“Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Άρτας το γιοφύρι”

Παλιές μαρτυρίες για τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη στην Άρτα

Ο Κίτσος Μπότσαρης, πατέρας του Μάρκου Μπότσαρη, ήταν ένας από τους λίγους που κατόρθωσαν να διαφύγουν από την καταστροφή του Σέλτσου, τον Απρίλιο του 1804. Από τους Σουλιώτες και τις οικογένειές τους που είχαν καταφύγει εκεί μετά την πτώση του Σουλίου, ελάχιστοι σώθηκαν. Ανάμεσά τους ήταν και ο Κίτσος, που κατάφερε να ξεφύγει μαζί με μια μικρή ομάδα ανδρών.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1813, η ζωή του θα τελείωνε βίαια. Για τον θάνατό του υπάρχουν διαφορετικές αφηγήσεις: για τους ανθρώπους που τον σκότωσαν, για τον ρόλο του Αλή Πασά, ακόμη και για τον τόπο της δολοφονίας.

Εδώ όμως υπάρχει κάτι που μου κίνησε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Μερικές από τις παλαιότερες μαρτυρίες που σώζονται τοποθετούν τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη στην Άρτα. Και ανάμεσά τους βρίσκονται πηγές αρκετά πρώιμες και σήμερα μάλλον λίγο γνωστές.

Μία από αυτές κρύβεται μέσα σε ένα δημοτικό τραγούδι:

«Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Άρτας το γιοφύρι,
το ’να τηράει τα Γιάννινα, τ’ άλλο κατά το Σούλι,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέγει…»

Έτσι αρχίζει το τραγούδι για τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη.

Η συνέχεια είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα για την Άρτα. Ο Κίτσος, σύμφωνα με το τραγούδι, είχε ξεκινήσει για τα Γιάννενα και επρόκειτο να πάει στο Βουργαρέλι για να εισπράξει χρήματα που του οφείλονταν. Στον δρόμο όμως πέρασε από την Άρτα:

«Κι από την Άρτα διάβηκε κονάκι να του κάμουν,
κι ευθύς κονάκι τώκαμαν στου παπουτσή του Ρίζου…»

Εκεί, την ώρα που είχε στρωθεί το τραπέζι, δέχθηκε τρεις πυροβολισμούς. Ο τρίτος, «ο φαρμακερός», ήταν ο θανάσιμος.

Το τραγούδι δεν είναι κάποια όψιμη αρτινή παράδοση. Είχε ήδη δημοσιευθεί το 1825 από τον Γάλλο λόγιο Claude Fauriel στα Chants populaires de la Grèce moderne, μόλις δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη. Αργότερα πέρασε και σε άλλες συλλογές δημοτικών τραγουδιών. Το 1964 το περιοδικό Σκουφάς της Άρτας το αναδημοσίευσε, με παραπομπή στον Fauriel, κάτω από τον χαρακτηριστικό τίτλο «Τραγούδια του τόπου μας».

Η γεωγραφία του τραγουδιού αξίζει προσοχή. Αναφέρονται τρεις τόποι — Γιάννινα, Βουργαρέλι, Άρτα — αλλά δεν έχουν την ίδια θέση στην αφήγηση. Τα Γιάννινα και το Βουργαρέλι βρίσκονται μπροστά του, στη διαδρομή που σκοπεύει να ακολουθήσει. Στην Άρτα περνά, εκεί καταλύει και εκεί δέχεται τους πυροβολισμούς.

Θα μπορούσε βέβαια κανείς να πει ότι πρόκειται για δημοτικό τραγούδι και όχι για ιστορικό χρονικό. Το ενδιαφέρον όμως μεγαλώνει όταν δίπλα του τοποθετήσουμε μια εντελώς διαφορετική μαρτυρία, δημοσιευμένη την ίδια ακριβώς χρονιά.

Μια απροσδόκητη μαρτυρία από την Ολλανδία

Το 1825 το ολλανδικό περιοδικό Vaderlandsche Letteroefeningen δημοσίευσε μια βιογραφική παρουσίαση του Μάρκου Μπότσαρη. Η φήμη του Μάρκου είχε ήδη ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα και ο Ολλανδός συντάκτης τον παρουσίαζε ως τον «Λεωνίδα της αναγεννημένης Ελλάδας».

Μέσα στη βιογραφία του γιου υπάρχει όμως και μια σύντομη αναφορά στον πατέρα του.

Σύμφωνα με την ολλανδική αφήγηση, μετά από χρόνια υπηρεσίας του Κίτσου στα γαλλοκρατούμενα Επτάνησα, άνθρωποι που παρουσιάζονται ως μυστικοί απεσταλμένοι του Αλή Πασά τον έπεισαν να εμπιστευθεί τις υποσχέσεις του και να επιστρέψει στην Ήπειρο. Και τότε το κείμενο γίνεται απολύτως συγκεκριμένο: ο Κίτσος πείστηκε να μεταβεί στην Άρτα, όπου δολοφονήθηκε τον Ιανουάριο του 1813.

Η ολλανδική αφήγηση περιέχει και στοιχεία που χρειάζονται επιφύλαξη. Εμπλέκει Άγγλους πράκτορες και συνδέει την υπόθεση με την αγγλική κατάληψη των Επτανήσων, ενώ η χρονολόγηση που δίνει γι’ αυτήν παρουσιάζει προβλήματα. Δεν μπορούμε επομένως να θεωρήσουμε όλες τις λεπτομέρειές της ιστορικά εξακριβωμένες.

Για το ερώτημα όμως που μας απασχολεί, ένα πράγμα παραμένει εντυπωσιακό. Το 1825, σε ένα ολλανδικό περιοδικό, ο θάνατος του Κίτσου Μπότσαρη τοποθετείται ρητά στην Άρτα.

Έχουμε επομένως την ίδια χρονιά δύο πηγές εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα. Ένα ελληνικό δημοτικό τραγούδι δημοσιευμένο στο Παρίσι και ένα ολλανδικό περιοδικό. Οι αφηγήσεις τους διαφέρουν σημαντικά, αλλά συναντώνται σε ένα σημείο: στην Άρτα ως τόπο του θανάτου του Κίτσου Μπότσαρη.

Ο Blancard στο Σούλι, το 1846

Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα η Άρτα εμφανίζεται και σε μια άλλη, πολύ λιγότερο γνωστή αφήγηση.

Το 1846 ο Γάλλος Jules Blancard, καθηγητής τότε στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων, περιηγήθηκε στο Σούλι και δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στη γαλλική Revue de l’Orient. Καθώς περπατά ανάμεσα στα ερείπια, παρεμβάλλει στην περιγραφή του ιστορίες για τους Σουλιώτες και τους πολέμους τους με τον Αλή Πασά.

Σε μία από αυτές γράφει ότι ο Αλή Πασάς κατόρθωσε να υποτάξει τους Σουλιώτες χρησιμοποιώντας τη διαφθορά. Αναφέρει ως παράδειγμα «τον πατέρα των Μποτσαραίων», ο οποίος εγκατέλειψε την πατρίδα του παίρνοντας μαζί του τα παλικάρια του. Στη συνέχεια όμως προσθέτει ότι ο Αλή, όταν τον είχε πλέον στα χέρια του, έστειλε μυστικό απεσταλμένο που τον δολοφόνησε στην Άρτα.

