Εντυπώσεις από τον πόλεμο του 1912-1913 (‘Αφιξη στην Πρέβεζα & Φιλιππιάδα – 1η συνέχεια)

Το κείμενο που ακολουθεί ανήκει στο ηπειρωτικό μέρος του έργου της Θαλείας Φλώρα-Καραβία «Εντυπώσεις από τον πόλεμο του 1912-1913 (Μακεδονία – Ήπειρος)», μαρτυρία γραμμένη κοντά στον χρόνο των γεγονότων και εκδομένη αργότερα, ως κατάθεση μνήμης.

Η συγγραφέας, ζωγράφος και αυτόπτης μάρτυρας, ακολούθησε τον ελληνικό στρατό και κατέγραψε με λόγο απλό αλλά διεισδυτικό την καθημερινότητα του αγώνα στην Ήπειρο: τους ανθρώπους, τα τοπία, την αναμονή και την ένταση πριν από τη μεγάλη στιγμή της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων.

Δεν πρόκειται για επίσημη ιστορία πολέμου, αλλά για ζωντανές εντυπώσεις, μικρές εικόνες που φωτίζουν τον αγώνα όπως τον έζησαν όσοι βρέθηκαν εκεί. Αναρτάται εδώ σε συνέχειες, ως φόρος τιμής στον ηπειρωτικό αγώνα και στη μνήμη εκείνων που αγωνίστηκαν, ώστε οι δόξες του τόπου να μένουν αγήραντες.

“«Αμφιτρίτη» – 9 Ιαν. 1913 – ΛΕΥΚΑΣ

Εφθάσαμε σήμερα το πρωί στις 7, και το πλοίο αγκυροβόλησε στα στενά μεταξύ Λευκάδος και Ακαρνανίας· πρόκειται να επιβιβασθούμε σε μικρό ατμόπλοιο το οποίο θα μας μεταφέρει στην Πρέβεζα. Εν τω μεταξύ, γίνεται η μεταφορά των πραγμάτων και των πολεμικών αποσκευών. Παραμένει εκεί και το πλωτό νοσοκομείο της πριγκηπίσσης Μαρίας, η «Αλβανία».

Εμφανίζεται η «Πύλαρος» από τον Αμβρακικό και μας καταλαμβάνει όλους συγκίνηση· άραγε φέρει τραυματίες των μαχών; Σπεύδουν ο ιατρός του Επιτελείου κ. Αναστασόπουλος και μερικοί άλλοι με τη βάρκα. Ήρχετο να ζητήσει υλικά για τα νοσοκομεία· οι τραυματίες είχαν μεταφερθεί στη Λευκάδα.

Πλησιάζομε λοιπόν το μόνον τώρα θέατρο του πολέμου από την τετραπλή τραγωδία του, που ήρχισε με τόση αγριότητα, και ίσως το αιματηρότερον για την Ελλάδα.

10 Ιανουαρίου 1913 – ΣΤΕΝΑ ΛΕΥΚΑΔΟΣ

Μένομεν ακόμη μία βραδιά στο πλοίο. Περνούμε ακόμη μία από τις ειρηνικές και ωραίες βραδιές, που τόσο τις γλυκαίνει η θαυμασία και αρχαϊκή σχεδόν απλότης του Διαδόχου και η παιδική ευθυμία των πριγκήπων. Κατά μήκος της παραλίας της Λευκάδος, στ’ αραγμένα ατμόπλοια, σε βάρκες, σε πέτρες, στο μώλο, παντού κόσμος που ζητωκραυγάζει και σείει μανδήλια, καπέλα, κλαδιά, σημαίες.

Με την «Πύλαρο» φθάνομε σε δύο ώρες, ενώ πελώρια κύματα βασανίζουν πλοίο και επιβάτες. Ο ουρανός κατάμαυρος στις ακτές της Ηπείρου, ωσάν να δείχνει τη φοβερή σκηνογραφία του πολέμου. Ο Διάδοχος, οι πρίγκηπες και όλο το επιτελείο έτοιμοι πλέον με τα ξίφη των και όλον τον οπλισμό.

Μόλις η «Πύλαρος» εισέπλευσε στον Αμβρακικό, περικυκλώθηκε από λέμβους με τους επισήμους της πόλεως. Ο Μητροπολίτης Πρεβέζης, συνοδευόμενος υπό του Διοικητού, ανεβαίνει πρώτος και χαιρετά τον Διάδοχο, ο οποίος του φιλεί το χέρι, ενώ εκείνος τον φιλεί στο μέτωπον. Και ο Τούρκος Δήμαρχος της πόλεως έχει γραμμένη την προσφώνηση με τουρκικά γράμματα σε λόγια ελληνικά.

Προσφέρουν στον Διάδοχο κλαδί δάφνης και το κρατεί διαρκώς στο χέρι. Στη ξηρά, τα πλήθη, στριμωγμένα στους στενούς δρόμους, τον υποδέχονται με φρενητιώδεις ζητωκραυγές, τον ραίνουν με δαφνόφυλλα. Στην εκκλησία, όπου έχει στηθεί στην είσοδό της αψίδα με άνθη, γίνεται μεγαλοπρεπής δοξολογία. Προσφέρουν ανθοδέσμες εις τον Διάδοχον και τους πρίγκηπας, οι οποίοι μετά την τελετή εις την Μητρόπολιν δέχονται πολύ κόσμο, που σπεύδει να τους ιδεί από κοντά.

Δι’ όλα ερωτά και ενδιαφέρεται ο Διάδοχος. Εις τας 11΄, επιβιβάζεται εις το αυτοκίνητον και μαζί με τέσσερα άλλα του επιτελείου και της ακολουθίας του φεύγει εις Φιλιππιάδα. Η συγκίνησις του κόσμου απερίγραπτη. Δάκρυα και φωνές, ευχές τον συνοδεύουν στον νέον αγώνα…..

Φιλιππιάς, 12 Ιανουαρίου 1913 – ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΠΡΟΠΥΛΑΙΑ

Εδώ οι εντυπώσεις είναι τελείως διαφορετικές. Εις τη Θεσσαλονίκη έχει εκφυλισθεί πλέον η πολεμική όψις. Οι αξιωματικοί χωρίς σπαθιά και οι στρατιώται χωρίς όπλα, με τα χέρια στις τσέπες, διάγουν την ανιαρή ζωή του στρατώνος. Εδώ όμως βλέπει κανείς εικόνες ζωηράς πολεμικής κινήσεως. Στρατιώται που φεύγουν, ωπλισμένοι, και στρατιώται που γυρίζουν πληγωμένοι· αγγελιοφόροι που τρέχουν έφιπποι, και αυτοκίνητα πηγαινοερχόμενα ακατάπαυστα, νύχτα μέρα, κάρρα που ξεκινούν φορτωμένα κουραμάνα και βαρέλια με τρόφιμα, τραυματιοφόρα που έρχονται αργά, απαλά, όθεν ξεπροβάλλουν τα αχτένιστα και μαυρισμένα από το μπαρούτι κεφάλια των ευζώνων μαζί με τις μύτες των τουφεκιών κατ’ επάνω, που τα κρατούν ακόμα στο χέρι σαν στήριγμα, σαν αχώριστο τους σύντροφο, νοσοκόμοι με τις κάτασπρες ποδιές που τρέχουν ελαφρά, γρήγορα από σκηνής εις σκηνήν. Διότι για νοσοκομεία, αφού κατέλαβαν ό,τι υπήρχε κατοικήσιμον ως κτίριον, έστησαν και πολλές σκηνές ασφαλέστατες στο κρύο και τη βροχή.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η εύρεσις, όχι δωματίου, αλλ’ απλής στέγης. Πού θα μείνωμε το βράδυ, ήταν το τρομερό ερωτηματικό, αφότου επατήσαμε το έδαφος της Ηπείρου, κι εστρέψαμε τα βλέμματα κατά τη Φιλιππιάδα. Εις την Πρέβεζα, δεν άξιζε τον κόπον να μείνωμε περισσότερο. Μόλις επροφθάσαμε να γευματίσωμε εις του κου Ποταμιάνου, ο οποίος εννοεί να παραθέτη πλούσια γεύματα εις τους περαστικούς, οικοδεσπότης φιλόξενος και περιποιητικός προς όλους· εκεί διαμένει και η πριγκήπισσα Μαρία, η οποία όμως για την ώρα είναι κλινήρης στη Φιλιππιάδα. Το Εμίν-Αγά της εφιλοδώρησε μια γερή βρογχίτιδα κατά τας φοβεράς κακοκαιρίας της περασμένης εβδομάδος.

Ο δρόμος από Πρεβέζης εις Φιλιππιάδα γραφικώτατος, με τους πυκνούς ελαιώνας στην αρχή και τα ερείπια της Νικοπόλεως και κατόπιν τας ειδυλλιακάς πεδιάδας, όπου έβοσκαν ήσυχα κοπάδια προβάτων, και τας καταφύτους όχθας του Λούρου ποταμού, ο οποίος εχάνετο εις τις καμπές των βουνών.

Εις το αυτοκίνητον η κα Πανα, που διηύθυνε το εν Πρεβέζη Νοσοκομείον της Πριγκηπίσσης Μαρίας, η δις Ψύχα, ο κος Χαριλάου επί των αυτοκινήτων της γραμμής αυτής, ο ταγματάρχης Καλκάνης από τη Λευκάδα, ο οποίος, με τον επίδεσμον ακόμα στο χέρι από τραύμα διαμπερές, ξαναπηγαίνει στο τάγμα του που έμεινε μόνον με τον υπολοχαγόν. Μας δείχνει με υπερηφάνεια τα βουνά του Γριμπόβου, όπου το τάγμα του κατώρθωσε να κρατήσει επί ημερονύκτια τους Τούρκους και να τους εκτοπίσει από τις φοβερές γυμνές κορφές……. (συνεχίζεται – Πηγή : ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1912 – 1913, Θάλεια Φλωρά – Καραβία, Αθήναι, 1936)

Στη φωτογραφία σκίτσο της ζωγράφου με τίτλο ” Πλατεία Πρεβέζης”, από το ίδιο βιβλίο.

Δημοσιεύθηκε στην Η Άρτα στους Βαλκανικούς Πολέμους. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *