμόμαστε... | Σχολιάστε

Η Άρτα από ψηλά… όπως την απαθανάτισε ο φακός το 2011

Τρεις εντυπωσιακές αεροφωτογραφίες από ένα δίτομο λεύκωμα που κυκλοφόρησε ως ένθετο κυριακάτικης εφημερίδας το 2011.

📷 Μια μικρή λεπτομέρεια που ίσως περάσει απαρατήρητη… Πολλοί βλέποντας αυτές τις εικόνες θα θεωρήσουν ότι πρόκειται για λήψεις από drone. Όμως οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν τον Μάρτιο του 2011, όταν τα drones δεν είχαν ακόμη μπει στην καθημερινότητα της αεροφωτογράφισης. Οι λήψεις έγιναν από επανδρωμένο αεροσκάφος, κάτι που αποδεικνύεται και από τα στοιχεία που συνοδεύουν κάθε φωτογραφία: ημερομηνία λήψης, συντεταγμένες και ύψος πτήσης σε πόδια.

📍 Η πρώτη φωτογραφία αποτυπώνει την πανοραμική εικόνα της Άρτας, με τον Άραχθο να διασχίζει την πόλη και το ιστορικό Γεφύρι να δεσπόζει στο τοπίο.

📍 Η δεύτερη παρουσιάζει τις εκβολές του Αράχθου, εκεί όπου ο ποταμός χύνεται στον Αμβρακικό Κόλπο, δημιουργώντας ένα μοναδικό μωσαϊκό από νερό, καλλιέργειες και υγροτόπους.

📍 Η τρίτη εστιάζει στο εμβληματικό Γεφύρι της Άρτας, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της ηπειρωτικής Ελλάδας.

🔎 Ένας μικρός προβληματισμός…

Στη δεύτερη φωτογραφία διακρίνεται στο βάθος ένα ορεινό νησί ή νησιωτικός σχηματισμός. Αν και η λεζάντα του λευκώματος αναφέρει ότι πρόκειται για τις εκβολές του Αράχθου, η παρουσία αυτού του νησιού γεννά την απορία: ποιο είναι άραγε το νησί που φαίνεται στον ορίζοντα; Πρόκειται όντως για κάποιον σχηματισμό του Αμβρακικού ή μήπως η λήψη, από μεγάλο ύψος, αποτυπώνει και περιοχή έξω από τον κόλπο;

Αν κάποιος φίλος γνωρίζει την απάντηση ή μπορεί να βοηθήσει στην ταυτοποίησή του, θα χαρούμε πολύ να τη μοιραστεί στα σχόλια.

✍️ Διόρθωση – Συμπλήρωση

Ευχαριστούμε θερμά τους φίλους της σελίδας για την πολύτιμη παρατήρηση.

Η δεύτερη φωτογραφία δεν απεικονίζει τις εκβολές του Αράχθου, αλλά τον Αχελώο ποταμό. Στο βάθος διακρίνεται το νησί Πεταλάς, ένα από τα μεγαλύτερα νησιά των Εχινάδων. Αν η λήψη ήταν λίγο πιο αριστερά, θα φαινόταν και η Οξεία, ένα ακόμη νησί του ίδιου συμπλέγματος.

Χαιρόμαστε ιδιαίτερα όταν οι αναρτήσεις γίνονται αφορμή για έναν τόσο όμορφο και εποικοδομητικό διάλογο. Η γνώση μοιράζεται και εμπλουτίζεται από όλους μας!

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Μια σπάνια εικόνα από την ιστορία της Άρτας

Μια ιδιαίτερα σπάνια φωτογραφία από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, που απεικονίζει πυροσβεστικό όχημα να συμμετέχει στην παρέλαση επί της οδού Σκουφά στην Άρτα, το 1970 ή το 1971. Η εικόνα αποτελεί ένα πολύτιμο ιστορικό τεκμήριο, καθώς αποτυπώνει μια εποχή όπου η Πυροσβεστική Υπηρεσία είχε έντονη παρουσία στις δημόσιες εκδηλώσεις της πόλης, αναδεικνύοντας τον κοινωνικό της ρόλο και την προσφορά της.

Η φωτογραφία προέρχεται από το προσωπικό αρχείο του Χρήστου Τριάντη, ο οποίος εκείνη την περίοδο υπηρετούσε στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Άρτας με τον βαθμό του Πυρονόμου και διακρίνεται ως συνοδηγός στο πυροσβεστικό όχημα.

Θερμές ευχαριστίες στην κυρία Marie-Danielle Pascaud, η οποία είχε την ευγένεια να μας αποστείλει αυτή τη σπάνια φωτογραφία, συμβάλλοντας στη διάσωση και ανάδειξη ενός πολύτιμου κομματιού της τοπικής ιστορίας.

Δημοσιεύθηκε στη Γιορτάζοντας τις Εθνικές Επετείους | Σχολιάστε

Στο Kέντρο «ΨΑΘΑ» του Τάκη Νάκου

Απόκριες 1966 – 67. Η ώρα διά εξεύρεση ….χρημάτων!

Τάκης Παπαρούνης «Πάρτε, πληρώστε και ….κερδίστε», Τάκης Τατσιόπουλος (Πρόεδρος – Νομικός), Μίλτος Νταλάκος (φανατικός φίλος ΑΕΤΟΥ – ΠΑΟ και ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ), Θωμάς Δάφνος, Τάσος  Ζέρβας, Βασίλης Λάιος (γκολκήπερ). Από αρχείο Κ. Μπανιά.

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

Νυχτερινή σιωπή στην πλατεία Σκουφά – Ένα κτίριο, μια ιστορία 138 ετών

Υπάρχουν σημεία της Άρτας που, ακόμη και όταν σιωπούν, αφηγούνται ιστορίες. Ένα τέτοιο σημείο είναι το ιστορικό κτίριο που δεσπόζει στην πλατεία Σκουφά, φωτισμένο διακριτικά μέσα στη νύχτα, πίσω από τα αιωνόβια δέντρα και το λιθόστρωτο της πλατείας κάποια χρονιά τη δεκαετία του ’80.

Το κτίριο ανεγέρθηκε το 1887 από τον άρχοντα Ρίγγα και αργότερα περιήλθε στην οικογένεια Γαρουφαλιά, η οποία το συνέδεσε άρρηκτα με την πνευματική και κοινωνική ζωή της Άρτας. Σήμερα, στο μεγαλύτερο τμήμα του στεγάζονται η Γαρουφάλειος Βιβλιοθήκη και το Ιστορικό Μουσείο του Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου «Ο Σκουφάς», δύο χώροι που διαφυλάσσουν τη μνήμη και την πολιτιστική κληρονομιά της πόλης.

Το ισόγειο τμήμα του κτιρίου, όπου σήμερα λειτουργεί το γνωστό καφέ «Εν Άρτη», έχει τη δική του ξεχωριστή ιστορία. Από τη δεκαετία του 1920 λειτούργησε ως Καφενείον Πάντζου, αργότερα ως καφενείο και κέντρο διασκέδασης των Κωνσταντίνου και Βίκτωρα Σακκά, στη συνέχεια ως καφενείο Οικονόμου, ενώ στις μέρες μας συνεχίζει, με άλλη μορφή, να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους χώρους συνάντησης και κοινωνικής ζωής της Άρτας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, κατά τις εργασίες αποκατάστασης του κτιρίου, αποκαλύφθηκε εντοιχισμένη πέτρα με την επιγραφή «Κ.Δ.Ρ. 1887», ένα αυθεντικό τεκμήριο που επιβεβαιώνει τη χρονολογία ανέγερσης και διασώζει τη μνήμη του αρχικού δημιουργού του. (Φωτο από συλλογή Σαρλή)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Στην αρχή της οδού Σκουφά…..

Η φωτογραφία μάς μεταφέρει στην αρχή της οδού Σκουφά, με κατεύθυνση προς τον Άγιο Δημήτριο και στην καρδιά της εμπορικής Άρτας, στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, όταν τα μικρά οικογενειακά καταστήματα αποτελούσαν τον βασικό πυρήνα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κατάστημα με τα οικιακά σκεύη που διακρίνεται αριστερά. Κατσαρόλες, ταψιά, λεκάνες και άλλα μεταλλικά είδη είναι αναρτημένα στην πρόσοψη, σύμφωνα με τη συνήθη εμπορική πρακτική της εποχής, ώστε τα εμπορεύματα να είναι ορατά από κάθε περαστικό. Τα καταστήματα αυτού του είδους εξυπηρετούσαν τις καθημερινές ανάγκες των νοικοκυριών, σε μια περίοδο όπου η ανθεκτικότητα των σκευών και η δυνατότητα επισκευής τους αποτελούσαν σημαντικά στοιχεία της οικογενειακής οικονομίας.

Η εικόνα αποτελεί πολύτιμη μαρτυρία της φυσιογνωμίας της παλιά οδού Σκουφά, με τα χαμηλά καταστήματα, τις χαρακτηριστικές τέντες, τις προσόψεις των εμπορικών μαγαζιών και την κίνηση των πεζών που έδιναν ζωή στον σημαντικότερο εμπορικό δρόμο της Άρτας. Κάθε λεπτομέρεια της φωτογραφίας αναδεικνύει έναν κόσμο που έχει πλέον χαθεί, αλλά εξακολουθεί να ζει στη συλλογική μνήμη των Αρτινών. (Φωτο από συλλογή Ε.Μ.)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Το βενζινάδικο του Τσαλαπάτη – Άρτα

Μια όμορφη εικόνα από μια άλλη εποχή, με τις χαρακτηριστικές αντλίες της FINA να θυμίζουν τα παλιά πρατήρια καυσίμων της πόλης. Πρόκειται για το βεντζινάδικο του Τσαλαπάτη. Η φωτογραφία εκτιμάται ότι προέρχεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ή τις αρχές της δεκαετίας του 1970. (Φωτο από συλλογή Κ.Λ.)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Στην οδό Σκουφά!

Ένα τμήμα της οδού Σκουφά, του εμπορικού δρόμου της Άρτας, στο ύψος του βιβλιοπωλείου Λάμπρου Νάτσικα, ίσως την δεκαετία του ’70.

Η φωτογραφία έχει αποκατασταθεί ψηφιακά, καθώς το πρωτότυπο ήταν ιδιαίτερα θολό. Η επεξεργασία έγινε αποκλειστικά για τη βελτίωση της ευκρίνειας και την καλύτερη ανάδειξη της εικόνας. (Από προσωπικό αρχείο)

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Παραδοσιακό πέτρινο σπίτι στον Καταρράκτη

Το διώροφο πέτρινο σπίτι του Καταρράκτη αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της λαϊκής αρχιτεκτονικής των Τζουμέρκων. Χτισμένο εξ ολοκλήρου από την τοπική πέτρα, με λιτή μορφή, μικρά ανοίγματα και τετράριχτη σχιστολιθική στέγη, αντανακλά τις ανάγκες της καθημερινής ζωής σε έναν ορεινό τόπο με δύσκολες κλιματικές συνθήκες. Η απουσία περιττών διακοσμητικών στοιχείων, η στιβαρή κατασκευή και η αρμονική ένταξή του στο φυσικό περιβάλλον εκφράζουν τη σοφία της παραδοσιακής ηπειρώτικης οικοδομικής τέχνης, όπου κάθε αρχιτεκτονική επιλογή υπηρετούσε πρωτίστως τη λειτουργικότητα και την αντοχή στον χρόνο.

Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στο λεύκωμα του Βασίλη Μάργαρη, Ηπειρώτικα Παραδοσιακά Σπίτια, 1988.

