Απέναντι από τα παλιά Δικαστήρια, στον Άγιο Ιωάννη, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Βαγγέλης Καρατζάς άφησε πίσω του το τιμόνι του λεωφορείου του ΚΤΕΛ και έστησε το δικό του καταφύγιο ζωής. Δεν έμπαινες απλώς σε μαγαζί — περνούσες πρώτα μια αυλή ανθισμένη, πνιγμένη στις μυρωδιές από γιασεμιά και βασιλικούς. Στα δεξιά γύριζαν οι σούβλες πάνω απ’ τη φωτιά και το κρέας απλωνόταν στον μεγάλο ξύλινο κορμό για λιάνισμα, ενώ από μέσα έβγαιναν φωνές και ποτήρια που αντάμωναν.
Στην είσοδο,το γραφείο του κυρ-Βαγγέλη: εκεί αγόραζες τις μικρές μάρκες, κόκκινες, πράσινες και κίτρινες — ένα ιδιότυπο νόμισμα κεφιού. Με αυτές πλήρωνες το κρασί, τα μεζεδάκια, το τραγούδι. Πιο μέσα η μεγάλη αίθουσα με τα μαρμάρινα τραπέζια και στη γωνιά το πάλκο. Από εκεί πέρασαν φωνές σπουδαίες∙ πρώτος ο Τσαουσάκης. Τα πρωινά, έλεγε η Σοφία, τον θυμόταν να πίνει καφέ με τον πατέρα της κάτω από τη μεγάλη μπουκαμβίλια, σαν να συνέχιζε το γλέντι της νύχτας με ησυχία.
Και ύστερα έρχονταν οι Απόκριες. Τότε το μαγαζί δεν χωρούσε τον κόσμο ούτε τη χαρά. Γέμιζαν και οι δυο αίθουσες ασφυκτικά. Δεν υπήρχαν τραπέζια ούτε θέσεις — μόνο παρέες που έσμιγαν……Μουσικές, γέλια, πειράγματα — κι εκείνα τα περίφημα κέρινα αυγά: πολύχρωμα, γεμάτα κομφετί. Τα πετούσαν ψηλά και έσπαγαν στον αέρα, κι ο χώρος γινόταν σύννεφο από χαρτάκια και φωνές. Ο Βασίλης (Μήτσος) Σιαμέτης, γκαρσόνι για χρόνια, διέσχιζε το πλήθος σαν χορευτής, ενώ αργότερα θα περνούσε από όλα τα γνωστά στέκια της μεταπολεμικής πόλης.
Η πρώτη φωτογραφία είναι από τα εγκαίνια, το 1962: στέκονται ο Βαγγέλης και η Κωνσταντούλα Καρατζά, ο Βασίλης Τσιλιμαντός από το Αγρίνιο, ο κτηματίας Ιωάννης Σχωρτσανίτης και ο Βασίλης Σιαμέτης. Μπροστά ο νεαρός Γιάννης Σερβετάς και τα κορίτσια της οικογένειας, Βιβή και Σοφία Καρατζά — πριν ακόμη γεμίσει ο χώρος τραγούδια, καπνό και κομφετί.

Στη δεύτερη φωτογραφία, πάλι απο τα εγκαίνια, ο παπα Νίκος του Αγίου Γεωργίου ραντίζει το μαγαζί κι εύχεται καλορίζικο και καλές δουλειές! (Φωτογραφίες :Σοφία Καρατζά)
