Οδός Σκουφά, δεκαετία 1940 – Μνήμη και αισθητική ενός ιστορικού δρόμου

🏛️ Η πέτρα που χάθηκε από το βλέμμα μας

Η φωτογραφία αποτυπώνει τμήμα της οδού Σκουφά, λίγο πριν από την πλατεία Μονοπωλείου, στη δεκαετία του 1940. Αριστερά διακρίνεται το καφενείο του Τάκη Τρομπούκη, χώρος κοινωνικής ζωής της εποχής. Πιο χαρακτηριστικό όμως στοιχείο της εικόνας είναι οι πέτρινες κολόνες και η ενιαία λιθοδομή των προσόψεων — ένα αρχιτεκτονικό γνώρισμα που άλλοτε χαρακτήριζε σχεδόν ολόκληρη την εμπορική αρτηρία.

Η τοιχοποιία αυτή, έργο μαστόρων του 19ου αιώνα (με ολοκλήρωση γύρω στη δεκαετία του 1860), αποτελούσε ενιαίο μορφολογικό σύνολο. Από τη δεκαετία του ’50 και κυρίως του ’60 άρχισε η σταδιακή αλλοίωσή της: γκρεμίστηκαν κολόνες, δημιουργήθηκαν μεγαλύτερα ανοίγματα, καλύφθηκε η πέτρα με επενδύσεις, προστέθηκαν πρόχειρες ή «μοντέρνες» κατασκευές. Έτσι διαμορφώθηκε η σημερινή ανομοιογενής εικόνα.

Το ζήτημα αυτό ανέδειξε επί σειρά ετών με συνεχείς παρεμβάσεις στον τοπικό Τύπο ο Δημήτρης Βάσσος. Σε άρθρα του σε διαφορετικές εφημερίδες, υπογράμμισε ότι δεν πρόκειται για απλή αισθητική λεπτομέρεια, αλλά για βασικό στοιχείο της ταυτότητας του ιστορικού κέντρου. Ο Βάσσος το περιγράφει με αιχμηρή σαφήνεια: απέναντι σε μια «ιστορική και όμορφη» τοιχοποιία, συχνά επιλέξαμε είτε να την αφήσουμε να φθαρεί είτε να την “ντύσουμε” με πρόχειρες λύσεις. Αναφέρει χαρακτηριστικά πρακτικές που όλοι αναγνωρίζουμε σήμερα στον δρόμο: πλαστικές/μεταλλικές επενδύσεις, ξύλινες ή μαρμάρινες επενδύσεις, «ρωμαϊκό» τουβλάκι, εσωτερικές κατεδαφίσεις, χρήση των επιφανειών για αναγραφές και πινακίδες, ακόμη και κάλυψη με ψευδο-λιθοδομές «στυλ πέτρας». Παράλληλα, σημειώνει πως κανείς δεν γνωρίζει πλέον σε τι κατάσταση βρίσκεται το αρχικό υλικό πίσω από τα καλύμματα, ή τι αντικαταστάσεις/στηρίξεις έγιναν με τα χρόνια.

Το πιο ουσιαστικό, όμως, είναι η θέση του ότι η αισθητική δεν είναι «πολυτέλεια» της καλής εποχής. Δεν εξαρτάται από συγκυρίες (ούτε από κρίσεις), γιατί αφορά τη διαχρονική ταυτότητα του τόπου. Γι’ αυτό και η πρότασή του δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες «βιτρίνες»: όταν μιλάμε για αποκατάσταση (ανάδειξη και καθαρισμό), εννοούμε το σύνολο της οδού Σκουφά — μόνο τότε μπορεί να αναδειχθεί η συνολική ομορφιά του ιστορικού κέντρου.

Δημήτρης Βάσσος, «Έχουμε μια τοιχοποιία ιστορική και όμορφη. Τι την κάνουμε;», εφημ. Η Γνώμη, Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2020, σ. 24.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Βάσσος δεν παραλείπει να αναγνωρίσει τις φωτεινές εξαιρέσεις: καταστηματάρχες που σεβάστηκαν την τοιχοποιία και την ανέδειξαν. Μάλιστα ξεχωρίζει ειδικά το τμήμα μετά την πλατεία του Αγίου Δημητρίου, στην αριστερή πλευρά προς την πλατεία Κιλκίς, ως παράδειγμα που «αξίζει ένα μεγάλο μπράβο». Αναφέρεται ακόμη σε φωτογραφίες/εργασίες του Δήμου για αποκάλυψη και καθαρισμό της πέτρας (στο ύψος του Αγίου Δημητρίου), όπου φαίνεται καθαρά το βάθος και οι διαστάσεις της λιθοδομής — άρα και το πόσο διαφορετική μπορεί να γίνει η εικόνα του δρόμου όταν η πέτρα ξαναβγεί στο φως.

Ιδιαίτερη μνεία έκανε και στο πρόγραμμα Open Mall, το οποίο χαρακτήρισε πιθανή «χρυσή ευκαιρία» για να αποκαλυφθεί και να καθαριστεί η ιστορική τοιχοποιία της οδού Σκουφά. Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανάδειξης —όχι αποσπασματικά, αλλά σε όλο το μήκος του δρόμου— θα μπορούσε να επαναφέρει την πέτρα σε κοινή θέα και να αναβαθμίσει ουσιαστικά την εικόνα του εμπορικού κέντρου. Η χρηματοδότηση και οι παρεμβάσεις που συνόδευσαν το Open Mall θα μπορούσαν, όπως επισήμανε, να αξιοποιηθούν και προς αυτή την κατεύθυνση, εφόσον υπήρχε σχεδιασμός και βούληση.

Η φωτογραφία της δεκαετίας του 1940 μάς υπενθυμίζει πως η Σκουφά δεν ήταν απλώς ένας εμπορικός δρόμος, αλλά ένα ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο. Οι πέτρινες κολόνες, που σήμερα —πλην ελαχίστων— έχουν καταστραφεί ή επενδυθεί, αποτελούν ζωντανό τεκμήριο μιας αισθητικής που δεν χάθηκε από τον χρόνο, αλλά από επιλογές.

Η ανάδειξη αυτής της πέτρας δεν είναι νοσταλγία· είναι πράξη αυτογνωσίας για την πόλη.

Δημοσιεύθηκε στην Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *