Η χαμένη σημαία της απελευθέρωσης της Άρτας

Ένα λησμονημένο κειμήλιο του 1881

Υπάρχουν φορές που μια μικρή αναφορά σε μια παλιά εφημερίδα αρκεί για να φωτίσει μια σχεδόν ξεχασμένη σελίδα της τοπικής ιστορίας.

Έτσι συνέβη και με τη σημαία της απελευθέρωσης της Άρτας.

Μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ελάχιστα γι’ αυτήν. Δεν γνωρίζαμε πώς ήταν, ποιος την είχε φυλάξει ή αν υπήρχε κάποια συγκεκριμένη σημαία που να συνδέθηκε με τους πανηγυρισμούς της ένωσης της Άρτας με την Ελλάδα το 1881.

Ένα δημοσίευμα όμως της εφημερίδας Φωνή της Ηπείρου του 1896 αποκαλύπτει στοιχεία που φαίνεται να είχαν λησμονηθεί για περισσότερο από έναν αιώνα.

Ο έρανος του Σκουφά και η δωρεά της οικογένειας Ρηγίδου

Το 1896 ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος «Ο Σκουφάς» πραγματοποιούσε έρανο για την απόκτηση ιδιόκτητης στέγης.

Η Φωνή της Ηπείρου καταγράφει τους δωρητές και τις προσφορές τους. Ανάμεσα σε αυτούς αναφέρει την οικογένεια Ρηγίδου, η οποία εγγράφη:

«εις την στήλην των ευεργετών του Συλλόγου».

Η αιτία δεν ήταν κάποια χρηματική προσφορά.

Ήταν η δωρεά μιας: «ολομεταξίνου σημαίας».

Το δημοσίευμα της εφημερίδας Φωνή της Ηπείρου (1896) αποτελεί την παλαιότερη γνωστή αναφορά στη σημαία της απελευθέρωσης της Άρτας. Το κείμενο συνδέει τη δωρεά της οικογένειας Ρηγίδου με τη σημαία που υψώθηκε κατά την Ένωση της Άρτας με την Ελλάδα το 1881.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο ο συντάκτης εγκαταλείπει την απλή καταγραφή του εράνου και αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του άρθρου στην ιστορία του κειμηλίου.

Η σημαία δεν παρουσιάζεται ως ένα ακόμη αντικείμενο που περιήλθε στον Σύλλογο, αλλά ως ένα ιστορικό σύμβολο άμεσα συνδεδεμένο με την απελευθέρωση της Άρτας.

Η σημασία που απέδιδαν οι σύγχρονοι στη δωρεά γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν συγκριθεί με τις υπόλοιπες προσφορές του ίδιου εράνου.

Στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται η γενναιόδωρη συνδρομή του μεγαλεμπόρου της Άρτας Χρήστου Σινδόρη, ο οποίος προσέφερε 120 δραχμές για την ενίσχυση του Συλλόγου.

Η οικογένεια Ρηγίδου δεν προσέφερε χρήματα.

Προσέφερε όμως ένα κειμήλιο που η ίδια η εφημερίδα αποτιμούσε περίπου στις 1.000 δραχμές, αξία υπεροκταπλάσια της μεγάλης δωρεάς του Σινδόρη.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η οικογένεια καταχωρήθηκε στη στήλη των ευεργετών του Συλλόγου.

Ο Αρχιδιάκονος Διονύσιος Ρηγίδης καταγράφεται δεύτερος στον κατάλογο των Αρτινών που ορκίσθηκαν ως Έλληνες πολίτες στις 16 Αυγούστου 1881, αμέσως μετά τον Μητροπολίτη Άρτης Σεραφείμ Ξενόπουλο. Η παρουσία του δίπλα στον μητροπολίτη φωτίζει τους στενούς δεσμούς της οικογένειας Ρηγίδου με τον άνθρωπο που συνδέθηκε άμεσα με τη σημαία της απελευθέρωσης.

Για τους ανθρώπους του 1896 η σημαία της απελευθέρωσης αποτελούσε πολύ περισσότερα από ένα ιστορικό ενθύμιο· αποτελούσε ένα από τα πολυτιμότερα κειμήλια της νεότερης ιστορίας της Άρτας.

Η σημαία της απελευθέρωσης

Η εφημερίδα διευκρινίζει ότι πρόκειται για τη σημαία που:

«αναπετάσθη κατά την ημέραν της ενώσεως της πόλεώς μας μετά της μητρός Ελλάδος εν έτει 1881».

Δηλαδή για τη σημαία που υψώθηκε κατά τους εορτασμούς της απελευθέρωσης της Άρτας.

Πρόκειται ίσως για την παλαιότερη και πληρέστερη αναφορά που διαθέτουμε σήμερα για το συγκεκριμένο κειμήλιο.

Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η σημαία συνδέεται άμεσα με τον Μητροπολίτη Άρτης Σεραφείμ Ξενόπουλο.

Σύμφωνα με την εφημερίδα, ο Σεραφείμ την είχε ετοιμάσει: «διά την ποθητήν ημέραν της ελευθερίας».

Η φράση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.

Δείχνει ότι η σημαία δεν δημιουργήθηκε μετά την απελευθέρωση αλλά πριν από αυτήν, όταν η Άρτα βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική διοίκηση.

Ο μητροπολίτης φαίνεται ότι περίμενε την ημέρα της ένωσης με το ελληνικό κράτος και είχε ήδη φροντίσει να υπάρχει το σύμβολο που θα τη σηματοδοτούσε.

Μια μαρτυρία που δημοσιεύθηκε έναν αιώνα αργότερα από τον Δημήτριο Καρατζένη προσθέτει σημαντικές λεπτομέρειες. Σύμφωνα με αυτήν, η σημαία κεντήθηκε πριν από την απελευθέρωση από τη Μανιώ Ξενοπούλου, αδελφή του Μητροπολίτη Σεραφείμ, ενώ ο ίδιος ο δεσπότης πραγματοποίησε έρανο για την αγορά χρυσών κλωστών που θα χρησιμοποιούνταν στο κέντημά της.

Η ξεχασμένη προδοσία

Στο ίδιο δημοσίευμα υπάρχει μια φράση που προκαλεί εντύπωση ακόμη και σήμερα.

Ο συντάκτης γράφει ότι για τη σημαία αυτή: «ολίγου δειν να πάθη σύμπασα η πόλις»

καθώς η υπόθεση είχε: «προδοθή παρά φαύλου τινός».

Η αναφορά είναι σύντομη και δεν συνοδεύεται από εξηγήσεις.

Προφανώς οι αναγνώστες του 1896 γνώριζαν σε ποιο περιστατικό αναφερόταν ο συντάκτης.

Για εμάς όμως παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα.

Ποιος ήταν ο άνθρωπος που πρόδωσε το μυστικό;

Και τι ακριβώς είχε συμβεί πριν από το 1881;

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μια μεταγενέστερη αφήγηση φαίνεται να φωτίζει το περιστατικό. Ο Καρατζένης αναφέρει ότι Οθωμανοί αξιωματικοί πληροφορήθηκαν την ύπαρξη της σημαίας και επιχείρησαν να την εντοπίσουν και να την καταστρέψουν. Για να τη διασώσουν, οι γυναίκες που τη είχαν κεντήσει, την παρέδωσαν στο Ελληνικό Προξενείο της Άρτας, όπου φυλάχθηκε μέχρι την είσοδο του ελληνικού στρατού στην πόλη.

Ένα «ιερόν κειμήλιον»

Η σημαία δεν αντιμετωπιζόταν ως ένα απλό αντικείμενο.

Η εφημερίδα αναφέρει ότι ο Σκουφάς τη διατηρούσε ως: «ιερόν κειμήλιον».

Και προσθέτει κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό: «Η αξία αυτής ανέρχεται περίπου εις χιλίας δραχμάς.»

Η αναφορά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με τις υπόλοιπες δωρεές του ίδιου εράνου.

Ο Χρήστος Σινδόρης, ένας από τους σημαντικότερους εμπόρους της Άρτας, προσέφερε 120 δραχμές. Η σημαία όμως αποτιμήθηκε στις 1.000 δραχμές, δηλαδή σε ποσό υπεροκταπλάσιο μιας από τις μεγαλύτερες χρηματικές συνδρομές που καταγράφει η εφημερίδα.

Η αποτίμηση αυτή δείχνει ότι οι σύγχρονοί της δεν τη θεωρούσαν απλώς ένα κομμάτι μεταξωτού υφάσματος. Ήδη γνωρίζουμε πλέον ότι επρόκειτο για μια μεταξωτή σημαία κεντημένη με χρυσές κλωστές ειδικά για την ημέρα της απελευθέρωσης, γεγονός που εξηγεί εν μέρει την εξαιρετικά υψηλή αποτίμησή της

Της απέδιδαν αξία ιστορική, συμβολική και σχεδόν ιερή.

Η οικογένεια Ρηγίδου

Η έρευνα γύρω από τη δωρήτρια οικογένεια αποδείχθηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Γνωρίζουμε πλέον ότι ο Αρχιδιάκονος Διονύσιος Ρηγίδης, ο οποίος εμφανίζεται δίπλα στον Μητροπολίτη Σεραφείμ κατά την ορκωμοσία των Αρτινών ως Ελλήνων πολιτών το 1881, ήταν ανιψιός του.

Ανιψιός του ήταν επίσης ο λόγιος Αλέξανδρος Ρηγίδης, ο οποίος το 1872 συνέγραψε μια μελέτη για την ιστορία της Άρτας.

Παράλληλα, ο Ιωάννης Ρηγίδης αναφέρεται ως ανιψιός και κληρονόμος του Σεραφείμ. Μετά τον θάνατο του μητροπολίτη, χειρόγραφα του προσωπικού του αρχείου περιήλθαν στον Ιωάννη Ρηγίδη, ο οποίος τα πώλησε το 1907 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα.

Καλλιτεχνική αναπαράσταση της παράδοσης της σημαίας της απελευθέρωσης από την οικογένεια Ρηγίδου στον Μουσικοφιλολογικό Σύλλογο «Ο Σκουφάς» το 1896. Σύμφωνα με τη Φωνή της Ηπείρου, η δωρεά του ιστορικού κειμηλίου οδήγησε στην εγγραφή της οικογένειας στη στήλη των ευεργετών του Συλλόγου.

Μια εύλογη υπόθεση….

Δεν διαθέτουμε ακόμη έγγραφο που να το δηλώνει ρητά.

Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία επιτρέπουν μια εύλογη υπόθεση.

Τα διαθέσιμα στοιχεία οδηγούν στην εύλογη υπόθεση ότι η σημαία παρέμεινε μετά τον θάνατο του Σεραφείμ στην οικογένεια των ανιψιών και κληρονόμων του και από αυτούς δωρήθηκε στον Σκουφά το 1896.

Η υπόθεση αυτή εξηγεί γιατί η εφημερίδα συνδέει τόσο στενά τη σημαία με την οικογένεια Ρηγίδου.

Πώς ήταν άραγε η σημαία;          

Μέχρι πρόσφατα γνωρίζαμε ελάχιστα για τη μορφή της σημαίας της απελευθέρωση Η μέχρι σήμερα επικρατούσα εικόνα μιας απλής ελληνικής σημαίας δεν φαίνεται πλέον επαρκής.

Οι δύο πηγές που διαθέτουμε σήμερα επιτρέπουν μια πληρέστερη εικόνα.

Η Φωνή της Ηπείρου του 1896 τη χαρακτηρίζει «ολομετάξινον σημαίαν» και αποτιμά την αξία της περίπου στις 1.000 δραχμές.

Παράλληλα, ο Δημήτριος Καρατζένης αναφέρει ότι η σημαία κεντήθηκε από τη Μανιώ Ξενοπούλου, αδελφή του Μητροπολίτη Σεραφείμ, ενώ για το κέντημά της αγοράστηκαν ειδικά χρυσές κλωστές με χρήματα που συγκεντρώθηκαν μέσω εράνου. Αν η πληροφορία είναι ακριβής, τότε για πρώτη φορά γνωρίζουμε όχι μόνο ποιος συνέλαβε την ιδέα της σημαίας αλλά και ποιο πρόσωπο ανέλαβε την κατασκευή της.

Δεν γνωρίζουμε αν έφερε επιγραφές, παραστάσεις ή άλλα διακοσμητικά στοιχεία.

Ενδεικτική αναπαράσταση μεταξωτής επετειακής σημαίας της ίδιας εποχής. Η σωζόμενη σημαία της Θεσσαλικής Επανάστασης του 1878, που προσφέρθηκε στον βασιλιά Γεώργιο Α΄ το 1881, φέρει διαφορετική παράσταση σε κάθε όψη και δείχνει το είδος των πολυτελών μεταξωτών λαβάρων που κατασκευάζονταν κατά την περίοδο της εθνικής ολοκλήρωσης. Η χαμένη σημαία της Άρτας ενδέχεται να να είχε παρόμοια μορφή.

Γνωρίζουμε όμως ότι δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη ελληνική σημαία.

Ήταν ένα ειδικά κατασκευασμένο εθνικό σύμβολο, προορισμένο να παραδοθεί στον ελληνικό στρατό κατά την είσοδό του στην απελευθερωμένη Άρτα.

Η αξία της, τόσο υλική όσο και συμβολική, εξηγεί γιατί διατηρήθηκε επί δεκαπέντε χρόνια ως οικογενειακό κειμήλιο και στη συνέχεια δωρήθηκε στον Σκουφά ως ένα από τα πολυτιμότερα ιστορικά αντικείμενα της πόλης.

Και μετά;

Σύμφωνα με τον Καρατζένη, όταν οι Οθωμανοί πληροφορήθηκαν την ύπαρξη της σημαίας επιχείρησαν να την εντοπίσουν και να την καταστρέψουν. Οι γυναίκες που που συμμετείχαν στην κατασκευή της σημαίας, την παρέδωσαν μυστικά στο Ελληνικό Προξενείο της Άρτας, όπου φυλάχθηκε μέχρι την είσοδο του ελληνικού στρατού στην πόλη. Η λεπτομέρεια αυτή προσδίδει στη σημαία έναν ακόμη συμβολισμό: δεν ήταν απλώς το λάβαρο της ελευθερίας, αλλά και ένα κειμήλιο που χρειάστηκε να διασωθεί μυστικά μέχρι την ημέρα που θα κυμάτιζε ελεύθερα πάνω από την Άρτα.

Μέχρι εδώ η διαδρομή της σημαίας είναι γνωστή.

Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ την ετοιμάζει πριν από την απελευθέρωση.

Η σημαία υψώνεται το 1881.

Περνά στην οικογένεια Ρηγίδου.

Δωρίζεται στον Σκουφά το 1896.

Και εκεί φυλάσσεται ως «ιερόν κειμήλιον» της πόλης.

Γνωρίζουμε όμως ότι αργότερα η σημαία χάθηκε από τις συλλογές του Συλλόγου Σκουφά και σήμερα η τύχη της αγνοείται.

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς χάθηκε.

Δεν γνωρίζουμε κάτω από ποιες συνθήκες.

Δεν γνωρίζουμε αν καταστράφηκε, αν εκλάπη ή αν βρίσκεται ακόμη ξεχασμένη σε κάποιον χώρο όπου δεν έχει αναγνωριστεί η ιστορική της αξία.

Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι το 1896 υπήρχε, ήταν καταγεγραμμένη, αποτιμημένη στις 1.000 δραχμές και θεωρούνταν ένα από τα πολυτιμότερα κειμήλια της νεότερης ιστορίας της Άρτας.

Η εικόνα που προκύπτει σήμερα είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που γνωρίζαμε μέχρι πρόσφατα. Η σημαία της απελευθέρωσης δεν ήταν ένα αόριστο σύμβολο χαμένο στη συλλογική μνήμη. Ήταν ένα πραγματικό κειμήλιο, μεταξωτό και χρυσοκέντητο, συνδεδεμένο με τον Μητροπολίτη Σεραφείμ, την οικογένεια Ρηγίδου και τις δραματικές ημέρες πριν από την απελευθέρωση της Άρτας. Το πού κατέληξε παραμένει άγνωστο. Όμως η ιστορία της αρχίζει πλέον να αναδύεται ξανά μέσα από τις λησμονημένες πηγές του 19ου αιώνα.

Πηγές

«Φωνή της Ηπείρου», έτος Ζ΄, αρ. φύλλου 187, Άρτα, 3 Μαΐου 1896, σ. 3, στήλη «Εξ Άρτης».

Καρατζένης, Δημήτριος, Οι Αρτινοί του 1881 που ορκίστηκαν Έλληνες πολίτες, Άρτα, 2016, σ. 18.

Ονομαστικός κατάλογος των κατά την 16ην Αυγούστου 1881 ορκισθέντων ενηλίκων πολιτών Ελλήνων, Α΄ Ενορία Αγίου Γεωργίου, Άρτα, 1881.

Ρηγίδης, Αλέξανδρος, Ολίγα τινά περί της πανευκλεούς και αρχαίας πόλεως Άρτας, Κωνσταντινούπολη, 1872. (αναφέρεται στη βιβλιογραφία περί Σεραφείμ Ξενοπούλου και οικογενείας Ρηγίδη).

Δημοσιεύθηκε στη Η Απελευθέρωση το 1881 | Σχολιάστε

Στην ελεύθερη Άρτα του 1881!

Με την ανάρτηση αυτή ολοκληρώνεται το μικρό αφιέρωμα της ιστοσελίδας μας στα Ελευθέρια της Άρτας.

Τον Σεπτέμβριο του 1881, λίγες ημέρες μετά την ενσωμάτωση της Άρτας στο ελληνικό κράτος, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε την πόλη. Ανάμεσα σε όσους τον συνόδευσαν βρισκόταν και ανταποκριτής της αθηναϊκής εφημερίδας «Μη Χάνεσαι», ο οποίος κατέγραψε με ζωντάνια τις εντυπώσεις, τα πρόσωπα και τις στιγμές που σημάδεψαν εκείνες τις ιστορικές ημέρες.

Μέσα από τις σελίδες του ρεπορτάζ παρελαύνουν ο Μητροπολίτης Σεραφείμ, ο δήμαρχος Αντωνόπουλος, η Αγγελική Μπότσαρη, οι κάτοικοι της πόλης και οι πανηγυρισμοί για την ελευθερία. Δεν πρόκειται για μια ψυχρή ιστορική καταγραφή, αλλά για μια ανθρώπινη μαρτυρία που μας επιτρέπει να δούμε την Άρτα όπως ακριβώς την αντίκρισε ένας αυτόπτης μάρτυρας πριν από 144 χρόνια.

Με σκοπό να γίνει το πολύτιμο αυτό κείμενο πιο προσιτό στο σύγχρονο κοινό, δημιούργησα το ψηφιακό λεύκωμα «Στην ελεύθερη Άρτα», βασισμένο στο ιστορικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι». Η έκδοση συνοδεύεται από πρωτότυπες καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις, εμπνευσμένες από το ύφος των “Κλασσικών Εικονογραφημένων”, εμβληματικών εκδόσεων του 20ού αιώνα, οι οποίες επιχειρούν να αποδώσουν το κλίμα και τα πρόσωπα που περιγράφει ο δημοσιογράφος. Οι εικόνες δεν αποτελούν ιστορικά τεκμήρια, αλλά μια εικαστική προσέγγιση της Άρτας του 1881 μέσα από τις μαρτυρίες της εποχής.

Σας προσκαλώ να ξεφυλλίσετε τις σελίδες του και να ταξιδέψετε στην Άρτα του 1881, τότε που η πόλη ζούσε τις πρώτες ημέρες της ελευθερίας της και έγραφε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της.

📖 Ξεφυλλίστε το ψηφιακό λεύκωμα “Στην ελεύθερη Άρτα (1881) – Η υποδοχή του βασιλέως Γεωργίου Α΄”

👉 Πατήστε εδώ για ανάγνωση:https://heyzine.com/flip-book/c4c30cc121.html

Το ψηφιακό λεύκωμα σχεδιάστηκε και επιμελήθηκε η Αναστασία Καρρά με χρήση Adobe InDesign, στο πλαίσιο της έρευνας και των ψηφιακών δράσεων της ιστοσελίδας «Δόξες Αγήραντες του Δεσποτάτου».

Δημοσιεύθηκε στη Η Απελευθέρωση το 1881 | Σχολιάστε

Η αδελφή του Μάρκου Μπότσαρη στην ελεύθερη Άρτα

Από όλες τις συναντήσεις που κατέγραψε ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι» κατά την επίσκεψη του βασιλιά Γεωργίου Α΄ στην Άρτα τον Σεπτέμβριο του 1881, μία φαίνεται πως τον συγκίνησε περισσότερο από κάθε άλλη.

Στο σπίτι του δήμαρχου Αντωνόπουλου γνώρισε μια ηλικιωμένη Σουλιώτισσα. Πριν ακόμη πληροφορηθεί το όνομά της, εντυπωσιάστηκε από την παρουσία της. Όπως γράφει, το βλέμμα, το ανάστημα και η φωνή της μαρτυρούσαν το ηρωικό αίμα από το οποίο καταγόταν. Όταν έμαθε ποια ήταν, σηκώθηκε με σεβασμό και δέος: επρόκειτο για την Αγγελική Μπότσαρη, αδελφή του ήρωα του 1821 Μάρκου Μπότσαρη.

Η μορφή της αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστούμε τη ζωή της. Κόρη του Κίτσου Μπότσαρη, έζησε από παιδί τα δραματικά γεγονότα του Σουλίου. Υπήρξε μία από τις επιζήσασες της τραγωδίας του Σέλτσου το 1804 και βρέθηκε, μαζί με άλλα μέλη της οικογένειάς της, στα χέρια των δυνάμεων του Αλή Πασά. Η ζωή της συνδέθηκε έτσι με μερικά από τα πιο δραματικά κεφάλαια της προεπαναστατικής Ηπείρου.

Όταν ο δημοσιογράφος τη συνάντησε στην Άρτα, δεν είχε απέναντί του απλώς την αδελφή ενός ήρωα. Είχε απέναντί του μια γυναίκα που είχε ζήσει το Σούλι, το Σέλτσο, την εποχή του Αλή Πασά, την Ελληνική Επανάσταση και την πορεία του ελληνικού κράτους προς την ελευθερία.

Ιδιαίτερη εντύπωση του προκάλεσε η περηφάνια με την οποία μιλούσε για τον αδελφό της. «Όταν προφέρει το όνομά του», γράφει, «αναγνωρίζει κανείς όλη τη σουλιώτικη περηφάνια». Και όταν εκείνη μίλησε για τον Μάρκο, ο ανταποκριτής ομολογεί πως δυσκολεύεται να περιγράψει τα συναισθήματα που ένιωσε.

Ωστόσο, πίσω από τη συγκίνηση διακρίνεται και μια πικρή διαπίστωση. Η Αγγελική Μπότσαρη ζούσε τότε στην Άρτα φτωχικά και σχεδόν λησμονημένη. Ο δημοσιογράφος δεν κρύβει την αγανάκτησή του και σημειώνει ότι μια τέτοια γυναίκα θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο τιμής και ευγνωμοσύνης για ολόκληρο το Έθνος.

Η μαρτυρία αυτή έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί μας επιτρέπει να δούμε την Αγγελική Μπότσαρη όχι ως ένα όνομα στις σελίδες της ιστορίας, αλλά ως ένα ζωντανό πρόσωπο. Μια γυναίκα που κουβαλούσε στη μνήμη της σχεδόν ογδόντα χρόνια αγώνων και θυσιών.

Η ελεύθερη Άρτα συναντά το Σούλι. Καλλιτεχνική αναπαράσταση της συνάντησης του ανταποκριτή της «Μη Χάνεσαι» με την Αγγελική Μπότσαρη το 1881. Στο πρόσωπό της ο δημοσιογράφος διέκρινε ακόμη την περηφάνια της γενιάς των Σουλιωτών, ενώ η ίδια κουβαλούσε στη μνήμη της σχεδόν ογδόντα χρόνια αγώνων και θυσιών.

Δημοσιεύθηκε στη Η Απελευθέρωση το 1881 | Σχολιάστε

Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ όπως τον είδε ένας δημοσιογράφος το 1881

Με αφορμή τα Ελευθέρια της Άρτας, παρουσιάζουμε μια σειρά δημοσιευμάτων βασισμένων σε αυθεντικές μαρτυρίες και σπάνια τεκμήρια της εποχής της απελευθέρωσης. Μέσα από πρόσωπα, γεγονότα και αφηγήσεις του 1881 επιχειρούμε να φωτίσουμε λιγότερο γνωστές πτυχές μιας ιστορικής στιγμής που σημάδεψε την πόλη.

Στα Ελευθέρια της Άρτας θυμόμαστε συχνά τα μεγάλα γεγονότα. Σπανιότερα όμως έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τα πρόσωπα που τα έζησαν.

Ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες μαρτυρίες του ανταποκριτή της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι», ο οποίος συνόδευσε τον βασιλιά Γεώργιο Α΄ στην Άρτα τον Σεπτέμβριο του 1881, είναι η περιγραφή του Μητροπολίτη Άρτης Σεραφείμ. Πρόκειται ίσως για μία από τις ελάχιστες σωζόμενες περιγραφές της προσωπικότητας και της παρουσίας του.

Ο δημοσιογράφος τον παρουσιάζει ως άνθρωπο ζωηρό και εκδηλωτικό. «Σε υποδέχεται πηδώντας σχεδόν και τρέχοντας προς την πόρτα, με ανοιχτές αγκάλες και υποκλίσεις», γράφει χαρακτηριστικά. Φορούσε γυαλιά και, όπως παρατηρεί με το ιδιαίτερο χιούμορ της εποχής, το πρόσωπό του έδινε την εντύπωση ενός ανθρώπου διαρκώς ανήσυχου και νευρικού.

Μαθαίνουμε ακόμη ότι ο Σεραφείμ έγραφε ποιήματα και είχε συνθέσει στίχους για την άφιξη του βασιλιά στην ελεύθερη Άρτα. Ο ανταποκριτής παρατηρεί επίσης την επιμέλεια με την οποία είχε στολιστεί η επισκοπική κατοικία, με τάπητες, παραπετάσματα, άνθη και γιορτινό διάκοσμο, αποτυπώνοντας το κλίμα ενθουσιασμού που επικρατούσε στην πόλη μετά την απελευθέρωση.

Μέσα από αυτές τις γραμμές δεν γνωρίζουμε μόνο τον Μητροπολίτη Σεραφείμ. Γνωρίζουμε την ανθρώπινη πλευρά μιας ιστορικής μορφής της Άρτας, όπως ακριβώς την κατέγραψε ένας αυτόπτης μάρτυρας πριν από 144 χρόνια.

Καλλιτεχνική αναπαράσταση μιας ξεχασμένης στιγμής της αρτινής ιστορίας. Ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι» συνομιλεί με τον Μητροπολίτη Σεραφείμ κατά την ιστορική επίσκεψη του βασιλιά Γεωργίου Α΄ στην ελεύθερη Άρτα, τον Σεπτέμβριο του 1881. Η σύνθεση βασίζεται στις περιγραφές του ίδιου του δημοσιογράφου και επιχειρεί να αποδώσει το κλίμα εκείνων των ημερών.

Δημοσιεύθηκε στη Η Απελευθέρωση το 1881 | Σχολιάστε

Καλοκαίρι στο Μενίδι, 1955

Μια όμορφη καλοκαιρινή στιγμή στο Μενίδι του Αμβρακικού, το καλοκαίρι του 1955. Πάνω στη βάρκα διακρίνεται όρθια η οδοντίατρος Γιούλια Εξάρχου – Τρομπούκη, μαζί με φίλες της σε ώρα ξεγνοιασιάς και θαλάσσιου λουτρού. Η εικόνα αποτυπώνει την ατμόσφαιρα μιας εποχής κατά την οποία το Μενίδι αποτελούσε αγαπημένο προορισμό παραθερισμού για πολλές οικογένειες της Άρτας.

Τα μαγιό της εποχής, η ξύλινη βάρκα, οι λουόμενοι στο βάθος και η ανεμελιά των προσώπων συνθέτουν ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο από τα καλοκαίρια της δεκαετίας του 1950. Πέρα από την αισθητική της αξία, η φωτογραφία αποτελεί πολύτιμη μαρτυρία της κοινωνικής ζωής και των ανθρώπων που έδωσαν το δικό τους αποτύπωμα στο ψηφιδωτό των αναμνήσεων.
(Φωτο από αρχείο Σοφίας Εξάρχου)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

Το γαλακτοπωλείο του Δήμου Μηλιώνη στο Μενίδι (1955)

Μενίδι, 1955. Στο γαλακτοπωλείο του Δήμου Μήλιωνη. Ένας χώρος που εξυπηρετούσε τις ανάγκες των κατοίκων και των παραθεριστών, όταν το Μενίδι άρχιζε να καθιερώνεται ως αγαπημένος καλοκαιρινός προορισμός των Αρτινών. Μια εικόνα που διασώζει την καθημερινότητα, τις ανθρώπινες σχέσεις και τη φυσιογνωμία του τόπου πριν από επτά δεκαετίες. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Λ. Μηλιώνη και πρωτοδημοσιεύτηκε στο λεύκωμα  του Ε. Ιντζέμπελη για το ΜΕΝΙΔΙ, Άρτα, 2008)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

Το Μενίδι των Αρτινών – Καλοκαίρια στον Αμβρακικό, δεκαετία 1960»

Η φωτογραφία αποτυπώνει μια γαλήνια στιγμή από το Μενίδι τη δεκαετία του 1960, τότε που το μικρό παραθαλάσσιο χωριό αποτελούσε αγαπημένο θερινό προορισμό για πολλές οικογένειες της Άρτας. Η ήρεμη επιφάνεια του Αμβρακικού, που καθρεφτίζει τους λόφους της απέναντι ακτής, δημιουργεί μια αίσθηση ηρεμίας και διαχρονικότητας. Η προκυμαία, λιτή και ανεπιτήδευτη, μαρτυρά έναν τόπο όπου η καθημερινότητα κυλούσε με αργούς ρυθμούς, μακριά από τη βιασύνη των πόλεων.

Στην εικόνα διακρίνονται τα στοιχεία ενός καλοκαιρινού καταφυγίου άλλων εποχών: τα λίγα σπίτια, οι βάρκες δεμένες στην άκρη του νερού και ο δρόμος που ακολουθεί τη γραμμή του λόφου. Για τους Αρτινούς της εποχής, το Μενίδι δεν ήταν απλώς ένας τόπος διακοπών, αλλά ένας χώρος ξεγνοιασιάς, οικογενειακών αναμνήσεων και επαφής με τη φύση. (Φωτο από την προσωπική μου συλλογή)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

Η λατέρνα στους δρόμους της Άρτας

Η φωτογραφία μάς μεταφέρει στην Άρτα των αρχών της δεκαετίας του 1950, σε μια εποχή όπου η λατέρνα αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής και της λαϊκής διασκέδασης. Στημένη στην πλατεία ή στις γειτονιές της πόλης, συνόδευε γιορτές, πανηγύρια και κοινωνικές συγκεντρώσεις, σκορπίζοντας γνώριμες μελωδίες που τραγουδούσαν μικροί και μεγάλοι.

Γύρω της συγκεντρώνονταν παρέες, αντάλλασσαν κουβέντες, χαμόγελα και τραγούδια, δημιουργώντας στιγμές αυθεντικής ανθρώπινης επικοινωνίας. Τα πρόσωπα και η ενδυμασία των εικονιζόμενων μαρτυρούν το κλίμα της μεταπολεμικής εποχής, όταν η απλότητα της ζωής συνδυαζόταν με τη δύναμη της συντροφιάς και της μουσικής.

Η λατέρνα δεν ήταν απλώς ένα μουσικό όργανο· ήταν σύμβολο μιας εποχής που πέρασε, αλλά εξακολουθεί να ζει στις αναμνήσεις των παλαιότερων και στις φωτογραφίες που διασώζουν την ιστορία της Άρτας. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΑ του δημοσιογράφου Κ. Τσακτσίρα.

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Οι Λαϊκοί Τροβαδούροι της Άρτας!

Η Άρτα των περασμένων δεκαετιών δεν ήταν μόνο μια πόλη με πλούσια ιστορία και παράδοση· ήταν και μια πόλη γεμάτη μουσική, παρέες και ρομαντισμό. Στις γειτονιές της, ιδιαίτερα τις γιορτινές ημέρες και τα καλοκαιρινά βράδια, αντηχούσαν καντάδες και αγαπημένα τραγούδια που έδιναν ζωή στους δρόμους και τις πλατείες. Ήταν οι εποχές που οι «ταξιδιώτες του έρωτα», όπως τους αποκαλεί ο συμπατριώτης μας δικηγόρος και συγγραφέας Νίκος Ρίγγας, μετέφεραν μελωδίες, συναισθήματα και όνειρα από γειτονιά σε γειτονιά.

Ανάμεσα στους πρωτεργάτες αυτής της όμορφης μουσικής παράδοσης ξεχώρισαν ο Νίκος Ρίγγας, ο Γιώργος Χαλκιάς, ο Τάκης Κρεμπούνης, ο Σπύρος Ζαρκαλής, ο Κώστας Ευταξίας, ο Ευστάθιος Γκόμπλιας, ο Γεώργιος Πέτσας, ο Χάρης Πεκλάρης, η Νανά Κατσάνου, η Χρυσούλα Τρομπούκη, ο Κώστας Γατζίας και ο Γιάννης Παπακώστας, μαζί με πολλούς ακόμη Αρτινούς που αγάπησαν τη μουσική και τη συντροφικότητα.

Με κιθάρες, ακορντεόν, μαντολίνα και τις ζεστές φωνές τους, κράτησαν ζωντανή μια παράδοση που συνέδεε τους ανθρώπους και έδινε ιδιαίτερο χρώμα στην κοινωνική ζωή της πόλης. Οι παρέες αυτές δεν ήταν απλώς μουσικά σχήματα· ήταν φορείς μνήμης, πολιτισμού και αυθεντικής λαϊκής έκφρασης.

Η φωτογραφία αποτελεί πολύτιμη μαρτυρία εκείνης της εποχής. Αποτυπώνει τους ανθρώπους που με το μεράκι και την αγάπη τους για το τραγούδι έγιναν οι λαϊκοί τροβαδούροι της Άρτας, αφήνοντας μια παρακαταθήκη που μακάρι να εξακολουθεί να συγκινεί…..(Φωτο από παλιά εφημερίδα της Άρτας)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Συνοδεύοντας τη νύφη – Κλειστό Άρτας, δεκαετία 1950

Η φωτογραφία αποτυπώνει μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές του παραδοσιακού γάμου στο Κλειστό Άρτας κατά τη δεκαετία του 1950: τη συνοδεία της νύφης και του γαμπρού προς την εκκλησία. Μπροστά οι οργανοπαίκτες, με τα παραδοσιακά τους όργανα, ανοίγουν τον δρόμο με χαρούμενους σκοπούς, ενώ πίσω ακολουθούν η νύφη, οι συγγενείς και οι χωριανοί. Στην συγκεκριμένη φωτογραφία διακρίνονται οι Ζυγιώτες (κάτοικοι του Ζυγού) Χαράλαμπος Σακκάς, Κώστας Δ. Χρήστου, Χρήστος Σακκάς, Νίκος Αναγνωστόπουλος, Ελευθέριος Καρανάτσης, ο Αλέξανδρος Μπαλαδήμας, από το Κλειστό και ο Βαγγέλης Σαγάνης με το βιολί του από Μελάτες.

Στα χρόνια εκείνα ο γάμος δεν ήταν μόνο οικογενειακή υπόθεση αλλά γεγονός ολόκληρης της κοινότητας. Η μουσική συνόδευε κάθε στάδιο της τελετής, από το ξύρισμα του γαμπρού, το στόλισμα της νύφης και την αναχώρηση από το πατρικό σπίτι μέχρι την άφιξη στην εκκλησία και το γλέντι που ακολουθούσε. Οι ήχοι του κλαρίνου, του βιολιού, του ακορντεόν ή άλλων λαϊκών οργάνων γέμιζαν τα σοκάκια του χωριού, αναγγέλλοντας το χαρμόσυνο γεγονός σε όλους.

Η πομπή προς την εκκλησία συμβόλιζε τη μετάβαση της νύφης σε μια νέα ζωή. Συγγενείς, φίλοι και γείτονες συμμετείχαν ενεργά, εκφράζοντας τη χαρά τους με τραγούδια, ευχές και χορούς. Η εικόνα αυτή αποτελεί πολύτιμη μαρτυρία ενός τρόπου ζωής όπου η παράδοση, η μουσική και η συλλογικότητα είχαν κεντρική θέση στην καθημερινότητα των ανθρώπων. (Φωτο από αρχείο Σοφίας Καρατζά)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε