
Άγναντα Τζουμέρκων, περ. 1910. Μια σπάνια φωτογραφία που διασώζει το Καγκελάρι, τον μεγάλο κοινοτικό χορό των καλοκαιρινών πανηγυριών. Πηγή: Γ. Ν. Στεργίου, «Το Καγκελάρι», Ηπειρωτική Εταιρεία, τχ. 78, 1983.
Περισσότερο από ένας αιώνας μάς χωρίζει από τη σκηνή αυτής της φωτογραφίας. Κι όμως, λίγα πράγματα μοιάζουν να έχουν αλλάξει. Οι μουσικοί έχουν ήδη πάρει τη θέση τους, ο κύκλος του χορού μεγαλώνει συνεχώς και ολόκληρο το χωριό έχει συγκεντρωθεί στο χοροστάσι. Δεν πρόκειται απλώς για ένα πανηγύρι. Είναι η στιγμή που αρχίζει το Καγκελάρι, ο χορός που για γενιές συνόδευσε τα μεγάλα καλοκαιρινά πανηγύρια των Τζουμέρκων.
Με τη γιορτή της Αγίας Παρασκευής ξεκινούν και φέτος σε πολλά χωριά των Τζουμέρκων τα μεγάλα καλοκαιρινά πανηγύρια. Για τους παλαιότερους, οι ημέρες αυτές δεν ήταν μόνο μια θρησκευτική γιορτή. Ήταν η εποχή που οι ξενιτεμένοι επέστρεφαν στον τόπο τους, οι συγγενείς αντάμωναν ξανά, τα σπίτια άνοιγαν για να υποδεχθούν επισκέπτες και οι πλατείες γέμιζαν ζωή. Πολλοί φρόντιζαν να βρίσκονται στο χωριό αυτές τις ημέρες, γιατί το Καγκελάρι ήταν μια στιγμή που κανείς δεν ήθελε να χάσει.
Μετά τη θεία λειτουργία το χωριό έμοιαζε να χωρίζεται για λίγο σε δεκάδες μικρές γιορτές. Τα σπίτια γέμιζαν επισκέπτες και οι πόρτες έμεναν ανοιχτές από το πρωί. Τα κεράσματα διαδέχονταν το ένα το άλλο και οι οικοδεσπότες έσπευδαν να καλωσορίσουν συγγενείς, φίλους αλλά και πανηγυριστές από τα γειτονικά χωριά. Τα τραπέζια ήταν γεμάτα παραδοσιακά φαγητά, κρασί και τσίπουρο. Όλοι όμως γνώριζαν ότι η σημαντικότερη στιγμή της ημέρας δεν είχε ακόμη φτάσει….
Σιγά σιγά οι κάτοικοι κατευθύνονταν προς το χοροστάσι, τον χώρο όπου χτυπούσε η καρδιά του πανηγυριού. Το χοροστάσι ήταν κάτι περισσότερο από την πλατεία του χωριού. Ήταν ο τόπος όπου συναντιόταν η κοινότητα. Εκεί αντάμωνες ύστερα από καιρό συγγενείς και φίλους, γνώριζες ανθρώπους από τα γειτονικά χωριά, αντάλλασσες νέα και μοιραζόσουν τη χαρά της γιορτής. Για τους νέους αποτελούσε μια από τις λίγες ευκαιρίες να γνωριστούν, ενώ για τους μεγαλύτερους ήταν μια συνάντηση που ανανέωνε δεσμούς χρόνων.
Όσοι πρόλαβαν τα παλιά πανηγύρια θυμούνται ακόμη πως το Καγκελάρι είχε και τη δική του άτυπη τάξη. Πρώτοι έπιαναν τον χορό ο πρόεδρος της κοινότητας, ο ιερέας, ο δάσκαλος και οι άλλοι προεστοί του χωριού. Λίγο αργότερα ο κύκλος άνοιγε για όλους. Άνδρες, γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι έμπαιναν ο ένας μετά τον άλλον, ώσπου το χοροστάσι γέμιζε από ανθρώπους κάθε ηλικίας. Εκείνες τις ώρες δεν υπήρχαν θεατές και πρωταγωνιστές. Άλλοι χόρευαν, άλλοι τραγουδούσαν, άλλοι παρακολουθούσαν από τις άκρες του κύκλου. Όλοι όμως ένιωθαν ότι συμμετείχαν στην ίδια γιορτή.
Στα Τζουμέρκα ο χορός ήταν γνωστός με διάφορες ονομασίες – Καγκελάρι, Κάγκελο, Κύκλες ή Διπλοκάγκελο. Στα Άγναντα, απ’ όπου προέρχεται και η φωτογραφία του 1910, συνηθιζόταν ιδιαίτερα η ονομασία «Κύκλες». Καθώς ο μεγάλος κύκλος δίπλωνε και ξεδίπλωνε, οι χορευτές σχημάτιζαν τα χαρακτηριστικά «καγκέλια», από όπου προέρχεται και η επικρατέστερη ονομασία του χορού.
Το Καγκελάρι όμως δεν ξεχώριζε μόνο για τη μορφή του. Ήταν ο χορός ολόκληρης της κοινότητας. Όσο περνούσε η ώρα, ο κύκλος μεγάλωνε και μπορούσε να περιλαμβάνει δεκάδες ανθρώπους, διαφορετικής ηλικίας και κοινωνικής θέσης, όλους πιασμένους χέρι με χέρι στον ίδιο ρυθμό.
Και τότε ερχόταν η πιο ξεχωριστή στιγμή του πανηγυριού. Ο ρυθμός δεν γεννιόταν από τα μουσικά όργανα αλλά από τις ίδιες τις φωνές των χορευτών. Νέοι και γέροι, άνδρες και γυναίκες τραγουδούσαν όλοι μαζί, καθώς ο μεγάλος κύκλος διπλωνόταν και ξεδιπλωνόταν στους χαρακτηριστικούς ελιγμούς του χορού. Χορός και τραγούδι γίνονταν ένα, σε ένα πραγματικό «χοροτράγουδο», όπου ολόκληρη η κοινότητα συμμετείχε όχι μόνο με τα βήματα αλλά και με τη φωνή της. Ήταν ίσως η πιο ζωντανή έκφραση της συλλογικότητας που χαρακτήριζε τα παλιά πανηγύρια των Τζουμέρκων.
Η σπάνια αυτή φωτογραφία, τραβηγμένη στα Άγναντα το 1910, διασώζει μια τέτοια στιγμή. Δεν αποτυπώνει μόνο έναν παραδοσιακό χορό. Καταγράφει έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Βλέποντάς την σήμερα, δεν διακρίνουμε μόνο τους χορευτές και τους μουσικούς· βλέπουμε μια κοινότητα συγκεντρωμένη γύρω από το πανηγύρι της, σε μια εποχή που αυτές οι γιορτές αποτελούσαν το σημαντικότερο γεγονός του καλοκαιριού.
Περισσότερο από εκατό χρόνια αργότερα, πολλά έχουν αλλάξει στα χωριά των Τζουμέρκων. Κάθε καλοκαίρι όμως, όταν οι πρώτες νότες αντηχούν ξανά στα χοροστάσια και οι χορευτές πιάνονται από τα χέρια, το Καγκελάρι εξακολουθεί να θυμίζει πως ορισμένες παραδόσεις δεν διατηρούνται μόνο επειδή τις κληρονομήσαμε, αλλά επειδή εξακολουθούν να φέρνουν τους ανθρώπους κοντά και να κρατούν ζωντανή τη μνήμη του τόπου. (Επιμέλεια κειμένου : Α. Καρρά)