Ευχές για τον καινούργιο χρόνο!

Καλή χρονιά & ευτυχισμένο το 2026!
Μια παλιά διαφήμιση από τα ’80s μας θυμίζει ότι οι εποχές αλλάζουν, αλλά οι ευχές για υγεία, αγάπη και χαρές μένουν πάντα ίδιες!!!

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

1968 – Στη Βίγλα της Χόσεψης, στα Τζουμέρκα.

Ο Στέφανος Τόσκας (δεξιά) με τους γιους του, Νικόλαο (στο κέντρο) και Γεώργιο (αριστερά), στη ρίζα ενός γέρικου έλατου. Η φωτογραφία, τραβηγμένη από τον Πέτρο Τσιρώνη, αποτυπώνει μια στιγμή γαλήνης και συνέχειας: πατέρας και γιοι, δεμένοι με τον τόπο και το τοπίο. Στο βάθος απλώνονται τα Τζουμέρκα, άγρια και επιβλητικά. Από εδώ η θέα του χωριού είναι πανοραμική· γι’ αυτό και η περιοχή ονομάστηκε Βίγλα, παρατηρητήριο, ψηλό σημείο ελέγχου και αγρυπνίας. Μια εικόνα όπου το τοπίο, οι άνθρωποι και η μνήμη στέκουν ισότιμα…..


Από το φωτογραφικό αρχείο του Χρήστου Καραμπούλα, όπως δημοσιεύτηκε στην ενότητα “Φωτοδιαδρομές στο χτες” της ιστοσελίδας της Κυψέλης Άρτης, που μπορείτε να θαυμάσετε στο λινκ https://kypseliartas.gr/

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Η πλατεία της Χόσεψης

Η πλατεία της Χόσεψης (σήμερα Κυψέλης) τη δεκαετία του ’60· λιτή και ήσυχη, με τα δέντρα να ρίχνουν τη σκιά τους και τον ναό του Αγίου Νικολάου να στέκει αγέρωχος στο βάθος, φύλακας της μνήμης και της ζωής του χωριού.(Φωτο από προσωπική συλλογή).

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Η προδοσία του μουχτάρη και το αίμα στον Μπινακάτο….

“Το χωριό Χόσεψη, παλιά, δεν ήταν του αφέντη, ούτε του πασά.
Ήταν των ανθρώπων του. Ασκλάβωτο και απούλητο.
Αργότερα κάποιος μουχτάρης του χωριού – άλλος Εφιάλτης ή Πήλιο Γκούσης – πήγε και το πούλησε στον Πασσά των Ιωαννίνων. Ο Πασσάς, σε ανταμοιβή, τον έβαλε γενικό διαχειριστή. Ο μουχτάρης αυτός λεγόταν «Κουτσοπάνος», ήταν σκληρός και άπληστος. Οι κάτοικοι, τρέμοντας τη σκλαβιά των Τούρκων, δεν μπορούσαν ν’ αντισταθούν στον αντιπρόσωπο «Κουτσοπάνο».

Υπήρξαν όμως και δύο τολμηροί πατριώτες, ο Κωνσταντίνος Τόσκας και ο Τριάντος, που ήταν κλέφτες και μετά αρματωλοί. Αυτοί δεν ανέχονταν τη σκλαβιά και περίμεναν να βρουν ευκαιρία να εκδικηθούν. Και η ευκαιρία δεν άργησε να βρεθεί.

Ο «Κουτσοπάνος» ξεκίνησε με το μουλάρι του φορτωμένο με βούτυρα, μέλια κλπ., να πάει στον Πασσά στα Γιάννενα, να του τα προσφέρει δώρα. Τα δυο παλικάρια του έκαναν καρτέρι (ενέδρα) στην Αγία Παρασκευή του «Καστριού». Τον πυροβόλησε ο Τριάντος. Τον πλήγωσε στον λαιμό. Το τραύμα ήταν ελαφρό. Το έδεσε με το μαντήλι του, γύρισε σπίτι του, διηγήθηκε το συμβάν και έλεγε πως δεν τον κολλάνε τα βόλια αυτόν.

Όταν έγινε καλά, φόρτωσε πάλι το μουλάρι του και κίνησε να πάει στον Πασσά από άλλο δρόμο. Για να χαθεί μάλιστα ο «σκοπός», κίνησε από βραδής να κοιμηθεί στο μοναστήρι Ευαγγελίστρια (Βαγγελίστρα), λέγοντας πριν ξεκινήσει ότι τάχα πάει να κάνει λειτουργία. Οι πατριώτες το κατάλαβαν. Του έκαναν πάλι καρτέρι δώθε από το ρέμα, πριν φτάσει στο μοναστήρι, έξω από το σπίτι του Φώτη Αγγέλη. Του ’ριξε ο Τόσκας και τον άφησε νεκρό.

Και γι’ αυτό η τοποθεσία αυτή ονομάστηκε «Μπινακάτος» (Μπίνα-κάτω), που στη γλώσσα τους τότε ήθελαν να πουν ότι τον χτύπησε μία (μπίνα) και έπεσε κάτω. Όταν έπεφτε νεκρός, ο Τόσκας του φώναξε:
«Έτσι κολλάνε τα βόλια του Τόσκα».

Το μουλάρι γύρισε φορτωμένο στο σπίτι, χωρίς τον αφέντη του. Πήγαν οι συγγενείς και τον βρήκαν σκοτωμένο. Οι αρματωλοί Τόσκας και Τριάντος έφυγαν για τα Άγραφα και εξακολούθησαν την εθνική τους δράση.

Αλλά, καίτοι σκοτώθηκε ο «Κουτσοπάνος», ο προδότης, το κακό έγινε. Το χωριό πουλήθηκε και οι διάφοροι πασσάδες διόριζαν τους λεγόμενους «μουρτζήδες» να εισπράττουν το «ίμουρο» (γεώμορο) (στα δέκα δύο) και τον φόρο του βασιλιά (Σουλτάνου) στα δέκα ένα, κι ο κόσμος υπέφερε και πάλι τρομερά.

Κι όμως, η μνήμη έμεινε.
Γιατί οι τόποι θυμούνται.
Και οι ιστορίες αυτές δεν λέγονται για εκδίκηση, αλλά για να μη ξεχαστούν ποτέ”. (Πηγή : ΧΟΣΕΨΙΣ, Ν. Τόσκα, Αθήναι, 1964. Ευχαριστώ θερμά τον κ. Αλέξη Κουτελίδα που μου έστειλε αυτό το δυσεύρετο πλέον βιβλίο).

Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο δημιουργήθηκε με ΑΙ.

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Χριστουγεννιάτικες ευχές – Piano Bar TABOO

Οι ευχές του Piano Bar TABOO, ενός χώρου που έδωσε χρώμα και ήχο στις νύχτες της πόλης την δεκαετία του ’80….. Στεγαζόταν στο παλιό αρχοντικό της γωνίας Καραϊσκάκη & Καραπάνου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται πολυκατοικία.

Μια μικρή υπενθύμιση του πώς ήταν η πόλη — και πώς άλλαξε με τα χρόνια!

Με αφορμή αυτή την επιχρωματισμένη χριστουγεννιάτικη κάρτα από εφημερίδα της εποχής,
ευχόμαστε σε όλους τους αναγνώστες χρόνια πολλά, καλές γιορτές
και έναν νέο χρόνο με υγεία και όμορφες αναμνήσεις.

Δημοσιεύθηκε στη Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Γιορταστική βόλτα στο Ξενία!

Δεκαετία του ’70 – Άρτα.
Το Ξενία και το Κάστρο αποτελούσαν σημείο συνάντησης, ιδιαίτερα τις ημέρες των γιορτών, που οι φοιτητές επέστρεφαν από την Αθήνα. Η φωτογραφία αποτυπώνει μια τέτοια στιγμή: μια ξαδερφοπαρέα σε βόλτα, δίπλα στην είσοδο του Κάστρου, σε μια από εκείνες τις στιγμές που η επιστροφή στο σπίτι γινόταν γιορτή..

Από δεξιά: Αναστασία Καρρά, Αριστοτέλης Λάκκας, Κατερίνα Γκολομάζου, και Άννα Λάκκα (καθιστή μπροστά δεξιά), μαζί με δύο ξαδέλφια από την Αθήνα.
(Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

Παιδικές μορφές και μνήμες από την Άρτα του ’50

Άρτα, αρχές δεκαετίας 1950.
Μαθητές του Α΄ Δημοτικού Σχολείου Άρτης απαθανατίζονται σε αναμνηστική φωτογραφία μετά τη Χριστουγεννιάτικη σχολική εορτή, μπροστά στην είσοδο της Λέσχης Αξιωματικών. Στο πλαίσιο της γιορτής παρουσιάστηκε το θεατρικό σκετς «Οι Τέσσερις Εποχές», υπό την καθοδήγηση του δασκάλου Στράτου Παπακώστα, αποτυπώνοντας το παιδαγωγικό και πολιτιστικό πνεύμα της μετεμφυλιακής περιόδου.
Στη φωτογραφία διακρίνονται ο Μάξιμος Μπανταλούκας (πίσω), ο Δημήτρης Τσοβόλας σε ρόλο πιερότου, ο Ευάγγελος Τζαδήμας (στη μέση) και ο Λάμπρος Τσάπαλης (αριστερά, μετέπειτα καθηγητής), πρόσωπα που συνδέθηκαν με την κοινωνική και εκπαιδευτική ζωή της Άρτας. (Φωτο από αρχείο Μάξιμου Μπανταλούκα)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

Χριστουγεννιάτικη σχολική γιορτή το 1962

Άρτα, 1962.
Στιγμιότυπο από τη Χριστουγεννιάτικη γιορτή του Β΄ Δημοτικού Σχολείου Άρτης. Οι μαθητές συμμετέχουν σε θεατρικό δρώμενο, ενταγμένο στο εορταστικό πρόγραμμα του σχολείου, αποτυπώνοντας το πνεύμα της σχολικής αγωγής και της συλλογικής προσπάθειας της εποχής.
Στη φωτογραφία διακρίνονται, από αριστερά: Έφη Ζορμπά, Σταθούλα Καραμπίνη, Τάσσος Μεθόδιος, Δημήτρης Βάσσος, Συλβάνα Πιερουτσιόνη και Αμαλία Ευταξία. (Φωτο από αρχείο Δημήτρη Βάσσου)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

Η τραγωδία στο Τσίμοβο μέσα από ένα μοιρολόι…

Το παρακάτω δημοτικό τραγούδι γράφτηκε από τον Γιώργο Γεροδήμο και τραγουδιόταν σε ρυθμό τσάμικου.
Γεννήθηκε από τη συλλογική ανάγκη να ειπωθεί και να μείνει ζωντανή στη μνήμη η τραγωδία στο Τσίμοβο, το πρωί της 22ας Δεκεμβρίου 1958, όταν άνθρωποι που γύριζαν στα σπίτια τους για τα Χριστούγεννα, χάθηκαν άδικα.
Δεν είναι απλώς στίχοι· είναι μνήμη, πόνος και φόρος τιμής, όπως μόνο το δημοτικό τραγούδι ξέρει να κρατά….

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Μνήμη στο Τσίμοβο – 22 Δεκεμβρίου

Μετά το τραγικό δυστύχημα του λεωφορείου στα Τζουμέρκα, η μνήμη δεν έμεινε μόνο στα λόγια.
Κάθε χρόνο, στις 22 Δεκεμβρίου, συγγενείς των θυμάτων ανηφόριζαν στο σημείο της τραγωδίας, στο Τσίμοβο, για να τελέσουν μνημόσυνο για τους νεκρούς τους.

Σε έναν τόπο δύσβατο, μέσα στο χειμωνιάτικο τοπίο των Τζουμέρκων, άνθρωποι κάθε ηλικίας συγκεντρώνονταν σιωπηλά. Παπάδες, συγγενείς, χωριανοί. Άλλοι με κεριά, άλλοι με λίγα λουλούδια, όλοι με το ίδιο βάρος στη σκέψη.

Στις φωτογραφίες διακρίνεται το παλιό μνημείο που είχε στηθεί στο σημείο του δυστυχήματος. Ένα λιτό, πέτρινο μνημείο, με τα ονόματα των 29 θυμάτων χαραγμένα, στραμμένο προς τη χαράδρα του Άραχθου. Δίπλα του, ένα μικρό εικονοστάσι — σημάδι πίστης και ανάγκης να μείνει ζωντανή η μνήμη.

Τα μνημόσυνα αυτά δεν είχαν χαρακτήρα επίσημο. Ήταν πράξεις μνήμης βαθιά ανθρώπινες. Μια επιστροφή στον τόπο του χαμού, για να ειπωθούν τα ονόματα, να ακουστεί μια προσευχή, να μη σβήσει το γεγονός από τον χρόνο.

Αργότερα, στο ίδιο σημείο, ανεγέρθηκε νέο μνημείο, έργο του γλύπτη Θόδωρου Παπαγιάννη, που αντικατέστησε το παλιό. Ένα μνημείο σύγχρονο, αλλά με τον ίδιο σκοπό: να θυμίζει ότι εδώ χάθηκαν ζωές, παραμονές Χριστουγέννων, και ότι η μνήμη τους παραμένει ζωντανή. Οι φωτογραφίες αυτές (από το αρχείο του κ. Σταύρου Μαστοράκη) αποτελούν πολύτιμα τεκμήρια όχι μόνο ενός γεγονότος, αλλά και του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι των Τζουμέρκων κράτησαν τη μνήμη ενεργή — χρόνο με τον χρόνο, στο ίδιο σημείο, την ίδια ημερομηνία.

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε