«Ελεύθερες ώρες…» – Διασκέδαση στην Άρτα της δεκαετίας του ’80

Πώς περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους οι Αρτινοί και οι επισκέπτες της πόλης τη δεκαετία του ’80; Ένα μικρό απόσπασμα εφημερίδας μας δίνει μια όμορφη εικόνα μιας Άρτας γεμάτης ζωή και επιλογές.

Σημείο αναφοράς της εποχής, το «Ξενία» μέσα στο Κάστρο — ένα στολίδι για την πόλη, που συνδύαζε φιλοξενία, πολιτισμό και όμορφους χώρους, αφήνοντας τη δική του ξεχωριστή σφραγίδα.

Στα εξοχικά κέντρα, οι παρέες και οι οικογένειες απολάμβαναν καλό φαγητό μαζί με μουσικό πρόγραμμα, σε μια εποχή που η διασκέδαση είχε πάντα χαρακτήρα συλλογικό.

Για πιο χαλαρές στιγμές, το τουριστικό περίπτερο «Κρυστάλλης» προσέφερε μαγευτική θέα στον Άραχθο και την γύρω περιοχή — ένας τόπος ξεκούρασης και απόδρασης.

Οι καφετέριες και τα ζαχαροπλαστεία της πόλης — «Μάξιμ», «Βυζάντιο», «Γαρδένια», «Έλεγκαν», «Σκανδάλης», «Βιν-Βεν» και η πιτσαρία «Ραντάρ» — ήταν τα αγαπημένα στέκια για καφέ, γλυκό και κουβέντα.

Και όταν έπεφτε η νύχτα, η διασκέδαση συνεχιζόταν στα νυχτερινά κέντρα και τις ντισκοτέκ, ενώ οι χασαποταβέρνες κρατούσαν ζωντανή την παράδοση του καλού φαγητού με ποικιλία μεζέδων.

Μια Άρτα άλλης εποχής — απλή, ζωντανή, ανθρώπινη.
Μια πόλη που ήξερε να γεμίζει τις «ελεύθερες ώρες» με στιγμές που έμεναν.

📜 Απόσπασμα από εφημερίδα της δεκαετίας του ’80

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Πασχαλιάτικο γλέντι στα Πραμαντιώτικα της Άρτας, κάπου στη δεκαετία του ’60

Μια αυθεντική στιγμή χαράς και συντροφικότητας, σε μια αυλή γεμάτη ανθρώπους, μουσική και παράδοση. Στη φωτογραφία χορεύουν η Αλίκη Παλιούρα και ο Κώστας Παλιούρας, μαζί με τους Χρήστο Μητρογιώργο, Νίκο Λιαγκούα, Νίκο Βούλγαρη και Γιώργο Γούσια. Από κοντά παρακολουθεί η Νίκη Μεράντζα, ενώ κάτω κάθεται ο μικρός Βαγγέλης Γούσιας και στην άκρη διακρίνεται η Αλίκη Βούλγαρη.

Η σκηνή εκτυλίσσεται, όπως φαίνεται, στο σπίτι του Νίκου Βούλγαρη, ψηλά στην Αγίας Σοφίας, στην 3η πάροδο — μια γειτονιά που πολλοί θυμούνται ως τα «Πραμαντιώτικα» της Άρτας. Εκεί όπου οι αυλές ενώνονταν, οι οικογένειες ήταν δεμένες και η ζωή κυλούσε με απλότητα αλλά και έντονο συναίσθημα.

Η περιοχή είχε τη δική της ιστορία: ο Μεράντζας διατηρούσε μαγαζί, δίπλα το σπίτι του Γούσια και πίσω του Βούλγαρη. Σήμερα τα σπίτια υπάρχουν ακόμα, αν και έχουν δώσει τη θέση τους σε νεότερες κατασκευές — όμως οι μνήμες παραμένουν ζωντανές.

Ο Νίκος Βούλγαρης ήταν γνωστός και από το γαλατάδικο που διατηρούσε στον Παντοκράτορα, απέναντι από τα λάδια του Κατσίκα, με τον Γκούντα δίπλα του ως «ανταγωνιστή».
Οι οικογενειακοί δεσμοί δυνατοί: Νίκος Βούλγαρης, Αγλαία Γκούβελου και Ελένη Μεράντζα ήταν αδέλφια, και στη φωτογραφία χορεύουν οι γαμπροί τους — άνθρωποι της ίδιας γειτονιάς, της ίδιας ζωής.