Ο Blancard εδώ συγχέει δύο πρόσωπα.

Εκείνος που εγκατέλειψε το Σούλι και πέρασε στην πλευρά του Αλή ήταν ο Γεώργιος Μπότσαρης, πατέρας του Νότη και του Κίτσου. Η παράδοση για τη δολοφονία στην Άρτα αφορά τον γιο του, Κίτσο Μπότσαρη, πατέρα του Μάρκου.

Το λάθος όμως είναι από μόνο του αποκαλυπτικό. Ο Blancard φαίνεται να έχει ενώσει δύο διαφορετικές ιστορίες της οικογένειας: την αποστασία του Γεωργίου και τη δολοφονία του Κίτσου. Παρ’ όλα αυτά διατηρεί δύο στοιχεία που συναντούμε και αλλού στην παλαιότερη παράδοση: την Άρτα και τη σύνδεση του φόνου με άνθρωπο του Αλή Πασά.

Δεν γνωρίζουμε από πού ακριβώς άντλησε αυτή την πληροφορία — από αναγνώσματα, από όσα άκουσε στην Ήπειρο ή από συνδυασμό των δύο. Η παρουσία της όμως σε ένα κείμενο γραμμένο το 1846 δείχνει τουλάχιστον ότι η εκδοχή της Άρτας εξακολουθούσε να κυκλοφορεί αρκετές δεκαετίες μετά το γεγονός.

Οι διαφορετικές μνήμες του ίδιου θανάτου

Έχει ενδιαφέρον ότι τα ίδια τα δημοτικά τραγούδια δεν διατήρησαν όλα τα ίδια στοιχεία.

Στην παραλλαγή του Fauriel κυριαρχεί ο τόπος: το γεφύρι της Άρτας, ο παπουτσής Ρίζος, το τραπέζι και οι πυροβολισμοί.

Σε άλλη παραλλαγή ο τόπος δεν προσδιορίζεται, αλλά κατονομάζονται οι φερόμενοι ως δράστες:

«Ο Γυφτογώγος το σκυλί αντάμα με τον Νούρη
βαλμέν’ απ’ τον Αλή πασά κι από τον σελιχτάρη…»

Η μία παράδοση φαίνεται λοιπόν να έχει διατηρήσει κυρίως το πού, η άλλη το ποιοι και με τίνος εντολή.

Το 1850 ο Αντώνιος Μανούσος, στα Τραγούδια Εθνικά, δίνει μια ακόμη πιο αναπτυγμένη αφήγηση. Ο Κίτσος φτάνει στην Άρτα και καταλύει σε σπίτι παπουτσή. Οι άνθρωποι του πασά μπαίνουν κρυφά στο κατάλυμα, τον βρίσκουν στο τραπέζι και τον σκοτώνουν. Ο Μανούσος σημειώνει μάλιστα ότι για τον θάνατό του υπήρχαν διαφορετικά τραγούδια και παραθέτει στη συνέχεια το «Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Άρτας το γιοφύρι…».

Δεν έχουμε επομένως μία ενιαία αφήγηση που επαναλαμβάνεται απαράλλακτη. Έχουμε διαφορετικές εκδοχές, στις οποίες άλλοτε διατηρείται ο τόπος, άλλοτε οι δράστες και άλλοτε η σχέση τους με τον Αλή Πασά. Μέσα όμως σε αυτή την ποικιλία, η Άρτα εμφανίζεται από πολύ νωρίς.

Άρτα ή Βουργαρέλι;

Αυτό έχει σημασία όταν περάσουμε στις μεταγενέστερες αφηγήσεις. Σε ορισμένες από αυτές ως τόπος του θανάτου εμφανίζεται το Βουργαρέλι, ενώ αλλού ο τόπος παραμένει ασαφής.

Το παράδοξο είναι ότι το Βουργαρέλι δεν είναι καθόλου άγνωστο στην παλαιότερη παράδοση. Βρίσκεται ήδη στο τραγούδι που δημοσίευσε ο Fauriel το 1825:

«Ο Μπότσαρης εκίνησε στα Γιάννινα να πάγει,
για να βουλώσει μπουγιουρτί, στο Βουργαρέλι να πάγει,
για να μαζώξει τ’ άσπρα του όπου είχε δανεισμένα…»

Στην παλαιότερη αυτή καταγραφή όμως το Βουργαρέλι είναι προορισμός, όχι τόπος θανάτου. Η αφήγηση συνεχίζει αμέσως:

«Κι από την Άρτα διάβηκε κονάκι να του κάμουν…»

και ο φόνος ακολουθεί εκεί.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα Γιάννινα. Υπάρχουν ήδη στον πρώτο στίχο της διαδρομής — «εκίνησε στα Γιάννινα να πάγει» — αλλά όχι ως τόπος όπου σκοτώθηκε.

Ίσως λοιπόν η ίδια η παλαιότερη αφήγηση, που συνδέει στην τελευταία διαδρομή του Κίτσου Γιάννινα – Βουργαρέλι – Άρτα, να άφησε περιθώριο για τις διαφορετικές γεωγραφικές εκδοχές που εμφανίστηκαν αργότερα. Αυτό όμως παραμένει υπόθεση.

Εκείνο που μπορούμε να διαπιστώσουμε είναι πιο συγκεκριμένο: στις πρώιμες μαρτυρίες που εξετάσαμε, το Βουργαρέλι και τα Γιάννινα αποτελούν σταθμούς ή προορισμούς της πορείας. Η Άρτα είναι ο τόπος όπου αυτή η πορεία διακόπτεται.

Τι μπορούμε τελικά να πούμε;

Οι πηγές αυτές δεν μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε λυμένο κάθε ζήτημα γύρω από τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη.

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιος ήταν ο παπουτσής Ρίζος. Ούτε μπορούμε να δεχθούμε χωρίς έλεγχο όλες τις λεπτομέρειες που προστέθηκαν στις διαφορετικές αφηγήσεις. Ακόμη και η άμεση εντολή του Αλή Πασά, μολονότι εμφανίζεται πολύ νωρίς στην παράδοση, χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη.

Για τον τόπο, όμως, αξίζει να κρατήσουμε κάτι.

Η Άρτα δεν εμφανίζεται ως μια όψιμη τοπική διεκδίκηση της ιστορίας του Κίτσου Μπότσαρη. Βρίσκεται ήδη μέσα σε μερικές από τις παλαιότερες καταγραφές της μνήμης του θανάτου του.

Και εμφανίζεται πολύ νωρίς: το 1825, μόλις δώδεκα χρόνια μετά το γεγονός, σε δύο πηγές εντελώς διαφορετικής προέλευσης — ένα ελληνικό δημοτικό τραγούδι δημοσιευμένο στο Παρίσι και ένα ολλανδικό περιοδικό. Ακολουθούν και άλλες μαρτυρίες του 19ου αιώνα που εξακολουθούν να συνδέουν τον φόνο με την Άρτα.

Ίσως γι’ αυτό αξίζει να ξαναδιαβάσουμε σήμερα λίγο πιο προσεκτικά εκείνους τους παλιούς στίχους:

«Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Άρτας το γιοφύρι…»

Δεν μας δίνουν μόνο ένα μοιρολόι για τον Κίτσο Μπότσαρη. Διασώζουν και μια από τις παλαιότερες εκδοχές για το τελευταίο ταξίδι του — μια εκδοχή στην οποία το Βουργαρέλι είναι ο προορισμός, αλλά η Άρτα ο τόπος όπου το ταξίδι τελειώνει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αραβαντινός, Σπυρίδων, Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή.
  • Μακρυγιάννης, Ιωάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄.
  • Μανούσος, Αντώνιος, Τραγούδια Εθνικά, συναγμένα και διασαφηνισμένα, Κέρκυρα, Τυπογραφείον Ερμής Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1850.
  • Blancard, Jules, «Souli», Revue de l’Orient, 1846.
  • Fauriel, Claude Charles, Chants populaires de la Grèce moderne, τ. Β΄, Paris, 1825.
  • «Levensschets van Marcus Bozzaris», Vaderlandsche Letteroefeningen, 1825.
  • Passow, Arnold, Τραγούδια Ρωμαίικα – Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Leipzig, B. G. Teubner, 1860.
  • Pouqueville, F.-C.-H.-L., Histoire de la régénération de la Grèce, τ. Α΄.
  • «Ο θάνατος του Κίτσου Μπότσαρη», Σκουφάς, έτος Θ΄, τόμ. Γ΄, τχ. 27–28, Άρτα, 1964, σ. 171.
  • Ηπειρωτική Εστία, τχ. 62, 1957, σ. 413.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Γεώργιος Μπότσαρης: Το Βουργαρέλι, το κώνειο και μια ιστορία που άλλαξε μέσα στον χρόνο

Για τον Γεώργιο Μπότσαρη συναντά κανείς σήμερα μια αρκετά συγκεκριμένη αφήγηση: το 1799, ύστερα από τις συγκρούσεις του με τους Τζαβελλαίους και τη συμφωνία του με τον Αλή Πασά, εγκατέλειψε το Σούλι μαζί με εβδομήντα οικογένειες, εγκαταστάθηκε στο Βουργαρέλι και πέθανε εκεί την ίδια χρονιά, δηλητηριασμένος με εντολή του Αλή.

Η ιστορία έχει τόπο, χρόνο, αιτία θανάτου και αυτουργό. Μόνο που, όταν επιστρέψουμε στις παλαιότερες πηγές, η εικόνα γίνεται αρκετά διαφορετική.

Από το Σούλι στο Βουργαρέλι

Η αποχώρηση του Γεωργίου Μπότσαρη από το Σούλι δεν αποτελεί μεταγενέστερη παράδοση. Ήδη ο Χριστόφορος Περραιβός, στην πρώτη έκδοση της Ιστορίας του Σουλίου και Πάργας το 1803, γράφει ότι ο Μπότσαρης, έχοντας έρθει σε συνεννόηση με τον Αλή Πασά, έφυγε τη νύχτα μαζί με τα παιδιά, τους γαμπρούς του και εβδομήντα οικογένειες.

Στην πολύ μεταγενέστερη έκδοση του 1857 ο Περραιβός προσθέτει μια σημαντική λεπτομέρεια: ο Μπότσαρης με τους ανθρώπους του κατευθύνθηκε, με διαταγή του Πασά, «εἰς τὰ χωρία, Βουργαρέλι λεγόμενα», στους πρόποδες των Τζουμέρκων.

Το Βουργαρέλι λοιπόν είναι πράγματι μέρος της ιστορίας του. Ως τόπος εγκατάστασης, όμως — όχι, τουλάχιστον από αυτή την πηγή, ως τόπος θανάτου.

Γιατί η αφήγηση συνεχίζεται.

Ο Γεώργιος μεταβαίνει στα Γιάννενα και ο Αλή Πασάς τού υπενθυμίζει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει. Ο Περραιβός γράφει ότι αναγκάστηκε «ἄκων ἑκών νά κινηθῇ κατά τῆς Πατρίδος». Μαζί με τους γιους, τους γαμπρούς και άλλους από τους ανθρώπους του, καθώς και δυνάμεις του Πασά, βρέθηκε πλέον απέναντι στους παλιούς συμπατριώτες του.

Η μάχη στο Ραϊδοβούνι και το κώνειο

Η σύγκρουση έγινε στο Ραϊδοβούνι, στην περιοχή του Σουλίου, και κατέληξε σε ήττα των δυνάμεων που στράφηκαν εναντίον των Σουλιωτών.

Αμέσως μετά την περιγραφή της μάχης, στην έκδοση του 1857, ο Περραιβός γράφει:

«Μετά τήν μάχην ταύτην ἐν ὀλίγαις ἡμέραις ἀπέθανε καί ὁ Γεροβότζαρης· κατά τήν μαρτυρίαν τοῦ πνευματικοῦ του, ὅστις μεθ’ ὅρκου μᾶς ἐβεβαίωσεν, ἔπιεν ἐπίτηδες τό κώνειον…»

Η διατύπωση είναι σαφής. Ο Περραιβός αποδίδει την πληροφορία στον πνευματικό του Γεωργίου Μπότσαρη, ο οποίος, όπως υποστηρίζει, τους βεβαίωσε με όρκο ότι ο Γερομπότσαρης ήπιε επίτηδες κώνειο.

Για τα αίτια είναι πιο επιφυλακτικός. Αναφέρεται στην απόγνωση και θεωρεί πιθανό ότι βάρυναν τόσο η οργή του Πασά όσο και «τοῦ συνειδότος τόν ἔλεγχον», ο έλεγχος της συνείδησής του, καθώς λεγόταν ότι είχε μετανιώσει βαθιά.

Άρα στον Περραιβό δεν έχουμε δολοφονία με δηλητήριο κατ’ εντολήν του Αλή Πασά. Έχουμε αυτοδηλητηρίαση.

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο πρόβλημα: η χρονολογία. Τα γεγονότα αυτά εντάσσονται από τον Περραιβό στα γεγονότα της εκστρατείας εναντίον του Σουλίου που ο ίδιος τοποθετεί ήδη στο 1800. Επομένως η συχνά επαναλαμβανόμενη σήμερα χρονολογία θανάτου 1799 δεν συμβιβάζεται με τη δική του αφήγηση.

Μια παλιά παράδοση που ταξιδεύει στην Ευρώπη

Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η ιστορία του κωνείου εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη μεταγενέστερη έκδοση του Περραιβού. Δεν είναι όμως έτσι.

Ήδη το 1819, ο Carlo Gherardini, στη Storia di Suli e di Parga, γράφει ότι, μετά την ήττα στο Ραϊδοβούνι, ο Γεώργιος πέθανε από τύψεις και θλίψη. Και προσθέτει:

«È voce comune che […] siasi da sè medesimo avvelenato.»

Ήταν, δηλαδή, «κοινή φήμη» ότι δηλητηρίασε ο ίδιος τον εαυτό του, από φόβο για τον Πασά και από ντροπή απέναντι στον κόσμο.

Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, επειδή στην έκδοση του Περραιβού του 1815, την οποία ελέγξαμε, η πληροφορία αυτή δεν υπάρχει. Κι όμως, μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Gherardini την καταγράφει ήδη ως κοινή φήμη.

Η ιστορία περνά στη συνέχεια στην ευρωπαϊκή γραμματεία και αποκτά σταδιακά περισσότερο δραματικό χαρακτήρα. Το 1859 ο Eugène Yéméniz μετατρέπει σχεδόν το επεισόδιο σε λογοτεχνική σκηνή: ο Γεώργιος ακούει τα κανόνια του Σουλίου, βασανίζεται από τύψεις και πληγωμένη υπερηφάνεια και τελικά πίνει δηλητήριο.

Ο πυρήνας όμως παραμένει ο ίδιος: ο ίδιος παίρνει το δηλητήριο.

Πότε μπήκε ο Αλή Πασάς στην ιστορία του δηλητηρίου;

Αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο σημείο.

Στις παλαιότερες πηγές που ελέγξαμε δεν εντοπίσαμε μαρτυρία ότι ο Αλή Πασάς δηλητηρίασε τον Γεώργιο Μπότσαρη ή διέταξε τη δηλητηρίασή του.

Αργότερα όμως η διατύπωση αρχίζει να αλλάζει. Σε νεότερα κείμενα διαβάζουμε πλέον ότι πέθανε «κατ’ άλλους δηλητηριασθείς και κατ’ άλλους αυτοκτονώντας».

Η αλλαγή φαίνεται μικρή, αλλά δεν είναι:

«δηλητηρίασε τον εαυτό του» → «δηλητηριάστηκε».

Στη δεύτερη διατύπωση ο δράστης έχει χαθεί. Και κάποια στιγμή η αοριστία αυτή φαίνεται να μετατράπηκε στη βεβαιότητα ότι πίσω από το δηλητήριο βρισκόταν ο Αλή Πασάς.

Πότε ακριβώς έγινε αυτή η μετατόπιση δεν μπορέσαμε να το διαπιστώσουμε. Γι’ αυτό και δεν θα ήταν σωστό να κατασκευάσουμε μια εξήγηση που οι πηγές δεν μας δίνουν.

Πέθανε τελικά στο Βουργαρέλι;

Ούτε αυτό προκύπτει τόσο καθαρά όσο συχνά παρουσιάζεται.

Ο Περραιβός τεκμηριώνει την εγκατάσταση του Γεωργίου στο Βουργαρέλι. Στη συνέχεια όμως τον ακολουθεί στα Γιάννενα, στην εκστρατεία εναντίον του Σουλίου και στη μάχη στο Ραϊδοβούνι. Και ύστερα γράφει ότι λίγες ημέρες μετά τη μάχη πέθανε.

Πού ακριβώς; Δεν το λέει.

Και μέχρι στιγμής δεν εντοπίσαμε παλιά πηγή που να κατονομάζει ρητά το Βουργαρέλι ως τόπο του θανάτου του.

Έτσι δύο πληροφορίες που αρχικά ήταν διαφορετικές — εγκαταστάθηκε στο Βουργαρέλι και πέθανε λίγο αργότερα — φαίνεται ότι κάποια στιγμή ενώθηκαν σε μία: «πέθανε στο Βουργαρέλι».

Τι μένει τελικά από την ιστορία;

Η έρευνα ξεκίνησε από μια φαινομενικά βέβαιη πληροφορία: 1799 – Βουργαρέλι – δηλητηρίαση με εντολή του Αλή Πασά.

Οι παλαιότερες πηγές δεν μας επιτρέπουν να την επαναλάβουμε με την ίδια βεβαιότητα.

Το Βουργαρέλι τεκμηριώνεται ως τόπος εγκατάστασης, όχι όμως μέχρι στιγμής ως τόπος θανάτου. Το δηλητήριο αποτελεί πολύ παλιά παράδοση, αλλά οι παλιότερες μαρτυρίες μιλούν για αυτοδηλητηρίαση. Και το 1799 δημιουργεί σοβαρό χρονολογικό πρόβλημα, αφού ο Περραιβός τοποθετεί τον Γεώργιο εν ζωή στα γεγονότα του 1800.

Ίσως λοιπόν το ενδιαφέρον της ιστορίας να βρίσκεται όχι στην αντικατάσταση μιας βεβαιότητας από μια άλλη, αλλά στο να δούμε πώς μια αφήγηση αλλάζει καθώς περνά από πηγή σε πηγή.

Στη φωτογραφία το απόσπασμα της μαρτυρίας για τον θάνατο του Γεωργίου Μπότσαρη: «ἔπιεν ἐπίτηδες τό κώνειον». Χριστόφορος Περραιβός, Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, 1857.

Πηγές – Βιβλιογραφία

Περραιβός, Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλίου και Πάργας, πρώτη έκδοση, Παρίσι, 1803.

Περραιβός, Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλίου και Πάργας, Βενετία, 1815.

Περραιβός, Χριστόφορος, Ιστορία του Σουλίου και Πάργας, Αθήνα, 1857.

Gherardini, Carlo, Storia di Suli e di Parga, contenente la loro cronologia, le loro guerre e specialmente quelle de’ Sulioti con Ali-Bascià, principe della Grecia, Milano, Giovanni Silvestri, 1819.

Yéméniz, Eugène, La Grèce moderne. Héros et poètes, Paris, Michel Lévy Frères, 1859.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Από την Άρτα στην Καλκούτα του 18ου αιώνα

Μερικές φορές μια μικρή φράση σε ένα παλιό κείμενο ανοίγει έναν εντελώς απρόσμενο δρόμο.

Διαβάζοντας την περιγραφή του Ζαγορίου που δημοσίευσε το 1846 ο Γάλλος Jules Blancard, στάθηκα στην αναφορά του στους Ζαγορίσιους που ξενιτεύονταν. Τους συναντούσε, γράφει, σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στη Βλαχία, στη Σερβία, στη Βιέννη, στη Ρωσία — ακόμη και στην Ινδία:

«Αναζητήστε τον ακόμη και στην Καλκούτα και θα τον βρείτε εκεί».

Η Καλκούτα μού φάνηκε αρχικά απίστευτα μακρινή. Ψάχνοντας όμως αν η παρατήρηση του Blancard είχε πραγματικό υπόβαθρο, η έρευνα οδήγησε σε μια μικρή έκπληξη που αφορά την Άρτα.

Στο βρετανικό East India Kalendar του 1792, στον κατάλογο των “Greek Merchants” της Καλκούτας, ανάμεσα στους 6 Έλληνες εμπόρους, εμφανίζεται ο:

Theocary Godeela.

Σε νεότερη μελέτη για τους Έλληνες της Βεγγάλης ο ίδιος άνθρωπος προσδιορίζεται σαφέστερα:

“Theochary Godelea din Arta” — από την Άρτα.

Η γραφή Godeela/Godelea έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το επώνυμο Γκοντέλας / Γκουντέλας υπάρχει στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας. Χωρίς ελληνικό έγγραφο δεν μπορούμε ακόμη να αποκαταστήσουμε με βεβαιότητα το όνομά του ως «Θεοχάρης Γκοντέλας», η αντιστοιχία όμως είναι ασφαλώς αξιοπρόσεκτη.

Και ίσως το ίχνος του να φθάνει ακόμη πιο πίσω. Το 1774, επτά Έλληνες έμποροι της Καλκούτας έστειλαν επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο του Σινά ζητώντας να τους στείλει έναν ιερέα για τις ανάγκες της μικρής ελληνικής κοινότητας. Ανάμεσά τους αναφέρεται ένας Theocharees Georgiou. Ο Paul Byron Norris συνδέει το όνομα αυτό με τη μορφή Godela, χωρίς όμως να έχουμε ακόμη στα χέρια μας την πλήρη τεκμηρίωση της ταύτισης. Γι’ αυτό και προς το παρόν την κρατάμε ως πολύ ενδιαφέρουσα πιθανότητα.

Ποιος ήταν ο Αρτινός έμπορος; Πότε έφυγε από την Άρτα; Πώς έφθασε μέχρι την Καλκούτα και τι εμπορευόταν;

Αυτά μένουν ακόμη άγνωστα.

Ξέρουμε όμως ότι το 1792 ένας Έλληνας έμπορος, τον οποίο η βιβλιογραφία προσδιορίζει ως καταγόμενο από την Άρτα, βρισκόταν στην Καλκούτα.

Μια μικρή φράση του Blancard για τη ζαγορίσια ξενιτιά μάς οδήγησε έτσι, εντελώς απροσδόκητα, σε έναν Αρτινό στην Ινδία του 18ου αιώνα.

Η έρευνα για τον Theocary Godeela συνεχίζεται.

Ο “Theocary Godeela” στον κατάλογο των Ελλήνων εμπόρων (“Greek Merchants”) της Καλκούτας το 1792. The East India Kalendar; or, Asiatic Register for the Year 1792, σ. 65.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Όταν τα κάρα κυκλοφορούσαν ακόμη….

Μια εικόνα από την καθημερινή ζωή της Άρτας, πιθανότατα τη δεκαετία του 1950, όταν τα κάρα κυκλοφορούσαν ακόμη.

Το κάρο με το άλογο, ο αμαξάς και τα παιδιά που ποζάρουν στον φωτογραφικό φακό θυμίζουν μια εποχή κατά την οποία τα κάρα αποτελούσαν ακόμη συνηθισμένο μέσο μεταφοράς στους δρόμους της πόλης. (Φωτο από ιδιωτική συλλογή)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μέσα Μεταφοράς | Σχολιάστε

Η ανατολική είσοδος της Άρτας

Μια όμορφη εικόνα της ανατολικής εισόδου της Άρτας, σε φωτογραφία της Μαρίας Χρουσάκη που εμφανίζεται σε τρέχουσα δημοπρασία.

Ο δρόμος προς την πόλη πλαισιώνεται από τις ψηλές λεύκες που χαρακτήριζαν τότε την περιοχή, ενώ δεξιά διακρίνεται το Κυνηγετικό Περίπτερο.

Η φωτογραφία πιθανότατα χρονολογείται γύρω στο 1941. Την περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου η Μαρία Χρουσάκη υπηρετούσε ως εθελόντρια αδελφή του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και, κατά τη μετάβασή της προς το μέτωπο, φωτογράφισε τόπους από τους οποίους πέρασε. Από την ίδια διαδρομή είναι γνωστή και φωτογραφία της από το Γεφύρι του Καλογήρου, επίσης του 1941.

Φωτογραφία: Μαρία Χρουσάκη

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Κωστάκης Νίκου – Δημήτρης Σιακούφης

Δυο παίκτες της Αναγέννησης Άρτας που δεν βρίσκονται πια κοντά μας.

Μια φωτογραφία από τα χρόνια των μεγάλων διακρίσεων της Αναγέννησης. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Η ομάδα της Αναγέννησης | Σχολιάστε

«ΗΤΑΝ ΤΟ ΠΡΟΞΕΝΙΚΟ ΜΑΣ ΣΠΙΤΙ…»

Η ξεχασμένη γαλλική ιστορία της παλιάς Μητρόπολης της Άρτας

Υπάρχουν κτίρια που αλλάζουν χρήση και, μαζί με αυτήν, χάνεται σιγά σιγά και η προηγούμενη ιστορία τους. Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι συνέβη και με την παλιά μητροπολιτική κατοικία της Άρτας.

Το 1847 ο Γάλλος Jules Blancard βρέθηκε στην Άρτα, στο πλαίσιο ενός οδοιπορικού στην Ήπειρο. Δεν πέρασε απλώς βιαστικά από την πόλη. Περιηγήθηκε στην Άρτα, παρατήρησε τη γέφυρα, το κάστρο, τις εκκλησίες και άλλα σημεία της, αναφέρθηκε στην αρχαία Αμβρακία, στους κατοίκους και στην ευρύτερη περιοχή. Είχε επίσης στενή επαφή με τον γιατρό Κροκίδα και τη μητέρα του. Όταν θέλησε να αναχωρήσει, εκείνοι προσπάθησαν να τον κρατήσουν περισσότερο και ο Blancard υποσχέθηκε ότι θα τους ξαναδεί στην επιστροφή. Πράγματι, όταν ξαναπέρασε από την Άρτα, θυμήθηκε την υπόσχεση και τους έστειλε τους χαιρετισμούς του.

Μέσα σε αυτή την περιγραφή της πόλης, ο Blancard φτάνει στη Μητρόπολη και γράφει μια φράση που σήμερα αποκτά ιδιαίτερη σημασία:

«C’était notre maison consulaire, quand nos consuls étaient à Arta.»

«Ήταν το προξενικό μας σπίτι, όταν οι πρόξενοί μας βρίσκονταν στην Άρτα».

Και αναρωτιέται γιατί το κτίριο δεν ανήκε πλέον στη Γαλλία.

Από πού προερχόταν όμως αυτό το «προξενικό μας σπίτι»;

Ένα μεγάλο γαλλικό σπίτι στην Άρτα

Η γαλλική προξενική παρουσία στην Άρτα είχε αρχίσει ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Γύρω στο 1730 ο Γάλλος πρόξενος Jean-Baptiste Dubroca αποφάσισε να εγκαταλείψει την παλαιότερη κατοικία του και να οικοδομήσει ένα νέο προξενικό οίκημα.

Επέλεξε οικόπεδο σε άκρο της τότε πόλης, σε θέση που θεωρούνταν υγιεινότερη, και με δικά του χρήματα έκτισε μια μεγάλη και ευρύχωρη κατοικία.

Δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο σπίτι. Λίγα χρόνια αργότερα περιγράφεται ένα μεγάλο συγκρότημα με περίπου είκοσι πέντε δωμάτια ή διαμερίσματα, παρεκκλήσι, αυλή και κήπο. Γάλλοι καπετάνιοι το θεωρούσαν μία από τις μεγαλύτερες και ωραιότερες γαλλικές προξενικές κατοικίες της Ανατολής.

Η ιστορία της ιδιοκτησίας του παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Ο Αρτινός έμπορος Χριστόδουλος Μαρούτσης διαπραγματεύθηκε την αγορά του από τον Dubroca για 1.000 τσεκίνια, με τη συμφωνία ότι οι Γάλλοι πρόξενοι θα εξακολουθούσαν να κατοικούν εκεί καταβάλλοντας ετήσιο μίσθωμα. Αργότερα ο Μαρούτσης παραιτήθηκε από τα δικαιώματά του υπέρ του Γάλλου βασιλιά και το οίκημα πέρασε στη γαλλική δημόσια περιουσία.

Για πολλές δεκαετίες εξακολούθησε να αποτελεί την προξενική κατοικία της Γαλλίας στην Άρτα. Το συναντούμε ακόμη το 1781 ως maison consulaire de France, ενώ η γαλλική προξενική παρουσία στην πόλη συνεχίστηκε και στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Η Μητρόπολη υπήρχε ήδη

Εδώ βρίσκεται ένα σημείο που χρειάζεται προσοχή.

Η Μητρόπολη της Άρτας δεν δημιουργήθηκε όταν εγκαταλείφθηκε το γαλλικό προξενικό οίκημα. Υπήρχε ήδη ως οργανωμένος εκκλησιαστικός χώρος.

Ο μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος, γράφοντας αρκετές δεκαετίες αργότερα και χρησιμοποιώντας και παλαιότερες τοπικές μαρτυρίες, αναφέρει ότι επί μητροπολίτη Μακαρίου Β΄, ο οποίος ανέλαβε το 1779, κατασκευάστηκε η μεγάλη εξωτερική πύλη της Μητρόπολης, την οποία ο ίδιος είχε προλάβει να δει.

Επομένως, στα τέλη του 18ου αιώνα η Μητρόπολη και το γαλλικό προξενικό οίκημα υπήρχαν ταυτόχρονα.

Αυτό αποκλείει την απλή εκδοχή ότι «το γαλλικό προξενείο έγινε Μητρόπολη». Η ιστορία πρέπει να ήταν διαφορετική.

Υπάρχει μάλιστα ένα ακόμη στοιχείο που βοηθά να την κατανοήσουμε. Η ύπαρξη της Μητρόπολης δεν σημαίνει ότι ο εκάστοτε μητροπολίτης κατοικούσε πάντοτε στο ίδιο κτίριο.

Από τον ίδιο τον Ξενόπουλο γνωρίζουμε ότι όταν ο Νεόφυτος Γ΄ έφθασε στην Άρτα το 1820, εγκαταστάθηκε αρχικά σε ιδιωτική κατοικία, «εἰς τὴν οἰκίαν κατοίκου τινὸς Γρηγορίου». Μεταγενέστερη τοπική βιβλιογραφία αναφέρει και άλλες κατοικίες μητροπολιτών κατά την περίοδο που ακολούθησε, χωρίς όμως να διαθέτουμε για όλες τις επιμέρους ταυτίσεις ανεξάρτητη επιβεβαίωση.

Το ασφαλές συμπέρασμα είναι απλούστερο αλλά σημαντικό: η μητροπολιτική κατοικία δεν ήταν κατ’ ανάγκην πάντοτε το ίδιο οίκημα.

Και αυτό ίσως αποδειχθεί καθοριστικό για την ιστορία του γαλλικού σπιτιού.

Η κατάσχεση της Μητρόπολης

Το 1821, σύμφωνα με τον Σεραφείμ Ξενόπουλο, οι οθωμανικές αρχές κατέσχεσαν τη Μητρόπολη. Το μητροπολιτικό κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως Διοικητήριο και ο ναός ως σιταποθήκη.

Για περισσότερο από μία δεκαετία το συγκρότημα έμεινε έξω από την κανονική εκκλησιαστική χρήση.

Στις αρχές Ιουνίου του 1834, ύστερα από ενέργειες του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντίου Α΄, αποδόθηκε και πάλι στην Εκκλησία. Στις 21 Νοεμβρίου του ίδιου έτους έγιναν τα εγκαίνια του ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Και κάπου εδώ οι δύο ιστορίες —της παλιάς Μητρόπολης και του γαλλικού προξενικού σπιτιού— αρχίζουν να πλησιάζουν.

Το παράξενο έγγραφο του 1834

Την 1η Ιανουαρίου 1834, λίγους μόλις μήνες πριν από την επιστροφή της Μητρόπολης στην Εκκλησία, ένα γαλλικό έγγραφο εξακολουθεί να φέρει στην κεφαλίδα:

«Consulat de France à Arta» — «Προξενείο της Γαλλίας στην Άρτα».

Μόνο που το έγγραφο δεν γράφτηκε στην Άρτα.

Γράφτηκε στην Πρέβεζα και εκεί το υπέγραψε ο Marc Rébeaud.

«Consulat de France à Arta» — αλλά Πρέβεζα, 1 Ιανουαρίου 1834. Το προξενείο εξακολουθεί να φέρει το όνομα της Άρτας, ενώ ο Marc Rébeaud συντάσσει το έγγραφο από την Πρέβεζα.

Το στοιχείο έχει σημασία. Το προξενείο εξακολουθούσε να φέρει το όνομα της Άρτας, αλλά ο πρόξενος βρισκόταν πλέον στην Πρέβεζα. Η γαλλική αρχειακή σειρά που έχουμε εντοπίσει για την Άρτα φθάνει μέχρι το 1836. Αυτό από μόνο του δεν μας επιτρέπει να ορίσουμε την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία έπαψε η προξενική λειτουργία στην πόλη. Δείχνει όμως ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο μετάβασης.

Και ακριβώς εδώ αρχίζει το κενό.

Τι συνέβη ανάμεσα στο 1834 και το 1847;

Δεν γνωρίζουμε ακόμη πότε ακριβώς και με ποιον τρόπο η παλιά γαλλική προξενική κατοικία πέρασε στη χρήση της Μητρόπολης.

Μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί έγγραφο πώλησης, παραχώρησης ή άλλης μεταβίβασης. Δεν γνωρίζουμε αν αυτό συνέβη το 1834 ή κάποια στιγμή στα επόμενα χρόνια.

Γνωρίζουμε όμως τι υπήρχε πριν και τι βρίσκουμε μετά.

Και εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία όσα γνωρίζουμε για τις κατοικίες των μητροπολιτών.

Δεν είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ότι ολόκληρη η Μητρόπολη μεταφέρθηκε στο γαλλικό οίκημα. Αντίθετα, τα στοιχεία επιτρέπουν μια διαφορετική και ίσως απλούστερη εξήγηση: το παλαιότερο μητροπολιτικό συγκρότημα και ο ναός μπορούσαν να εξακολουθούν να υπάρχουν, ενώ η κατοικία του μητροπολίτη μπορούσε να βρίσκεται σε διαφορετικό κτίριο.

Μήπως λοιπόν, όταν η μεγάλη γαλλική προξενική κατοικία έπαψε να χρησιμοποιείται από τους Γάλλους, άρχισε να χρησιμοποιείται ως κατοικία του μητροπολίτη;

Η υπόθεση ταιριάζει με όσα γνωρίζουμε. Δεν έχει όμως ακόμη βρεθεί το έγγραφο που θα την αποδείξει.

Το 1847 το σπίτι έχει ήδη αλλάξει ζωή

Εδώ επιστρέφουμε στον Jules Blancard.

Δεκατρία χρόνια μετά το 1834, ο Γάλλος ταξιδιώτης βρίσκεται στην Άρτα. Έχει περιηγηθεί στην πόλη, έχει επαφές με ανθρώπους της και δεν γράφει σαν κάποιος που απλώς περνά από έναν άγνωστο τόπο.

Όταν φτάνει στη Μητρόπολη, η διατύπωσή του είναι κατηγορηματική:

«C’était notre maison consulaire, quand nos consuls étaient à Arta.»

«Ήταν το προξενικό μας σπίτι, όταν οι πρόξενοί μας βρίσκονταν στην Άρτα».

Δεν λέει ότι «κάπου εδώ βρισκόταν» το γαλλικό προξενείο. Αναφέρεται στο ίδιο το σπίτι που βλέπει μπροστά του.

Και η παρατήρησή του ότι δεν καταλαβαίνει γιατί το κτίριο δεν ανήκει πλέον στη Γαλλία κάνει τη μαρτυρία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Το 1847, λοιπόν, έχουμε πλέον ένα ασφαλές σημείο: η παλιά γαλλική προξενική κατοικία χρησιμοποιείται ως μητροπολιτική κατοικία.

Αυτό που μας λείπει εξακολουθεί να είναι το πώς και το πότε.

Μια παράξενη λεπτομέρεια το 1881

«Μη Χάνεσαι», 1881. Η περιγραφή της παλιάς αρχιεπισκοπικής κατοικίας και η απροσδόκητη αναφορά στον καθρέφτη με εικόνες από το Journal des modes de Paris.

Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα έχουμε μια σπάνια ματιά στο εσωτερικό του κτιρίου.

Το 1881 δημοσιογράφος του «Μη Χάνεσαι», που βρέθηκε στην Άρτα κατά την επίσκεψη του βασιλιά Γεωργίου Α΄, επισκέφθηκε τον μητροπολίτη Σεραφείμ.

Η πρώτη του παρατήρηση είναι χαρακτηριστική:

«Η Αρχιεπισκοπή είναι κτίριον παλαιόν, αλλά καλώς διατηρούμενον».

Περιγράφει μεγάλα και ευρύχωρα δωμάτια, αίθουσα με αρχιερατικό θρόνο, εικόνες και προσωπογραφίες στους τοίχους.

Σε έναν κοιτώνα όμως κάτι τον ξάφνιασε.

Είδε έναν αρκετά μεγάλο καθρέφτη και επάνω στο γυαλί του χάρτινες εικόνες,

«ἀποσπασθείσας ἐκ τοῦ Journal des modes de Paris»,

εικόνες δηλαδή κομμένες από γαλλικό περιοδικό παρισινής μόδας και κολλημένες στον καθρέφτη.

Ο ίδιος σημειώνει χαρακτηριστικά:

«ἐξεπλάγην».

Η αντίδρασή του έχει τη σημασία της. Δεν είναι μόνο σε εμάς σήμερα που φαίνεται παράξενη η παρουσία εικόνων παρισινής μόδας σε έναν κοιτώνα της αρχιεπισκοπικής κατοικίας. Παράξενη φάνηκε και στον άνθρωπο που τις είδε το 1881.

Θα μπορούσαν να αποτελούν ένα μικρό κατάλοιπο από την παλαιότερη γαλλική ζωή του σπιτιού;

Είναι μια ενδιαφέρουσα σκέψη, αλλά δεν μπορούμε να προχωρήσουμε περισσότερο. Δεν γνωρίζουμε τη χρονολογία των εικόνων, πότε κολλήθηκαν ούτε ποιος τις είχε τοποθετήσει εκεί. Δεν αποτελούν επομένως απόδειξη.

Παραμένουν όμως μια μικρή και παράξενη ένδειξη, που αποκτά διαφορετικό ενδιαφέρον όταν γνωρίζουμε πλέον την προηγούμενη γαλλική χρήση του κτιρίου.

Οι δύο ζωές του παλιού σπιτιού

Από τα στοιχεία που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα μπορούμε να παρακολουθήσουμε αρκετά καλά την αρχή και το τέλος αυτής της μετάβασης.

Γύρω στο 1730 ένα μεγάλο σπίτι κτίζεται στην Άρτα για τον Γάλλο πρόξενο. Συνδέεται στη συνέχεια με τον Χριστόδουλο Μαρούτση, περνά στη γαλλική δημόσια περιουσία και για πολλές δεκαετίες αποτελεί την προξενική κατοικία της Γαλλίας.

Την ίδια εποχή υπάρχει χωριστά η Μητρόπολη της Άρτας. Και γνωρίζουμε ότι η κατοικία των μητροπολιτών δεν ήταν αναγκαστικά πάντοτε το ίδιο κτίριο.

Το 1821 το παλιό μητροπολιτικό συγκρότημα κατάσχεται. Το 1834 επιστρέφει στην Εκκλησία. Την ίδια περίπου εποχή, το «Προξενείο της Γαλλίας στην Άρτα» λειτουργεί στην πράξη από την Πρέβεζα.

Και το 1847 ο Blancard μάς δίνει το επόμενο ασφαλές στιγμιότυπο: η παλιά γαλλική προξενική κατοικία είναι πλέον η κατοικία του μητροπολίτη.

Ανάμεσα σε αυτά τα δύο σημεία υπάρχει ακόμη ένα κενό.

Πότε ακριβώς πέρασε το σπίτι στη μητροπολιτική χρήση; Με ποιον τρόπο; Υπήρξε αγορά, παραχώρηση ή κάποια άλλη συμφωνία; Και ποια ακριβώς ήταν η σχέση του με το παλαιότερο μητροπολιτικό συγκρότημα;

Η έρευνα μέχρι σήμερα δεν έχει δώσει απάντηση.

Ίσως το έγγραφο που λείπει να βρίσκεται ακόμη σε κάποιον γαλλικό ή εκκλησιαστικό φάκελο.

Μέχρι τότε, η φράση του Jules Blancard το 1847 παραμένει η ασφαλέστερη γέφυρα ανάμεσα στις δύο ζωές αυτού του παλιού σπιτιού:

«C’était notre maison consulaire, quand nos consuls étaient à Arta.»

«Ήταν το προξενικό μας σπίτι, όταν οι πρόξενοί μας βρίσκονταν στην Άρτα».

Σημείωση : Η έρευνα για την ιστορία του κτιρίου συνεχίζεται. Το κείμενο βασίζεται σε γαλλικό αρχειακό υλικό, περιηγητικές μαρτυρίες, παλαιότερες πηγές για τη Μητρόπολη της Άρτας και στον Τύπο της εποχής. Η αναλυτική βιβλιογραφία δεν παρατίθεται στην παρούσα ανάρτηση, καθώς θα συνοδεύσει την ολοκληρωμένη μορφή της έρευνας.

Η παλιά μητροπολιτική κατοικία της Άρτας σε φωτογραφία του Αναστασίου Ζάχου. Το 1847 ο Jules Blancard αναγνώρισε τη μητροπολιτική κατοικία ως το παλιό γαλλικό προξενικό οίκημα: «C’était notre maison consulaire, quand nos consuls étaient à Arta».
Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Η Αγία Αικατερίνη Καμπής

Μια όμορφη παλιά φωτογραφία διασώζει την Αγία Αικατερίνη της Καμπής μέσα στο παλιό αγροτικό τοπίο, μόνη σχεδόν ανάμεσα στα χωράφια, με το μεγάλο δέντρο δίπλα της και τον χωμάτινο δρόμο να οδηγεί στον ναό.

Η Καμπή, η παλιά Στρεβίνα, είναι οικισμός με παρουσία που μαρτυρείται ήδη από παλαιότερες εποχές. Τον 19ο αιώνα ο Σεραφείμ Ξενόπουλος αναφέρει την Αγία Αικατερίνη ανάμεσα στους ναούς που βρίσκονταν κοντά στη Στρεβίνα. Η θέση της εκκλησίας, έξω από τον σημερινό πυρήνα του χωριού και προς τη Φιλιππιάδα, συνδέεται και με την παλιότερη οικιστική παρουσία στην περιοχή του Παλιουριού. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, εκεί υπήρχε παλαιότερος μικρός οικισμός και η Αγία Αικατερίνη εξυπηρετούσε τους κατοίκους του. Η πληροφορία αυτή είναι ενδιαφέρουσα, χωρίς όμως προς το παρόν να διαθέτουμε την ίδια τεκμηρίωση που έχουμε για τον ίδιο τον ναό.

Για την ηλικία της εκκλησίας μια σημαντική πληροφορία μας δίνει το Αρχαιολογικόν Δελτίον του 1973–1974, όπου η Αγία Αικατερίνη καταγράφεται από την Αρχαιολογική Υπηρεσία κατά την περιοδεία της στην Καμπή. Η ίδια η επίσημη καταγραφή τοποθετεί τον ναό σε «εξοχική τοποθεσία, ανάμεσα στην Καμπή και Φιλιππιάδα».

Οι αρχαιολόγοι παρατήρησαν ότι οι εμφανείς τροποποιήσεις στη στέγη μαρτυρούσαν επισκευή του αρχικού κτίσματος. Ακόμη σημαντικότερες ήταν ορισμένες ενδείξεις που εντόπισαν στο ίδιο το μνημείο: το ισόδομο πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας στην αψίδα, διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη και ο τρόπος στέγασης του Ιερού. Τα στοιχεία αυτά τους οδήγησαν στην εκτίμηση ότι πιθανότατα πρόκειται για βυζαντινό μνημείο, το οποίο μετασκευάστηκε κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Η Αρχαιολογική Υπηρεσία ήταν πάντως προσεκτική ως προς τη χρονολόγησή του. Δεν θεωρούσε το ζήτημα λυμένο και σημείωνε ότι οι εργασίες αποκατάστασης που επρόκειτο να ακολουθήσουν ίσως έδιναν πιο συγκεκριμένα στοιχεία για την ηλικία του ναού.

Έτσι η παλιά αυτή φωτογραφία αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον. Δεν μας δείχνει μόνο την Αγία Αικατερίνη όπως ήταν κάποτε, μέσα σ’ ένα τοπίο πολύ διαφορετικό από το σημερινό. Μας διασώζει και μια παλαιότερη εικόνα ενός μικρού μνημείου της Καμπής, του οποίου η ιστορία φαίνεται να πηγαίνει αρκετά πίσω στον χρόνο.

Πηγή: Αρχαιολογικόν Δελτίον, τ. 29 (1973–1974), Μέρος Β΄2 – Χρονικά, Αθήνα 1979, σ. 622–623.

Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Το Δημοτικό Σχολείο Νέου Αμμοτόπου, γύρω στο 1950.

Ένα ολοκαίνουργιο τότε σχολικό κτίριο, κατασκευασμένο το 1950. Δίπλα του διακρίνεται το μικρό οίκημα που προοριζόταν για κατοικία του δασκάλου — μια συνηθισμένη πρόβλεψη στα σχολεία της εποχής, ιδιαίτερα στα χωριά.

Η φωτογραφία διασώζει έτσι κάτι περισσότερο από την πρώτη εικόνα του σχολείου: μια εποχή κατά την οποία ο δάσκαλος δεν εργαζόταν απλώς στο χωριό· συχνά κατοικούσε δίπλα ακριβώς στο σχολείο του. Φωτογραφία από τρέχουσα δημοπρασία.

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

5 Ιανουαρίου 1969 – Τα εγκαίνια της Πνευματικής Στέγης του «Σκουφά»

Η φωτογραφία από το αρχείο της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών έχει τον τίτλο «Εκδήλωση για τα εγκαίνια της Πνευματικής Στέγης “Σκουφά” στην Άρτα». Στο βήμα βρίσκεται ο τότε Μητροπολίτης Άρτης Ιγνάτιος, ενώ ανάμεσα στους παρευρισκομένους διακρίνεται και ο Κώστας Φρόντζος, πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών.

Τα εγκαίνια έγιναν στις 5 Ιανουαρίου 1969 και για τον «Σκουφά» ήταν το τέλος μιας προσπάθειας πολλών χρόνων. Δεν είναι τυχαίο ότι, όταν το περιοδικό του Συλλόγου θυμήθηκε αργότερα εκείνη την ημέρα, έγραψε:

«Γενάρης του 69. Στην Άρτα ο “ΣΚΟΥΦΑΣ” γιορτάζει την ωραιότερη στιγμή της ζωής του.»

Η ιστορία όμως της Πνευματικής Στέγης είχε αρχίσει αρκετά νωρίτερα και συνδέεται με μια λιγότερο γνωστή προσφορά της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Άρτας.

Στις 30 Δεκεμβρίου 1956 η Κοινότητα αποφάσισε να παραχωρήσει στον «Σκουφά» τον χώρο της συναγωγής Γκρέκα, κοντά στο Κάστρο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες της Φιλαρμονικής και για τη δημιουργία αίθουσας εκδηλώσεων. Η παλιά συναγωγή δεν έμελλε τελικά να γίνει η Στέγη του Συλλόγου. Ο χώρος απαλλοτριώθηκε από τον ΕΟΤ και η αποζημίωση που καταβλήθηκε στον «Σκουφά» αποτέλεσε ένα από τα οικονομικά στηρίγματα για τη δημιουργία της νέας του στέγης.

Λίγα χρόνια αργότερα ήρθε η δεύτερη καθοριστική συνδρομή. Το 1963 ο Δήμος Αρταίων παραχώρησε δωρεάν στον Σύλλογο τον χώρο πάνω από το δημοτικό κτίριο όπου λειτουργούσε το κέντρο «Αμβρακικός». Ακολούθησαν χρόνια εργασιών, μέχρι να διαμορφωθούν η αίθουσα εκδηλώσεων και οι υπόλοιποι χώροι της Πνευματικής Στέγης.

Έτσι φτάσαμε στην 5η Ιανουαρίου 1969.

Σύμφωνα με το χρονικό του Συλλόγου, στα εγκαίνια μίλησαν ο πρόεδρος του «Σκουφά» Γεώργιος Αναλογίδης, ο νομάρχης Αθανάσιος Ροντήρης, ο δήμαρχος Ανδρέας Κοσσυβάκης, ο πρόεδρος της ΕΗΜ Κώστας Φρόντζος και ο λογοτέχνης Τάκης Δόξας.

Ο Φρόντζος φαίνεται ότι έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη μακρά πορεία του Συλλόγου και στο γεγονός ότι ένας πνευματικός σύλλογος της επαρχίας είχε κατορθώσει όχι μόνο να επιβιώσει επί τόσες δεκαετίες, αλλά και να αποκτήσει επιτέλους τη δική του στέγη.

Πίσω λοιπόν από τη φωτογραφία των εγκαινίων υπάρχει μια ιστορία μεγαλύτερη από την ίδια την τελετή: η προσφορά της Ισραηλιτικής Κοινότητας, η παραχώρηση του Δήμου, οι προσπάθειες και οι εργασίες πολλών χρόνων και, τελικά, η δημιουργία ενός χώρου που συνδέθηκε για δεκαετίες με την πολιτιστική ζωή της Άρτας.

Δεν είναι τυχαίο ότι ανάμεσα στους «Μεγάλους Ευεργέτες» του Συλλόγου αναφέρονταν ο Δήμος Αρταίων και η Ισραηλιτική Κοινότητα Άρτης.

Φωτογραφία: Αρχείο Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε