Αποκριές στην Άρτα χωρίς τον «Πανάρατο» δεν νοούνταν. Ήταν το μεγάλο λαϊκό δράμα της πόλης, ένα υπαίθριο θεατρικό δρώμενο που παιζόταν σε πλατείες, σταυροδρόμια και γειτονιές, μετακινούμενο από σημείο σε σημείο ώστε να το παρακολουθήσουν όλοι.
Ο θίασος αριθμούσε περίπου είκοσι άτομα. Κύρια πρόσωπα ήταν ο Βασιλιάς, η Βασιλοπούλα, ο Πανάρατος, ο Χάρος, ο Καρποφόρος, αξιωματικοί, σαλπιγκτές και στρατιώτες. Το έργο ξεκινούσε με τον μονόλογο του Χάρου, που προμήνυε το κακό και έδινε τον δραματικό τόνο.
Η υπόθεση είναι τραγική: ο Βασιλιάς ζητά από τον Πανάρατο να αναγγείλει στη Βασιλοπούλα ότι θα την παντρέψει, παρότι ο ίδιος την αγαπά. Ένας αντίζηλος τον προδίδει, ο νέος συλλαμβάνεται και οδηγείται στον αποκεφαλισμό. Ο Βασιλιάς παρουσιάζει το κεφάλι του στη Βασιλοπούλα, η οποία πεθαίνει από τη θλίψη, και στο τέλος ο ίδιος ο Βασιλιάς τιμωρείται.
Παρά την απλότητα των μέσων — κορόνα και κορδέλες για τον Βασιλιά, μαύρη προσωπίδα και προβιά για τον Χάρο, χάρτινες περικεφαλαίες για τους αξιωματικούς — η συγκίνηση ήταν βαθιά. Οι γυναίκες έκλαιγαν, τα παιδιά τρόμαζαν. Το κοινό δεν παρακολουθούσε απλώς· συμμετείχε συναισθηματικά.
Η προέλευση του δρωμένου συνδέεται με την κρητική αναγεννησιακή παράδοση. Μετά το 1669, όταν Κρήτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη δυτική Ελλάδα, μετέφεραν μαζί τους και έργα της κρητικής λογοτεχνίας. Ανάμεσά τους η τραγωδία Ερωφίλη του Γεώργιος Χορτάτζης, η οποία γνώρισε μεγάλη διάδοση και στα Επτάνησα. Η έρευνα δείχνει ότι ο «Πανάρατος» αποτελεί λαϊκή διασκευή της Ερωφίλης, προσαρμοσμένη στη γλώσσα και στα μέτρα της τοπικής παράδοσης.
Ενδιαφέρον έχει και η διάδοση του δρωμένου εκτός Άρτας. Στο Καρπενήσι, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο «Πανάρετος» μεταφέρθηκε από Ηπειρώτη κτίστη, τον Τασιό Παπαγεωργίου, ο οποίος εργαζόταν εκεί στις αρχές του 20ού αιώνα και είχε μαζί του γραμμένο το έργο σε τετράδιο. Από αυτό το χειρόγραφο διάβαζαν οι ηθοποιοί και έτσι το δρώμενο ρίζωσε και στην Ευρυτανία, αποκτώντας μάλιστα εκτενέστερες παραλλαγές.
Γι’ αυτό και το έργο δεν διασώζεται παντού στην ίδια μορφή. Στην Άρτα καταγράφηκε σύντομη εκδοχή περίπου 109–110 στίχων, ενώ σε άλλες περιοχές, όπως στο Καρπενήσι, σώζονται παραλλαγές 260 ή και 313 στίχων. Η διαφορά δεν είναι αντίφαση· είναι απόδειξη της ζωντανής προφορικής μετάδοσης και των τοπικών διασκευών.
Ο «Πανάρατος» παιζόταν από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν ήταν απλώς αποκριάτικη διασκέδαση. Ήταν λαϊκό θέατρο, φορέας μνήμης και συνέχειας, μια μορφή μέσα από την οποία η κοινότητα διατηρούσε ζωντανή — έστω μεταμορφωμένη — μια παλαιότερη τραγωδία…
(Πηγές : Γεώργιος Θ. Ζώρας, «Πανάρατος, νέα (λαϊκή) διασκευή της Ερωφίλης», Παρνασσός (Φιλολογικό περιοδικό), τόμ. ΙΖ΄, αρ. 3 (Ιούλιος–Σεπτέμβριος 1975), ειδικά οι σελ. 437–440.
Γ. Θ. Ζώρας – Π. Κρέτση-Λεοντσίνη, Πανάρατος, μονόπρακτος: λαϊκή διασκευή της Ερωφίλης, Σπουδαστήριο Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 1957.
Γεώργιος Σπ. Βασταρούχας, «Αποκριές στην παλιά Άρτα», Σκουφάς (περιοδικό/έκδοση Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου «Ο Σκουφάς»).
«Πανάρετος: Αποκριάτικο έθιμο που συνηθίζεται στο Καρπενήσι…», Ευρυτανικός Παλμός, 21.03.2021
Σωτήρης Σαρλής, «Ο ήχος και η εικόνα στα αποκριάτικα δρώμενα της Άρτας», περιοδικό Πρόταση, τχ. 4, 1998.)
Σκηνή από το υπαίθριο λαϊκό θεατρικό έργο «Ο Πανάρατος». Φωτογραφία δημοσιευμένη σε παλαιά έκδοση της εφημερίδας “Ηχώ της Άρτας”. (Αρχείο Α. Καρρά)
