Ένα σπάνιο φωτογραφικό ντοκουμέντο της δεκαετίας του 1960 που αποτυπώνει τον τροχονόμο στο κέντρο της Πλατείας Κιλκίς, στον κόμβο των οδών Σκουφά, Ελευθερίου Βενιζέλου, Βασιλέως Πύρρου και Γριμπόβου. Από το υπερυψωμένο κυκλικό βάθρο του, ο τροχονόμος ρυθμίζει με χαρακτηριστικές κινήσεις την κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα σημεία της πόλης.
Στις δεκαετίες πριν την εγκατάσταση φωτεινών σηματοδοτών, οι τροχονόμοι αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των ελληνικών πόλεων. Με λευκά γάντια, σφυρίχτρα και αυστηρή παρουσία, καθοδηγούσαν την κίνηση με χειρονομίες που όλοι αναγνώριζαν και σέβονταν. Ιδιαίτερα σε ημέρες εορτών, παρελάσεων ή μεγάλων συγκεντρώσεων, η παρουσία τους ήταν απαραίτητη για την ομαλή διεξαγωγή της κυκλοφορίας και την αποφυγή συνωστισμού.
Στη φωτογραφία διακρίνεται επίσης το μικρό περίπτερο με την επιγραφή «REX», ενώ στα αριστερά φαίνονται καθισμένοι θαμώνες σε τραπεζάκια στο καφενείο του Κ. Τόδουλου, μια εικόνα που αποπνέει την καθημερινή ζωή της πλατείας εκείνης της εποχής. Ο τροχονόμος, στο κέντρο της σκηνής, συμβολίζει μια εποχή όπου η ανθρώπινη παρουσία και η προσωπική ευθύνη ρύθμιζαν τον ρυθμό της πόλης. (Φωτο από προσωπική συλλογή)
Η φωτογραφία αποτυπώνει τη διασταύρωση των οδών Βασιλέως Πύρρου και Ελευθερίου Βενιζέλου, στην πλατεία Κιλκίς, το 1944 — τις τελευταίες, δραματικές στιγμές της γερμανικής κατοχής.
Δεξιά διακρίνεται το διώροφο σπίτι του Κ. Τόδουλου, όπου στο ισόγειο λειτουργούσε το καφενείο του, ένα από τα γνωστά σημεία συνάντησης της περιοχής σε πιο ειρηνικές εποχές. Αριστερά φαίνεται τμήμα από το συγκρότημα με το χάνι του Καρατζένη, που για χρόνια εξυπηρετούσε ταξιδιώτες και κατοίκους της πόλης.
Η εικόνα όμως δεν θυμίζει σε τίποτα τη ζωντανή καθημερινότητα της πλατείας. Βρισκόμαστε στο τέλος της Κατοχής, όταν στον λόφο της Περάνθης μαίνεται ο εμφύλιος σπαραγμός μεταξύ δυνάμεων του ΕΑΜ και του ΕΔΕΣ. Ο φόβος και η αβεβαιότητα έχουν παγώσει την πόλη: τα μαγαζιά είναι κλειστά και οι δρόμοι έρημοι, χωρίς ψυχή να κυκλοφορεί.
Μια σιωπηλή μαρτυρία μιας ταραγμένης εποχής, που αποτυπώνει όχι μόνο τον χώρο αλλά και το κλίμα αγωνίας των ημερών εκείνων. (Φωτο από προσωπική συλλογή)
Μια ιδιαίτερα σημαντική φωτογραφία από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 που αποτυπώνει μια στιγμή από τη διοικητική ζωή του Ολυμπιακού Άρτης, σε μια εποχή όπου ο αθλητισμός αποτελούσε ζωντανό κύτταρο της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της πόλης.
Στο κέντρο της εικόνας διακρίνεται ο Αλέκος Πλάκας, ψυχή της ομάδας του Ολυμπιακού την περίοδο 1954–1958, να διαβάζει τα πεπραγμένα της διοίκησης, σε μια συγκέντρωση που θυμίζει περισσότερο συνέλευση ανθρώπων με κοινό όραμα για την πρόοδο του συλλόγου και της πόλης.
Γύρω από το τραπέζι βρίσκονται σημαντικές προσωπικότητες της Άρτας της εποχής. Μεταξύ αυτών ο Στράτος Πατσαλιάς, νομικός και ιστορικός, Γενικός Γραμματέας του Ολυμπιακού και πρόεδρος του Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου «Σκουφάς». Παρών επίσης ο Νίκος Σιμιτζής, που αργότερα θα διατελέσει δήμαρχος Άρτας, καθώς και ο Ιωάννης Παπαβασιλείου, δήμαρχος Αρταίων την περίοδο 1951–1958 και πρόεδρος ιστορικών συλλόγων της πόλης όπως ο Παναμβρακικός, η Πανεργατική και ο «Σκουφάς». Στη συνάντηση συμμετέχουν ακόμη ο Αλέκος Ευταξίας, πρόεδρος και διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας, και ο Δημήτριος Ν. Καραβασίλης, μετέπειτα αντιδήμαρχος Άρτας (1959–1966).
Η φωτογραφία αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο μιας εποχής όπου ο αθλητισμός, η τοπική αυτοδιοίκηση και οι πνευματικοί φορείς της Άρτας συνδέονταν στενά, με ανθρώπους που εργάζονταν συλλογικά για την ανάπτυξη της πόλης και των θεσμών της. (Φωτο & Πληροφορίες Κ. Μπανιάς)
Στη μεταπολεμική Άρτα, όταν το ποδόσφαιρο αποτελούσε μια από τις σημαντικότερες μορφές λαϊκής ψυχαγωγίας, δίπλα στον ιστορικό Παναμβρακικό εμφανίστηκε μια ομάδα που άφησε έντονο αποτύπωμα στη μνήμη των φιλάθλων της πόλης: ο ΑΕΤΟΣ Άρτης. Δημιουργός και ψυχή της ομάδας υπήρξε ο Τάκης Παπαρούνης, ο οποίος, εμπνευσμένος από τα ποδοσφαιρικά παιχνίδια των παιδιών στις αλάνες γύρω από την Αγία Θεοδώρα, οργάνωσε μια νέα ομάδα που σύντομα απέκτησε φίλους και υποστηρικτές.
Οι αγώνες μεταξύ ΑΕΤΟΥ και Παναμβρακικού αποτέλεσαν για πολλά χρόνια σημαντικό γεγονός για την αθλητική ζωή της πόλης. Οι αναμετρήσεις τους συγκέντρωναν πλήθος φιλάθλων και δημιουργούσαν ένα ξεχωριστό κλίμα ενθουσιασμού και τοπικής αντιπαλότητας που σημάδεψε την ποδοσφαιρική ιστορία της Άρτας.
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί προσωπική μαρτυρία του Κώστα Α. Κωτσάκη, ο οποίος υπήρξε φίλαθλος της ομάδας και έζησε από κοντά τα γεγονότα εκείνης της εποχής, καταγράφοντας πολύτιμες μνήμες από την ποδοσφαιρική ζωή της Άρτας στα μέσα του 20ού αιώνα.
ΑΕΤΟΣ
Η ποδοσφαιρική ομάδα ΑΕΤΟΣ της Άρτας ήταν προσωπικό δημιούργημα του μακαρίτη Τάκη Παπαρούνη, πατέρα του σημερινού φωτογράφου – φωτορεπόρτερ.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 στην Άρτα μεσουρανούσε ο Παναμβρακικός και δεν υπήρχε αντίπαλη ομάδα. Κάτω από την Αγία Θεοδώρα, εκεί που σήμερα βρίσκονται τα γραφεία του ΠΙΚΠΑ και άλλων υπηρεσιών, υπήρχε μια μεγάλη αλάνα. Εκεί μαζεύονταν καθημερινά τα απογεύματα πολλά παιδιά, όχι μόνο από την Αγία Θεοδώρα και τον Άγιο Νικόλαο, αλλά και από την Παρηγορήτρια (Παριορίτσα κατά την αρτινή διάλεκτο).
Εκεί γίνονταν αγώνες ποδοσφαίρου με μεγάλο αγωνιστικό ενδιαφέρον. Στην ομάδα των ενοριών Αγίας Θεοδώρας και Αγίου Νικολάου κυριαρχούσαν οι αδελφοί Κεφάλα: τερματοφύλακας ο Τόλιας Κεφάλας, κεντρικός αμυντικός ο Κώστας Κεφάλας, χαφ ο Τότομος Κεφάλας, καθώς και άλλα τρία ξαδέλφια Κεφαλαίοι.
Βλέποντας ο Παπαρούνης ότι τα παιδιά έπαιζαν ωραίο ποδόσφαιρο, εμπνεύστηκε τη δημιουργία μιας νέας ομάδας που θα μπορούσε να γίνει αντίπαλος του Παναμβρακικού.
Τον απασχολούσε πολύ το όνομα που θα έδινε στη νέα ομάδα. Κάποια μέρα, εκεί που παρακολουθούσε αγώνες στην αλάνα, είδε να πετάει ένας γυπαετός. Τότε αποφάσισε να δώσει στην ομάδα το όνομα ΑΕΤΟΣ.
Αφού νομιμοποιήθηκε η ομάδα του ΑΕΤΟΥ και συμμετείχε πλέον σε αγώνες της Ένωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων Ηπείρου, ο Τάκης Παπαρούνης ξεκίνησε αγώνα για τη χρηματοδότησή της από Αρτινούς φιλάθλους. Και πράγματι το πέτυχε με μεγάλη επιτυχία. Τύπωνε σε τυπογραφείο τα ονόματα όσων ενίσχυαν την ομάδα με χρήματα και ταυτόχρονα δημοσίευε απολογισμό για το πού διατέθηκαν τα ποσά αυτά. Αυτό έδωσε κίνητρο και σε άλλους συμπατριώτες να βοηθούν οικονομικά τον ΑΕΤΟ.
Ο Τάκης Παπαρούνης ήταν η ψυχή της ομάδας του ΑΕΤΟΥ. Όταν λέμε ψυχή της ομάδας, εννοούμε ότι είχε όλες τις ιδιότητες: Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Γραμματέας, Ταμίας και – το σπουδαιότερο – Προπονητής της ομάδας.
Οι δύο ομάδες εκείνης της εποχής έδωσαν έναν άλλο αέρα στην πόλη. Όταν γίνονταν οι μεταξύ τους αγώνες, ξεσηκωνόταν όλη η Άρτα. Ήταν πραγματικό πανηγύρι, κάτι που δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί σήμερα.
Όταν νικούσε ο Παναμβρακικός, οι φίλαθλοί του πήγαιναν στον Άγιο Βασίλειο, στο σπίτι του Τάκη Παπαρούνη, και του έκαναν καζούρα. Όταν όμως νικούσε ο ΑΕΤΟΣ, ο Παπαρούνης με νταούλια και βιολιά ξεσήκωνε όλη την Άρτα. Ήταν ωραία χρόνια που δεν ξεχνιούνται.
Σαν φίλαθλος του ΑΕΤΟΥ, τα καλοκαίρια ακολουθούσα την ομάδα στα φιλικά παιχνίδια που έδινε με τη Λευκάδα, τη Φιλιππιάδα, την Πρέβεζα, τον Λούρο, το Θεσπρωτικό, ακόμη και στα Γιάννενα.
Όταν γινόταν αγώνας ΑΕΤΟΥ – ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ, ο ποδοσφαιριστής που φοβόταν περισσότερο ο Παπαρούνης ήταν ο Τάσος Ζέρβας. Είχε ένα τρομερό σουτ και μπορούσε από πενήντα μέτρα να σκοράρει. Φώναζε λοιπόν στους παίκτες: «Πιάστε τον Ζέρβα, μην τον αφήνετε να πάρει φόρα και να σουτάρει!»
Η πλάκα είναι ότι τον Τάσο Ζέρβα, το φόβητρο του Παπαρούνη, αργότερα τον έκανε γαμπρό του, παντρεύοντάς τον με την αδελφή του τη Νανά.
Κάποιοι ανεγκέφαλοι, χωρίς να ρωτήσουν τους φιλάθλους, αποφάσισαν να διαλύσουν αυτές τις δύο ιστορικές ομάδες και να δημιουργήσουν τη σημερινή ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ.
Αν δεν είχαν διαλύσει τις δύο αυτές ομάδες, ίσως κάποια από αυτές να είχε φτάσει ακόμη και στην Α΄ Εθνική Κατηγορία.
Ήταν ωραία χρόνια, ωραίες αναμνήσεις, που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
Στη φωτο το έγγραφο του Κ. Κωτσάκη που εστάλη προς τον κ. Μπανιά με ήμερομηνία 5 Απριλίου 2011.
Η φωτογραφία που αποτέλεσε το πρότυπο για μεταγενέστερες καλλιτεχνικές απεικονίσεις του γεφυριού
Εικ. 1 – Το Γεφύρι της Άρτας σε πανοραμική φωτογραφία στα τέλη του 19ου αιώνα.
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και μέχρι σήμερα άγνωστη φωτογραφία του ιστορικού γεφυριού της Άρτας ήρθε πρόσφατα στο φως. Η εικόνα προέρχεται από το προσωπικό αρχείο της κ. Σοφίας Αλεξίου και παρουσιάζει το γεφύρι και την περιοχή γύρω από αυτό πιθανότατα στα τέλη του 19ου αιώνα.
Η φωτογραφία αποτελεί πανοραμική σύνθεση δύο λήψεων, οι οποίες έχουν ενωθεί ώστε να αποδώσουν ολόκληρο σχεδόν το μήκος του γεφυριού και το τοπίο στις όχθες του ποταμού Αράχθου. Η ένωση των δύο φωτογραφικών πλακών είναι ακόμη ορατή στο κέντρο της εικόνας, στοιχείο που φανερώνει τη φωτογραφική τεχνική της εποχής.
Η λήψη έχει πραγματοποιηθεί από την ανατολική όχθη του ποταμού, δηλαδή από την πλευρά που μετά το 1881 ανήκε στο ελληνικό κράτος. Η απέναντι πλευρά του γεφυριού βρισκόταν τότε στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γεγονός που εξηγεί την παρουσία των εγκαταστάσεων ελέγχου που διακρίνονται στη φωτογραφία.
Η εικόνα αποτυπώνει μια ζωντανή σκηνή καθημερινότητας γύρω από το γεφύρι. Πάνω στις καμάρες διακρίνονται αρκετοί άνθρωποι που κινούνται κατά μήκος της γέφυρας, γεγονός που δείχνει τη συνεχή χρήση της ως βασικής διάβασης της περιοχής.
Στο κέντρο της εικόνας, στην όχθη του ποταμού, διακρίνονται δύο άνδρες όρθιοι, πιθανότατα τοποθετημένοι σκόπιμα μπροστά από το γεφύρι. Η παρουσία τους φαίνεται να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς της κλίμακας του μνημείου, πρακτική αρκετά συνηθισμένη στη φωτογραφία τοπίου του 19ου αιώνα.
Εικ. 2 – Αριστερό τμήμα της φωτογραφίας. Διακρίνεται το δυτικό τμήμα του γεφυριού και η πλευρά που κατά την περίοδο εκείνη βρισκόταν στην οθωμανική επικράτεια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι μορφές που βρίσκονται μέσα στο ποτάμι. Σε αρκετά σημεία διακρίνονται άνθρωποι που φαίνεται να έχουν τοποθετηθεί μέσα στο νερό, πιθανότατα ψαρεύοντας στον Άραχθο. Η παρουσία τους δίνει μια ζωντανή εικόνα της καθημερινής δραστηριότητας στην περιοχή του γεφυριού. Παράλληλα, η διάταξη των μορφών σε διαφορετικά σημεία του ποταμού φαίνεται να εξυπηρετεί και τη σύνθεση της εικόνας, πρακτική που συναντάται συχνά στη φωτογραφία τοπίου του 19ου αιώνα, όπου οι ανθρώπινες μορφές λειτουργούσαν ως στοιχείο κλίμακας και ζωντάνιας. Η σκηνή αυτή αποτυπώνει μια δραστηριότητα που ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη στον Άραχθο, όπου το ψάρεμα αποτελούσε για πολλούς κατοίκους της περιοχής καθημερινή ασχολία.
Στην πλευρά του γεφυριού που βρισκόταν τότε στην οθωμανική επικράτεια διακρίνεται το φυλάκιο που λειτουργούσε στο πέρασμα της γέφυρας. Το κτίριο αυτό αποτελούσε σημείο ελέγχου και τελωνειακής επιτήρησης κατά την περίοδο κατά την οποία το γεφύρι αποτελούσε συνοριακό πέρασμα. Σήμερα στο ίδιο κτίριο στεγάζεται το Λαογραφικό Μουσείο Άρτας.
Στο δεξί τμήμα της φωτογραφίας διακρίνεται ο γνωστός πλάτανος του Αλή Πασά, ένα δέντρο που συνδέεται με την ιστορία της περιοχής. Κοντά στον πλάτανο φαίνεται επίσης το λεγόμενο εξεταστήριο, όπου κατά την οθωμανική περίοδο γινόταν ο έλεγχος των γυναικών από γυναίκες τελωνοφύλακες μετά από τη διέλευση από το πέρασμα του ποταμού.
Εικ. 3 – Δεξί τμήμα της φωτογραφίας. Στο βάθος διακρίνεται ο πλάτανος του Αλή Πασά και το εξεταστήριο όπου γινόταν ο έλεγχος των γυναικών μετά από τη διέλευση από το γεφύρι.
Ο τελωνειακός έλεγχος πραγματοποιούνταν κυρίως από την ελληνική πλευρά του γεφυριού. Στην απέναντι, οθωμανική όχθη λειτουργούσε μια μεγάλη αγορά όπου πολλά προϊόντα πωλούνταν σε πολύ χαμηλές τιμές. Το παζάρι αυτό προσέλκυε πολλούς κατοίκους της Άρτας που περνούσαν το γεφύρι για να προμηθευτούν διάφορα είδη. Η διαφορά των τιμών οδηγούσε συχνά σε φαινόμενα λαθρεμπορίου, καθώς αρκετοί προσπαθούσαν να μεταφέρουν εμπορεύματα από την οθωμανική πλευρά στο ελληνικό έδαφος χωρίς να καταβάλουν δασμούς. Για τον λόγο αυτό, μετά τη διέλευση από το γεφύρι γινόταν αυστηρός έλεγχος από τις ελληνικές αρχές. Οι άνδρες ελέγχονταν από χωροφύλακες, ενώ οι γυναίκες από γυναίκες τελωνοφύλακες στο εξεταστήριο κοντά στον πλάτανο του Αλή Πασά.
Την εποχή κατά την οποία τραβήχτηκε η φωτογραφία το γεφύρι της Άρτας αποτελούσε και συνοριακό πέρασμα. Μετά την ενσωμάτωση της Άρτας στο ελληνικό κράτος το 1881, ο ποταμός Άραχθος αποτέλεσε για περισσότερες από τρεις δεκαετίες το φυσικό σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το γεφύρι λειτουργούσε έτσι ως βασικό σημείο διέλευσης ανθρώπων και εμπορευμάτων, γεγονός που εξηγεί τόσο την ύπαρξη του φυλακίου και των ελέγχων όσο και τη σημαντική ανθρώπινη παρουσία που διακρίνεται στη φωτογραφία.
Η σημασία της εικόνας αυτής γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν συγκριθεί με άλλες γνωστές καλλιτεχνικές απεικονίσεις του γεφυριού της Άρτας. Η προσεκτική σύγκριση δείχνει ότι η συγκεκριμένη φωτογραφία αποτέλεσε το πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκαν μεταγενέστερα καλλιτεχνικά έργα, όπως η γνωστή χαρακτική του 19ου αιώνα και μια υδατογραφία που δημοσιεύθηκε αργότερα. Η διάταξη των μορφών, η θέση των ανθρώπων στην όχθη και μέσα στο ποτάμι, καθώς και τα βασικά στοιχεία του τοπίου ταυτίζονται σχεδόν απόλυτα.
Εικ. 4 – Χαρακτική απεικόνιση του γεφυριού της Άρτας του 19ου αιώνα. Η διάταξη των μορφών και των στοιχείων του τοπίου ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τη φωτογραφία.
Η ταύτιση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι καλλιτεχνικές αυτές αποδόσεις δεν αποτελούν ελεύθερες ή φανταστικές απεικονίσεις του τοπίου, αλλά βασίζονται στη συγκεκριμένη φωτογραφική λήψη. Η περίπτωση αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρακτικής που ακολουθούσαν συχνά οι καλλιτέχνες του 19ου αιώνα, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν φωτογραφίες ως πρότυπα για τη δημιουργία χαρακτικών και ζωγραφικών έργων.
Παρά τη σημασία της φωτογραφίας, μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί ο φωτογράφος ούτε η αρχική δημοσίευσή της σε κάποιο φωτογραφικό άλμπουμ ή έντυπο της εποχής. Είναι πιθανό να πρόκειται για εμπορική φωτογραφία που κυκλοφορούσε σε ταξιδιώτες στα τέλη του 19ου αιώνα και διατηρήθηκε σε ιδιωτική συλλογή.
Εικ. 5 – Υδατογραφία του γεφυριού της Άρτας βασισμένη στην ίδια σύνθεση. Η εικόνα δημοσιεύθηκε στο έργο του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και το Κόμμα των Φιλελευθέρων στην Ήπειρο (Αθήνα, 2016).
Η εικόνα αυτή αποτελεί ένα πολύτιμο ιστορικό τεκμήριο για την Άρτα του 19ου αιώνα και πιθανότατα μία από τις παλαιότερες φωτογραφικές απεικονίσεις του γεφυριού με ανθρώπινη δραστηριότητα.
Εάν κάποιος αναγνώστης γνωρίζει περισσότερα για την προέλευση της φωτογραφίας ή για παρόμοιες απεικονίσεις του γεφυριού της Άρτας, θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο να επικοινωνήσει μαζί μας ώστε να φωτιστεί περισσότερο η ιστορία αυτού του σπάνιου τεκμηρίου.
Η φωτογραφία του Holtermann με τον γενικό τίτλο «A Christian Church near Arta» φαίνεται, βάσει μορφολογικών και αρχιτεκτονικών στοιχείων, να αποτυπώνει το μοναστηριακό συγκρότημα της Παναγίας της Ροδιάς στον Αμβρακικό Κόλπο.
Η ταύτιση στηρίζεται στον χαμηλό κυλινδρικό τρούλο, στην απλή λιθοδομή χωρίς έντονο κεραμοπλαστικό διάκοσμο, στην έντονα προεξέχουσα ημικυκλική κόγχη του ιερού και κυρίως στο ανεξάρτητο καμπαναριό με τετραγωνική βάση και μονό τοξωτό άνοιγμα στο ανώτερο επίπεδο. Η συνολική λιτότητα της μορφής και η διάταξη του συγκροτήματος ανταποκρίνονται περισσότερο στη Ροδιά παρά στην Κορωνησία.
Η Παναγία της Ροδιάς αποτελεί σημαντικό βυζαντινό μνημείο της περιοχής της Άρτας, με ιστορία που ανάγεται στη μεσοβυζαντινή περίοδο και μετέπειτα επεμβάσεις. Το μοναστήρι κατέχει ιδιαίτερη θέση στο εκκλησιαστικό και ιστορικό τοπίο του Αμβρακικού.
Η λήψη του Holtermann, σχεδόν μία χιλιετία μετά την ανέγερση του ναού, καταγράφει το μνημείο πριν από νεότερες παρεμβάσεις και διαμορφώσεις του περιβάλλοντος χώρου. Δεν αποτελεί απλώς εικονογραφικό τεκμήριο· διασώζει μια ιστορική στιγμή της ζωής του μνημείου σε μια περίοδο μετά την ενσωμάτωση της Ηπείρου στο ελληνικό κράτος.
Κατά συνέπεια, η «χριστιανική εκκλησία πλησίον της Άρτας» που απεικονίζεται στη φωτογραφία μπορεί, με μεγάλη πιθανότητα, να ταυτιστεί με την Παναγία της Ροδιάς.
(Φωτογραφία από το αρχείο της οικογένειας Holtermann)
The Monastery of Panagia of Rodia Through Holtermann’s Lens (1930–31)
(“A Christian Church near Arta”)
The photograph by Holtermann bearing the general title “A Christian Church near Arta” appears, on the basis of architectural and morphological features, to depict the Monastery of Panagia of Rodia in the region of the Ambracian Gulf.
The identification rests on the low cylindrical dome, the relatively plain masonry lacking the pronounced cloisonné brick decoration characteristic of other regional monuments, and the strongly projecting semicircular apse of the sanctuary. A particularly significant element is the detached bell tower with its square base and single arched opening at the upper level. The overall austerity of the structure and its monastic layout correspond more closely to Rodia than to the church of Koronisia.
The Monastery of Panagia of Rodia constitutes an important Byzantine monument in the wider area of Arta, with origins in the Middle Byzantine period and later architectural interventions. It occupies a distinctive place within the ecclesiastical and historical landscape of the Ambracian region.
Holtermann’s photograph, taken nearly a millennium after the original construction of the monument, records the site prior to later alterations and modern interventions in its surroundings. It is not merely a visual document; rather, it preserves a historical moment in the life of the monument, at a time when Epirus had already been incorporated into the modern Greek state, yet still retained vivid traces of its earlier historical trajectory.
Thus, the “Christian Church near Arta” depicted in the image may, with considerable probability, be identified as the Monastery of Panagia of Rodia — a monument that continues to connect the Byzantine tradition with the modern historical memory of Epirus.
Η φωτογραφία του Holtermann, με τον αρχικό τίτλο «Ένα Τουρκικό καραβανσεράι στον δρόμο Γιάννινα – Πρέβεζα», αποτυπώνει — σύμφωνα με την τεκμηρίωση του κ. Νίκου Καράμπελα — το ιστορικό Χάνι του Εμίν Αγά, ένα από τα σημαντικά οδικά καταλύματα της οθωμανικής Ηπείρου.
Το χάνι βρισκόταν επί του βασικού οδικού άξονα που συνέδεε τα Ιωάννινα με την Πρέβεζα, δρόμο ζωτικής σημασίας για το εμπόριο, τη διοικητική επικοινωνία και τις στρατιωτικές μετακινήσεις. Ως καραβανσεράι λειτουργούσε ως σταθμός ανάπαυσης εμπόρων, αγωγιατών και ταξιδιωτών, παρέχοντας κατάλυμα, ασφάλεια και χώρους για τα ζώα μεταφοράς. Παράλληλα, αποτελούσε σημείο συγκέντρωσης ειδήσεων και διακίνησης πληροφοριών, ενταγμένο στον ευρύτερο οικονομικό και κοινωνικό ιστό της περιοχής.
Η στρατηγική του θέση προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο χάνι και κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912–1913). Η Ήπειρος υπήρξε θέατρο σημαντικών στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά την προέλαση του Ελληνικού Στρατού προς τα Ιωάννινα, και οι οδικοί κόμβοι — όπως το Χάνι του Εμίν Αγά — αξιοποιήθηκαν ως σημεία ανεφοδιασμού, προσωρινής στρατοπέδευσης και ελέγχου των επικοινωνιών μεταξύ ενδοχώρας και παραλιακής ζώνης. Ο έλεγχος τέτοιων θέσεων σήμαινε ουσιαστικά έλεγχο των μετακινήσεων και της ροής των στρατιωτικών δυνάμεων.
Η εικόνα του Χόλτερμαν, ληφθείσα σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τα γεγονότα, δεν καταγράφει απλώς ένα οθωμανικό κτίσμα· αποτυπώνει έναν τόπο που υπήρξε σιωπηλός μάρτυρας εμπορικών διαδρομών, διοικητικών μεταβάσεων και πολεμικών εξελίξεων που διαμόρφωσαν τη νεότερη ιστορία της Ηπείρου. (Φωτο από αρχείο Οικογένειας Χόλτερμαν)
The Han of Emin Agha on the Ioannina–Preveza Road, as Recorded by Holtermann (1930–31)
This photograph by Holtermann, originally titled “A Turkish Caravanserai on the Road Ioannina–Preveza,” depicts—according to the documentation of Mr. Nikos Karabelas—the historic Han of Emin Agha, one of the notable roadside establishments of Ottoman Epirus.
The han stood along the principal route connecting Ioannina with Preveza, a road of vital importance for trade, administrative communication, and military movement. As a caravanserai (han), it functioned as a resting station for merchants, muleteers, and travelers, offering lodging, security, and facilities for pack animals. At the same time, it served as a focal point for the circulation of news and information, integrated into the broader economic and social fabric of the region.
Its strategic location granted the han particular importance during the Balkan Wars (1912–1913). Epirus became a theater of significant military operations during the advance of the Greek Army toward Ioannina, and key road junctions—such as the Han of Emin Agha—were utilized as supply points, temporary encampments, and control posts overseeing communications between the inland territories and the coastal zone. Control of such sites effectively meant control of troop movements and logistical routes.
Holtermann’s image, taken nearly two decades after these events, does more than document an Ottoman structure; it preserves the memory of a site that stood as a silent witness to commercial routes, administrative transitions, and military developments that shaped the modern history of Epirus. (Photo courtesy of the Holtermann family)
Η Παρηγορήτισσα της Άρτας, όπως αποτυπώνεται στον φακό του Holtermann την περίοδο 1930–31, προβάλλει επιβλητική και σιωπηλή μέσα στο τοπίο μιας άλλης εποχής. Το βυζαντινό μνημείο, με την αυστηρή γεωμετρία και τους τρούλους του, στέκει αγέρωχο ανάμεσα σε δέντρα και χαμηλά κτίσματα, μαρτυρώντας τη διαχρονική πνευματική του ακτινοβολία.
Η παρουσία της ανθρώπινης μορφής στο προσκήνιο προσδίδει κλίμακα και ζωντάνια, ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζει τη σχέση του ναού με την καθημερινότητα της πόλης. Η φωτογραφία δεν καταγράφει απλώς ένα μνημείο· αποτυπώνει την ατμόσφαιρα της Άρτας του Μεσοπολέμου, όπου η Παρηγορήτισσα παραμένει σημείο αναφοράς πίστης, ιστορίας και ταυτότητας. (Φωτο από αρχείο Οικογένειας Χόλτερμαν)
“The Parigoritissa Through Holtermann’s Lens” The Parigoritissa of Arta, as captured by Holtermann’s lens in 1930–31, rises imposing and serene within the landscape of another era. The Byzantine monument, with its austere geometry and domes, stands steadfast among trees and modest buildings, bearing witness to its enduring spiritual radiance.
The presence of the human figure in the foreground lends scale and vitality to the scene, while also underscoring the church’s living relationship with the everyday life of the city. This photograph does more than document a monument; it preserves the atmosphere of interwar Arta, where the Parigoritissa remains a point of reference for faith, history, and identity. (Photo courtesy of the Holtermann family)
Η οδός Σκουφά, στο ύψος 80–84, τη δεκαετία του ’80. Στο κέντρο της εικόνας, η χαρακτηριστική μπλε είσοδος οδηγεί στο κτίριο που κάποτε ανήκε στην οικογένεια του Δημήτρη Αντωνόπουλου, του πρώτου Δημάρχου της Άρτας, κατά την πρώτη ορκομωσία Ελλήνων πολιτών της πόλης στις 16 Αυγούστου 1881.
Ένα απλό στιγμιότυπο μιας καθημερινής εποχής, που όμως κρύβει μέσα του ένα κομμάτι της ιστορίας της Άρτας. Οι βιτρίνες, τα μικρά καταστήματα, η ηρεμία του δρόμου — και πίσω τους, μνήμες που συνδέουν τον 20ό με τον 19ο αιώνα.
Μια φωτογραφία που δεν δείχνει απλώς ένα δρόμο, αλλά μια συνέχεια ζωής και ιστορίας.
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.