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Οι τελευταίοι νομάδες του Καταρράκτη (Καταγραφή 1991)

Σύμφωνα με την καταγραφή του Νίκου Β. Καρατζένη (Οι νομάδες κτηνοτρόφοι του Τζουμέρκων, Άρτα 1991), οι τελευταίες νομαδικές κτηνοτροφικές οικογένειες από τον Καταρράκτη και οι τόποι όπου ξεχειμώνιαζαν τα κοπάδια τους ήταν οι εξής:

ΒΛΑΧΟΣ

  • Γρηγόρης Κωνσταντίνου – Λιμίνη Άρτας

ΚΑΡΕΖΟΣ

  • Ευάγγελος Γεωργίου – Πέτα Άρτας
  • Γεώργιος Δημητρίου – Πέτα Άρτας
  • Νίκος Γεωργίου – Γλυκόριζο Άρτας

ΚΑΤΣΙΟΥΛΗΣ

  • Βασίλειος Παναγιώτη – Πέτα Άρτας
  • Γεώργιος Χρήστου – Λιμίνη Άρτας

ΜΗΤΣΗΣ

  • Γιώργος και Δημήτριος Χρήστου – Πέτα Άρτας

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

  • Δημήτριος Γεωργίου – Περάνθη Άρτας

ΜΠΟΜΠΟΛΟΣ

  • Ευάγγελος Χρήστου – Σαλαώρα Άρτας

ΠΕΤΑΛΑ

  • Βαρβάρα Βασιλείου – Ηγουμενίτσα

ΡΙΖΑΚΗΣ

  • Γιώργος Ηλία – Πέτα Άρτας

ΣΑΛΑΜΟΥΡΑΣ

  • Παναγιώτης Σωτηρίου – Κάτω Παναγιά Άρτας
  • Ελένη Κωνσταντίνου – Πέτα Άρτας

ΣΚΟΥΤΑΣ

  • Δημήτριος Κωνσταντίνου – Σελλάδες Άρτας
  • Ευάγγελος Κωνσταντίνου – Λιμίνη Άρτας

Η καταγραφή δείχνει ότι οι περισσότεροι κτηνοτρόφοι του Καταρράκτη ξεχειμώνιαζαν στα πεδινά της Άρτας, κυρίως στις περιοχές Πέτα, Λιμίνη, Σελλάδες, Περάνθη και Σαλαώρα. Η επιλογή αυτή συνδέεται με τη γεωγραφική θέση του χωριού και την ευκολότερη πρόσβαση προς τον αρτινό κάμπο, όπου υπήρχαν κατάλληλοι χειμερινοί βοσκότοποι και ευνοϊκότερες κλιματικές συνθήκες για τη διαχείμαση των κοπαδιών.

Η φωτογραφία απεικονίζει τη στρούγκα στους Οβορούς. Στο άρμεγμα βρίσκονται ο Μήτσιος Ιωάννη Τασηνίκος και ο Μητρέλιας Αθ. Τασηνίκος, ενώ ο Βασίλης Σ. Καρατζένης «κεντάει» τα πρόβατα, δηλαδή τα οδηγεί και τα τακτοποιεί μέσα στη στρούγκα κατά τη διαδικασία του αρμέγματος. Ιούνιος 1986.

Οι πέτρινες καλύβες και οι στρούγκες των ορεινών βοσκοτόπων αποτελούν διαχρονικά σύμβολα της νομαδικής κτηνοτροφίας των Τζουμέρκων. Χτισμένες με την τέχνη της ξερολιθιάς και εναρμονισμένες με το άγριο ορεινό τοπίο, πρόσφεραν καταφύγιο στους ποιμένες και στα κοπάδια τους κατά τους θερινούς μήνες. Εκεί κυλούσε η καθημερινότητα των τσελιγκάτων: το άρμεγμα, η τυροκόμηση, η φύλαξη των κοπαδιών και ο αδιάκοπος μόχθος για την επιβίωση. Πηγή φωτογραφίας: Νίκος Β. Καρατζένης, Η άνοδος των νομάδων των Πραμάντων στις βουνοκορφές της Πίνδου, Ιωάννινα, 2009.

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε