Το “Κατσικοπάζαρο” και το καραβάν – σεράι!

Η εμποροπανήγυρη της Άρτας, γνωστή με το χαρακτηριστικό όνομα «Κατσικοπάζαρο», υπήρξε θεσμός με κεντρική σημασία για την οικονομική και κοινωνική ζωή της περιοχής. Δεν επρόκειτο απλώς για τόπο εμπορίου κατσικιών, αλλά για έναν πολύπλευρο χώρο όπου συνυπήρχαν η αγοραπωλησία, το εμπόριο, η κοινωνική συναναστροφή και η αναψυχή των κατοίκων και των ταξιδιωτών. Οι μαρτυρίες του Πουκεβίλ και του Αραβαντινού επιβεβαιώνουν ότι το «Κατσικοπάζαρο» λειτούργησε ταυτόχρονα ως πανηγύρι και ως σταθμός καραβανιού, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη μεγάλου καραβάν-σεράι στην ίδια περιοχή. Εκεί κατέλυαν οι έμποροι και οι οδοιπόροι που κινούνταν στον κεντρικό άξονα Ιωαννίνων–Άρτας, έναν δρόμο με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για την επικοινωνία και το εμπόριο της Ηπείρου. Στο σημείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη αξία η αυθεντική μαρτυρία του Félix de Beaujour στο Voyage militaire (Παρίσι 1829), ο οποίος καταγράφει με λεπτομέρεια τη διαδρομή Άρτας–Ιωαννίνων. Ο Félix de Beaujour (1765–1836) δεν ήταν απλώς περιηγητής· υπήρξε Γάλλος διπλωμάτης και πρόξενος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με έντονο ενδιαφέρον για τα πολιτικά και εμπορικά δίκτυα της Ανατολικής Μεσογείου. Η ιδιότητά του αυτή προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη μαρτυρία του, καθώς δεν πρόκειται για μια τυχαία ταξιδιωτική εντύπωση, αλλά για τεκμηρίωση από έναν έμπειρο παρατηρητή που είχε επίσημη αποστολή. Γράφει χαρακτηριστικά :”«……Όμως αυτοί οι δύο δρόμοι είναι πολύ δύσβατοι τον χειμώνα (εννοεί τους δρόμους μέσω Καλαρρυτών), και προτιμάται ο άμεσος δρόμος από την Άρτα προς τα Γιάννενα, μέσα από τα βουνά της Κασσιόπης, η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη γραμμή επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο αυτές πόλεις της Ηπείρου.

Αυτός ο τελευταίος δρόμος διασχίζει τον ποταμό βγαίνοντας από την Άρτα μέσω μιας πέτρινης γέφυρας, της οποίας το μεσαίο τόξο, κτισμένο σε οξυκόρυφο σχήμα, έχει ύψος 80 πόδια. Ακολουθώντας το πόδι των βουνών που περιβάλλουν την πεδιάδα στα βόρεια, οδηγεί μέσω του χωριού Μαράτι και του χωριού Χανόπουλο στο χάνι του Κατσικοπάζαρου, το οποίο βρίσκεται στην είσοδο αυτών των βουνών,  σε ένα χλοερό πλάτωμα, όπου κάθε χρόνο γίνεται μια ξακουστή εμποροπανήγυρη. Το χάνι αυτό προσφέρει καλή θέση διέλευσης, επειδή βρίσκεται στην έξοδο των βουνών, στην αρχή της όμορφης πεδιάδας του Χάζι, η οποία εκτείνεται από τον ποταμό της Άρτας μέχρι τον ποταμό του Λούρου και συνορεύει με τον Αμβρακικό κόλπο……. Η πεδιάδα είναι μία από τις πιο εύφορες της Ελλάδας, φημισμένη τόσο για τον πλούτο όσο και για την ποικιλία των προϊόντων της. Είναι όλη σπαρμένη με μικρά χωριά που υψώνονται μέσα σε αυτή την χαμηλή και βαλτώδη πεδιάδα, σαν νησιά μέσα στη θάλασσα….

Ο δρόμος προς τα Γιάννενα χωρίζεται στο χάνι του Κατσικοπάζαρου σε δύο κλάδους: ο ένας κατευθύνεται προς τον βορρά και ανεβαίνει μέσω των χωριών Κουμζιάδες και Μουγλιανά προς το χάνι των Πέντε Πηγαδιών, πάνω σε ένα οροπέδιο που αποτελεί το κλειδί όλων των γύρω θέσεων· από εκεί ανηφορίζει μέσω του χωριού Κυριακή στην κορυφογραμμή των βουνών της Κασσιόπης προς το χάνι του Αγίου Δημητρίου, για να κατέβει μέσω του χωριού Άρδος και εκείνου του Κατσικά, στο οροπέδιο των Ιωαννίνων. Ο άλλος κλάδος, στρεφόμενος περισσότερο προς δυσμάς, περνά από το χωριό Στρεβίνα για να συναντήσει τον Λούρο στη γέφυρα που λέγεται Πάσαινα….».

Το «Κατσικοπάζαρο» επομένως, αυτή η ξακουστή εμποροπανήγυρη,   γινόταν στο πλάτωμα στην είσοδο των βουνών μετά το Χανόπουλο, το δε χάνι, όπως επισημαίνει ο Beaujour, είχε στρατηγική θέση διέλευσης, αφού βρισκόταν στο σημείο εξόδου των βουνών, στην αρχή της πεδιάδας του Χάζι (ή Κάμπου) της Άρτας, που εκτεινόταν από τον ποταμό της Άρτας (Άραχθο) έως τον Λούρο και κατέληγε στον Αμβρακικό. Η μαρτυρία αυτή είναι ιδιαίτερης σημασίας: αφενός διότι αποτελεί μια ιστορικά καταγεγραμμένη αναφορά για το ακριβές σημείο που γίνονταν η  εμποροπανήγυρη, αφετέρου επειδή επιβεβαιώνει βιβλιογραφικά και τη θέση  μεγάλου καραβάν-σεράι στην ίδια περιοχή, πιθανότατα εκείνου που μνημονεύει ο Εβλιγιά Τσελεμπή τον 17ο  αιώνα στη διαδρομή Άρτα – Γιάννενα: «Το χάνι «Καπού Αγά». Είναι ένα μεγάλο χάνι με 50 τζάκια, με σκεπή από κεραμίδια και είναι κτήμα του άλλοτε βεζίρη της Αιγύπτου Χαδούμ Αβδούλ Ραχμάν Πασά……..Τρεις ώρες πέρα από τούτο το χάνι, προς βορρά, υπάρχουν μέρη πολύ επικίνδυνα. Προχωρώντας περνάμε τα Πέντε Πηγάδια και επί ώρα […] με φόβο και με κίνδυνο φτάνουμε σε μέρη με αμπέλια και κήπους. Τέλος φτάνουμε στον κάμπο των Ιωαννίνων…» (Καρρά, 2024). 

4.2.Το χάνι του Καρβασαρά και η τοπωνυμία της περιοχής

Η μαρτυρία του Beaujour συμπληρώνεται από τρία ακόμη πρωτογενή τεκμήρια της ίδιας διαδρομής. Πρώτον, ο William Haygarth, τον Αύγουστο του 1810, σχεδιάζει ένα φύλλο με τίτλο «View of Karavassara in Epirus, between Arta & Yannina» και ένα δεύτερο φύλλο με τίτλο «View in Epirus between Arta & Yannina» και εντελώς διαφορετικό ανάγλυφο, επιβεβαιώνοντας ότι η στάση–χάνι «Καρβασαράς» ανήκει όντως στο ενδιάμεσο σκέλος Άρτας–Ιωαννίνων. Δεύτερον, ο William Martin Leake (1835) στο ταξίδι του στην Ήπειρο το 1809 – 1810, καταγράφει τη γραμμή Άρτα → (κάτω από) Μουλιανά → Πέντε Πηγάδια → Άγ. Δημήτριος → οροπέδιο Ιωαννίνων, μνημονεύοντας «ερείπιο χανιού κάτω από τα Μουλιανά» και αμέσως μετά το χάνι των Πέντε Πηγαδιών.  Τρίτον, ο Henry Holland (1815) αναφέρει ρητά ότι στα Μουλιανά δεν υπήρχε χάνι αλλά ένα σεράγι του Αλή πασά, όπως και σε άλλες κομβικές θέσεις της επικράτειάς του (Σαλαώρα, Άρτα, Πάργα κ.ά.), τα οποία χρησιμοποιούσε για διαμονή και υποδοχή επισήμων. Στο εικονογραφικό τέλος του 19ου   αιώνα, η ύπαρξη χανιού με το όνομα «Καρβασαράς» τεκμηριώνεται και από τη λιθογραφία του George de la Poer Beresford με τη λεζάντα “Khan at Caravasera”. (1855), που δείχνει το κτίσμα ήδη σε ερειπιώδη μορφή.

Η τοπωνυμική αυτή χρήση αποτυπώνεται και σε ελληνική πηγή: ο Σεραφείμ Βυζάντιος μνημονεύει τον «Καρβασαρά» ως ευρύτερο γεωγραφικό διαμέρισμα δυτικά του Ξηροβουνίου, με συστάδα χωριών που υπάγονται σε αυτόν∙ ένδειξη ότι η ονομασία του μεγάλου χανιού μεταφέρθηκε και καθιερώθηκε για να δηλώσει ολόκληρη την περιοχή. Έτσι, σε συνδυασμό με τον Beaujour, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι η περιοχή έλαβε το όνομά της από το κομβικό χάνι στην είσοδο των βουνών (χώρο του Κατσικοπάζαρου), ενώ το σεράι των Μουλιανών αποτελούσε διαφορετικής φύσεως εγκατάσταση της εξουσίας του Αλή πασά.” (Πηγή : Οι Εμποροπανηγύρεις της Άρτας, Α. Καρρά, Σεπτέμβριος 2025)

Στη φωτογραφία “Χαρακτικό με το τοπίο της τοποθεσίας του Καραβάν – σεράι, ανάμεσα στην Άρτα και τα Γιάννενα του W. Haygarth, Αύγουστος 1810 – Landscape at the location of Karavan Serai, between Arta and Ioannina. August 1810. (Alternative Title: View of Karavassara in Epirus, between Arta & Yannina. August 1810. [HAYGARTH, William. Collection of 120 original sketches of Greek landscape made in 1810-1811.] Πηγή : The Gennadius Library – The American School of Classical Studies at Athens

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Οι εμποροπανηγύρεις της Άρτας!

Μια και αύριο είναι τα εγκαίνια του Παζαριού της πόλης, οι σημερινές μας αναρτήσεις θα έχουν να κάνουν μ’ αυτό το θέμα.

Η πρώτη ανάρτηση αφορά την εργασία μου με τίτλο “Οι εμποροπανηγύρεις της Άρτας” και ερευνά τον θεσμό των πανηγυριών στην περιοχή της Ηπείρου και ιδιαίτερα της Άρτας από τα βυζαντινά χρόνια μέχρι και τον 20ο  αιώνα. Δείχνει πως οι εμποροπανηγύρεις δεν ήταν μόνο το Μουχούστι, όπως συχνά νομίζουμε, αλλά πολύ περισσότερες και ζωηρότερες, συνδέοντας την Άρτα με ένα ευρύ δίκτυο εμπορίου και επικοινωνίας.

Οι πηγές είναι πολλές και διαφορετικές: χρονικά, ταξιδιωτικά κείμενα, τοιχογραφίες, χαρακτικά, παλιές φωτογραφίες, ακόμη και προφορικές μαρτυρίες. Ξεχωριστή θέση έχουν οι Γάλλοι πρόξενοι του 18ου  αιώνα, που με τις αναφορές τους περιγράφουν με λεπτομέρεια τα προϊόντα, τα καραβάνια και τους δρόμους του εμπορίου, αναδεικνύοντας την Άρτα ως κρίκο ενός διεθνούς δικτύου.

Από το μεσαιωνικό «μποριόν» έξω από το κάστρο, στο οθωμανικό «τουρκοπάζαρο» του 17ου  αιώνα που κατέγραψε ο Εβλιγιά Τσελεμπή, και στη μεγάλη εμποροπανήγυρη του Μουχουστίου που κράτησε μέχρι τον 20ο  αιώνα, η Άρτα φανερώνεται ως μια πόλη με συνεχή εμπορική ζωή. Στους δρόμους και τις πλατείες της αντάμωναν έμποροι, χωρικοί, ξένοι ταξιδιώτες· άλλαζαν χέρια προϊόντα, ανταλλάσσονταν ειδήσεις, γεννιούνταν φιλίες και συμφωνίες.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο Κατσικοπάζαρο, που αναφέρεται ήδη σε πηγές του 19ου  αιώνα ως το μοναδικό παζάρι της Άρτας. Πρόκειται για εμποροπανήγυρη, όπου κυριαρχούσε το εμπόριο κατσικιών, δίνοντας όνομα και χαρακτήρα στη συνάντηση. Η σημασία του ήταν τέτοια ώστε  θεωρούνταν θεσμός για την τοπική οικονομία και κοινωνία, φέρνοντας κοντά τους κατοίκους της Άρτας με τους κτηνοτρόφους και εμπόρους της γύρω περιοχής.

Η έρευνα αυτή θέλει να θυμίσει πως οι εμποροπανηγύρεις υπήρξαν κομμάτι της ταυτότητας του τόπου, εκεί που για αιώνες χτυπούσε η καρδιά του. Και πως πίσω από κάθε παλιό παζάρι —από το Κατσικοπάζαρο ως το Μουχουστί— κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία ανθρώπων και σχέσεων, που αξίζει να τη θυμόμαστε.

                                                                             Αναστασία Γ. Καρρά

Μπορείτε να διαβάσετε την εργασία στο λινκ https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2025/09/Οι-Εμποροπανηγύρεις-της-Άρτας.pdf

ή στο λινκ της academia.edu https://www.academia.edu/144157711/%CE%9F%CE%B9_%CE%95%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%86%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%82

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Από την εγκατάσταση των Ποντίων στη Βίγλα!

21-5-1961 : Οι εκπρόσωποι του ΟΗΕ κ.κ. Κωκ και Άκερμαν παραδίδουν αγελάδες στους Πόντιους πρόσφυγες στη Βίγλα Άρτης, στα πλαίσια της προσπάθειας για την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. (Φωτο από αρχείο Ευρώπης Ευθυμιάδου)

Μπορείτε να δείτε ακόμη μια φωτογραφία με το ίδιο θέμα στο λινκ https://doxesdespotatou.com/i-egkatastasi-ton-pontion-sti-vigla-ar-2/

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά στον Κάμπο της Άρτας | Σχολιάστε

Βίγλα : εκεί που χάθηκαν εκατομμύρια…

Πριν 64 χρόνια δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ”, ένα άρθρο σχετικό με τους πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στο χωριό Βίγλα της Άρτας. Το άρθρο υπέγραφε η Γιολάντα Τερέντσιο, μια Ελληνίδα δημοσιογράφος η οποία έγινε ιδιαίτερα γνωστή για τις εκπομπές της στην Ελληνική Υπηρεσία του BBC κατά του δικτατορικού καθεστώτος την περίοδο 1967–1974. Το ρεπορτάζ φωτίζει τις δύσκολες συνθήκες στις οποίες έπρεπε να ανταπεξέλθουν οι πρόσφυγες από την Ρωσσία και την Ρουμανία, μετά την εγκατάστασή τους στο χωριό….

“Για σκεφτείτε να έχετε παιδευτεί χρόνια και χρόνια, να έχετε φθάσει τέλος στην πατρίδα σας πρόσφυγες – ζητώντας καταφύγιο — να έχετε μείνει χρόνια και χρόνια σ’ ανήλιαγα φοβερά μπουντρούμια περιμένοντας, με απίστευτη υπομονή, την πολυπόθητη κι υποσχεμένη ώρα της αποκαταστάσεως και κάποτε να σας έχουν πει:

Τα σπίτια σας είναι έτοιμα, τα χωράφια σας περιμένουν σπαρμένα και δεν έχετε παρά να τα θερίσετε. Ελάτε στο νέο χωριό σας να ζήσετε μια νέα ζωή!Δεν θα το νομίζατε ένα αληθινό παραμύθι; Δεν θα κάνατε το σταυρό σας και δεν θα ευχαριστούσατε το Θεό και τους ανθρώπους που βοήθησαν να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο άπιαστο όνειρο; Αυτό έκαναν οι απλοϊκοί άνθρωποι οι γεννημένοι στον Καύκασο — που θέλοντας να μείνουν πιστοί στις ελληνικές και ορθόδοξες παραδόσεις των πατέρων τους του Πόντου, δεν αφομοιώθηκαν ποτέ με τον λαό που τους φιλοξενούσε· κι αφού δεινοπάθησαν κι εξορίστηκαν όλοι στο Καζακστάν, κατόρθωσαν μετά δέκα-δώδεκα χρόνια να πάρουν την άδεια να γυρίσουν πίσω στη γη των προγόνων τους.

Αυτό έκαναν οι 52 οικογένειες από τη Ρωσία και οι 33 οικογένειες από τη Ρουμανία που επελέγησαν για να κατοικήσουν στο νέο συνοικισμό της Βίγλας, δεκαέξι χιλιόμετρα έξω από την Άρτα. Είχαν ξεκινήσει ως με τα μπογαλάκια τους και τα παιδιά τους από τους καταυλισμούς νεοπροσφύγων — πληρωμένο το ταξίδι — φτάσανε στο νέο χωριό, στα καινουργιοχτισμένα σπίτια και στα σπαρμένα χωράφια. Ως και αγελάδες τους είχαν δώσει, ένα άλογο κι ένα κάρο στην κάθε οικογένεια κι ένα επίδομα 900–1.700 δραχμές το μήνα, ανάλογα με τα μέλη, επί ένα χρόνο, όπου υπολογιζόταν ότι θα ήταν αυτάρκεις πια.

Οι επίσημοι έφυγαν ευχαριστημένοι, οι σημαίες διπλώθηκαν, οι πίκρες και τα δάκρυα θάμπωσαν από τη χαρά κι από τις ελπίδες κι άρχισε η ζωή από το άλφα.

Μας ξαφνικά οι φρέσκιοι τοίχοι γκρίζωσαν και μαύρισαν, τα ταβάνια ξέφτισαν, τα δωμάτια πλημμύρισαν νερά, οι νεοανοιγμένοι δρόμοι έγιναν απροσπέλαστοι, πνίγηκαν στο νερό τα σπαρμένα χωράφια και δεν θερίστηκαν τα καταστραμμένα σπαρτά.

Η κακοδαιμονία, η επιπολαιότητα και η προχειρολογία των κρατικών υπηρεσιών έκαναν αυτό το πραγματοποιημένο όνειρο έναν άθλιο αντικατοπτρισμό στην έρημο. Μόνο οι άνθρωποι ήταν αληθινοί και το βούλιαγμα της πίστης και της ελπίδας τους.

Είχαν φέρει τον κόσμο να ζήσει σ’ ένα απέραντο έλος, πριν συστηματοποιήσουν τα εδάφη, πριν κάνουν αποστραγγιστικά έργα, πριν πειραματιστούν να δουν την ευφορία που χάριζαν σ’ αυτούς τους ξεριζωμένους. Έφεραν τον κόσμο να ζήσει για πάντα σε μια λούμπα. Οι επίσημοι  κι οι αρμόδιοι ξαναεπισκέφτηκαν τη Βίγλα γρηγορότερα απ’ ότι φαντάζονταν κι αναγκάστηκαν να φορέσουν ψηλές μπότες για να περάσουν τους δρόμους και να φτάσουν ως τα πλημμυρισμένα κατώφλια των σπιτιών. Η Βίγλα είχε βουλιάξει. Κι η αγωνία άρχισε. Και δεν τέλειωσε ακόμα η αγωνία, 4 χρόνια μετά. – Είσαστε αχάριστοι, τεμπέληδες, καφενόβιοι, ραδιούργοι και μαθημένοι στην επαιτεία, λένε μερικοί αρμόδιοι με τη βροντερότερη φωνή τους για να μη τολμήσουν οι άνθρωποι να υψώσουν τη δική τους φωνή, για να τους πάρουν τον αέρα ώστε να μη τους αρπάξουν να τους ρίξουν στις πλημμυρισμένες τάφρους!

Αν δεν ΄ήταν από το Παραπέτασμα θα τους είχαν προ πολλού κατηγορήσει για κομμουνισμό και θα τους είχαν εξορίσει μερικούς για παραδειγματισμό. Οι άνθρωποι δηλαδή είναι πολύ ήσυχοι κι έχουν μεγάλο σεβασμό στους αρμόδιους, έχουν μάθει να σκύβουν το κεφάλι και μόλις που τολμάνε να υψώσουν τη φωνή για να φτάσει ως τ’ αυτιά των υψηλών κρατικών υπαλλήλων που έχουν τα χάρισμα να κόβουν τη λαλιά τους. Άλλωστε δυσκολεύονται να εκφραστούν γιατί οι περισσότεροι δεν έχουν μάθει γράμματα επειδή από το 1917 έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία στη Ρωσία και επειδή μιλάνε την ποντιακή διάλεκτο.

  • Το κράτος δεν έπρεπε να μας στείλει με όλο το βάρος στην πλάτη μας, να έκανε τα πειράματα πριν μας στείλει, τολμάει να πει ένας νέος Πόντιος.

Τον αποστομώνει ένας κρατικός υπάλληλος λέγοντας του πως δεν έχει δικαίωμα να παραπονιέται, γιατί το κράτος που δίνει επίδομα επί 4 ολόκληρα χρόνια.

  • Μόνο επίδομα κερδίσαμε εδώ, τίποτα άλλο, λέει ο νέος κι ένας άλλος προσθέτει:
  • Κι εμείς ντρεπόμαστε να παίρνουμε τα λεφτά δεν είμαστε ζητιάνοι. Δώσε μου 20 στρέμματα να είναι χωράφι, να βγάλω το ψωμί μου. Αφού ο γεωπόνος το έβγαλε άγονο το χωράφι πώς επιμένεις να σπέρνω  εδώ και να βάζω χρέος στην Τράπεζα…Όταν το εξέτασε ο γεωπόνος και το έβγαλε άγονο, εόπατις αυτό το χωράφι δεν το σπέρνω….
  • Σπέρνομε και δεν θερίζουμε. Μας λέγανε πως θα είχαμε δύο  εισοδήματα και δεν είχαμε ούτε ένα. Δεν έκλαψα παράπονο και να καταστρέφομαι δεν φανερώνω κλάμα, πήρα δάνειο και νοίκιασα από την οικονομία μου και άλλα 30 στρέμματα, αν ο Θεός θέλει θα ζήσω, είπα. Το χωράφι πάει χαμένο, ξεράθηκε. Θ απουλήσω τις αγελάδες και τα παιδία τότε τι θα γίνουν? Αυτό σκέφτομαι μέρα, νύχτα. Ούτε θα χορτάζω ψωμί εδώ πέρα…
  • Εγώ έσπειρα 15 στρέμματα σιτάρι και 10 στρέμματα βρώμη και τριφύλλι. Η βρώμη χάθηκε καθώς και 10 στρέμματα σιτάρι. Πήρα δάνειο  στους εμπόρους 1000 δραχμές, μου έδωσε το Υπουργείο Προνοίας 3000 χρέος έμεινα. Ούτε σιτάρι, ούτε χόρτο, ούτε ψωμί. Είναι εντροπής να ζητάω όλον τον καιρό επίδομα. Δεν μπορώ να δώσω την αγελάδα, γιατί αλλοιώς δεν ζω. Σκέφτομαι πως θα θρέψω τα παιδιά.
  • Επίδομα δεν μπορείτε να δίνετε κάθε χρόνο, χωράφι θέλομε.
  • Είμαστε φυλακή εδώ, λιβάδι δεν έχουμε.
  • Το συμβούλιο της ΕΒΓ έβγαλε απόφαση να πληρώσουμε συνολικά 65.198 δραχμές γι’ αποστραγγιστικά έργα, ενώ πνιγόμαστε…Μας στείλανε οι Ολλανδοί αγρότες αγελάδες, δέκα τώρα στην αρχή και θα φέρουν για όλους και δεν έχομε αρκετή τροφή να τις θρέψουμε, αντί για 15 κιλά χόρτο τους δίνουμε μόνο πέντε, άλλο τίποτα δεν τους δίνουμε. Ο Ολλανδός παραπονιέται πως οι δυο ταύροι αδυνατίσανε, εδώ στη Βίγλα που ήρθαμε δεν είναι μόνο οι ταύροι που αδυνάτισαν, αδυνατίσαμε κι εμείς.
  • Δεν θα μπορέσουμε να συντηρήσομε την οικογένεια. Πολλά λεφτά έπεσαν εδώ και χάθηκαν. Να μας δώσουν γόνιμα χωράφια. Λαχταρισμένος είναι ο λαός…….”(Συνεχίζεται) [Πηγή : Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, αρ. τχ. 368, Αθήναι, 28 Απριλίου 1961]

“Με το πολυπόθητο κλειδί στο χέρι, το νέο ζευγάρι πάει στο καινούργιο του σπίτι. Τα βάσανα τέλειωσαν, οι καταυλισμοί των προσφύγων θα μείνουν μέσα στις μαύρες αναμνήσεις, μια ευτυχισμένη ζωή ανοίγεται μπροστά τους. “Η Βίγλα θα γίνει μια πρότυπος γεωργοκτηνοτροφική περιοχή”, λένε οι αρμόδιοι. Μακάρι! Ένα πρέπει να τονιστεί : καμιά ολιγωρία δεν επιτρέπεται πιά….”(Φωτο και σχόλιο από το ρεπορτάζ του περιοδικού. Η φωτογραφία έχει υποστεί επεξεργασία μέσω ΑΙ)

…και η αυθεντική φωτο στο περιοδικό!

Δημοσιεύθηκε στη Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Στις επιδείξεις του Ιουνίου…

7 Ιουνίου 1955, στο Στάδιο Άρτης. Οι μαθητές της 8ης.

Από δεξιά : Ευάγγελος Συγγούνας (Ιατρός χειρούργος), Σπύρος Χαρ. Βάγιας (Νομικός) Ιωάννης Δημοθόδωρος (Τ.Τ.Τ. – Θεατράνθρωπος), Αντώνης Ευσταθίου (Φαρμακοποιός). [Έρευνα & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Αθλητικές Εκδηλώσεις | Σχολιάστε

Το Τουριστικό Περίπτερο στου Κρυστάλλη!

Όσοι ζήσαμε την εφηβεία μας στα χρόνια του ’70, σίγουρα το επισκεφτήκαμε, όχι μια αλλά πολλές φορές….Πρόκειται για το Τουριστικό περίπτερο στου Κρυστάλλη, μια μοντέρνα κατασκευή που βρισκόταν δίπλα στο εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων και ατένιζε τον Άραχθο και το απέναντι τοπίο. Σήμερα δεν υπάρχει πια καθώς κατεδαφίστηκε για την προέκταση της οδού Τζουμέρκων…

Στη φωτογραφία μπορούμε να δούμε ένα μέρος αυτής της αρκετά πρωτοποριακής κατασκευής και μια τάξη του Γυμνασίου Θηλέων Άρτης να ποζάρει όλο χαμόγελα…Πρόκειται για μια δράση για την πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων, με την καθηγήτρια κ. Γιώτη, φυσικό, στο κέντρο. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της κ. Αννας Μπακόλα)

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Ομάδα “ΑΣΤΡΑΠΗ”

Η “ΑΣΤΡΑΠΗ” ήταν συνοικιακή ομάδα από το 1926. Διακρίνονται από αριστερά : Νίκος Αρτέμης (Π.Α.Ο.Α.), Κλέαρχος Σπήλιος, Απόστολος Ζάχος (Π.Α.Ο.Α.), Παναγιώτης Σακκάς, Κων/νος Σιαπλαούρας, Αλέξ. Τσάκαλος, Βασίλειος Τσαβλιάς (έτρεχε στις γειτονιές…μάζευε τα αστέρια που έπαιζαν στα χωριά του κάμπου, κάτι σαν scouter δηλαδή…)

Κάτω αριστερά : Σωτήρης Νούτσος, Κων/νος Φλέγκας και Κων/νος Γιώτης. (Π.Α.Ο.Α., ΑΕΤΟΣ). Ο πιτσιρίκος, άγνωστος…. [Φωτο από αρχείο Κ. Γιώτη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς).

Δημοσιεύθηκε στη Οι άλλες ομάδες | Σχολιάστε

Η Παναγία των Σελλάδων!

Πίνακας ζωγραφικής του Ηλία Καρανίκα με τίτλο ” Η Παναγία των Σελλάδων”. (Πηγή : https://paletaart.wordpress.com/)

Περισσότερα για τον γιατρό και ζωγράφο Ηλία Καρανίκα στο λινκ https://doxesdespotatou.com/topio-sto-chorio-sellades/

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινοί ζωγράφοι και η Άρτα | Σχολιάστε

Ένα “Αρτζουχάλι” από το Κομπότι!

Η λέξη “Αρτζουχάλι” προέρχεται από την τουρκική arzuhâl, που σήμαινε «αίτηση» ή «αναφορά» προς έναν ανώτερο αξιωματούχο. Στην πράξη, ήταν μια γραπτή παράκληση/υπόμνημα όπου κάποιος ανέφερε το πρόβλημά του και ζητούσε βοήθεια ή δικαιοσύνη.

Το έγγραφο με αριθμό 1414 που περιλαμβάνεται στο Γ’ τόμο των Αρχείων του Αλή πασά, είναι μια τέτοια αναφορά (αρτζουχάλι) που έστειλε μια γυναίκα γνωστή ως «Νικολάκαινα» από το χωριό Κομπότι (στην Άρτα) προς τον Αλή πασά. Είναι με ημερομηνία 15 Μαΐου (χωρίς αναφορά σε έτος).

Η γυναίκα παρακαλεί για δεύτερη φορά να της δοθεί οικονομική βοήθεια, γιατί χρωστά ακόμη χίλια γρόσια και δεν μπορεί να αντεπεξέλθει. Στο κείμενο δηλώνει ότι είναι χήρα, τυφλή και μητέρα ανήλικων παιδιών, τα οποία δεν μπορεί να συντηρήσει μόνη της. Δεν γνωρίζουμε αν είχε κάποια συγγενική ή προσωπική σχέση με τον Αλή πασά ή απλώς ζητούσε προστασία. Επίσης, δεν είναι βέβαιο αν τελικά ικανοποιήθηκε το αίτημά της.

Το κείμενο είναι γραμμένο με το χέρι κάποιου γραφέα και έχει την υπογραφή της. Δεν είναι σίγουρο αν το συνέταξε στο ίδιο το Κομπότι (όπου κατοικούσε) ή στα Γιάννενα (αν το πήγε εκεί προσωπικά). Πάντως, το γεγονός ότι χρησιμοποίησε τον όρο «η σκλάβα σου» δείχνει την τυπική γλώσσα υποταγής προς τον πασά. Με λίγα λόγια: είναι μια δραματική επιστολή μιας φτωχής και ανήμπορης γυναίκας που ζητά για δεύτερη φορά οικονομική βοήθεια από τον Αλή πασά για να ξεπληρώσει τα χρέη της και να φροντίσει τα παιδιά της.

“Ύπερτατε, πανυπέρλαμπρε, μεγαλοπρεπέστατε και πολυχρονεμένε ντουβλετή, βηζήρ, εφέντη μου, την μεγαλειότητά σου σκλαβικώς προσκυνώ και φιλώ τους τιμημένους σου πόδας. Τον μεγαλόδυναμον θεόν παρακαλώ νύκτα τε και ημέρα να σου αυξάνει την ζωήν και το ντουβλέτη. Με το σκλαβικόν μου αρτζεχάλη φανερώνω της μεγαλοσύνης σου, εγώ η σκλάβα σου η πτωχή Νικολάκενα από Κομπότη, η οποία ήλθε και πέρυσι και σου έκαμε ηφαντέ το χάλιημου και ως εύσπλαγχνος αυθέντης των ορφανών έκαμες μιρεχμέτι εις εμέ και μου εύγαλες δύο χιλιάδες γρόσια, τα οποία τα έδωσα των μπορτζιλίδων μου και έμεινα ακόμι χρεώστισα εις αυτούς υπέρ τα χίλια γρόσια, και ξεχωριστά από αυτό το βάρος, αυθέντη μου, ευρίσκομαι πολλά στενοχωρημένη από την ζωοτροφή μου, τώρα ως χήρα και ορφανή και με παιδιά ανήλικα όπου απόμεινα, πρώτα έχω τον θεόν και δεύτερα προσπίπτω εις το πλούσιον έλεος της μεγαλειότητός σου, όπου καθώς συνιθίζεις και κάνεις πολλαίς και μεγάλαις καλοσύναις εις ανθρώπους ελεήρτζηδες, και οπού να ήναι σκλάβοι σου πιστοί και χαήρ ντουγάντζηδες, τοιουτοτρόπως και έμενα την πτωχήν και ξεχωριστήν σκλάβαν σου, να με κυβερνήσης από το υψιλόν ντουβλέτη σου ότι ορίσεις και ο θεός σε φωτίσει και οι χρόνοι σου από τον θεόν πολλοί λαμπροί και δεδοξασμένοι.

μαΐου 15

της υπερτάτου σου μεγαλειότητος
σκλάβα σου παντοτινοί
Νικολάκενα από Κομπότι”. (Πηγή : Αρχείο Αλή πασά: Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. Τόμος Γ΄, επιμέλεια Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2007. Έγγραφο αρ. 1414).

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Ένα χρονογράφημα για το Κομπότι του 1894!

“ΤΟ ΚΟΜΠΟΤΙ

Το χωρίον Κομπότι απέχει της Άρτης δύο ώρας. Απερχόμενος τις εξ Άρτης και διευθυνόμενος προς το χωρίον τούτο ακολουθεί την εις Μενίδιον άγουσαν και σταματά εν τινι παροδίω οικήματι χρησιμεύοντι ως καφενείον εν ω αναπαύονται οι οδοιπόροι. Εντεύθεν παρακάμπτει οδόν πλαγίαν, ήτις έγει ευθύς εις το Κομπότι.

Το χωρίον κείται αριστερά της οδού επί λόφου τινός παρά την οροσειράν του Πίνδου, υφ’ ον παρεκτείνονται τήδε κακείσε εις μεγάλην έκτασιν οι αγροί των χωρικών, οίτινες εξικνούνται μέχρι Μενιδίου. Χωρίζεται δε διά τινος χειμάρρου από του παρακειμένου χωρίου Σελάδες, όστις εισβάλλει κατά την Κόπραιναν εις τον Αμβρακικόν κόλπον, καλείται δε Βουβός. Ο αριθμός των οικιών ανέρχεται εις τριακοσίας.

Επί τουρκοκρατίας το χωρίον ευρίσκετο εν επιζήλω ανθηρά καταστάσει. Ήτο δε ως προς τα παρακείμενα κεφαλοχώρι. Εν αυτώ διέλαμπεν η πνευματική, οπωσούν κατά τους χρόνους εκείνους, ανάπτυξις και η υλική ευημερία.

Επί της εποχής του Αλή πασά, της μάστιγος εκείνης της Ηπείρου, προ του οποίου όλοι εκ φόβου τότε κατέπτυσσον, μόνον το Κομπότι διετήρησε την εντελή ανεξαρτησίαν, οφειλομένην εις την σωφροσύνην και φιλοπατρίαν του Γεροστάθη, ανδρός τότε καθ’ όλα διαπρέποντος. Ούτος ήτο ο κορυφαίος του χωρίου και ως προς το χρήμα και την διανοητικήν ανάπτυξιν.

Ο Αλή πασάς εκάλεσεν αυτόν προς συνεννόησιν, ίνα συναινέση διά την πώλησιν του χωρίου. Κατά την συνέντευξιν όμως ταύτην ου μόνον αντέστη θαρραλέως εις τας ορέξεις του Αλή, αλλά κατώρθωσε και τον επικείμενον κίνδυνον της ζωής του, ήτις είχε προγραφή, να αποσοβήση, και την γνώμην του αδαμάστου και αμεταπείστου εκείνου θηρίου να μετατρέψη διά του επιβάλλοντος αυτού περί τε την παρουσίαν και την ορθήν μετά κρίσεως εξέτασιν των ζητημάτων. Ούτω λοιπόν το χωρίον εσώθη διά του Γεροστάθη από των κακοποιών χειρών του Αλή.

Ο έγκριτος ούτος ανήρ εκέκτητο περιουσίαν μεγάλην. Κατά την ομολογίαν των χωρικών είχε οικίαν συνισταμένην εκ πεντήκοντα ευπρεπών δωματίων, απέναντι της πολλά έτη αριθμούσης εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου.

Πολύ επί της εποχής ταύτης εκ των κατοίκων του χωρίου τούτου ίσχυον και διεκρίνοντο πλείστοι, ιδίᾳ ο προμνησθείς Γεροστάθης, διά την σύνεσιν και την φιλοπατρίαν αυτών. Τούτο δε κατάδηλον γίγνεται και εκ της μαρτυρίας ότι οι εν Άρτη πολλάκις κατέφευγον εις τας συμβουλάς των εν Κομποτίω. Τοιαύτη ήτο η ισχύς και η υπεροχή του Κομποτίου, υπέρ νυν είναι άσημον χωρίον εν καταπτώσει διατελούν.

Και άλλα πρόσωπα ισχύοντα και διακρινόμενα τότε δυνάμεθα να αναφέρωμεν, αλλά παραλείπομεν τα ονόματα τούτων προ ανδρός τα μέγιστα διαπρέψαντος και μετασχόντος εις την σύστασιν της Φιλικής Εταιρίας. Ούτος ήτο ο Σκουφάς. Ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο ένθερμος λάτρης της πατρίδος, εν τη ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, αρχόμενος του λόγου περί της ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρίας, λέγει τα επόμενα περί Σκουφά:

«Περί τα τέλη του 1814 Νικόλαος τις Σκουφάς, εξ Άρτης, άνθρωπος τιμίου χαρακτήρος, πολύπειρος, αλλ’ ολίγης παιδείας και μικράς σημασίας, υπάλληλος άλλοτε εμπορικού οίκου, συνέλαβε πρώτος εν Οδησσώ την ιδέαν συστάσεως πολιτικής εταιρίας υπό την ονομασίαν «εταιρία των Φιλικών», ονομασίαν αρκούσαν μόνην να χαρακτηρίση την μικράν  γνώσιν του συστητού και αυτής της μητρικής γλώσσης του. Ο ασήμαντος ούτος θεμελιωτής ασημάντους παρέλαβε συμπράκτορας και αρχάς, και αφ’ ου τοις απεκάλυψε τον σκοπόν του , συνεννοήθη και περί του τρόπου της προόδου».

Ταύτα νομίζομεν ότι είναι ικανά να καταδείξωσι τον άνδρα, ου το όνομα πρέπει μετ’ ευλαβείας εκάστοτε να προφέρηται. Πόσον θαυμαστόν! Άσημος και απαίδευτος ανήρ ενεκολπούτο τοιαύτην ιδέαν πρώτος! Απέτυχεν, ως είναι πασίγνωστον, η επιχείρησις αύτη του φιλοπάτριδος ανδρός. Δεν είναι όμως παράδοξον, πώς ανήρ καθόλου ασήμαντος συνέλαβε πρώτος τοιαύτην σωτήριον και εθνωφελή ιδέαν; Ούτος παρείδε παν τυχόν πρόσκομμα και χάριν της πατρίδος ανέλαβεν, εμπνεόμενος υπό ευοιώνου ιδέας, την σύστασιν της εταιρίας.

Πρώτος λοιπόν έσπειρεν ο Σκουφάς, και προς εξάπλωσιν και πραγματοποίησιν τούτου του σχεδίου συνετέλεσαν διά συνεργασίας μετέπειτα και άλλοι. Δεν είναι λοιπόν άξιον να αποκαλυπτώμεθα μετ’ ευγνωμοσύνης αναφέροντες το σεβαστόν αυτού όνομα;

Και όμως πόσον ελησμονήθη ο μεγαλεπήβολος ούτος ανήρ! Ενώ πρέπει να τον θαυμάζωμεν, διότι συνέλαβε, καίτοι πνευματικώς αμόρφωτος, τοιαύτην εθνοσωτήριον ιδέαν, ημείς ουδέ καν λόγον ποιούμεθα περί του διασήμου ανδρός!

Εσώζετο μέχρι τινός η οικία του περικλεούς τούτου ανδρός, και οι πρεσβύται οι γνωρίσαντες αυτόν την ητένιζον μετ’ ακραιφνούς σεβασμού και αγάπης τοιαύτης, ώστε δάκρυα ευγνωμοσύνης εχύνοντο εκ των οφθαλμών των.

Ο πανδαμάτωρ χρόνος, συν τη άλλη τακτική των πραγμάτων φθορά, κατέστρεψε και ταύτην. Πλην της καταστροφής της οικίας του Σκουφά ολοσχερώς και η του Γεροστάθη κατεστράφη. Εάν εσώζετο η πρώτη, έπρεπεν, ως ιερόν κειμήλιον, μετά της αποχρώσης προσοχής και ενδελεχούς ευλαβείας να φυλάττηται, επί δε της θύρας της να τεθή επιγραφή χρυσοίς γράμμασι «Σκουφά». Θα ήτο καλόν το τοιούτον και πάντη ωφέλιμον, διότι η ανατένισις προς αυτό θα υπεμίμνησκεν εις τους χωρικούς τον ένδοξον χωριανόν των, και ούτω το φρόνημα αυτών θα υπεδαύλιζε και την τροπήν επί τα καλά θα εδείκνυεν……”. (Συνεχίζεται) [Πηγή : ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, φ. 110, 1894)

Στη φωτογραφία «Το Κομπότι κατά την δεκαετία του ’50 από το κοντοράχι. Κάτω αριστερά διακρίνεται ο νερόμυλος που λειτουργούσε μέχρι το 1957 περίπου…». Πηγή φωτογραφίας : https://kompoti-artas.blogspot.com/

Δημοσιεύθηκε στη Τα χωριά γύρω από την πόλη | Σχολιάστε