Στα χρόνια της Κατοχής, στα βουνά της Ηπείρου, δίπλα στους αντάρτες που πολεμούσαν τις δυνάμεις του Άξονα, έδρασαν και άνθρωποι των οποίων η προσφορά δεν συνδέθηκε με τα όπλα και τις μάχες, αλλά με τη διάσωση της ανθρώπινης ζωής. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο γιατρός Παναγιώτης Γεωργακόπουλος.
Γεννημένος το 1912 στο Γλυκορρίζιο Τριφυλίας, ο Γεωργακόπουλος βρέθηκε κατά την Κατοχή στις δυνάμεις του ΕΔΕΣ και ανέλαβε την οργάνωση της Υγειονομικής Υπηρεσίας της Ελεύθερης Ορεινής Ελλάδας (ΕΟΕ). Σε συνθήκες πολέμου, με περιορισμένα μέσα και συχνά σε πρόχειρες εγκαταστάσεις, προσέφερε τις ιατρικές του υπηρεσίες στους τραυματίες.
Η δράση του αποτυπώνεται στο βιβλίο 9 Χρόνια & 9 Μήνες, που εκδόθηκε πρόσφατα με επιμέλεια του Ιωάννη Π. Γεωργακόπουλου. Πρόκειται για μια εκτενή έκδοση, περίπου 700 σελίδων, με πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την περίοδο εκείνη.
Μια εξαιρετικά ζωντανή εικόνα του γιατρού μάς άφησε ο συγγραφέας Γιάννης Μπεράτης στο βιβλίο του Οδοιπορικό του ’43. Μέσα από την αφήγηση ενός βαριά τραυματισμένου αντάρτη και την προσωπική του περιγραφή, αναδύεται η μορφή ενός ανθρώπου που είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη και τον θαυμασμό των συναγωνιστών του.
Ο Γεωργακόπουλος μέσα από την αφήγηση του Γιάννη Μπεράτη
«……Μα ο λοχαγός Λάμπρος Ζαρμακούπης ήταν σαν κάθε τόσο ν’ αφαιρείται και δεν ήξερες αν σ’ ακούει πια και σε καταλαβαίνει. Από μια γενική παράλυση τώρα μόνο συνέρχεται και με παρακάλεσε να του γράψω εγώ μια αναφορά, γιατί ακόμα το μόνο χέρι του που κουνιέται κάπως τον πρόδινε άξαφνα κι αυτό. Μα όταν συνερχότανε, άκουγα το θρύλο του Γεωργακόπουλου, του χειρούργου.
Αυτός, αυτός μόνο τον έσωσε. Ενώ όλοι οι άλλοι τον είχαν για θάνατο, αυτός μόνο είπε «όχι» με το πείσμα του, γονάτισε δίπλα του, σήκωσε τα μανίκια του κι άρχισε εκείνη εκεί την εγχείρηση που και στη Βιέννη ακόμα είναι ζήτημα αν θα πετύχαινε – να του ξανακολλήσει το κεφάλι και να του βάλει στη θέση του το μυαλό του, καθαρίζοντας το απ’ όλα τα θρυψαλάκια από κόκκαλα που είχαν κολλήσει επάνω του. Ένα κιχ να ‘κανε, μια ελάχιστη στραβοτιμονιά ο γιατρός, ο άρρωστος θα μας άφηνε χρόνους. Μα τίποτα τέτοιο δεν έγινε, κι ύστερα από τρία τέταρτα, όπως του λεν, σηκώθηκε καταϊδρωμένος, μα όλο το πρόσωπο του έλαμπε από χαρά. Α! βέβαια, είναι ένας μεγάλος προστάτης, ένας θαυματοποιός εδώ πάνω αυτός ο Γεωργακόπουλος. Πόσοι και πόσοι δεν του χρωστάνε τη ζωή τους! Κι εγχειρίζει με τις χειρότερες συνθήκες χωρίς καταλληλά εργαλεία, χωρίς ασηψία, γονατιστός μέσα σε σπηλιές και σε λάσπες – σου βγάζει έξω όλα τα σπλάχνα σου, κόβει άντερα, στομάχια, βγάζει σφαίρες, σ’ τά ματίζει γρήγορα και πάλι τα ρίχνει μες στην κοιλιά σου που σ’ τή ράβει ως που να πεις τρία. Και κανένας, όποιος έπεσε στα χέρια του, δεν έπαθε ποτέ τίποτα. Όλοι τους είναι περδίκια και τον ευλογούν.
Ήταν ένας ψηλός, με πυρόξανθα γένια και το χαμόγελο ή το γέλιο δεν έλειπε ποτέ άπ τ ̓ ἀνοιχτομελένια μάτια του και τα κατακόκκινα χείλη του που διαφαινόντουσαν κάτ’ άπ’ το σγουρό του χρυσωπό μουστάκι. Έτσι ψηλός και λεπτός που ήταν, η κοντόμεση εγγλέζικη στολή με το μακρύ φουφουλιαστό βρακί του πήγαινε περίφημα και στο πλάι του, εκτός από το κατακαίνουργιο μικρό περίστροφο του, είχε κρεμασμένο απ’τα φυσεκλίκια που τον περιζώνανε και του σφίγγαν τη μέση, το λεπτό σπαθάκι των αλεξιπτωτιστών με μπρούτζινο θηκάρι, δώρο κι αναγνώριση σ’ αυτόν των Εγγλέζων. Πάνω στο στήθος του, απ’ το λαιμό του (επειδή ήτανε νέος και δεν ήθελε να πάν χαμένες οι αναμνήσεις του) κρεμότανε μια άκριβή φωτογραφική μηχανή μέσα σε γυαλιστερή πέτσινη θήκη, λατρεμένο παιγνίδι του και καμάρι του. Κι είχε καί μία μεγάλη γκλίτσα πάντα στο χέρι του – μα η μεγαλύτερή του περηφάνια ήτανε πως σαν ορειβάτης, στο στοίχημα, τους έκανε να σκάσουν κάτω τους Εγγλέζους και να φωνάζουν λαχανιασμένοι: «Αμάν! Φτάνει! Σταμάτα, Γιατρέ!» Ακόμα και ο Τόμυ, τον καλύτερο τους, που ‘ρθε από πείσμα, τον άφησε πίσω μια ώρα και δέκα. Όχι, ποτέ του δεν κουράζεται. Το περπάτημα, το σκαρφάλωμα, είναι γλέντι γι’ αυτόν – κι έτσι για να τους σκάει, ακόμα παραπάνω, σα να μη συμβαίνει τίποτα, σ’ όλο το δρόμο τραγουδάει και σφυρίζει τα κλέφτικα.»
Πηγή: Γιάννης Μπεράτης, Οδοιπορικό του ’43, Αθήνα, 1976, σ. 28–29.
Στη φωτογραφία ο γιατρός Παναγιώτης Δ. Γεωργακόπουλος (1912), διευθυντής της Υγειονομικής Υπηρεσίας της Ελεύθερης Ορεινής Ελλάδας (ΕΟΕ), στα βουνά της Ηπείρου κατά την περίοδο της Κατοχής. Πηγή φωτογραφίας: 9 Χρόνια & 9 Μήνες, Ιωάννης Π. Γεωργακόπουλος, σ. 169.
