Στρατιώτες έξω από το φωτογραφείο «Ο Ήλιος» – Άρτα, περ. 1940

Τρεις στρατιώτες φωτογραφίζονται μπροστά από το φωτογραφείο «Ο Ήλιος» του Δημητρίου Ν. Μητσιάνη στην Άρτα, δίπλα σε αυτοκίνητο της εποχής.

Η ενδυμασία τους, με τις βαριές στρατιωτικές χλαίνες και τα πηλήκια του ελληνικού στρατού, παραπέμπει στην περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου και των πρώτων χρόνων της Κατοχής. Η φωτογράφιση στρατιωτών σε τοπικά φωτογραφεία αποτελούσε συνηθισμένη πρακτική της εποχής, ως αναμνηστικό πριν ή μετά τη στρατιωτική υπηρεσία και την αναχώρηση για το μέτωπο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφημιστική πινακίδα της Kodak στη δεξιά πλευρά της εικόνας, στοιχείο που αποτυπώνει τη σύνδεση του τοπικού φωτογραφείου με τη σύγχρονη φωτογραφική τεχνολογία και την εμπορική φωτογραφική κουλτούρα της εποχής.

Τα πρόσωπα της φωτογραφίας παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστα. Κάθε πληροφορία που θα μπορούσε να συμβάλει στην ταυτοποίησή τους ή στην τεκμηρίωση της εικόνας θα ήταν πολύτιμη.

Αρχείο φωτογραφείου «Ο Ήλιος» – Δημήτριος Ν. Μητσιάνης, Άρτα.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Ομαδικό πορτρέτο στρατιωτών – περίοδος Κατοχής / Ελληνοϊταλικού πολέμου

Αναμνηστική φωτογραφία πέντε νεαρών στρατιωτών από το αρχείο του φωτογραφείου «Ο Ήλιος» του Δημητρίου Ν. Μητσιάνη στην Άρτα.

Η ενδυμασία και τα στρατιωτικά πηλήκια παραπέμπουν στην περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου και των πρώτων χρόνων της Κατοχής (περ. 1940–1942).

Οι εικονιζόμενοι παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστοι. Πιθανότατα πρόκειται για στρατιώτες που φωτογραφήθηκαν αναμνηστικά πριν ή μετά τη στρατιωτική τους υπηρεσία. Αν κάποιος αναγνωρίζει πρόσωπα ή διαθέτει σχετικές πληροφορίες, θα ήταν πολύτιμη κάθε συμβολή στην τεκμηρίωση του αρχείου.

Αρχείο φωτογραφείου «Ο Ήλιος» – Δημήτριος Ν. Μητσιάνης, Άρτα.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

CRONACA DELLA MIA VITA IN GRIGIOVERDE (7η Συνέχεια – Ο Λόχος των πρώην ελονοσιακών…)

Ανασύνθεση των γεγονότων

Το Τάγμα του 42ου Συντάγματος Πεζικού «Μοντένα», το δικό μου τάγμα, με τους 4 λόχους του και τον Λόχο Διοίκησης, συγκεντρώθηκε σε πολεμική διάταξη το πρωί της 28ης Δεκεμβρίου, με όπλα, άμαξες, εφόδια κτλ., στην αυλή μπροστά από το Στρατόπεδο του Προφήτη Ηλία και κατέβηκε παρατεταγμένο στην πλατεία κοντά στην εκκλησία της Παναγίας Παρηγορήτισσας (μέσα στην πόλη), για τον χαιρετισμό προς τον Συνταγματάρχη διοικητή του Συντάγματος και τις άλλες στρατιωτικές αρχές της φρουράς της Άρτας (δεν θυμάμαι το όνομα του νέου Ταγματάρχη). Η μορφή του ήταν εκείνη ενός ηλικιωμένου ανθρώπου με όψη υπαλλήλου, αναγκασμένου, παρά τη θέλησή του (ήταν έφεδρος αξιωματικός), να αντιμετωπίσει με δυσκολία τις κακουχίες του πολέμου, και προτιμούσε να περπατά παρά να χρησιμοποιεί το μάλλον ιδιότροπο άλογό του. Στη μία πλευρά της πλατείας υπήρχαν αρκετοί περίεργοι πολίτες και κάποιοι, από μακριά, μας χαιρετούσαν με χειρονομίες.

Το απόγευμα κατασκηνώσαμε ανάμεσα στα ερείπια της αρχαίας πόλης της Νικόπολης (που ιδρύθηκε από τον Αύγουστο μετά τη νίκη επί του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας στο Άκτιο το 31 π.Χ.). Φαγητό και διανυκτέρευση σε σκηνή· εγώ έβαλα άχυρα και τον μουσαμά της σκηνής μέσα σε ένα είδος σαρκοφάγου ή λεκάνης (ανάμεσα στα αρχαιολογικά ερείπια) και πέρασα τη νύχτα καλά προστατευμένος.

Μεταξύ συναδέλφων αποκαλούσαμε το αυτοσχέδιο κατάλυμα «η μπανιέρα της Κλεοπάτρας» (αργότερα έμαθα ότι εκείνο το μέρος ονομαζόταν πράγματι «το λουτρό της Κλεοπάτρας», αν και η Αιγύπτια βασίλισσα δεν πήγε ποτέ στη Νικόπολη). Την επόμενη μέρα, στις 29 Δεκεμβρίου, φτάσαμε σε ένα χωριό που λεγόταν Αρχάγγελος και κατασκηνώσαμε πιο βαθιά στην ενδοχώρα, σε μια έρημη και ακατοίκητη περιοχή. Ο καιρός ήταν βροχερός. Οι στρατιώτες έστησαν το στρατόπεδο με σκηνές, όπου βρήκαμε καταφύγιο.

Εμείς οι αξιωματικοί μέναμε σε μια μεγάλη σκηνή που την αποκαλούσαν «αίθουσα χορού». Ο πληθυσμός, για να αποφύγει προβλήματα και μεγαλύτερες ζημιές, παρουσιαζόταν ευγενικός και φιλικός. Η αποστολή του Τάγματος, που ήταν εγκατεστημένο σε εκείνη την έρημη περιοχή, πρέπει να ήταν η παράκτια άμυνα απέναντι σε ενδεχόμενες συμμαχικές αποβάσεις, και οι περισσότεροι αξιωματικοί δεν έβλεπαν κανένα πρακτικό πλεονέκτημα σε αυτό. Δεν γνώριζα ότι λίγο βορειότερα από τον Αρχάγγελο βρισκόταν το χωριό Ζάλογγο, διάσημο για τη θυσία των Σουλιωτισσών την εποχή του Αλή Πασά.

31 Δεκεμβρίου: Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Στη σκηνή είχα τακτοποιηθεί μαζί με τους συναδέλφους Τζάνι Φρανκίνι και τον Διοικητή· η νύχτα ήταν πολύ βροχερή και ιδιαίτερα ανεμώδης. Η θύελλα έσπασε τους πασσάλους στήριξης και η σκηνή κατέρρευσε πάνω μας. Αντιμετωπίσαμε το περιστατικό με κέφι και στη συνέχεια καταφύγαμε στις τριγωνικές σκηνές των στρατιωτών, οι οποίοι, στριμωχνόμενοι μεταξύ τους, μας πρόσφεραν καταφύγιο.

Ιανουάριος 1943

1 Ιανουαρίου: Πρωτοχρονιά.

«Πολυαγαπημένε μου πατέρα, πρώτα απ’ όλα σου στέλνω τις πιο θερμές ευχές της καρδιάς μου για το νέο έτος (…) Σου γράφω από τη νέα μας θέση, μια μεγάλη σκηνή από 12 μουσαμάδες, που τη μοιράζομαι με άλλους δύο συναδέλφους. Μέσα έχουμε τρία ράντζα, στρώμα από άχυρο, μάλλινο μαξιλάρι και κουβέρτες, καθώς και μια ξυλόσομπα (υλικά που φέραμε από την Άρτα). Τα προσωπικά μας κιβώτια και οι βαλίτσες μας χρησιμεύουν ως κομοδίνα.

Είναι 6 το απόγευμα, έξω βρέχει δυνατά και η σκηνή αντέχει θαυμάσια [ήταν η σκηνή που ξαναστήθηκε μετά την καταστροφή της πρώτης]. Δεν φανταζόμουν ότι τον χειμώνα θα μπορούσε κανείς να περνά τόσο καλά κάτω από μια σκηνή: η βροχή δεν μπαίνει μέσα, ούτε και ο αέρας [τι συμπονετικό ψέμα!].»

Με εντυπωσίασε η οργάνωση των στρατιωτών που είχαν όλοι πολεμήσει στον ελληνοϊταλικό πόλεμο: μέσα σε λίγα λεπτά είχαν στήσει ολόκληρο το στρατόπεδο, μαζί και τη σκηνή των αξιωματικών. Το μόνο δυσάρεστο ήταν ότι βρισκόμασταν σε ανοιχτή ύπαιθρο, χωρίς κοντινά σπίτια και εντελώς απομονωμένοι. Σήμερα κάποιοι βοσκοί μάς χάρισαν ένα αρκετά μεγάλο κατσικάκι.

Ακόμη και η λέσχη λειτουργούσε μέσα σε μια μεγάλη σκηνή· οι άδειες δυστυχώς είχαν ανασταλεί και η αλληλογραφία παραδιδόταν και παραλαμβανόταν μόνο μία φορά την εβδομάδα (…).

2 Ιανουαρίου:

«Αγαπημένε μου πατέρα, διαβάζοντας το τελευταίο σου γράμμα, γέλασα κι εγώ σκεπτόμενος τον Φραντσέσκο Μπενίνιο που στάθηκε προσοχή για να χαιρετήσει τη φωτογραφία μου (…). Ζώντας συνεχώς στην ύπαιθρο αποκτά κανείς πείνα λύκου. Σήμερα το πρωί ξέσπασε πραγματική θύελλα με αέρα και βροχή. Δώσε τους χαιρετισμούς και τις ευχές μου στον ξάδελφο Αρμάντο (…).

[Προαχθείς σε αξιωματικό, τοποθετημένος στο 83ο Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας “Βενέτσια”], ο αγαπημένος ξάδελφος Αρμάντο, την άνοιξη του 1943, έφτασε στο Σύνταγμά του στο Μαυροβούνιο και, μετά τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν την ανακωχή της 8ης Σεπτεμβρίου 1943, δεν έδωσε ποτέ ξανά σημεία ζωής.

Παρασυρμένος από τη σκληρότητα του γιουγκοσλαβικού ανταρτοπολέμου (Γερμανοί, Ιταλοί της Μεραρχίας “Βενέτσια”, παρτιζάνοι του Τίτο, Ουστάσι), είναι πιθανό να πέθανε τον Μάρτιο του 1944.»

7 Ιανουαρίου 1943

«Πολυαγαπημένε μου πατέρα, από τους στάβλους στ’ αστέρια! Ο παλιός μου λοχαγός με πήρε μαζί του σε ένα εξαιρετικό μέρος, στα Γιάννενα· δεν ανήκω πλέον στον 6ο Λόχο του 42ου Συντάγματος, αλλά αποσπάστηκα στη 1η Μικτή Μεραρχία “Μόντενα”.

Είναι μεγάλο πλεονέκτημα: άφησα την κρύα και υγρή σκηνή και τώρα μένω σε ένα καθαρό δωμάτιο [πρόκειται για το ξενοδοχείο “Μεγάλη Βρετανία”]. Παραμένω όμως τυπικά ενταγμένος στον 6ο Λόχο μου, και εκεί πρέπει να συνεχίσεις να μου γράφεις μέχρι να σου ανακοινώσω τη νέα διεύθυνση. Εδώ είμαστε τρεις αξιωματικοί από διαφορετικούς λόχους. Ένας στρατιώτης του 6ου Λόχου μού έφερε ζυμαρικά και γράμματα, ανάμεσά τους κι εκείνο της ξαδέλφης Λιλλίνα. (…)

Εδώ οι τιμές έχουν εκτοξευθεί: με 8.000 δραχμές αγόρασα έναν αναπτήρα που στην Ιταλία κοστίζει 30 λίρες! Για να αγοράσεις κάτι από τη Στρατιωτική Ένωση χρειάζονται τόσες κάρτες και έγγραφα που δεν μπορείς να φανταστείς.

Η αλληλογραφία καθυστερεί σχεδόν 20 ημέρες. Εσύ κατηγορούσες εμένα… Τώρα περιμένουμε τις πολυπόθητες άδειες και τη σειρά μας. Αν μπορούσαμε τον επόμενο μήνα να συναντηθούμε στο τρένο… [η άδεια: μια βασανιστική ψευδαίσθηση!]»

Αναμνήσεις (τέλος 1942 – αρχές 1943)

Τη ελονοσιακή μου κατάσταση γνώριζε ο διοικητής του λόχου μου, λοχαγός Έλιο Μιράλια από το Ρέτζιο Εμίλια, υπό τις διαταγές του οποίου βρισκόμουν ακριβώς την εποχή της κρίσης πυρετού και της νοσηλείας μου στο νοσοκομείο. Βρισκόμασταν στην Άρτα, στους λεγόμενους «Στρατώνες της Αγίας Θεοδώρας», κοντά στον ποταμό Άραχθο. Σε αυτούς τους στρατώνες είχαμε αναλάβει τη φύλαξη Ελλήνων αιχμαλώτων που συλλαμβάνονταν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των ημερών του Νοεμβρίου, καθώς και αρκετών κατοίκων της Άρτας που είχαν συλληφθεί από τους καραμπινιέρους για υποτιθέμενη συνεργασία με τους αντάρτες.

Όλοι ήταν κλεισμένοι σε έναν μεγάλο θάλαμο, όπου έπρεπε να περιμένουν την ανάκριση από τον υπολοχαγό των Βασιλικών Καραμπινιέρων (έναν Παλερμιτανό, ίσως ονομαζόμενο Τοσκάνο) και στη συνέχεια είτε να αφεθούν ελεύθεροι είτε να σταλούν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Ανάμεσα στους κρατούμενους υπήρχαν κάποιοι Έλληνες που γνώριζα, μεταξύ των οποίων και ο δάσκαλος του δημοτικού, ο «Γιόννι» (Γιάννης), που μιλούσε πολύ καλά ιταλικά (είχε υπηρετήσει ως διερμηνέας στη Διοίκηση). Διαμαρτυρόταν κλαίγοντας για την αθωότητά του και για την ταπείνωση που ένιωθε βλέποντας να τον μεταχειρίζονται έτσι οι Ιταλοί.

Σε εκείνες τις δύσκολες στιγμές υπήρξα πολύτιμη βοήθεια για τον λοχαγό Μιράλια και αφιερώθηκα στο να κάνω ό,τι ήταν δυνατόν για να του αποφύγω προβλήματα και ανησυχίες. Παρότι ο λόχος αποδεκατιζόταν από την ελονοσία, εγώ ετοίμαζα τις βάρδιες φρουράς, οργάνωνα το συσσίτιο (ακόμη και για τους κρατουμένους), διατηρούσα επαφές με τους συγγενείς των συλληφθέντων λαμβάνοντας όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις· σχεδόν κάθε βράδυ φρόντιζα, με μια ένοπλη διμοιρία, για την τελετή υποστολής της σημαίας μπροστά από το κτίριο της Διοίκησης της Φρουράς.

Αυτά τα καθήκοντα τα μοιραζόμουν με τον εξαιρετικό συνάδελφο Τζάνι Φρανκίνι και μαζί παίρναμε κάθε προφύλαξη για να αποφύγουμε κάποια δυσάρεστη έκπληξη, πιθανή και φοβερή μέσα σε εκείνη την κατάσταση.

Για αυτή την υπεύθυνη και ολοκληρωμένη συνεργασία ο λοχαγός Μιράλια μάς ήταν ευγνώμων, και ιδιαίτερα σε εμένα, επειδή, όντας νεότερος από τον συνάδελφό μου, αφοσιωνόμουν με μεγαλύτερη δραστηριότητα και επίσης επειδή γνώριζα λίγα ελληνικά της καθημερινής ομιλίας.

Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας μου στα νοσοκομεία της Άρτας, των Ιωαννίνων και του Μετσόβου, ο λοχαγός Μιράλια άφησε τη διοίκηση του 6ου Λόχου και τοποθετήθηκε στο Στρατηγείο της Μεραρχίας στα Γιάννενα, όπου είχε προκύψει το πρόβλημα των ασθενών από ελονοσία. Ένα μεγάλο μέρος της Μεραρχίας είχε προσβληθεί από τη νόσο και δεν υπήρχε καμία δυνατότητα να σταλούν (όπως θα έπρεπε να γίνει!) όλοι οι ασθενείς με άδεια ανάρρωσης στην Ιταλία· έτσι, κατέφευγαν σε σύντομες παραμονές σε νοσοκομεία αποθεραπείας μέσα στην ίδια την Ελλάδα, όπως στο Μέτσοβο.

Ο ασθενής από ελονοσία (ιδίως εκείνος που είχε προσβληθεί από την κακοήθη τριταίο πυρετό) δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται αποτελεσματικός στρατιώτης για όλες τις πολεμικές υπηρεσίες. (Εγώ προσωπικά, κατά την πορεία μεταφοράς από την Άρτα στον Αρχάγγελο, είχα ξανααισθανθεί τους πόνους στη σπλήνα και δεν ήμουν πλέον τόσο αποδοτικός όσο πριν.)

Γι’ αυτό, στο Στρατηγείο της Μεραρχίας αποφασίστηκε να σχηματιστεί ένας Λόχος πρώην ελονοσιακών, που θα αναλάμβανε κυρίως καθήκοντα «οχυρωμένων θέσεων», δηλαδή τη σταθερή άμυνα ορισμένων σημαντικών στρατηγικών σημείων της περιοχής (γέφυρες, αποθήκες τροφίμων και πυρομαχικών, επιτήρηση οχυρών), εξαιρώντας τους άνδρες αυτούς από εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και πορείες.

Έτσι δημιουργήθηκε ένας πρώτος Μεραρχιακός Λόχος με έδρα τα Γιάννενα, όπου βρίσκονταν το Στρατηγείο του Σώματος Στρατού και της Μεραρχίας. Μαζί μου, στην έδρα των Ιωαννίνων, χάρη στο ενδιαφέρον του λοχαγού… Χάρη στο ενδιαφέρον του λοχαγού Μιράλια, κλήθηκαν μαζί μου ακόμη δύο αξιωματικοί, πρώην ασθενείς από ελονοσία, προερχόμενοι από άλλους λόχους.

Ιανουάριος 1943

7 Ιανουαρίου: Στην Άρτα, όπου φτάσαμε με φορτηγό, όλα είχαν αλλάξει: υπήρχε ένα τμήμα αλπινιστών στρατιωτών που επρόκειτο να μετακινηθούν προς τα βουνά του Πίνδου για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, καθώς και νέα τμήματα του Συντάγματος. Στην Άρτα συνάντησα τον Στέλιο, ο οποίος έμεινε έκπληκτος που με ξαναείδε· αργότερα είδα και την Άννα με τη φίλη της, τη Νίζα.

Έμεινα λίγο μαζί τους συζητώντας και κατόπιν πήγα στη λέσχη. Το επόμενο πρωί ο διοικητής της φρουράς, συνταγματάρχης Πίρας, μου ανέθεσε την αποστολή να παραδώσω στο Στρατηγείο της Μεραρχίας τον «Κώδικα OP για τις επιχειρήσεις Κ» (δηλαδή τον σφραγισμένο μυστικό κώδικα για τις επιχειρήσεις που διεξάγονταν στην περιοχή του Κομποτίου εναντίον των ανταρτών). Η συνοδευτική επιστολή, με την υπογραφή παραλαβής του συνταγματάρχη Μένγκι από το Στρατηγείο της Μεραρχίας, βρίσκεται ακόμη στην κατοχή μου, πενήντα χρόνια μετά τα γεγονότα (ίσως καταχωνιασμένη στον πάτο του σακιδίου με το οποίο πέρασα από την Ελλάδα στη Γερμανία και το επέστρεψα στο σπίτι μαζί με τα λίγα κουρέλια που μου είχαν απομείνει).

Πρόκειται για μισό φύλλο επιστολόχαρτου, δακτυλογραφημένο, και παραθέτω το κείμενο:

«Στρατιωτική Διοίκηση Φρουράς Άρτας.

Αριθ. Πρωτ. 49, 7 Ιανουαρίου 1943.

Θέμα: Επιστροφή Κώδικα OP αντίγραφο αρ. 11, σειρά 1235.

Προς τη Διοίκηση της Μεραρχίας Πεζικού “Μόντενα”, Τμήμα Επιχειρήσεων και Υπηρεσιών.

“Διά του ανθυπολοχαγού Ματζιότι Ινοτσέντσο του II/42° επιστρέφεται ο Κώδικας OP που διανεμήθηκε για τις επιχειρήσεις.

Ο Αντισυνταγματάρχης Διοικητής

Τζενάριο Πίρας.”»

Στην πίσω πλευρά υπάρχει η υπογραφή παραλαβής του αντισυνταγματάρχη Μένγκι, Αρχηγού του Επιτελείου της Μεραρχίας “Μοντένα” στα Γιάννενα· τον συνάντησα τον Νοέμβριο του 1943 στο γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ταρνόπολ, στην Ουκρανία.

Από τα Γιάννενα — όπου διοικητής ήταν ένας παλιός μου συνάδελφος, ο υπολοχαγός Πιέρο Ντιονίτζι από το Σαν Πόλο ντ’ Έντσα (Ρέτζιο Εμίλια), ήδη βετεράνος του ελληνοαλβανικού μετώπου — μεταφερθήκαμε με τον λόχο στο φρούριο της λίμνης, δηλαδή στο κάστρο του Αλή Πασά.

Με τη συνηθισμένη ανευθυνότητα και επιπολαιότητα των ανώτερων αξιωματούχων, αποφασίστηκε η νέα μονάδα να ονομαστεί ακριβώς: «1ος Λόχος Συγκρότησης Ελονοσιακών. Μεραρχία Μόντενα. PM 37».

Μάταια εγώ και ο υπολοχαγός Ντιονίτζι, με την υποστήριξη του λοχαγού Μιράλια, προσπαθήσαμε να πείσουμε τον επιτελάρχη της Διοίκησης της Μεραρχίας (συνταγματάρχη Μένγκι) να παραλειφθεί η λέξη «ελονοσιακών» για προφανείς λόγους (ηθική υποβάθμιση, ανησυχία των οικογενειών που αγνοούσαν την ασθένειά μας κτλ.). Όμως η Ανώτατη Διοίκηση και ιδιαίτερα ο στρατηγός μας, Ιτάλο Καρατσόλο (Ναπολιτάνος πρίγκιπας), αποφάσισαν η λέξη «ελονοσιακών» να παραμείνει στην επίσημη ονομασία της μονάδας και να αναγράφεται ολόκληρη στη γραμμική σφραγίδα του λόχου.

Εγώ, σε κάθε γράμμα ή καρτ ποστάλ, είτε στρατιωτικής ατέλειας είτε κανονικό, ήμουν υποχρεωμένος να φροντίζω να βάζω πάντα μια λωρίδα χαρτιού ώστε να καλύπτω τη λέξη «ελονοσιακών» ή να τοποθετώ τη σφραγίδα στο άκρο δεξί της επιστολής ή της κάρτας, έτσι ώστε να μην εμφανίζεται ολόκληρη η σφραγίδα με αυτόν τον απεχθή χαρακτηρισμό.

Και σε όλη μου την αλληλογραφία αυτό το τέχνασμα πέτυχε, αποφεύγοντας έτσι οι γονείς μου να μάθουν την αλήθεια, που θα τους είχε τρομάξει και ανησυχήσει πολύ. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι στρατιώτες.

Το πείσμα του στρατηγού μας και η ανόητη απόφασή του στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν παρά μια μικρή ένδειξη των άλλων, πολύ σοβαρότερων ευθυνών που ακολούθησαν στον αντιπαρτιζανικό αγώνα στην περιοχή της Ηπείρου. Και εκείνοι που υφίσταντο τις συνέπειες ήταν «τα καημένα παιδιά της μαμάς», παραδομένα στους στρατηγούς μας, με το «μονόκλ» σφηνωμένο στην κόγχη του ματιού και το πηλήκιο φορεμένο άκαμπτα πάνω στα άδεια κεφάλια τους, ανίκανα για ιδέες και πρωτοβουλίες…

16 Ιανουαρίου:

«(…) Σήμερα έφτασε ακόμη ένας σύντροφός μου και έτσι η ζωή κυλά λίγο πιο ευχάριστα με την παρέα παλιών φίλων. Μας βασανίζει όμως πάντα η σκέψη της άδειας, που δυστυχώς αργεί να έρθει. Φαντάσου πόσα λέμε μεταξύ μας. Εκείνο που με ταράζει περισσότερο είναι η σκέψη σας· ποιος ξέρει τι θα φαντάζεστε μπροστά στο τζάκι… Θα ήθελα να με έβλεπες για να ησυχάσεις. Εδώ ο καιρός είναι πάντα απαίσιος. Τι κάνουν οι πανεπιστημιακοί συνάδελφοί μου; Σε ποια συντάγματα τοποθετήθηκαν; Και ο ξάδελφος Αρμάντο; Εδώ ακόμη κανείς δεν έχει φύγει με άδεια· ευτυχώς που “όταν μοιράζεται ο πόνος, μικραίνει η θλίψη!”»

22 Ιανουαρίου:

«(…) Χθες έλαβα το γράμμα σου με το απόκομμα από την εφημερίδα “Il Popolo di Roma” σχετικά με τις εξετάσεις μας· ήδη σου έγραψα πώς έχουν τα πράγματα. Οι άδειες θα πρέπει να δοθούν τον Φεβρουάριο, αν οι πολιτικοστρατιωτικές συνθήκες το επιτρέψουν. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

«Αγαπημένε μου πατέρα, όλα θα περάσουν, όπως πέρασε καθετί που κάποτε φαινόταν δύσκολο· θυμάσαι όταν σου έγραφα απογοητευμένος από το Σαλέρνο για εκείνα τα περίφημα ακροβατικά κατορθώματα; Εδώ επηρεάζει επίσης το περιβάλλον των στρατιωτών με τους οποίους ζω καθημερινά· δεν είναι οι καλοί και πιστοί στρατιώτες του 6ου Λόχου μου, που άφησα κάτω από τις σκηνές του Αρχαγγέλου· αυτοί εδώ, αντίθετα, είναι μια μάζα από τεμπέληδες που δεν θέλουν να κάνουν τίποτα. Ίσως να έχουν και αυτοί το δίκιο τους…

Βέβαια θα επιστρέψω με μεγάλη χαρά στον παλιό μου λόχο· εδώ υπάρχει μόνο κάποια μικρή ελπίδα επαναπατρισμού που μας ελκύει λίγο. Το μόνο πράγμα που πραγματικά θα μας ανεβάσει το ηθικό θα είναι ένας καλός μήνας άδειας, και ελπίζουμε ο Θεός να μας βοηθήσει σε αυτό.

Όλος ο λόχος εδώ έχει αναλάβει υπηρεσία φρουράς και γι’ αυτό δεν υπάρχουν ούτε πορείες ούτε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Τη νύχτα κάνουμε επιθεωρήσεις στις σκοπιές, που είναι πολλές. Μου είναι πολύ χρήσιμα εκείνα τα μάλλινα γάντια που έφτιαξε η Ροζινέλλα· χαιρέτησέ μου τη νονά Ανουντσιάτα (…)

Και εμείς ανησυχούμε για την κατάσταση στην Αφρική [πτώση της Τρίπολης, 23 Ιανουαρίου 1943], αλλά ελπίζουμε ο Θεός να μας λυπηθεί και να μπορέσουν να απωθήσουν τους Άγγλους πέρα από τον Νείλο (…)» (Συνεχίζεται)

Στη φωτογραφία από το ίδιο βιβλίο, ο συγγραφέας στα Γιάννενα, στον τάφο του Αλή Πασά.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Ξεφυλλίζοντας το άλμπουμ του Χόλτερμαν!

Καθώς ολοκληρώνεται αυτή η μικρή διαδρομή μέσα από το άλμπουμ του Χόλτερμαν, αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω για ακόμη μία φορά τη βαθιά μου ευγνωμοσύνη προς την οικογένεια Χόλτερμαν και ιδιαίτερα προς τη Sally Holtermann, για την εμπιστοσύνη και τη γενναιοδωρία με την οποία μοιράστηκαν αυτό το πολύτιμο φωτογραφικό υλικό.

Οι εικόνες αυτές δεν αποτελούν μόνο ιστορικά τεκμήρια· είναι μικρά παράθυρα σε μια Άρτα που χάθηκε με τον χρόνο, αλλά συνεχίζει να ζει μέσα από τις μνήμες, τα τοπία και τους ανθρώπους της. Μέσα από τον φακό του Χόλτερμαν αναδύεται μια εποχή σιωπηλή και αυθεντική, γεμάτη φως, ποτάμια, δρόμους και πρόσωπα που κουβαλούν ακόμη την ανάσα του τόπου.

Η επιλογή να παρουσιαστεί το υλικό σε μορφή flipbook ήταν μια προσωπική δημιουργική προσπάθεια, με σκοπό να δοθεί η αίσθηση ενός παλιού άλμπουμ που ξεφυλλίζεται αργά, εικόνα με εικόνα. Η σύνθεση και η επιμέλεια έγιναν από εμένα με τη χρήση του Adobe InDesign, με σεβασμό στο πρωτότυπο υλικό αλλά και με την επιθυμία να αποκτήσει μια νέα, ζωντανή μορφή για τον σημερινό θεατή. Οι φωτογραφίες και οι τίτλοι παρουσιάζονται ακριβώς όπως καταγράφονται στο πρωτότυπο άλμπουμ του Χόλτερμαν, διατηρώντας πιστά τον χαρακτήρα και την αυθεντικότητα της αρχικής έκδοσης.

Εύχομαι αυτό το μικρό ταξίδι στις φωτογραφίες του Χόλτερμαν να έφερε όλους μας λίγο πιο κοντά στην παλιά Άρτα — σε μια πόλη που εξακολουθεί να υπάρχει πίσω από τις εικόνες, τις σκιές και τις ιστορίες της.

Αν θεωρείτε πως αυτό το υλικό αξίζει να ταξιδέψει ακόμη πιο μακριά, μοιραστείτε αυτή την ανάρτηση. Ίσως έτσι οι εικόνες αυτές βρουν τον δρόμο τους σε ανθρώπους που αγαπούν την ιστορία, τη μνήμη και την παλιά ψυχή αυτού του τόπου. (Επιμέλεια παρουσίασης και δημιουργία flipbook: Αναστασία Καρρά)

Σας προσκαλώ λοιπόν να ξεφυλλίσετε ολόκληρο το άλμπουμ, όπως το οραματίστηκα και το παρουσίασα σε ψηφιακή μορφή.

https://heyzine.com/flip-book/20288a2c97.html

Leafing Through Holtermann’s Album

As this small journey through Holtermann’s album comes to an end, I feel the need to once again express my sincere gratitude to the Holtermann family, and especially to Sally Holtermann, for the trust and generosity with which they shared this valuable photographic material.

These images are not merely historical documents; they are small windows into a world that has faded with time, yet still survives through landscapes, memories, and the people connected to them. Through Holtermann’s lens emerges a quiet and authentic era, filled with light, rivers, roads, and faces that still carry the spirit of those places.

The decision to present this material in the form of a flipbook was a personal creative effort, intended to recreate the feeling of slowly leafing through an old photographic album, image by image. The composition and editorial presentation were created by me using Adobe InDesign, with deep respect for the original material and with the desire to give it a new and vivid form for today’s viewer. The photographs and titles are presented exactly as they appear in Holtermann’s original album, preserving the authenticity and character of the original edition.

I hope this small visual journey through Holtermann’s photographs has brought us all a little closer to the landscapes, memories, and atmosphere of another era — a world that still lives quietly behind these images and stories.

If you believe this material deserves to travel further, feel free to share this post. Perhaps these photographs will find their way to people who value history, memory, and the enduring spirit of these places.

(Presentation editing and flipbook creation: Anastasia Karra)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Η λεωφόρος με τις λεύκες

Η τελευταία φωτογραφία του άλμπουμ μάς οδηγεί στην ανατολική είσοδο της Άρτας, στον δρόμο Άρτα – Κόπραινα. Έναν δρόμο που άλλοτε σκιάζονταν από επιβλητικές λεύκες, σχηματίζοντας μια φυσική λεωφόρο που υποδεχόταν τον ταξιδιώτη πριν μπει στην πόλη. Από εδώ περνούσε η σύνδεση της Άρτας με το λιμάνι της Κόπραινας, το θαλάσσιο πέρασμα που ένωνε την περιοχή με τη νότια Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο Χόλτερμαν καταγράφει τη σκηνή με τον τίτλο “Avenue of Lefkas on the Coprena road out of Arta”, πιθανότατα παρανοώντας τη λέξη «λεύκες» και αποδίδοντάς την ως “Lefkas”. Κι όμως, ακόμη και μέσα από αυτή τη μικρή αστοχία, η φωτογραφία διατηρεί όλη τη γοητεία μιας άλλης εποχής: ενός δρόμου σιωπηλού, σχεδόν τελετουργικού, όπου οι ψηλές λεύκες υψώνονταν σαν φυσικές κολόνες στην είσοδο της πόλης. (Φωτογραφία από το αρχείο της οικογένειας Holtermann)

The Avenue of Poplars

The final photograph of Holtermann’s album brings us to the eastern entrance of Arta, along the Arta–Koprena road. Once lined with towering poplar trees, this road formed a natural avenue welcoming travelers into the town. It was the route connecting Arta with the port of Koprena, the harbor that linked the region with southern Greece and the wider world.

Holtermann recorded the scene under the title “Avenue of Lefkas on the Coprena road out of Arta”, most likely misunderstanding the Greek word “lefkes” (poplars) as “Lefkas.” Yet even through this small misunderstanding, the photograph preserves all the charm of another era: a quiet, almost ceremonial road where the tall poplars rose like natural columns at the gateway to the city. (Photo courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Όταν φούσκωσε ο Άραχθος!

Μια από τις τελευταίες φωτογραφίες του άλμπουμ του Χόλτερμαν μάς μεταφέρει στον Μάρτιο του 1931, όταν ο Άραχθος φούσκωσε και σκέπασε τις όχθες του. Το παλιό γεφύρι στέκει αγέρωχο πάνω από τα ορμητικά νερά, σαν να δοκιμάζεται για ακόμη μία φορά από τη δύναμη της φύσης. Οι μεγάλες καμάρες του μοιάζουν να αιωρούνται μέσα στην πλημμύρα, ενώ στο βάθος το τοπίο χάνεται μέσα στη χειμωνιάτικη υγρασία και την ομίχλη.

Η εικόνα δεν καταγράφει μόνο ένα φυσικό φαινόμενο· αποτυπώνει και τη διαρκή σχέση των ανθρώπων της Άρτας με τον ποταμό. Ο Άραχθος, άλλοτε δρόμος ζωής κι άλλοτε απειλή, καθόριζε τον ρυθμό της καθημερινότητας, των ταξιδιών και της αγωνίας των κατοίκων. Μέσα στη σιωπή της φωτογραφίας, σχεδόν μπορεί κανείς να φανταστεί τον βουητό του νερού και τους ανθρώπους που στάθηκαν τότε στις όχθες, παρακολουθώντας με δέος τη δύναμη του ποταμού. (Φωτογραφία από το αρχείο της οικογένειας Holtermann)

The Flooded Arachthos, March 1931

One of the final photographs from Holtermann’s album takes us back to March 1931, when the Arachthos River overflowed and covered its banks. The old stone bridge stands proudly above the rushing waters, as if being tested once more by the power of nature. Its great arches seem to float within the flood, while in the background the landscape fades into winter mist and humidity.

This image captures more than a natural phenomenon; it reflects the enduring relationship between the people of Arta and their river. The Arachthos, at times a path of life and at others a threat, shaped the rhythm of everyday life, travel, and the anxieties of the local inhabitants. Within the silence of the photograph, one can almost imagine the roar of the waters and the people standing along the banks, watching in awe the force of the river. (Photo courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Το τελευταίο ρεβάκ!

Η φωτογραφία του Richard William Holtermann παρουσιάζει μια από τις τελευταίες γνωστές απεικονίσεις του τεμένους όπου διατηρείται ακόμη σχεδόν ακέραιο το ρεβάκ (η θολωτή στοά) της βόρειας όψης. Σε αντίθεση με τις λήψεις του Αριστοτέλη Ζάχου του 1915–1916, όπου η στοά αποτυπώνεται κυρίως υπό γωνία, εδώ έχουμε μια περισσότερο μετωπική και σαφή εικόνα της αρχιτεκτονικής της μορφής και της κατάστασής της λίγο πριν την οριστική κατάρρευση των επιμέρους στοιχείων της.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί επίσης η έντονα χορταριασμένη και σχεδόν «ζωντανή» στέγη του μνημείου, επάνω στην οποία έχουν αναπτυχθεί πυκνή βλάστηση και τριγύρω κυπαρίσσια, στοιχεία που ενισχύουν την εικόνα εγκατάλειψης αλλά και τη μοναδική ατμόσφαιρα του χώρου κατά τον Μεσοπόλεμο. Η φωτογραφία αποτυπώνει χαρακτηριστικά τη μεταβατική φάση του τεμένους: ένα σημαντικό οθωμανικό μνημείο που εξακολουθεί ακόμη να στέκει επιβλητικό, φέροντας όμως ήδη εμφανή τα σημάδια της φθοράς και της μακρόχρονης εγκατάλειψης. (Φωτογραφία από το αρχείο της οικογένειας Holtermann)

The Last Revak!

The photograph of R. Holtermann presents one of the last known images of the Faik Pasha Mosque in which the revak (the domed portico of the northern façade) still survives in an almost intact state. Unlike the photographs taken by Aristotelis Zachos in 1915–1916, where the portico is depicted mainly from an angle, this image offers a more frontal and clearer view of its architectural form and condition shortly before the final collapse of several of its structural elements.

Particularly striking is the heavily overgrown and almost “living” roof of the monument, covered with dense vegetation and cypress trees. These elements reinforce both the sense of abandonment and the unique atmosphere surrounding the site during the interwar period. The photograph vividly captures the transitional state of the mosque: an important Ottoman monument that still stands imposing and dignified, while already bearing the visible marks of decay and long abandonment. (Photo courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Το τέμενος του Φαΐκ Πασά στην Άρτα

Το τέμενος του Φαΐκ Πασά στην Άρτα, σε φωτογραφία του Richard William Holtermann, 1931.
Η λήψη παρουσιάζει το μνημείο μέσα στο φυσικό και αγροτικό τοπίο της περιοχής του Ιμαρέτ, δυτικά της Άρτας, σε μια εποχή κατά την οποία το τέμενος διατηρούσε ακόμη μεγάλο μέρος της αρχικής του μορφής. Τα κυπαρίσσια και η πυκνή βλάστηση που περιβάλλουν το μνημείο ενισχύουν την αίσθηση απομόνωσης και εγκατάλειψης που χαρακτήριζε ήδη την περιοχή κατά τον Μεσοπόλεμο.

Η φωτογραφία αποτελεί τη δεύτερη παλαιότερη γνωστή φωτογραφική απεικόνιση του τεμένους μετά τις λήψεις του Αριστοτέλη Ζάχου (1915–1916).

Περισσότερα στοιχεία και ιστορικές φωτογραφίες του μνημείου περιλαμβάνονται στην εργασία μου:
«Ένα παλιό Τουρκικό έργο, ξεχασμένο στην Ελλάδα : Το τζαμί του Φαΐκ Πασά στην Άρτα…»https://doxesdespotatou.com/ena-palio-toyrkiko-ergo-xechasmeno-sti/

The Faik Pasha Mosque in Arta

The Faik Pasha Mosque in Arta, photographed by Richard William Holtermann in 1931.

The photograph presents the monument within the natural and rural landscape of the Imaret area, west of Arta, at a time when the mosque still preserved much of its original form. The cypress trees and dense vegetation surrounding the monument reinforce the sense of isolation and abandonment that already characterized the area during the interwar period.

This photograph constitutes the second oldest known photographic depiction of the mosque after the photographs taken by Aristotelis Zachos in 1915–1916.

Further information and historical photographs of the monument are included in my study:

“An Old Turkish Monument, Forgotten in Greece: The Faik Pasha Mosque in Arta…”
https://doxesdespotatou.com/ena-palio-toyrkiko-ergo-xechasmeno-sti/

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Στη γωνία των οδών Σκουφά και Βλαχούτση

Το ιστορικό φαρμακείο της Σόνιας Τσέτη – Παπανικολάου στάθηκε για χρόνια σημείο αναφοράς της πόλης, με την χαρακτηριστική επιγραφή “ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΝ” να δεσπόζει στη γωνία.

Στον επάνω όροφο έμενε η οικογένεια, δίνοντας στο κτίριο εκείνη τη ζεστασιά των παλιών αστικών σπιτιών, όπου επαγγελματική και οικογενειακή ζωή συνυπήρχαν καθημερινά.
Αξίζει να θυμόμαστε πως εκείνη την εποχή η οδός Βλαχούτση είχε ήδη ενσωματωθεί στην πλατεία, διαμορφώνοντας τη μορφή του κέντρου όπως το γνώρισαν οι παλαιότεροι Αρτινοί.

Η εικόνα αποτυπώνει μια Άρτα πιο ήρεμη, πιο ανθρώπινη, με δρόμους και γωνιές που σήμερα υπάρχουν μόνο στις μνήμες και στις φωτογραφίες.
Στη θέση του παλιού κτιρίου βρίσκεται πλέον πολυκατοικία και στο ισόγειο λειτουργεί η τράπεζα Eurobank — μια ακόμη υπενθύμιση του πώς αλλάζει με τον χρόνο το πρόσωπο της πόλης. (Φωτο από προσωπική συλλογή)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε

Πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως, Άρτα – 1980

Μια εικόνα από την καρδιά της πόλης, τότε που η πλατεία είχε ακόμη τη μορφή και τον ρυθμό μιας άλλης εποχής.
Στα δεξιά, το χαρακτηριστικό σταντ με τις ανακοινώσεις των κινηματογράφων θύμιζε στους περαστικούς τις ταινίες που έπαιζαν στην Άρτα — μικρές καθημερινές στιγμές μιας εποχής χωρίς διαδίκτυο και κινητά.

Ξεχωρίζει η μορφή του ηλικιωμένου με το καλάθι· μια φιγούρα σχεδόν συμβολική, ανάμεσα στο παλιό και το νέο, που κουβαλά μαζί της μνήμες, απλότητα και τον τρόπο ζωής μιας Ελλάδας που άλλαζε.
Μια φωτογραφία που δεν αποτυπώνει μόνο έναν χώρο, αλλά ολόκληρη την ατμόσφαιρα μιας εποχής. (Αρχείο Volker Möller)

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε