Η εκδρομή της ομάδας της εταιρείας Boot στον Αχέροντα και το Σούλι (1931)

Η πρώτη φωτογραφία, που προέρχεται από την εκδρομή της ομάδας της εταιρείας Μπουτ (Bouts Company) στην Ήπειρο το 1931, στο πλαίσιο των αποστραγγιστικών έργων στις πεδιάδες Άρτας και Πρέβεζας, έχει τον τίτλο “Γεύμα στην κατασκήνωση”. Εδώ βλέπουμε δύο μέλη της αποστολής να δειπνούν στο ύπαιθρο, μπροστά από τη σκηνή τους, με φόντο τα επιβλητικά βουνά της περιοχής.

Παρά την απομακρυσμένη τοποθεσία και τις συνθήκες υπαίθρου, η σκηνή αποπνέει έναν έντονα αγγλικό τρόπο ζωής: τραπέζι στρωμένο με λευκό τραπεζομάντιλο, καρέκλες πτυσσόμενες αλλά άνετες, σκεύη τοποθετημένα με τάξη, ακόμη και η γενικότερη οργάνωση του πρόχειρου «τραπεζιού» παραπέμπει σε μια μικρή όαση πολιτισμένης καθημερινότητας μέσα στην ηπειρώτικη φύση.

Για την Ελλάδα της δεκαετίας του ’30 – και ιδιαίτερα για την αγροτική Ήπειρο – ένας τέτοιος τρόπος κατασκήνωσης ήταν κάτι ασυνήθιστο και σχεδόν εξωτικό. Οι Βρετανοί μηχανικοί και τεχνικοί της εταιρείας είχαν φέρει μαζί τους έναν διαφορετικό κώδικα άνεσης και οργάνωσης, ο οποίος αποτυπώνεται ξεκάθαρα σε αυτή την τόσο απλή, αλλά ουσιαστική στιγμή: ένα δείπνο σε έναν καμβά βουνού και φρεσκοοργωμένης γης.

Η εικόνα αναδεικνύει όχι μόνο την καθημερινότητα της αποστολής, αλλά και τη συνάντηση δύο κόσμων – του ηπειρώτικου τοπίου και της βρετανικής τεχνικής κουλτούρας – μέσα από μια ήσυχη, ανθρώπινη λεπτομέρεια.  (Φωτο από αρχείο Οικογένειας Χόλτερμαν)

Dinner in the Camp – 1931

This photograph comes from the 1931 excursion of the Bouts Company team in Epirus, carried out during their work on the major drainage projects in the plains of Arta and Preveza. Here we see two members of the expedition having dinner outdoors, seated just outside their tent with the imposing mountains of the region rising behind them.

Despite the remote location and the field conditions, the scene conveys a distinctly English style of camping: a table neatly set with a white tablecloth, comfortable folding chairs, well-arranged utensils — a small island of civilized routine in the midst of the rugged Epirus landscape.

For Greece of the 1930s, and especially rural Epirus, such a style of camp life would have appeared unusual and almost exotic. The British engineers and technicians brought with them their own sense of order and comfort, which is beautifully reflected in this simple yet telling moment: a dinner table placed between a tent, freshly ploughed soil, and the mountains.

The image captures not only the daily life of the expedition but also a subtle meeting of two worlds — the Epirus countryside and British technical culture — conveyed through a quiet, human detail. (Photo Courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Οι σπόγγοι του Κόλπου Άρτας: ένα άγνωστο κεφάλαιο της Αδριατικής οικονομίας

“Ανάμεσα στα εμπορεύματα που συνδέονται με την Άρτα τον 15ο αιώνα, οι σπόγγοι (λατινικά spongia, ραγουζινό songia) αποτελούν ίσως την πιο απροσδόκητη παρουσία. Η βασική μας πηγή είναι μια συμβολαιογραφική πράξη καταχωρισμένη και σχολιασμένη από τον Bariša Krekić, όπου οι σπόγγοι εμφανίζονται ως κανονικό εμπορικό προϊόν, ζυγισμένο μάλιστα με το «μέτρο Άρτας». Το αυθεντικό χωρίο, όπως δημοσιεύεται στη σελίδα 306, έχει ως εξής:

«De même, les 1.160 livres d’éponge (“songia”) apportées d’Arta ont donné à Raguse 1.052 livres ragusaines.»— B. Krekić, Dubrovnik (Raguse) et le Levant au Moyen Âge, Paris 1961, p. 306.

Σε μετάφραση:

«Ομοίως, οι 1.160 λίβρες σπόγγου (“songia”) που έφεραν από την Άρτα έδωσαν στη Ραγούζα 1.052 ραγουζινές λίβρες.»

Το γεγονός ότι οι σπόγγοι αυτοί καταγράφονται ρητά στο «μέτρο Άρτας» δείχνει πως είχαν ενταχθεί σε ένα τοπικό σύστημα μέτρησης και εμπορίας, όπως τα σιτηρά, το λινάρι ή το κερί. Η χρήση καθορισμένου μέτρου βάρους σημαίνει ότι η αγορά των σπόγγων στην Άρτα ήταν σταθερή και οργανωμένη, και όχι τυχαίο φορτίο που παρεμπιπτόντως έφτασε σε κάποιο λιμάνι του Αμβρακικού.

Στοιχεία για τις αρτινές και ραγουζινές λίβρες

Το έγγραφο παρουσιάζει μια χαρακτηριστική διαφορά ανάμεσα στα δύο συστήματα: 1.160 αρτινές λίβρες → 1.052 ραγουζινές λίβρες

Αυτό σημαίνει ότι η αρτινή λίβρα είναι ελαφρώς μικρότερη από τη ραγουζινή, με αναλογία περίπου:

1 αρτινή λίβρα ≈ 0,907 ραγουζινής λίβρας

ή αντιστρόφως:

1 ραγουζινή λίβρα ≈ 1,10 αρτινές λίβρες

Η διαφορά αυτή είναι απολύτως φυσιολογική για τον ύστερο Μεσαίωνα, όπου κάθε εμπορικό κέντρο χρησιμοποιούσε δικό του σύστημα βαρών. Η Ραγούζα, ως πόλη με ανεπτυγμένες τελωνειακές δομές, ξαναζύγιζε όλα τα εισαγόμενα προϊόντα στο δικό της μέτρο, ώστε να υπολογίζονται σωστά οι δασμοί και τα τέλη. Η διπλή ζύγιση —πρώτα «μέτρο Άρτας», κατόπιν «λίβρα Ραγούζας»— επιβεβαιώνει ότι τα προϊόντα προέρχονταν πράγματι από την τοπική αγορά της Άρτας και όχι από τυχαία φόρτωση σε ενδιάμεσο λιμάνι.

Η διαπίστωση αυτή εγείρει ένα σημαντικό ερώτημα: από πού προέρχονταν οι σπόγγοι που φορτώνονταν στην Άρτα; Οι πηγές δεν κατονομάζουν τις εστίες αλιείας· ωστόσο, είναι μάλλον απίθανο σπόγγοι αλιευμένοι σε ανοικτές ιονικές ακτές —Κέρκυρα, Λευκάδα ή νοτιότερα— να διακινούνταν πρώτα προς το εσωτερικό του Αμβρακικού και από εκεί να επανεξάγονταν. Η φυσική και οικονομική λογική οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι σπόγγοι που καταγράφονται ως «μέτρου Άρτας» προέρχονταν είτε από την ίδια τη θαλάσσια ζώνη του Αμβρακικού, είτε από κοντινά παράλια σημεία του Ιονίου που είχαν τακτική πρόσβαση στην ενδοχώρα της Άρτας.

Αν αυτή η ερμηνεία είναι ορθή, τα ραγουζινά συμβόλαια του 15ου αιώνα ανοίγουν ένα εντελώς νέο και ανεξερεύνητο κεφάλαιο: την πιθανότητα ύπαρξης τοπικής σπογγαλιείας στον Αμβρακικό κόλπο κατά τον ύστερο μεσαίωνα. Μέχρι σήμερα, καμία ειδική ιχθυολογική ή οικονομική μελέτη δεν έχει αναφέρει σπογγαλιευτικά κέντρα στην περιοχή· παρ’ όλα αυτά, η σταθερή εμφάνιση σπόγγων ως εμπορεύματος «Άρτας» και η χρήση συγκεκριμένου βαροσυστήματος δείχνουν ότι η Άρτα λειτουργούσε ως κόμβος συγκέντρωσης και εξαγωγής αυτού του πολύτιμου θαλάσσιου προϊόντος προς τη Ραγούζα και την Αδριατική. Η παρατήρηση αυτή δεν λύνει το ζήτημα – το αναδεικνύει όμως ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και ανεξερεύνητα πεδία της μεσαιωνικής οικονομικής ιστορίας της Ηπείρου.” (Πηγή : “ΑΡΤΙΝΟΙ ΣΤΗ ΡΑΓΟΥΖΑ – έμποροι, διπλωμάτες & αξιωματούχοι σε μια αδριατική πόλη”, Α. Καρρά, Άρτα, Νοέμβριος 2025)

Στη φωτογραφία : Σπογγαλιεία στη Μεσόγειο. Ξυλογραβούρα του 19ου αιώνα με δύτες και μικρά αλιευτικά σκάφη κατά τη συλλογή θαλάσσιων σπόγγων (“Diving for sponges on the coast of Syria”). Η απεικόνιση είναι ενδεικτική των παραδοσιακών τεχνικών σπογγαλιείας που χαρακτηρίζουν το μεσογειακό εμπόριο σπόγγων, προϊόν που καταγράφεται και στα ραγουζινά μητρώα.

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Αρτινοί στη Ραγούζα: Μια ξεχασμένη ιστορία από τον κόσμο των Τόκκων

Τι σχέση μπορεί να είχε η Άρτα του 14ου και 15ου αιώνα με τη μακρινή Ραγούζα, το σημερινό Ντουμπρόβνικ;
Περισσότερη απ’ ό,τι νομίζουμε.

Η νέα μου μελέτη φωτίζει ένα σχεδόν άγνωστο κομμάτι της ιστορίας της πόλης μας: την παρουσία Αρτινών στη Ραγούζα, ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Αδριατικής. Η έρευνα βασίζεται στο υλικό του Κροάτη ιστορικού Krekić, ο οποίος δημοσίευσε ένα μέρος των ραγουζινών αρχείων. Μέσα από αυτά τα γραπτά, μπορούμε να παρακολουθήσουμε ανθρώπους από την Άρτα να ταξιδεύουν, να εμπορεύονται και να διαπραγματεύονται σε έναν κόσμο πολύ πιο ανοιχτό απ’ όσο φανταζόμαστε.

Οι Αρτινοί έμποροι εμφανίζονται να συναλλάσσονται με σιτηρά, λινό, δέρματα, κερί και ακόμη και… σπόγγους, καταγεγραμμένους μάλιστα με το «μέτρο Άρτας», κάτι που μαρτυρεί οργανωμένη και αναγνωρίσιμη τοπική παραγωγή. Στα ίδια αρχεία βλέπουμε και απεσταλμένους των Τόκκων να φτάνουν στη Ραγούζα για διαπραγματεύσεις, αποδεικνύοντας ότι η Άρτα δεν ήταν μια απομονωμένη μεσαιωνική πόλη, αλλά είχε ενεργή διπλωματική παρουσία και επαφές.

Ένα ακόμη εντυπωσιακό εύρημα είναι η παρουσία Αρτινών σαλπιγκτών (δημοτικών κηρύκων) στη Ραγούζα για περισσότερο από έναν αιώνα. Η λεπτομέρεια αυτή δείχνει όχι μόνο μετακίνηση ανθρώπων, αλλά και βαθύτερη ενσωμάτωση στην τοπική κοινωνία.

Αν και η έρευνα βασίζεται μόνο στο δημοσιευμένο τμήμα των αρχείων, ανοίγει έναν νέο δρόμο για να ξαναδούμε την ιστορία της Άρτας: όχι ως μια περιφερειακή πόλη, αλλά ως έναν κόμβο που συνδεόταν με τα δίκτυα της Αδριατικής και της Μεσογείου.

Για όσους αγαπούν την ιστορία της Ηπείρου και του δεσποτάτου, αυτή η μικρή αλλά σημαντική ιστορία δείχνει πως η Άρτα είχε φωνή, παρουσία και δράση σε έναν κόσμο που απλωνόταν πολύ πέρα από τα τείχη της.

👉 Την πλήρη μελέτη μπορείτε να τη βρείτε εδώ: https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2025/11/ΑΡΤΙΝΟΙ-ΣΤΗ-ΡΑΓΟΥΖΑ.pdf

….ή εδώ : https://independent.academia.edu/AnastasiaKarra4

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Ενετοκρατία | Σχολιάστε

Οδός Αγίου Βασιλείου!

Πίνακας του Τάκη Βαφιά που απεικονίζει την οδό Αγίου Βασιλείου. Ο πίνακας αποδίδει με ζεστασιά και νοσταλγία την οδό, αναδεικνύοντας την ήρεμη ατμόσφαιρα μιας παλιάς γειτονιάς. Οι απαλές αποχρώσεις, το φως που απλώνεται στον δρόμο και οι δυο φιγούρες που βαδίζουν προσδίδουν αίσθηση καθημερινότητας και γαλήνης, σαν μια στιγμή που διασώζει τον χαρακτήρα και τη μνήμη της παλιάς πόλης. (Η φωτογραφία είναι από την συλλογή της κ. Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα).

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινοί ζωγράφοι και η Άρτα | Σχολιάστε

Μαθητές Δημοτικού το 1909!

1909 : Μαθητές του Α’ και Β’ Δημοτικού Σχολείου Άρτης. Η φωτογραφία αποτελεί ένα πολύτιμο τεκμήριο της εκπαιδευτικής ζωής της Άρτας στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι μαθητές, παραταγμένοι με σοβαρότητα, και οι δάσκαλοι –όπως ο Σπύρος Πίσπιρης, ο Κωνσταντίνος Κοκκίνης και ο Γεώργιος Βαφιάς– αποπνέουν μια εποχή όπου το σχολείο ήταν κέντρο μόρφωσης αλλά και κοινωνικής συνοχής. Παρά τις δυσκολίες της εποχής, η εικόνα μεταφέρει αίσθημα υπερηφάνειας και προσήλωσης στη γνώση, ενώ τα βλέμματα των παιδιών αποτυπώνουν την προσδοκία και την ελπίδα ενός ολόκληρου τόπου.

(Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της κ. Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

“ΗΡΑ” ΧΑΛΚΙΑΔΩΝ

1967 – Παίκτες της ομάδας ΗΡΑΣ Χαλκιάδων. Διακρίνονται οι : Ηρακλής Καρατζάς, Δημήτριος Κίτσος, Θεόδωρος Σύγγελος, Ιωάννης Τσιρογιάννης, Γεώργιος Κατσινίκας, Χρήστος Καλιακάτσος, Γεώργιος Παππάς, Θωμάς Βλάχος, Κων/νος Ευσταθίου, Νικόλαος Μπόκος & Ιωάννης Τσώλας (Φωτο από αρχείο Ι. Τσιρογιάννης – Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Οι άλλες ομάδες | Σχολιάστε

Τα παιδιά του Ορφανοτροφείου Άρτης!

Στην 4η στήλη του Μητρώου του Εθνικού Ορφανοτροφείου Άρτης, αναγράφεται ο τόπος καταγωγής των παιδιών που φιλοξενήθηκαν στο Ίδρυμα κατά τη διάρκεια των 9 και μισό χρόνων της λειτουργίας του.

4. Τόπος καταγωγής (Χωρίον – Δήμος – Νομός)

Στα φύλλα του Μητρώου αποτυπώνεται ξεκάθαρα η διαφορετική σύνθεση των παιδιών:

α) Προσφυγική προέλευση (Μικρά Ασία – Πόντος)

Το πρώτο μεγάλο κύμα του 1926 αποτελείται σχεδόν εξολοκλήρου από Μικρασιάτες και Ποντίους, κυρίως ορφανά και ασυνόδευτα.

β) Παιδιά από Βόρειο Ήπειρο και την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου ή της Ελλάδας (προερχόμενα κυρίως από μαζικές μετακινήσεις από άλλα ορφανοτροφεία), και

γ) Τοπική καταγωγή (Νομός Άρτης)

Σημαντικός ήταν και ο αριθμός των παιδιών που προέρχονταν από την ίδια την περιοχή της Άρτας. Συγκεκριμένα, καταγράφονται:

  • 30 παιδιά από την πόλη της Άρτας
  • 5 παιδιά από Μελισσουργούς
  • 4 παιδιά από Πράμαντα, Χώσιανα, Λουψίστα (σύνολο 12)
  • 3 παιδιά από Καταρράκτη, Πέτα, Κομπότι, Σκουληκαριά, Πιστιανά, Τσοβίστα, Σελλάδες, Καλαρρύτες (σύνολο 24)
  • 2 παιδιά από Συκιές, Γραικικό, Παχυκάλαμο, Χαλκιάδες, Θεοδώριανα, Κουκούλια, Καλλεντίνη, Τετράκωμο, Ράμια, Νησίστα, Ανεμορράχη (σύνολο 22)
  • 1 παιδί από Κουσοβίτσα, Συρράκο, Βουργαρέλι, Άνω Πέτρα, Βελεντζικό, Μπούγα, Λεπιανά, Μεσόπυργο, Μηλιανά, Περάνθη, Μεσούντα, Σκούπα, Μαρκυνιάδα, Χώσεψη, Γρίμποβο, Διχομοίρι, Νεοχωράκι, Καλέντζι και Ραφταναίους (σύνολο 19)

Συνεπώς, 112 αγόρια με καταγωγή από την ευρύτερη περιοχή της Άρτας φιλοξενήθηκαν συνολικά στο ίδρυμα, αριθμός που αποτυπώνει τόσο τις τοπικές ανάγκες προστασίας όσο και τη λειτουργία του ορφανοτροφείου ως θεσμικού πυρήνα κοινωνικής πρόνοιας για την περιοχή.” (Πηγή : ΕΘΝΙΚΟΝ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟΝ ΑΡΤΗΣ, Α. Καρρά, Άρτα, 2025)

Στη φωτογραφία “1933 – 34 : Τα παιδιά του Ορφανοτροφείου Άρτης σε εκδρομή για μπάνιο στο Μενίδι (Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά)

Δημοσιεύθηκε στη Οικοτροφείο Άρτης | Σχολιάστε

Αθλητές – Μαθητές

Ομάδα μαθητών – αθλητών της Άρτας. Πάνω αριστερά : Κων/νος Μακρυγιάννης (Ιατρός), Θεόδωρος Μποτσώλης (Καθηγητής Φ.Α. – Τεχνικός ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ), Άγνωστος, Γεώργιος Σπ. Κολιοπάνος (Προιστάμενος Ο.Τ.Ε.), Γεώργιος Κίκης (Λιμενικός, Τερματοφύλακας ΣΚΟΥΦΑ, ΠΑΝΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ 1957 – Ιούνιος 1960, ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ 1960 – Ιούνιος 1964, ΠΑΝΑΧΑΙΚΗΣ 1964 – 1967).

Κάτω δεξιά : Γεώργιος Λιόλιος (Αρεοπαγίτης), Δημ. Δημητρακόπουλος , Βασίλειος Δράκος (Γεωπόνος). [Φωτο από αρχείο Γ. Κίκη – Παρουσίαση Κ. Μπανιάς]

Δημοσιεύθηκε στη Αθλητικές Εκδηλώσεις | Σχολιάστε

Μια σχολική παρέα του Μεσοπολέμου…

Μια σχολική παρέα στην Άρτα του 1920–25, ποζάρει σοβαρή και υπερήφανη μπροστά στον φωτογραφικό φακό. Στα πρόσωπά τους καθρεφτίζονται η παιδικότητα της εποχής αλλά και η αξιοπρέπεια μιας γενιάς που μεγάλωσε μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Τα παλτά, τα σεµνά ρούχα και τα λίγα παιχνίδια μαρτυρούν τον κόσμο και τον χρόνο τους — μια πολύτιμη ματιά σε έναν άλλο ρυθμό ζωής.

Σύμφωνα με πρόσφατες πληροφορίες, η κυρία στο μέσον είναι η Άρτεμις Αλίβερτη. Το αγόρι, δεύτερο από δεξιά είναι ο Νίκος Διαμαντής και το κορίτσι δίπλα του με το λευκό παλτό είναι η Αλίκη Διαμαντή. Και τα δυο παιδιά είναι αδέλφια της Αρτινής ποιήτριας Τζένης Διαμαντή – Παπαιωάννου. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της κ. Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

Η Ιστορία ενός Σπιτιού στη Σκουφά : Μια ξεχωριστή διαδρομή…

Στην οδό Σκουφά, στην καρδιά της Άρτας, βρίσκεται ένα διώροφο σπίτι που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της αστικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ού αιώνα. Με το σιδερένιο μπαλκόνι, τα συμμετρικά ανοίγματα και το μικρό δώμα στην κορυφή, το κτίριο στέκεται μέχρι σήμερα σχεδόν ανέπαφο, διατηρώντας τη μορφή που είχε όταν χτίστηκε.

Ο πρώτος ιδιοκτήτης – ένας μεγαλοτσέλιγκας από τους Μελισσουργούς

Η προφορική παράδοση των Μελισσουργών, επιβεβαιωμένη από υπερήλικα κάτοικο του χωριού, αναφέρει ότι το σπίτι οικοδομήθηκε από τον Αναγνώστη Κολιοπαππά*, μεγαλοτσέλιγκα με σημαντική οικονομική δύναμη. Οι Κολιοπαππάδες αποτελούσαν έναν από τους ισχυρούς κλάδους των Μελισσουργών, με παρουσία ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα τόσο στο χωριό όσο και στην Άρτα.

Η παρουσία στην πόλη δεν ήταν ασυνήθιστη: πολλοί τσελιγκάδες της περιοχής διατηρούσαν στάνες και κοπάδια στις πεδινές εκτάσεις γύρω από τον Άραχθο, ενώ ταυτόχρονα είχαν εμπορικές δραστηριότητες στην αγορά της Άρτας. Για τον λόγο αυτό, επέλεγαν συχνά να αποκτήσουν και αστική κατοικία στην πόλη. Το σπίτι διαθέτει μεγάλα υπόγεια, όπως συνηθιζόταν σε οικήματα τσελιγκάδων που δραστηριοποιούνταν στην αγορά. Είναι πολύ πιθανό τα υπόγεια αυτά να χρησιμοποιούνταν για αποθήκευση γαλακτοκομικών προϊόντων προς πώληση — βούτυρο, τυριά, μυζήθρες και άλλα προϊόντα των κοπαδιών, τα οποία οι τσελιγκάδες προμήθευαν στους εμπόρους της πόλης.

*Το Κολιοπαππας είναι συντομογραφία του Νικολιό Παππάς. Άρα ο Αναγνώστης Νικολάου Παππάς είναι ο Αναγνώστης Κολιοπαππάς.

Το δώμα: λειτουργικό, όχι διακοσμητικό

Το πιο ξεχωριστό στοιχείο του σπιτιού είναι το μικρό δώμα που υψώνεται πάνω από τον όροφο. Δεν πρόκειται για διακοσμητική προσθήκη, αλλά για έναν χώρο απόλυτα λειτουργικό καθώς :

  • επέτρεπε την εποπτεία της περιοχής,
  • προσέφερε φως και αερισμό,
  • και –σύμφωνα με την παράδοση– χρησίμευε στον Αναγνώστη Κολιοπαππά για να παρακολουθεί με κυάλι τα κοπάδια του που έβοσκαν απέναντι από τον ποταμό.

Ανάλογα δώματα συναντώνται και σε άλλα κτήρια της ίδιας περιόδου (π.χ. στο πρώην αρχοντικό Ζάρα), γεγονός που δείχνει ότι αποτέλεσαν έναν ιδιαίτερο τύπο τοπικού εκλεκτικισμού.

Η χρονολόγηση του κτηρίου

Η μορφολογία του σπιτιού –η λιτή νεοκλασική γραμμή, τα οριζόντια γείσα, ο τύπος των κιγκλιδωμάτων και η διάταξη των ανοιγμάτων– δείχνει ότι πρέπει να χτίστηκε μεταξύ 1900 και 1925, πιθανότατα την περίοδο 1910–1920, όταν η οδός Σκουφά αναπτύχθηκε έντονα με νέα αστικά σπίτια και καταστήματα.

Η σχέση με το σχολείο των Μελισσουργών (1883–1884)

Η οικογένεια Κολιοπαππά συνδέεται επίσης με την ανοικοδόμηση του Διδακτηρίου Μελισσουργών, ενός έργου μεγάλης σημασίας για το χωριό. Η κατασκευή του σχολείου πραγματοποιήθηκε το 1883–1884 και απαιτούσε σημαντικούς οικονομικούς πόρους και προσωπική εργασία.

Από το σχετικό ιστορικό υλικό (Π. Παπακώστας), γνωρίζουμε ότι:

  • συγκεντρώθηκαν άνω των 200 χρυσών λιρών,
  • εργάστηκαν τεχνίτες και μάστορες από Πράμαντα, Καλαρρύτες, Μελισσουργούς και Άρτα,
  • μεταφέρθηκαν μεγάλες ποσότητες λίθων από τον Άγιο Νικόλαο,
  • το κτήριο ανεγέρθηκε με επιμελημένη τοιχοποιία και ξυλοδεσιές,
  • η επιγραφή φέρει το όνομα του ευεργέτη: «Δαπάνη του Αναγνώστου Ν. Παππά, 1884».

Η ταύτιση του ονόματος με τον κλάδο Κολιοπαππά θεωρείται από τους Μελισσουργιώτες ιδιαίτερα πιθανή, έστω κι αν δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί με συμβολαιογραφικό υλικό. Οι πιο παλιοί θυμούνται ακόμη τα παρακάτω στιχάκια :

“Αναγνώστ’ Κολιό Παππά / Τί τα θέλεις τα λεφτά

Δώσε λίρες εκατό/ για να γίνει το σχολειό…”

Η παράδοση θέλει μάλιστα μία από τις γυναίκες της οικογένειας – πιθανόν η μικρότερη κόρη του, χήρα πλέον και χωρίς απογόνους– να είχε συμβάλει οικονομικά και η ίδια στο έργο, δίνοντας στον Αναγνώστη Παππά (ή Κολιοπαππά) το ποσό των 100 χρυσών λιρών, γεγονός που ταιριάζει με όσα γνωρίζουμε για τις γυναικείες δωρεές εκείνης της περιόδου.

Στο μεσοπόλεμο: η εβραϊκή οικογένεια Μιζάν

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ή στις αρχές του ’30, το σπίτι αγοράστηκε από την εβραϊκή οικογένεια Μιζάν, μία από τις σημαντικές οικογένειες της Ισραηλιτικής Κοινότητας Άρτας. Η εποχή αυτή ήταν περίοδος ακμής για την κοινότητα, και πολλές οικογένειες εγκαθίσταντο σε κεντρικά και καλόγουστα σπίτια της πόλης.

Μετά τον πόλεμο

Η τραγωδία του 1944 άφησε την εβραϊκή κοινότητα σχεδόν χωρίς επιζώντες. Ελάχιστα μέλη της οικογένειας Μιζάν επέστρεψαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, και όσοι γύρισαν εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Έτσι, στα μέσα της δεκαετίας του ’50, το σπίτι στη Σκουφά πουλήθηκε εκ νέου.

Στο σήμερα

Στη μεταπολεμική περίοδο, το σπίτι αγοράστηκε από την οικογένεια Τόδουλου, η οποία το διατηρεί μέχρι σήμερα. Παρά τις αλλαγές στη χρήση του ισογείου, η όψη του κτηρίου παραμένει σε μεγάλο βαθμό αυθεντική, αποτελώντας ένα από τα λίγα σωζόμενα δείγματα της αστικής Άρτας των αρχών του 20ού αιώνα.

Το κτήριο φέρει επάνω του τρεις ολόκληρες εποχές της πόλης:

– την ορεινή παράδοση των Τζουμέρκων,

– την αστική ανάπτυξη του Μεσοπολέμου,

– και την επίπονη ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Άρτας.

Η ιστορία του είναι ακόμη ανοιχτή· κάθε νέα πληροφορία, φωτογραφία ή οικογενειακό τεκμήριο μπορεί να φωτίσει ακόμη περισσότερο τη διαδρομή αυτού του ξεχωριστού σπιτιού.

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε