Αναμνηστική φωτογραφία από τον αγώνα μπάσκετ μεταξύ Άρτας – Παιδόπολης Ζηρού, στην αυλή του 1ου Γυμνασίου Άρτης. Σκορ 67 – 29.
Στην άκρη αριστερά, με το παπιγιόν ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής Θεόδωρος Μποτσώλης. Μερικά από τα πρόσωπα που εικονίζονται είναι οι : Τάκης Πανούτσος, Χαρίλαος Πεκλάρης, Τάκης Αθανασίου, Παναγιώτης Βάγιας, Κρίτων Λυμούρης, Χρ. Κρεμπούνης, Αθανάσιος Κονταξής κ.α. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς).
“Σύμφωνα με τον Α. Μανσόλα (1867) οι εμποροπανηγύρεις στο νεοδρυθέν ελληνικό κράτος ήταν «…….εμπορικαί συναθροίσεις εντός πόλεων ή αγροτικών δήμων τελούμεναι κατ’ έτος εις ωρισμένην εποχήν, εις ας συρρέουσιν εκ των παρακειμένων πόλεων έμποροι προς πώλησιν των εμπορευμάτων των, ή έτεροι προς αγοράν ετέρων της πόλεως ή του δήμου εν των οποίω τελείται η πανήγυρις….». Οι πανηγύρεις αυτές καθιερώθηκαν με Βασιλικό Διάταγμα και διαρκούσαν από 3 έως 8 ημέρες.
Οι πιο πολλές από αυτές ήταν μικτού τύπου : πανηγύρεις εκθέσεως και πωλήσεως ζώων ή ζωοπανηγύρεις και πανηγύρεις εκθέσεως και πωλήσεως παντός άλλου είδους προϊόντος γεωργικής, βιοτεχνικής, βιομηχανικής και χειροτεχνικής παραγωγής. «….Ακόμη, είναι και πανηγύρεις διασκεδάσεως. Συγκεντρούνται εκεί παντός είδους θεαματικαί και διασκεδαστικαί ομάδες, πλανόδιοι θίασοι, κινηματογράφοι, καφέ σαντάν, ακροβάται και παντός είδους θαυματοποιοί, προσπαθούντες να προσελκύσουν την πελατείαν της Εμποροπανηγύρεως». (Λέκκας, 1935).
Στο βιβλίο του «Ελληνική Χωρογραφία (1901) ο Ιωάννης Νουχάκης καταγράφει στις αρχές του 20ου αιώνα 139 εμπορικές πανηγύρεις στην ελληνική επικράτεια. Σκοπός του νεοσύστατου κράτους είναι προφανώς η τόνωση του εμπορίου και η οικονομική ενίσχυση των αγροτικών περιοχών και οικογενειών. Στα πλαίσια αυτά, σχεδόν αμέσως μετά την απελευθέρωση της Άρτας το 1881, καθορίζονται στην περιοχή, με βασιλικά διατάγματα, ο χρόνος και ο τόπος 4 εμποροπανηγύρεων :
1.Μουχούστι Άρτης (14 – 21 Σεπτεμβρίου) σύμφωνα με Β.Δ. στις 18 Αυγούστου 1884.
2.Πλάκας Δήμου Αγνάντων (6 – 11 Σεπτεμβρίου) σύμφωνα με Β.Δ. στις 20 Φεβρουαρίου 1885
3.Τετραφυλλίας εις θέσιν Αγία Παρασκευή (26 – 28 Ιουλίου) σύμφωνα με Β.Δ. στις 29 Αυγούστου 1885
4.Καλεντίνης εις θέσιν Φάγκου (20 – 25 Αυγούστου) με Β. Δ. στις 20 Νοεμβρίου 1885
Είναι φανερό ότι με αυτό τον τρόπο γίνεται μια προσπάθεια να τονωθούν οικονομικά οι ορεινές περιοχές των Τζουμέρκων και του Ραδοβιζίου, όπου η κατάσταση του πληθυσμού στα χωριά, μετά από την άγρια φορολογία των τούρκων και τις τόσες πολεμικές συρράξεις, έφτανε σε σημείο εξαθλίωσης.
Σχετικά με το Μουχούστι της Άρτας, στα τέλη του 19ου αιώνα ο τόπος διεξαγωγής της εμποροπανήγυρης φαίνεται πως είναι η περιοχή του Μουχουστίου, στην είσοδο της πόλης, από τις 14 μέχρι τις 18 Σεπτεμβρίου. Αργότερα, με Β.Δ. του 1908, η διοργάνωσή της μεταφέρεται λίγο αργότερα, από τις 27 Σεπτεμβρίου μέχρι της 5 Οκτωβρίου, στο δε βιβλίο του Λέκκα(1935) καταγράφεται ως «Από εκατονταετίας και πλέον….» και διενεργείται κοντά στην εκκλησία της Οδηγήτριας. «….Τελείται κατ’ έτος εν υπαίθρω από 27 Σεπτεμβρίου μέχρι 5 Οκτωβρίου, πράγματι όμως διαρκείας 4 μόνον ημερών, εις θέσιν «Οδηγήτρια», εκτός της πόλεως Άρτης. Αι συναλλαγαί γίνονται επί ζώων, μεγάλων κυρίως αλλά και μικρών, και φθάνουν τας 3.000.000 δραχμών περίπου, του Δήμου εισπράττοντος εκ φορολογιών περί τας 65.000 δραχμών. Η πανήγυρις αύτη επισημοποιήθη διά Β.Δ. κατά το έτος 1908, πράγματι όμως ετελείτο ως ζωοπανήγυρις από μακρού χρόνου, εκατονταετίας και πλέον κατ’ έθιμον».
Μαζί με την εμποροπανήγυρη της Άρτας ο Λέκκας μας δίνει και κάποια στοιχεία και για την εμποροπανήγυρη της Φιλιππιάδας : «Η αρχή αυτής ανάγεται εις το έτος 1884. Και ετελείτο τακτικώς την 14ην – 20ην Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι του έτους 1913, ήτοι μέχρι της καταλήψεως της Φιλιππιάδος υπό της Ελλάδος, οπότε ήρχισεν να χαλαρούται λόγω της συμπτώσεώς της με την της Άρτης. Κατά το έτος 1924 συνεστήθη εκ νέου, ορισθείσα να τελήται έκτοτε την 26ην – 31ην Οκτωβρίου εις την θέσιν «Νταβέλια», τοποθεσίαν λοφώδη. Κατ’ αυτήν γίνονται πωλήσεις διαφόρων ζώων ιδία μεγάλων και πολλών εγχωρίας κατασκευής υφασμάτων και άλλων εμπορευμάτων. Αι συναλλαγαί ανέρχονται εις 1.000.000 και πλέον, η δε Κοινότης εισπράττει ετησίως 20.000 – 25.000 δραχμάς. Μόνιμα παραπήγματα δεν υπάρχουν αλλ’ ανεγείρονται τοιαύτα υπό των πωλητών». (Πηγή : ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ, Α. Καρρά, Άρτα, 2025)
Στη φωτογραφία μια σκηνή από την αγορά της Φιλιππιάδας το 1912 – 13, ενδεικτική της ατμόσφαιρας του παζαριού στις αρχές του 20ου αιώνα. (Αγορά Φιλιππιάδας, 1912/1913. Neg. Nr. 1.107.110. Φωτογράφος άγνωστος. Bildarchiv Foto Marburg, Bildindex der Kunst und Architektur).
“Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι πρωτογενείς λόγιες πηγές που υιοθέτησαν την ονομασία «Μουχούστι» ως χώρο εμποροπανήγυρης είναι ο Ιωσήφ Στεφανίνις και ο μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος. Η ονομασία «Μουχούστι», με την οποία είναι γνωστή η παραδοσιακή εμποροπανήγυρη της Άρτας ακόμη και σήμερα, έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών ερμηνευτικών προσπαθειών. Η πολυπλοκότητα της λέξης, σε συνδυασμό με την απουσία σαφούς λεξικογραφικής καταγραφής, άφησε χώρο σε διαφορετικές εκδοχές που συνδέουν το όνομα είτε με ιστορικά τοπωνύμια, είτε με γλωσσικά δάνεια.
5.2.1. Ιστορικές μαρτυρίες
Πέρα από τις ήδη προαναφερθείσες μαρτυρίες περί του ονόματος στους Στεφανίνι και Ξενόπουλο, μια ακόμη αναφορά στον όνομα βρίσκεται στα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη (1829–1850), όπου ο συγγραφέας μνημονεύει την τοποθεσία «Μουχούστι» κοντά στους μύλους της Άρτας : «……Της 16 ήρθαν από το Μαράτι εις τον Αγηλιάν, οπού ’μαστε εμείς, ήρθε ο Φωτομάρας, ο Καραϊσκάκης, ο Άγος κι’ άλλοι Tούρκοι δικοί μας και κάμαν συνφώνως σκέδιον μ’ εμάς να διορίσουνε από το Μαράτι τρακόσους να πιάσουνε τους Μύλους της Άρτας, οπού ’ναι απόξω από την Άρτα, εις την άκρη την χώρα, και το ονομαζόμενον Μουχούστι, οπού ’ναι πλησίον εις τους Μύλους». Πρόκειται για μια ακόμη καταγραφή που δείχνει ότι το τοπωνύμιο ήταν ήδη ευρέως γνωστό στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.
Στη συνέχεια, ο Σεραφείμ Ξενόπουλος, στην πραγματεία του για την Άρτα επί τουρκοκρατίας (1884), όπου εντάσσει το «Μουχούστι» στις ενορίες της πόλης, αναφέρει ότι το όνομα ίσως προήλθε από τη Μονή της Θεοτόκου «Μουχούστιον» στους Ραφταναίους, η οποία διέθετε κτήματα στην περιοχή : «”Οσο γιά τό όνομά της, ίσως έκλήθη ούτως έκ τής έπωνυμίας τής έν τω χωρίω τών Τζουμέρκων Ραφταναΐοι κειμένης Ιεράς Μονής τής Θεοτόκου Μουχούστιον έπονομαζομένης καί ήτις είχε πάλαι, ώς λέγεται, μοναστηριακά κτήματα έν τή θέσει ταύτη…».
5.2.2. Η τουρκοαραβική εκδοχή
Ο Ευάγγελος Αθ. Μπόγκας, στη μελέτη του «Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου» (1964), υποστηρίζει ότι η λέξη «μ’χούστ’» προέρχεται από παραφθορά του τουρκοαραβικού medhuseua, όρος που –σύμφωνα με τον ίδιο– σήμαινε πανηγυρισμό ή ζωοπανήγυρη. Ο Μπόγκας παραπέμπει και στον Νικόλαο Πολίτη (1904), ο οποίος φαίνεται να υιοθετεί την ίδια κατεύθυνση. Ωστόσο, σε καμία άλλη πηγή –ούτε σε έγκυρα αραβικά λεξικά– δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί ο τύπος medhuseua. Στα αραβικά η καθιερωμένη λέξη για το «ζωοπάζαρο» είναι sūq al-mawāšī (سوق المواشي), ενώ στα τουρκικά χρησιμοποιούνται οι όροι panayır (πανηγύρι) και hayvan pazarı (ζωοπάζαρο). Συνεπώς, η λεγόμενη «αραβική» εκδοχή δεν φαίνεται να διαθέτει τεκμηρίωση και πιθανότερα οφείλεται σε εσφαλμένη αναπαραγωγή ή σε παρανόηση στη βιβλιογραφία.
5.2.3. Η ερμηνεία από το «μπουχός»
Μια πιο «λαϊκή» αλλά εύγλωττη εξήγηση προτείνει ο Δ. Παπαδημητρίου στο βιβλίο του «Οι Ραφταναίοι» (1998). Κατά τον ίδιο, το «Μουχούστι» προέρχεται από τη λέξη «μπουχός», δηλαδή την πυκνή σκόνη που σηκώνεται όταν μαζεύεται πολύς κόσμος. Το σχήμα που δίνει είναι το εξής: «μπουχός – μπουχούστι – μουχούστι». Η ερμηνεία αυτή αντανακλά την ατμόσφαιρα των παραδοσιακών παζαριών, όπου οι άνθρωποι και τα ζώα που συνωστίζονταν προκαλούσαν νέφη σκόνης.
5.2.4. Η εκδοχή της «Αμμοχώστης»
Σύμφωνα με πιο πρόσφατη υπόθεση σε άρθρο του Φ. Βράκα (2019), η λέξη θα μπορούσε να αποτελεί παραφθορά της ελληνικής «Αμμοχώστης», που σημαίνει τόπος σκεπασμένος με άμμο. Με την πάροδο του χρόνου, και λόγω της δυσκολίας προφοράς των πολυσύλλαβων λέξεων στις τοπικές κοινωνίες, το «Αμμοχώστης» πιθανόν μετατράπηκε σε «Μοχώστης», στη συνέχεια σε «Μχούστης» και τελικά σε «Μχουστ(ς)». Η εξήγηση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι παρόμοια τοπωνύμια («Αμμοχώστης», «Αμμόχωστος») συναντώνται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και της Κύπρου.
5.2.5. Τοπωνυμική τεκμηρίωση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το οθωμανικό κατάστιχο του 1530, όπου, στο υπ’ αριθμ. 126, σημειώνεται η ένδειξη «Nehost k., Narda kz», που φαίνεται να αποτελεί εσφαλμένη μεταγραφή του χωριού Nehust, δηλαδή του σημερινού Μουχούστι των Ραφταναίων (Καρρά, 2024). Υπάρχει η πιθανότητα, κατά τη μεταγραφή, το γράμμα M να αποδόθηκε λανθασμένα ως N. Όπως επισήμανε σε επικοινωνία μου ο ερευνητής κ. Μιχάλης Ντινόπουλος, κάτι τέτοιο είναι απολύτως πιθανό, καθώς το κατάστιχο από το οποίο αντλήθηκαν τα στοιχεία δεν είναι καλής ποιότητας· επιπλέον, το αυθεντικό και λεπτομερές κατάστιχο, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η μεταγραφή, δεν έχει σωθεί (ή τουλάχιστον δεν έχει εντοπιστεί ακόμη), ώστε να υπάρχει δυνατότητα σύγκρισης.
Αν η ονομασία «Νεχόστ» ή «Μεχόστ» πράγματι καταγράφεται ήδη από το 1530, δηλαδή πολύ πριν από την ίδρυση του Μοναστηριού της Παναγίας της Μουχουστιώτισσας, τότε πρόκειται αναμφίβολα για παλαιό τοπωνύμιο. Το τοπωνύμιο αυτό έδωσε στη συνέχεια το όνομά του στη ζωοπανήγυρη που τελούνταν κάθε χρόνο στις αρχές Σεπτεμβρίου, στο χώρο του μοναστηριού, προς τιμήν της Παναγίας. Επειδή δε τα ζώα και τα εμπορεύματα μεταφέρονταν λίγες ημέρες αργότερα στη μεγάλη ζωοπανήγυρη της Άρτας, το όνομα «ακολούθησε» αυτή τη μετακίνηση, συνδέοντας το χωριό με την εμπορική ζωή της περιοχής.
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η ονομασία «Μουχούστι» φαίνεται να αποτελεί τοπωνύμιο με βαθιές ρίζες στην περιοχή της Άρτας και των Ραφταναίων. Σταδιακά, το όνομα συνδέθηκε με τη μεγάλη ζωοπανήγυρη που γινόταν τον Σεπτέμβριο στη γιορτή της Παναγίας και τελικά, στόμα με το στόμα, καθιερώθηκε και για την εμποροπανήγυρη της Άρτας. Η εκδοχή της αρβανίτικης ή αραβικής προέλευσης δεν έχει επαρκή γλωσσολογική τεκμηρίωση, ενώ η ερμηνεία από τον «μπουχό» ή η παραφθορά της «Αμμοχώστης» δείχνουν να βασίζονται περισσότερο σε λαϊκές παρατηρήσεις και τοπικές αφηγήσεις. Η ασφαλέστερη προσέγγιση θεωρώ πως είναι ότι το «Μουχούστι» ξεκίνησε ως τοπωνύμιο ήδη από τον 16ο αιώνα και από εκεί πέρασε, ως όνομα, στη ζωοπανήγυρη της Άρτας.”. (Πηγή : ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ, Α. Καρρά, Άρτα, 20215)
Στη φωτογραφία “Το Β.Δ.335/22-8-1884, «Περί συστάσεως εμπορικής πανηγύρεως εν τη θέσει «Μουχούστι» της πόλεως Άρτης”.
Ανάμεσα στα έργα που διασώζουν το όνομα του Γεωργίου Πέμπα ξεχωρίζει το σχέδιο του Ιερού Ναού Ζωοδόχου Πηγής στο Αλάμπεη (Κορδελιό), χρονολογημένο το 1902. Το αρχιτεκτονικό σχέδιο, που φέρει την υπογραφή του, αποτελεί σπάνιο τεκμήριο της δημιουργικής του πορείας.
Η Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα ήταν πεδίο συνάντησης πολιτισμών και αρχιτεκτονικών ρευμάτων. Ο Πέμπας, με σπουδές στην Αθήνα αλλά και με ανοιχτό πνεύμα στις ευρωπαϊκές τάσεις, αποτύπωσε στο έργο του το πνεύμα του εκλεκτισμού, δίνοντας σχήμα και μορφή σε μια πόλη που τότε βρισκόταν στο απόγειό της.
Το σχέδιο της Ζωοδόχου Πηγής δεν είναι μόνο ένα αρχιτεκτονικό τεκμήριο, αλλά και η παρακαταθήκη ενός ανθρώπου που ξεκίνησε από τους Μελισσουργούς και άφησε το αποτύπωμά του στη Σμύρνη. Ο Γεώργιος Πέμπας δεν πρόλαβε να δει την πορεία της πόλης μετά το 1910· η μοίρα τον βρήκε νωρίς, σε πνιγμό. Μα το έργο του μένει να θυμίζει πως ακόμη κι ένας νέος από ένα μικρό χωριό της Ηπείρου μπορεί να αφήσει ανεξίτηλο ίχνος στην Ιωνία. (Κείμενο : Α. Καρρά)
Στη φωτογραφία «Αρχιτεκτονικό αποτύπωμα του Γεωργίου Πέμπα· μαρτυρία της παρουσίας του στη Σμύρνη λίγο πριν από την Καταστροφή.» (Πηγή τεκμηρίωσης: Βασίλης Κολώνας, Σμύρνη [1870–1922]. Πόλη και αρχιτεκτονική – Η συμβολή των Ελλήνων, University Studio Press, 2023).
“Στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται η σεμνότητα αλλά και η αποφασιστικότητα μιας γενιάς που αναζητούσε νέους ορίζοντες.
Ο Γεώργιος Πέμπας γεννήθηκε το 1866 στους Μελισσουργούς Άρτης, γιος του ιερέως Νικολάου Πέμπα. Μεγάλωσε στη λιτότητα του χωριού και φοίτησε στο Γυμνάσιο Άρτης, ενώ αργότερα σπούδασε στο Πολυτεχνείο Αθηνών, όπου έλαβε το δίπλωμα του Αρχιτέκτονος Μηχανικού.
Το 1871 ακολούθησε τον αδελφό του Δημήτριο στη Σμύρνη, όπου βρήκε γόνιμο έδαφος για την επαγγελματική του πορεία. Εκεί νυμφεύθηκε την αδελφή του Μητροπολίτη Σμύρνης, γεγονός που τον έφερε ακόμη πιο κοντά στον ελληνορθόδοξο πυρήνα της πόλης. Ως αρχιτέκτονας εργάστηκε και δημιούργησε σε μια περίοδο ακμής, αφήνοντας το αποτύπωμά του στην αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της Σμύρνης. Η ζωή του, ωστόσο, διεκόπη πρόωρα και τραγικά: τον Σεπτέμβριο του 1910 πνίγηκε σε ένα πολύνεκρο ατύχημα στον Λιμένα Κορδελιού της Σμύρνης, αφήνοντας πίσω του έργα που μιλούν για εκείνον περισσότερο από τα λόγια”. (Κείμενο Α. Καρρά)
Στη φωτογραφία «Ο Γεώργιος Πέμπας (1866–1910): από ταπεινός γιος ιερέως στα βουνά της Ηπείρου, σε αρχιτέκτονα της κοσμοπολίτικης Σμύρνης.» Η φωτογραφία σώζει το βλέμμα και την αρχοντική μορφή ενός ανθρώπου που, με αφετηρία το μικρό χωριό της Ηπείρου, έγραψε την πορεία του στη Σμύρνη. (Πηγή : Το “ΠΑΝΘΕΟΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΟΙ, 1952”, που βρίσκεται στο Μουσείο των Μελισσουργών, όπως δημοσιεύτηκε στο “ΧΡΟΝΙΚΟΝ του χωριού Μελισσουργοί”, Επιμέλεια Τ.Δ. Μπανιάς & Α.Σ. Ρίζος, Αθήνα, 2023).
“Σήμερα οι Μελισσουργοί είναι ένα από τα πιο απομακρυσμένα χωριά των Τζουμέρκων. Κι όμως, αν κοιτάξουμε τις παλιές πηγές, το όνομά τους εμφανίζεται αρκετά νωρίς και μάλιστα αρκετές φορές. Αυτό δείχνει ότι, παρά την απομόνωση, το χωριό είχε θέση σε εκκλησιαστικές και διοικητικές υποθέσεις από τα βάθη των αιώνων.
Ας δούμε με τη σειρά τις πρώτες μαρτυρίες που έχουμε:
1272 – η πρώτη αναφορά στους Μελισσουργούς, μέσα από την πράξη του Καβάσιλα
Η πιο παλιά μνεία είναι από το 1272. Τότε γίνεται μια πράξη που σχετίζεται με τον Καβάσιλα, έναν ισχυρό παράγοντα της εποχής (Δάμπος 1905· Παπακώστας, 1967). Σε αυτή την πράξη αναφέρεται ανταλλαγή ανάμεσα στους Μελισσουργούς και το χωριό Σουχάν. Το Σουχάν δεν ήταν στα Τζουμέρκα, αλλά πιο μακριά, κοντά στο Αργυρόκαστρο. Οι μελετητές το ταυτίζουν με το σημερινό χωριό Σουχέ [Suhë / Suha (αλβ. Suhë)] στον νομό Γκιρόκαστρα, κοντά στη Λιμποχόβα/Dropull]. Η ανταλλαγή έγινε στο πλαίσιο δικαιωμάτων της Μητρόπολης Δρυϊνουπόλεως.
Αυτό που κρατάμε από τη μαρτυρία αυτή είναι ότι ήδη από το 1272 οι Μελισσουργοί εμφανίζονται ως «περιουσιακό αντικείμενο» που αλλάζει χέρια και μπαίνει σε διαπραγματεύσεις. Δηλαδή, το χωριό υπήρχε και είχε αξία καταγεγραμμένη στα χαρτιά.
1283 – η πρώτη ασφαλής χρονολογημένη μνεία, χάρη στη Μονή της Παναγίας
Μια δεκαετία αργότερα έχουμε μια ακόμη σημαντική μαρτυρία. Το 1283 μαθαίνουμε πως στους Μελισσουργούς υπήρχε μοναστήρι αφιερωμένο στα «Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου». Το μοναστήρι αυτό ανήκε στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας Ιωαννίνων. Η αναφορά προέρχεται από τον Μελέτιο τον Γεωγράφο και τον Γρηγόριο τον Κύπριο, ο οποίος αργότερα έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (Παπακώστας, 1967).
Η ύπαρξη μοναστηριού σημαίνει πολλά:
το χωριό δεν ήταν απλώς «ένα σημείο στον χάρτη», αλλά οργανωμένη κοινότητα με θρησκευτικό και οικονομικό κέντρο,
η εκκλησιαστική παρουσία αφήνει πάντα ίχνη: αφιερώσεις, μετόχια, δικαιώματα σε γη και εισοδήματα.
Αυτό εξηγεί γιατί βρίσκουμε μνείες για τους Μελισσουργούς.
1321 – με το χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Β’, το χωριό μπαίνει καθαρά στη «σκακιέρα»
Η πιο καθαρή και επίσημη αναφορά έρχεται τον Ιούνιο του 1321. Τότε, ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ εκδίδει χρυσόβουλλο, δηλαδή αυτοκρατορικό έγγραφο με μεγάλη βαρύτητα (Miklosich & Müller 1874). Σε αυτό γίνεται ανακεφαλαίωση των κτήσεων της Εκκλησίας των Ιωαννίνων. Αναφέρεται ότι ο Καβάσιλας είχε πάρει το χωριό Σουχάν «με αντάλλαγμα τους Μελισσουργούς». Αργότερα όμως οι Μελισσουργοί δόθηκαν αλλού. Τέλος, το έγγραφο κατοχυρώνει εκ νέου το Σουχάν στην Εκκλησία, «ανενόχλητα και αδιασείστως».
Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: γίνεται λόγος για τους «ἐν αὐτῷ ἐστρατευμένους Βλάχους». Με τον όρο αυτό δεν εννοούσαν στρατιώτες, αλλά ποιμενικούς πληθυσμούς που είχαν συγκεκριμένες υποχρεώσεις (φορολογικές ή στρατιωτικές). Αυτό δείχνει ότι η περιοχή των Μελισσουργών συνδεόταν με κοπάδια, λιβάδια και περάσματα μεγάλης σημασίας.
Παρά την απόσταση των Μελισσουργών από τα μεγάλα κέντρα της εποχής, τρεις λόγοι εξηγούν γιατί το όνομα του χωριού εμφανίζεται ξανά και ξανά:
Εκκλησιαστική περιουσία – Οι πράξεις που διασώθηκαν είναι κυρίως εκκλησιαστικές (ανταλλαγές, προνόμια, έσοδα). Οι Μελισσουργοί μπήκαν σ’ αυτό το «παιχνίδι» και έτσι αναφέρονται συχνά (Δάμπος 1905· Παπακώστας 1967).
Η Μονή της Παναγίας – Το μοναστήρι, που υπήρχε ήδη το 1283, έδινε στο χωριό ιδιαίτερο βάρος, γιατί γύρω του κινούνταν περιουσίες, μετόχια, πάροικοι (Παπακώστας 1967).
Ποιμενική σημασία – Η περιοχή είχε λιβάδια και περάσματα που ήταν πολύτιμα για τους κτηνοτρόφους και άρα για την Εκκλησία και άλλους ισχυρούς. Οι «στρατευμένοι Βλάχοι» είναι απόδειξη αυτής της χρήσης (Miklosich & Müller 1874).
Με απλά λόγια, οι Μελισσουργοί υπήρχαν τουλάχιστον από το τέλος του 13ου αιώνα. Χάρη στη μνεία του 1272, στο μοναστήρι του 1283 και στο χρυσόβουλλο του 1321, το χωριό άφησε πιο έντονα ίχνη στις πηγές απ’ ό,τι άλλα γειτονικά. Δεν ήταν απλώς ένα ορεινό χωριό· ήταν σημείο με περιουσίες, μοναστήρι και βοσκοτόπια που είχαν σημασία για την Εκκλησία και την εξουσία της εποχής”. (Κείμενο : Α. Καρρά)
Στη φωτογραφία* : “Β.Δ. Λεκανοπέδιο Τζουμέρκων – Μπρέσιανη (Υψ. 2.398 μ.), δάση θαλερά, ο Αετός, κοιλάς ολοπράσινος , Ιερός Ναός Παναγίας”. Πρόκειται για την Παναγιά των Μελισσουργών…..(Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ, Ν. Χ. Παπακώστας, Αθήναι, 1967)
*Η φωτογραφία, λόγω παλαιότητας του βιβλίου, έχει υποστεί επεξεργασία.
“Η εμποροπανήγυρη του Μουχουστίου στην Άρτα, που άνοιγε κάθε 14 Σεπτεμβρίου, αναδύεται από τα ρεπορτάζ της «Φωνής της Ηπείρου» ως ο πιο σταθερός φθινοπωρινός κόμβος εμπορίου στην ευρύτερη περιοχή. Η κίνηση συγκέντρωνε πλήθος επισκεπτών «ἐκ τῶν διαφόρων μερῶν τῆς Ἑλλάδος ὡς καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ», με συναλλαγές σε ζώα (ίπποι, όνοι, βόες, πρόβατα, αίγες), αγροτικά προϊόντα (σιτηρά, όσπρια, ρόδια, σταφίδες), γαλακτοκομικά (τυρί, βούτυρο), υφαντά & μάλλινα, καθώς και είδη της «ἐγχώριου βιομηχανίας» (βλ. 1895, 1896, 1901, 1902). Δεν ήταν απλώς λαϊκό πανηγύρι· ο τοπικός τύπος την παρομοιάζει με εμπορική «ἔκθεση» των νεότερων βιοτεχνικών προϊόντων (1895).
Οι δημοσιεύσεις τονίζουν ότι η Άρτα λειτουργούσε ως κεντρική, θεσμική αγορά (το παλιό «μποριόν» της μεσαιωνικής περιόδου), ενώ οι περιφέρειες της Ηπείρου και της μεθορίου τροφοδοτούνταν από περιοδικές εμποροπανηγύρεις. Καθοριστικό επεισόδιο, που εξηγεί τη «διπλή» γεωγραφία της πανήγυρης, είναι η οριοθέτηση των συνόρων το 1881: ήδη από το 1895 και κατόπιν ξανά το 1896 ο τύπος σημειώνει ρητά ότι «τοιαύτη πανήγυρις γίνεται και ἐν Φιλιππιάδι», η οποία —βρισκόμενη τότε εντός Οθωμανικού κράτους— απορροφά μεγάλο μέρος της κίνησης, «μάλιστα ζωηρότερα», επειδή έχει «μετετεθῆ καὶ εἰς ἡμέρας…. πολλοίἀγορασταί» (1896). Με άλλα λόγια, μετά το 1881 το Μουχούστι “σπάει” σε δύο πόλους: στον αρτινό χώρο και στο μεθοριακό κέντρο της Φιλιππιάδας, που προσελκύει και οθωμανούς/ελληνόφωνους εμπόρους.
Στην αυγή του 20ου αιώνα, η έναρξη της πανήγυρης αποκτά και τελετουργικό χαρακτήρα: το 1900 «χάριν της πανηγύρεως κατά την πρώτην μέραν ἐπαιάνισεν ἡ φιλαρμονική μουσική τὸἐωθινὸν ἐμβατήριον, διελθοῦσα τὰς κυριωτέρας ὁδοὺς τῆς πόλεως· μετὰ μεσημβρίαν δὲ τῆς αὐτῆς ἡμέρας ὡς καὶ τῶν ἄλλων ἡμερῶν ἐπαιάνισε διάφορα μουσικὰ τεμάχια ἐν τῇ πλατείᾳ Σκουφᾶ» (φ. 398, 6-10-1900).
Στα πρακτικά της αγοράς, τα ρεπορτάζ αναφέρουν:
μεγάλους όγκους ζωντανών και προϊόντων, με τιμές που ποικίλλουν ανάλογα με τη χρονιά (και τον καιρό)· συχνά γίνεται λόγος για «εὐνοικέςς τιμές» όταν η προσφορά είναι άφθονη (1895, 1896, 1901, 1902),
παρουσία εμπόρων από Ήπειρο, Στερεά, Πελοπόννησο — ακόμα και Επτάνησα (1896) — και «τινὲς ἐκ τοῦἐξωτερικοῦ»,
καιρικές μεταβολές (δυνατές βροχές) που τις πρώτες ή τις τελευταίες ημέρες μειώνουν την κίνηση ή μετατοπίζουν το ενδιαφέρον στην αγορά της πόλης (1898, 1902),
μικρές λειτουργικές παρατηρήσεις/αιτήματα για καλύτερη τάξη, δρόμους και δημόσιες υπηρεσίες γύρω από τον χώρο της πανήγυρης (επανέρχεται το 1901).
Συνολικά, η εικόνα 1892–1902 δείχνει μια ζωηρή, διαπερατή αγορά: το Μουχούστι της Άρτας υπηρετεί τον τοπικό/περιφερειακό κύκλο αγαθών, ενώ η Φιλιππιάδα λειτουργεί συμπληρωματικά ως μεθοριακή «βαλβίδα» μετά το 1881 — εξήγηση που ταιριάζει με την παλαιότερη αστική υπεροχή της Άρτας και τη λειτουργία της ως μόνιμου εμπορικού κέντρου”. (Πηγή : ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ, Α. Καρρά, Άρτα, 2025 που μπορείτε να διαβάσετε στο λινκ https://doxesdespotatou.com/oi-emporopanigyreis-tis-artas/)
Στη φωτογραφία μια σκηνή από εμποροπανήγυρη στη Λάρισα, στις αρχές του 20ου αιώνα, ενδεικτική του χώρου των εμποροπανηγύρεων της εποχής. Φωτογραφία άγνωστου φωτογράφου. Αναδημοσίευση στο βιβλίο Λέκκας, Ν. Γ. (1935). Αγορές – Εμποροπανηγύρεις – Εκθέσεις: Ειδικαί εκθέσεις – Εβδομάδες – Διαγωνισμοί – Χρηματιστήρια εμπορευμάτων. Αθήνα: Εθνικόν Τυπογραφείον.
“Βίγλα Άρτας, Ιούλιος 1959. Ολοένα και περισσότερες προσφυγικές οικογένειες αγροτών εγκαθίστανται στο χωριό Βίγλα, που ανεγέρθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση τον Σεπτέμβριο του 1957 με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR). Ξεκίνησε με περίπου 48 σπίτια και γη για καλλιέργεια ανά οικογένεια, και γρήγορα επεκτάθηκε. Στο μόνιμο κοινοτικό κέντρο οι πρόσφυγες εκπαιδεύονται σε ραπτική, υφαντουργία, ξυλουργική, υποδηματοποιία και σιδηρουργία. Μόλις ολοκληρώθηκαν 60 νέα σπίτια”.
Στη φωτογραφία, μέλη μιας προσφυγικής οικογένειας κοιτούν από το παράθυρο του νέου τους σπιτιού. (Πηγή : https://media.un.org/)
Στη Βίγλα Άρτας ξεπροβάλλει μια γνώριμη ελληνική παθογένεια: υποσχέσεις, σφραγίδες και «πειράματα» που σκοντάφτουν σε γραφειοκρατία, πρόχειρο σχεδιασμό και μειοδοτικούς διαγωνισμούς χωρίς έλεγχο. Αντλιοστάσια που «έρχονται τον μεθεπόμενο Οκτώβριο», τεχνητές βροχές αντί σοβαρής υποδομής, εργολάβοι που σπέρνουν υλικά και εξαφανίζονται, σχολεία μισοτελειωμένα που κοστίζουν τριπλά και στάζουν—κι όμως κανείς δεν λογοδοτεί. Οι πρόσφυγες, άνθρωποι της δουλειάς, γίνονται το μέτρο της κρατικής ανεπάρκειας: άλλοι υπόσχονται «25 στρέμματα που φτάνουν», άλλοι μιλούν για «εντατική καλλιέργεια» χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη στήριξη, επίβλεψη και συνεταιριστική οργάνωση. Κι ενώ η Ύπατη Αρμοστεία συνεισφέρει στο στήσιμο μιας νέας αρχής, το ελληνικό κράτος ταλαιπωρείται από καθυστερήσεις, υπερκοστολογήσεις και μια χρόνια αδυναμία να τελειώνει ό,τι αρχίζει. Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι άνθρωποι περιμένουν το αυτονόητο: να λειτουργήσουν τα έργα, να χτιστούν τα σπίτια και κυρίως να ανοίξει το σχολείο. Με αυτό το φόντο, συνεχίζεται το ρεπορτάζ – μαρτυρία της Γιολάντας Τερέντσιο το 1961 :
“Έβλεπα τους φτωχοντυμένους άνδρες με τ’ αξύριστα, τραχιά πρόσωπα μπροστά μου, μαζεμένους σε μια μάζα πηχτή μέσα στο καμαράκι κι’ οι υπόλοιποι έξω από την πόρτα και το παράθυρο, γιατί δεν χωρούσαν άλλοι. Αγέλαστες μορφές γεμάτες αγανάκτηση κι’ ερωτηματικά.
Κι όμως η φετινή χρονιά θεωρείται καλύτερη από τις τρεις περασμένες, γιατί η νέα υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, η ΥΕΒ, αναγκάστηκε κι’ έκανε φέτος έργα ώστε να μην κατακλύζεται η περιοχή από ξένα νερά, έγινε η συστηματοποίηση του μεγαλύτερου μέρους των χωραφιών κι’ έτσι δεν πλημμύρισαν φέτος παρά μόνον 600 στρέμματα. Το τριφύλλι έχει πιάσει καλά, αλλά η ανομβρία, αν συνεχιστεί, θα το καταστρέψει. Η ελπίδα ήταν να τεθούν σε λειτουργία συστήματα τεχνητής βροχής, σύστημα πολυέξοδο, αλλά που αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθεί.
Οι τοπικές αρχές εγγυώνται ότι τα χωράφια είναι αποκαταστημένα πλήρως και ότι είναι η τελευταία χρονιά που υπάρχει δυσαρέσκεια. Έχουν βγάλει, λένε, το ασφαλές συμπέρασμα ότι η οικογένεια θα μπορέσει να ζήσει με τα 25 στρέμματα, όπως ζουν και οι άλλες ελληνικές οικογένειες. Και κτηνοτροφές γίνονται σ’ αυτά τα χωράφια και σιτάρι και μπαμπάκι! Μόνο από το μπαμπάκι υπολογίζουν ότι θα έχουν τον χρόνο 7.000 δραχμές και από τα μοσχάρια 5.000 κι’ αυτό το εισόδημα θα τ’ αυξήσουν τα πουλερικά. Όλα αυτά, εφ’ όσον βέβαια θα χρησιμοποιηθεί η τεχνητή βροχή κι’ αν πετύχουν τα πειράματα. Ο Ολλανδός ειδικός κ. Άκερμαν, που έχει σταλεί εκεί από μια ξένη οργάνωση για να βοηθήσει τους κατοίκους, δεν πιστεύει πως μπορούν ν’ αρδευτούν τα 3000 στρέμματα χωράφια με τεχνητή βροχή με μόνο τα επτά μηχανήματα που έχουν υπολογιστεί να σταλούν και που αρχικά επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν μόνο για ένα πειραματικό αγρό 100 στρεμμάτων, όπου θα δοκιμαστούν εαρινά φυτά, για να δουν αν πιάνουν εκεί. Ο ίδιος νομίζει ότι οι κάτοικοι μπορούν να ζήσουν από τα χωράφια τους, εάν εφαρμοσθεί ένα πρόγραμμα εντατικής ή εναλλασσόμενης καλλιέργειας, πράγμα που δεν φαντάζεται πως μπορεί να γίνει από τους γεωργούς αυτούς που δεν είναι ανεπτυγμένοι και χρειάζονται απαραιτήτως ειδική διαπαιδαγώγηση, καλή κοινοτική και συνεταιριστική οργάνωση και μια στενότατη παρακολούθηση από ένα πολύ καλό γεωπόνο, που να έμενε επί τόπου. Δεν νομίζει ότι ο κίνδυνος των πλημμυρών εξέλιπε κι’ ότι είναι λύση η εγκατάσταση δύο ακόμη αντλιοστασίων για την ενίσχυση του ενός που υφίσταται αυτή τη στιγμή.
Ας σημειωθεί, ότι αυτά τα δύο αντλιοστάσια το Υπουργείου Γεωργίας τα είχε παραγγείλει από πέρυσι στο Υπουργείο Εμπορίου, στην υπηρεσία κρατικών προμηθειών, που υπολογίζει να τα έχει τον μεθεπόμενο Οκτώβριο. Ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι, δηλαδή.
Ας σημειωθεί ότι μόνο 25–30 πόντοι του εδάφους ήταν καλό χώμα και περιέχει οργανική ουσία, απ’ εκεί και κάτω είναι αλατούχο. Είχαν διαβεβαιώσει τους κατοίκους οι αρμόδιες υπηρεσίες πως θα μπορούσαν κάλλιστα να κάνουν δεντροκαλλιέργεια κι’ αποδείχτηκε ότι είναι αδύνατο να πιάσουν δέντρα σ’ αυτό το έδαφος! Η μόνη ελπίδα είναι να πιάσει τουλάχιστον το τριφύλλι για να τρέφονται τα ζώα και να γίνουν κυρίως κτηνοτρόφοι και πτηνοτρόφοι.
Το όλο έργο, κατά ομολογία των αρμοδίων, κόστισε ως σήμερα 27.000.000 δραχμές.
Όσα λάθη και να γίνονται, στον τόπο μας δεν είδαμε ποτέ να κάθονται οι υπεύθυνοι στο σκαμνί και να λογοδοτούν για τα σφάλματά τους, που πληρώνει το κράτος, δηλαδή οι φορολογούμενοι. Ποιοι είναι οι υπεύθυνοι γι’ αυτή την επιλογή; Θα το μάθουμε ποτέ;
Έχουμε δημοκρατία κι ακολουθούμε τυφλά το γράμμα του νόμου. Ο νόμος λοιπόν λέει ότι η κρατική υπηρεσία πρέπει ν’ αναθέτει ένα έργο στον μειοδότη εργολάβο. Κάποιος, λοιπόν, εργολάβος, γνωστός σε όλους από προηγούμενα έργα, ότι δεν ήταν καλής πίστεως, μειοδότησε και πήρε το έργο της κατασκευής γεφυρών, ώστε οι γεωργοί να μπορούν να περνούν τις τάφρους και να μπαινοβγαίνουν στα χωράφια τους να δουλεύουν. Έφερε τα υλικά και τα έσπειρε στα πέντε σημεία του ορίζοντα, τον περασμένο Αύγουστο, κι από τότε δεν ξαναφάνηκε. «Να κάθονται τα υλικά κι εμείς να τα βλέπουμε να χώνονται σιγά – σιγά στη λάσπη και να μη μπορούμε να περάσουμε και στα χωράφια μας» λένε οι κάτοικοι. “Ας βάλουν άλλον εργολάβο, ας βάλουν εμάς να σκάψουμε να τα φτιάξουμε, δεν ξέρουμε εμείς να σκάψουμε;». Που να χωρέσει το μυαλό τους πως ένας εργολάβος μπορεί να δέσει τα χέρια του κράτους και να μένει ασύδοτος, κατοχυρωμένος πίσω από νόμους και να παιδεύει πληθυσμούς ολόκληρους, επειδή αυτό είναι το κέφι το. Που να χωρέσει το μυαλό τους πως ολόκληρο κράτος δεν βάζει γνώση κι εξακολουθεί την ίδια πολιτική, όσο ολέθρια κι’ αν είναι για τη χώρα και το λαό της και για το κύρος του ίδιου του κράτος;
Το σχολείο δεν έχει ακόμα κτιστεί και το σπίτι του παιδιού κτίζεται τώρα και τέσσερα χρόνια. Αντί 180 χιλιάδων δραχμών, που έπρεπε να είχε κοστίσει κανονικά, κοστίζει τουλάχιστον 600 χιλιάδες ως σήμερα! Η θέα του είναι εξοργιστική, ωραιότατο απέξω, μέσα είναι σκεπασμένο από πράσινη μούχλα.. Ο εργολάβος έχει βάλει ψεύτικα κεραμίδια βαμμένα κόκκινα. Με την πρώτη βροχή η μπογιά διαλύθηκε κι άρχισαν να τρέχουν στους τοίχους κόκκινα ζουμιά. Τα υλικά δεν ήταν εκείνα που έπρεπε, έτσι όταν βρέχει ποτίζουν οι τοίχοι ως μέσα, οι πόρτες έχουν ήδη σκεβρώσει και δεν κλείνουν, χάλια, χάλια αδιόρθωτα.
Κι όλα αυτά συμβαίνουν κάτω από τα μάτια των ξένων που επισκέπτονται τη Βίγλα, για να δουν την περίφημη, παραμυθένια αποκατάσταση των νεοπροσφύγων, που έχει γίνει μια αθλιότητα. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, πείσθηκε στα λόγια των αρμοδίων ελληνικών υπηρεσιών κι’ έδωσε το δικό της μερτικό για την αποκατάσταση των προσφύγων, οκτώμισυ εκατομμύρια δραχμές, το ελληνικό κράτος έπρεπε να δώσει άλλα τόσα περίπου δίνοντας το έδαφος και τις τεχνικές υπηρεσίες. Και ναι μεν ο ΟΗΕ δεν έδωσε παραπάνω, γιατί δεν φταίει αυτός αν οι υπηρεσίες δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους, αλλά το ελληνικό δημόσιο έδωσε τρεις φορές παραπάνω για να μπαλώσει την αρχική ζημιά κι’ ο Θεός ξέρει πόσα θα δώσει ακόμα για να μπορέσουν οι άνθρωποι να ζήσουν κάπως σαν άνθρωποι κει πέρα.
— Η Βίγλα θεωρείται επιτυχία ή είναι ακόμα ένα πείραμα; ρώτησα τις αρμόδιες αρχές.
— Απάντηση: Είναι ένα επιτυχές πείραμα στην πρώτη του φάση!
Γιολάντα Τερέντσιο”. (Πηγή : : Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, αρ. τχ. 368, Αθήναι, 28 Απριλίου 1961.
Στη φωτογραφία “Βίγλα Άρτας, Ιούλιος 1959. Το χωριό Βίγλα, που ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1957 από την Ελληνική Κυβέρνηση με τη στήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), ξεκίνησε με 48 σπίτια και έχει πλέον επεκταθεί σημαντικά. Ολοκληρώθηκαν 60 επιπλέον κατοικίες, ενώ στο κοινοτικό κέντρο παρέχεται επαγγελματική κατάρτιση σε πολλούς τομείς. Στη φωτογραφία, ένας ηλικιωμένος πρόσφυγας (αριστερά) με την οικογένειά του κατευθύνονται προς ένα από τα νέα σπίτια που τους έχουν παραχωρηθεί”. (Πηγή : https://media.un.org/)
Αμέσως μετά την ενσωμάτωση της Άρτας στο ελληνικό κράτος, η νέα διοίκηση προχώρησε στη ρύθμιση του θεσμού των εμποροπανηγύρεων με την έκδοση Βασιλικών Διαταγμάτων. Με τα Διατάγματα αυτά καθορίστηκαν επίσημα στην περιοχή της Άρτας τέσσερις (4) ετήσιες εμποροπανηγύρεις, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και τόπους, ώστε να συνεχιστεί και να οργανωθεί θεσμικά μια παράδοση με βαθιές ρίζες στην τοπική κοινωνία και οικονομία. Σκοπός του νεοσύστατου κράτους ήταν προφανώς η τόνωση του εμπορίου και η οικονομική ενίσχυση των αγροτικών περιοχών και οικογενειών, με στόχο να ενδυναμωθεί η παραγωγή, να διευκολυνθεί η διάθεση των προϊόντων και να ενισχυθεί η συνοχή του αγροτικού πληθυσμού μέσα από τις νέες συνθήκες της ελεύθερης Ελλάδας. Μια από αυτές ήταν και η εμποροπανήγυρη στο δήμο Τετραφυλλίας : “Το Β.Δ. 108/31-8-1885 όριζε τη διεξαγωγή εμποροπανήγυρης κάθε χρόνο, από τις 26 έως τις 28 Ιουλίου, στη θέση «Αγία Παρασκευή» της περιφέρειας του χωριού «Μουσούντα», του δήμου Τετραφυλλίας, στην επαρχία Άρτης. Η εμποροπανήγυρη λάμβανε χώρα γύρω από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, ναό χρονολογούμενο από το 1223 μ.Χ., που βρίσκεται στα σύνορα των χωριών Μεσούντα, Ελάτη και Καστανιά, σε υψόμετρο 1.300 μέτρων.
Σύμφωνα με τον Α. Σχισμένο (2013), ο οποίος επικαλείται την άποψη του ιστορικού ερευνητή Νίκου Γαλαζούλα, η συγκεκριμένη εκκλησία συνδέεται άμεσα με τη ζωή και τη δράση του Δεσπότη της Ηπείρου, Θεόδωρου Αγγέλου Κομνηνού. Η ανέγερσή της πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του Δεσπότη, με αφορμή τη μεγάλη του νίκη εναντίον των Βουλγάρων και την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Το έργο αυτό αποδόθηκε στους στρατιώτες του τοπικού φυλακίου, οι οποίοι βρίσκονταν στην περιοχή, και αρχικά η εκκλησία αφιερώθηκε στην Παναγία. Η τοποθεσία της είχε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς λειτουργούσε ως βίγλα και συνοριακό φυλάκιο του Δεσποτάτου, αποτελώντας ταυτόχρονα σημείο ελέγχου και αναφοράς για όσους κινούνταν από την Άρτα προς τη Θεσσαλία και αντίστροφα.
Ωστόσο, τα γεγονότα πήραν διαφορετική τροπή τον Μάρτιο του 1230, όταν ο Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός εισέβαλε στη Βουλγαρία. Στη μάχη της Κλοκότνιστας αιχμαλωτίστηκε και, ύστερα από διαταγή των εχθρών, τυφλώθηκε. Από εκείνη τη στιγμή, η εκκλησία έπαψε να είναι αφιερωμένη στην Παναγία και οι στρατιώτες της φρουράς την αφιέρωσαν στην Αγία Παρασκευή, την προστάτιδα των ματιών και θεραπεύτρια των οφθαλμικών παθήσεων.
Η επιλογή του τόπου για την διεξαγωγή της εμποροπανήγυρης δεν ήταν τυχαία, καθώς εκεί διασταυρώνονταν βασικές οδικές διαδρομές, γεγονός που εξηγεί την προσέλευση μεγάλου αριθμού εμπόρων, ζωεμπόρων, κτηνοτρόφων και βλάχων.
Η πρώτη διαδρομή ακολουθούσε το μονοπάτι Γέφυρα Πλάκας – Βουργαρέλι – Αθαμάνιο – Ταμπούρια Τετρακώμου – Βρύση Μπιχλιούλη – Αγία Παρασκευή και συνέδεε τον χώρο της εμποροπανήγυρης με τα Κατσανοχώρια και τα Βόρεια και Κεντρικά Τζουμέρκα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1803 οι Σουλιώτες, καταδιωκόμενοι από τα στρατεύματα του Αλή πασά, ακολούθησαν αυτή τη διαδρομή φεύγοντας από το Βουργαρέλι και καταφεύγοντας στο Μοναστήρι του Σέλτσου, με σκοπό να περάσουν, μέσω της Γέφυρας Κοράκου, στη Θεσσαλία.
Η δεύτερη διαδρομή ξεκινούσε από τη Γέφυρα Κοράκου – Βρεστενίτσα (Πηγές) – Άγιος Νικόλαος (Στουρνάρι) – Παλιομίλια – Ανθρωπάκι – Αγία Παρασκευή και συνέδεε το πανηγύρι με την περιοχή των Αγράφων.
Η τρίτη διαδρομή ακολουθούσε τη βλαχόστρατα Μεσοχώρα – Γέφυρα Κονδύλη – Μεσούντα – Αγία Παρασκευή και συνέδεε την εμποροπανήγυρη με την περιοχή των Τρικάλων και τον θεσσαλικό κάμπο.
Ιδιαίτερη σημασία είχε δε και η κεντρική βλαχόστρατα, ο κύριος άξονας μετακινήσεων των βλάχων και των κατοίκων του Άνω Ραδοβιζίου. Η διαδρομή Βάλτος – Γάβρογο – Μπότσι (Μεγαλόχαρη) – Καταβόθρα (Αστροχώρι) – Σεκλίστα (Ελάτη) – Αγία Παρασκευή συνέδεε την εμποροπανήγυρη με το Άνω Ραδοβίζι, το Ξηρόμερο και τα χωριά του Βάλτου καθώς αποτελούσε ζωτικής σημασίας πέρασμα για τις εποχικές μετακινήσεις κοπαδιών αλλά και για την επικοινωνία της Δυτικής Ρούμελης με τα Τζουμέρκα.
Με βάση τα παραπάνω, η εμποροπανήγυρη της Αγίας Παρασκευής Τετραφυλλίας, η οποία τελούνταν ετησίως με αφορμή τη γιορτή της Αγίας στις 26 μέχρι 28 Ιουλίου, φαίνεται ότι προσέλκυε σημαντικό αριθμό επισκεπτών και παρέμεινε ζωντανή στη συλλογική μνήμη των κατοίκων της περιοχής τουλάχιστον έως τις αρχές του 21ου αιώνα. (Μαρτυρία Κυριάκου Λάιου). [Πηγή : Οι εμποροπανηγύυρεις της Άρτας, Α. Καρρά, Άρτα, 2025]
Στη φωτογραφία το απόσπασμα του Βασιλικού Διατάγματος με τίτλο “Περί συστάσεως εμπορ. πανηγύρεως εν τω δήμω Τετραφυλίας”.
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.