Η γειτονιά αυτή είχε τη δική της μικρή ιστορία: από το σπίτι της θείας Στυλιανής Γκούβελου, δίπλα το πατρικό, πίσω του Βασίλη Τζόκα και απέναντι του Νασιγκόγκιου. Ένας τόπος που έμεινε «κλειστός» στον χρόνο, καθώς η διάνοιξη του δρόμου δεν έγινε ποτέ, κρατώντας τις μνήμες ανέπαφες.

Μια φωτογραφία — μια ολόκληρη εποχή.
Χορός, συγγένεια, γειτονιά… μια Άρτα που ζει ακόμα στις καρδιές όσων τη θυμούνται….(Η φωτογραφία είναι από τη συλλογή του κ. Δημήτρη Παλιούρα)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Πάσχα τον Μάιο του 1956 στην Άρτα – μια αυλή γεμάτη μνήμες

Στην εσωτερική αυλή ενός σπιτιού, δίπλα στα σκαλάκια που οδηγούσαν στην είσοδο του Κάστρου της Άρτας, ξετυλίγεται μια ακόμη πασχαλιάτικη ιστορία από τα χρόνια εκείνα… τότε που οι οικογένειες μαζεύονταν, οι αυλές γέμιζαν φωνές και οι στιγμές γίνονταν αναμνήσεις ζωής.

Στο κέντρο της φωτογραφίας, στο αναπηρικό καροτσάκι, ο Νικόλαος Μανακανάτας — σημαδεμένος από την ιστορία, καθώς είχε μείνει ανάπηρος από τον άγριο ξυλοδαρμό που υπέστη από τους Ιταλούς. Μια σιωπηλή υπενθύμιση μιας δύσκολης εποχής, μέσα σε μια στιγμή οικογενειακής θαλπωρής.

Γύρω του, πρόσωπα αγαπημένα:
ο Γεώργιος Πίτσιλης, η Κούλα Πίτσιλη, η Λενιώ Πίτσιλη – Μανακανάτα, η μικρούλα Ελένη Γ. Πίτσιλη, ο Άρης Α. Πίτσιλης, ο Σωτήρης Πίτσιλης (αεροπόρος) με τη σύζυγό του Σούλα, η Αθηνά Διαμάντη – Πίτσιλη, ο Αναστάσιος Πίτσιλης και ο Άρης Σ. Πίτσιλης.

Μια φωτογραφία που δεν είναι απλώς μια καταγραφή προσώπων, αλλά ένα κομμάτι της ψυχής μιας εποχής. Ανθρώποι δεμένοι, ζωές που πέρασαν δυσκολίες, αλλά δεν έχασαν τη δύναμη να στέκονται μαζί — να γιορτάζουν, να θυμούνται, να συνεχίζουν.

Κάπου εκεί, στις αυλές κάτω από το Κάστρο, η Άρτα του 1956 συνεχίζει να ζει… ( Φωτογραφία και πληροφορίες: Θεανώ Πίτσιλη)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Στην οδό Ανεμομύλων…

Πάσχα ψηλά στην οδό Ανεμομύλων, στις αρχές της δεκαετίας του ’70…. Όταν φίλοι, συγγενείς και γείτονες γιόρταζαν μαζί….Διακρίνονται οι Νίκος Τρομπούκης, Γιώργος Πανάκης, Βασίλης Ψηλός, Κωστάντω Ψηλού, Χαρίλαος Μαστοράκης, Γιάννης Πανάκης, Κώστας Υψηλός, Σπύρος Υψηλός και άλλοι. (Φωτο από συλλογή Σ. Μαστοράκη)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Στην αυλή του Αι – Γιάννη!

Κυριακή του Πάσχα, αρχές δεκαετίας του ’60. Οικογένειες Βόγλη, Καρατζά, Τζατζά, Σερβετά. (Φωτο από συλλογή Σοφίας Καρατζά, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Χριστός Ανέστη!

Στην Άρτα, κάπου στο 1950… δυο νέοι τσουγκρίζουν τα αυγά τους, με χαμόγελο…
Σαν να μας θυμίζουν πως το Πάσχα δεν αλλάζει — είναι οι στιγμές, οι άνθρωποι και η καρδιά που μένουν ίδια.

Εύχομαι σε όλους υγεία, φως και αγάπη.
Καλό Πάσχα! 🕊️

Επιχρωματισμένη φωτογραφία (συλλογή Σ. Μαστοράκη)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Η σιωπή του εθίμου!

Στην Παρηγορήτισσα της Άρτας…
εκεί όπου κάθε χρόνο η φωτιά έκαιγε τον Ιούδα και μαζί της ξυπνούσαν μνήμες, ήχοι και παιδικές φωνές.

Φέτος, η σιωπή πήρε τη θέση της φλόγας.
Η εκκλησία κλειστή για έργα, μα οι εικόνες μένουν ζωντανές — σαν κι αυτή. Γιατί τα έθιμα δεν χάνονται… απλώς περιμένουν να ξαναζωντανέψουν. (Φωτο από προσωπική συλλογή)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Στο πεζοδρόμιο της Σκουφά, κάποια Μεγάλη Παρασκευή της δεκαετίας του 1950…

Μια παρέα στέκεται υπομονετικά, περιμένοντας την πομπή των Επιταφίων να περάσει. Μια στιγμή απλή, σχεδόν καθημερινή, που όμως κρύβει μέσα της το ήθος και τον ρυθμό μιας άλλης εποχής — τότε που η πόλη ζούσε συλλογικά τη συγκίνηση της Μεγάλης Παρασκευής.

Από αριστερά διακρίνονται ο Σπύρος Στεργίου, ο Σταύρος Μαστοράκης και ο Γεώργιος Βάσος. Ανάμεσά τους, η μικρή Χαρούλα Βάσου – Σουραβλιά, κρατώντας το φαναράκι της, φωτίζει διακριτικά τη σκηνή με την παιδική της παρουσία.

Χρόνια αργότερα, η «Χαρά» θα ξεχωρίσει ως μια ιδιαίτερα δραστήρια και αξιόλογη επιχειρηματίας της πόλης, αγαπητή σε όλους — μια ζωντανή συνέχεια εκείνης της μικρής φιγούρας που κάποτε περίμενε σιωπηλά, με ένα φως στο χέρι. (Φωτο από αρχείο Σ. Μαστοράκη)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Στον Επιτάφιο του Αγίου Σπυρίδωνα

Μια εικόνα από τη δεκαετία του 1950, γεμάτη μνήμη, πίστη και ιστορία. Νεαροί Αρτινοί στέκονται μπροστά στον στολισμένο Επιτάφιο του Αγίου Σπυρίδωνα, σε μια εποχή που η κοινότητα βίωνε τις συνέπειες του πολέμου αλλά κρατούσε ζωντανή την παράδοση.

Ήταν τα χρόνια μετά τον βομβαρδισμό του 1941, όταν ο ναός του Αγίου Δημητρίου είχε υποστεί μεγάλες καταστροφές και τελικά κατεδαφιστεί. Μέχρι την ανέγερση του νέου ναού, οι πιστοί της ενορίας συγκεντρώνονταν στον Άγιο Σπυρίδωνα, όπου τελούνταν όλες οι ιερές ακολουθίες.

Από αριστερά όρθιος ο Γιάννης Σακελαρίου, καθισμένοι: ο δικηγόρος Γιάννης Νάκας, Σταύρος Μαστοράκης, Χρήστος Παπανικολάου, ο μικρός και ο πίσω του ο όρθιος προς το παρόν είναι ανώνυμοι.

(Φωτο από το αρχείο Σ. Μαστοράκη).

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε

Μεγάλη Παρασκευή: Μνήμη και μοιρολόγια στα Τζουμέρκα

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μέρα του απόλυτου πένθους της Ορθοδοξίας.

Η μέρα που ο άνθρωπος στέκεται σιωπηλά μπροστά στο Θείο Πάθος, ακούγοντας τους ψαλμούς και τον θρήνο της Παναγίας, κουβαλώντας μέσα του μνήμες και πρόσωπα που δεν είναι πια κοντά μας.

Στα Τζουμέρκα, το πένθος είχε πάντα τη δική του φωνή.

Ήταν τα μοιρολόγια — ένας ζωντανός λόγος που συνόδευε τον αποχωρισμό.

Στην ιστοσελίδα «Δόξες Δεσποτάτου» έχουν δημοσιευτεί παλαιότερα δύο σχετικά κείμενα:

👉 https://doxesdespotatou.com/tzoymerkiotika-moirologia-a-meros/

👉 https://doxesdespotatou.com/tzoymerkiotika-moirologia-v-meros/

Σήμερα, τέτοια μέρα, νιώθω την ανάγκη να τα ξαναθυμηθώ, μαζί με τη δική μου πρώτη εμπειρία από το πένθος.

Η πρώτη μου επαφή με τον θάνατο ήταν όταν πέθανε ο παππούς μου, το καλοκαίρι του ’71.

Ήταν στην Άρτα, στα Μελισσουργιώτικα, ψηλά στη Βαλαώρα — εκεί όπου ζούσε η οικογένεια του παππού μου, με ρίζες από τους Μελισσουργούς.

Το σπίτι βυθίστηκε στο πένθος.

Όλοι μαυροφορέθηκαν και τα παντζούρια έκλεισαν.

Το φέρετρο τοποθετήθηκε στο «καλό» δωμάτιο, όπως ήταν το έθιμο.

Κι ύστερα ήρθαν οι μοιρολογίστρες.

Πρώτη η θειά-Αγαθή, ανιψιά της γιαγιάς μου, από τις πιο γνωστές μοιρολογίστρες.

Η φωνή της, βαριά και σπαρακτική, έδινε τον τόνο και πίσω της ακολουθούσαν κι άλλες πολλές φωνές, πνιγμένες σε λυγμούς και αναφυλητά……..

Αργότερα, καθώς ήταν καλοκαίρι, κάθε τρεις μέρες συνόδευα τη γιαγιά μου στο νεκροταφείο.

«Να ρίξουμε νερό», μου έλεγε.

Έριχνε άφθονο νερό στον τάφο, σύμφωνα με το παλιό έθιμο, για να ποτίσει το χώμα και να προχωρήσει πιο γρήγορα η φυσική φθορά.

Και μετά καθόταν σε μια πέτρα, δίπλα στον τάφο, κι άρχιζε το μοιρολόι.

Καθόμουν δίπλα της.

Ακίνητη.

Κρατώντας ακόμα και την ανάσα μου, μην τυχόν και διακόψω το θλιμμένο τραγούδι της.

Προσπαθούσα να απομνημονεύσω τα στιχάκια.

Μα αυτά άλλαζαν κάθε φορά.

Νέοι στίχοι έμπαιναν στη σειρά, άλλοι χάνονταν, σαν να γεννιούνταν εκείνη τη στιγμή.

Και σήμερα… έχουν μείνει στη μνήμη μου μόνο σκόρπιες λέξεις.

Ακόμα θυμάμαι:

«Κάνε τα νύχια σου τσαπιά, τις απαλάμες φ’κυάρι,

Νίκο – Νικόλα μου.

Ρίξε το χώμα από μεριά, την πλάκα ’πο την άλλη,

ψυχή, καρδούλα μου».

Μετά άναβε το κερί που μοσχοβολούσε!

Ένα κερί φτιαγμένο από την ίδια, από αγνό κερί μέλισσας, στριμμένο σε κουλούρα……….

Το σαραντάημερο ήταν μια ακόμα ιδιαίτερη στιγμή.

Το σπίτι γέμιζε κόσμο, μοιρολόγια και κουβέντες.

Η κυρά-Μαρία του Κώστα Ψηλού, γνωστή για τις «απλάδες» της, στόλιζε το στάρι με ξεχωριστό τρόπο, φτιάχνοντας σχήματα και σταυρούς με μαρέγκα, ζάχαρη, αμύγδαλα και ασημένια ζαχαρωτά……

Σήμερα, πολλά από αυτά τα έθιμα έχουν χαθεί.

Το μοιρολόι δεν ακούγεται όπως παλιά.

Το νερό δεν ποτίζει πια τους τάφους όπως τότε.

Τα κεριά δεν πλάθονται από τα ίδια χέρια.

Όμως η μνήμη παραμένει.

Και τέτοιες μέρες, όπως η Μεγάλη Παρασκευή, επιστρέφει αλλιώς.

Όχι ολόκληρη — μα σε κομμάτια.

Σε εικόνες.

Σε φωνές.

Σε σκόρπιες λέξεις.

Λέξεις από μοιρολόγια που κάποτε προσπαθούσα να μάθω,

κρατώντας την ανάσα μου, για να μην τα διακόψω.

Και ίσως… αυτό να είναι τελικά που μένει.

Όχι το μοιρολόι ολόκληρο,

αλλά η ανάγκη του ανθρώπου να το πει….. (Κείμενο Α. Καρρά)

Δημοσιεύθηκε στη Το Πάσχα στην Άρτα | Σχολιάστε