Πλήθος κόσμου περιμένει την πομπή των Επιταφίων κάποια Μεγάλη Παρασκευή στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Η φωτογραφία είναι έξω από το Καφεκοπτείο Κ. Νάκα στη Σκουφά. Διακρίνονται μεταξύ άλλων οι : Νικόλαος Χαρίσης, Ιωάννης Νάκας, Αθανάσιος Μπούσης, Ευάγγελος & Έφη Γκούντα, Νίκος Κουφούλης, Ελένη Τσαντούκλα, Γ. Βούρης, Γ. Μάνος, Γ. Νταραγιάννης, Αντρέας Οικονόμου, Ζησόπουλος, Κώστας Νταραγιάννης, Χρήστος Ψυλλιάς, Ηρακλής Νίκας. Διακρίνονται ακόμη ο Χρήστος Σιμόπουλος,ο κ. Μαλτέζος (καθηγητής) , ο Κώστας Παππάς (Σπασος) και η Κούλα Χαρίση -Γκούντα. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του κ. Γιάννη Νάκα)
Δυο γλυκύτατες δεσποινίδες, οι κόρες του Χαρίλαου Χουλιάρα, στέκονται δίπλα στον Επιτάφιο του Αγίου Νικολάου κάποια χρονιά την δεκαετία του ’60. (Φωτο από αρχείο κ. Γιάννη Χουλιάρα)
“Η μόνη Σαρακοστή που είχε κάποια αίγλη και κάποια θελκτικότητα ήτανε η Σαρακοστή της Λαμπρής. Όλοι μας, μικροί και μεγάλοι, την περιμέναμε με το στόμα ανοιχτό και σε τέτοιο βαθμό φανατισμού, που αν παραβγούμε με την τωρινή νεολαία, ασφαλώς θα βγάλωμε το συμπέρασμα πως όλοι μας εκείνο τον καιρό ήμεθα, αν όχι γελοίοι, αλλά τουλάχιστον τρελλοί.
Και όμως, όπως θέλετε πάρτε το, ημείς την περιμέναμε. Προτού ακόμα βγούνε οι Απόκρηες λέγαμε «Πότε νάρθει η Καθαρή Δευτέρα να φάμε πιταστές και να πιάσουμε τα Κούλουμα όξω στο Γιοφύρι, κάτω στην Παναγιά, πέρα στην Άη – Δήτρια, ψηλά στο Κάστρο, απάνω στη Φωνερωμένη και πίσω στο Ριζόκαστρο. Πότε νάρθη το ψυχοσάββατο των Αγίων Θεοδώρων, να στολίσωμε τους τάφους με λουλούδια, να κλάψωμε τους δικούς μας και να σιάξωμε τα μνήματα που τα παραμόρφωσε η βροχή και τα αυλακάκια. Πότε ναρχίσουν τα εγκώμια της Θεοτόκου να πάρωμε τους χαιρετισμούς από τον Αγραφιώτη, τον Παγώνα και τον Φωτόπουλο και να βγάλωμε όλες τις φράχτες των κήπων να τις κάψωμε έξω απ’ την εκκλησία. Πότε νάρθη ο Λάζαρος να φτάσωμε τραγουδώντας μέχρι τη Μπάνη και το Κομπότι μαζεύοντας αυγά για τη Λαμπρή ή πεντάρες για καινούργια τσαρούχια. Πότε νάρθη το Μεγαλοβδόμαδο να μην αφήσωμε φράχτη για φράχτη και παλούκι για παλούκι. Πότε νάρθη η Μεγάλη Παρασκευή να ξαναμαζέψωμε φρέσκα αυγά και πότε νάρθη η Ανάσταση να φορέσωμε τα καινούργια μας ρούχα και να γυρίσωμε να φάμε το κόκινο αυγό….»Και όλα αυτά έρχονταν, έφευγαν και ξανάρχονταν και ξαναζωντάνευαν τα όμορφα έθιμα μέσα στις καρδιές μας ως που θα πάνε και θα πάνε και θα σβήσουν ως θύματα κι αυτά του πολιτισμού. Και θα μείνουν πλέον στην μπάντα όχι ως αναμνήσεις αλλά ως θρύλοι. Μια τέτοια ποικιλία πως θα μπορεούσε να μην έχει αίγλη και θελκτικότητα?
Κι αυτοί οι γέροι κ οι γριές με τόνα πόδι στο λάκκο δεν έλειπαν βραδυά από την εκκλησία. Άφησε το γυναικολόι που κατελάμβανε προ μιας ώρας τας θέσεις. Σωστό πανδαιμόνιον. Τα σπίτια έμεναν σχεδόν αδειανά κι αυτά τα σκυλιά τριγύριζαν έξω απ’ τις εκκλησίες. Αλλά μήπως είχαμε και λίγες? Όσες ήτανε, όλες λειτουργούσαν. Μετράτε : Αη-Δήτρια, Παρηγορήτρια, Άγιοι Πάντες, Παντοκράτωρ, Άγιος Κωνσταντίνος, Αγία Θεοδώρα, Αγία Σωτείρα, Άγιος Λουκάς, Άγιος Βασίλειος, Άγιος Δημήτριος, Άγιος Σπυρίδων, Αγία Σοφία, Άγιος Νικόλαος, Μητρόπολις, Άγιος Ιωάννης, Άγιοι Ανάργυροι, Άγιος Γεώργιος, Άγιοι Θεόδωροι και Φανερωμένη. Φαντασθήτε τόσες εκκλησίες και πάλι δεν χωρούσανε τους πιστούς στην Άρτα. Ήμεθα όλοι θρήσκοι πέρα για πέρα. Και θρήσκοι με όλη τη σημασία της λέξεως. Οι χασάπηδες καθ’ όλην την Σαρακοστήν δεν πέρναγαν αρνί στα τσιγκέλια κι αν πέρναγαν κανένα το πέρναγαν για τους ασθενείς και για μερικούς κοιλιόδουλους που ήθελαν να μας δείξουν πως κάτι ξαίρουν από μας περισσότερο. Τα ίδια κι οι Γιαουρτάδες και οι Ψαράδες. Όποιος έβλεπε τον άλλον να τρώει τον φώναζε οβρηό. Ο Καζάκος, ο Αγαθής και οι άλλοι δεν μαγείρευαν ποτέ αρτίσιμα φαγητά παρά αχεβάδες, μήδια, πίνες, οκταπόδια κ.τ.λ. Από παπάδες ακούγονταν τότε ο Παπά-Τζινέρης στην Παρηγορήτρια και ο Παπά – Νικόλας του Αγίου Νικολάου. Από ψαλτάδες, όλοι καλοί, αλλά ο καλλίτερος ο σχωρεμένος Γιαννάκης Παγώνας μαθητής του δάσκαλου Γιαννάκη Δημητριάδη, ψάλτου δεξιού του Αγίου Γεωργίου. Στην Παρηγορήτρια που έψελνε ο Παγώνας γινόταν αυτές τις μέρες πανζουρλισμός. Έτρεχαν όλοι ν’ ακούσουν τη γλυκειά του φωνή και να θαυμάσουν την αρμονία της Βυζαντινής Μουσικής. Να γιατί είχε αίγλη και θελκτικότητα τότε η Σαρακοστή. Ενώ σήμερα……είναι ζήτημα αν μαγειρεύει κανένας μήδια κι αχεβάδες…..(Πηγή : Άρθρο του Θεόδωρου Δ. Ζαχαρή στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ στις 16 Μαρτίου 1932).
Στη φωτογραφία ” Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ” από το Ευαγγέλια Rossano (The Rossano Gospels – Cathedral of Rossano, Calabria, Italy, Archepiscopal Treasury, s.n.) που είναι ένα Βυζαντινό Ευαγγελικό Βιβλίο του 6ου αιώνα και πιστεύεται ότι είναι το παλαιότερο σωζόμενο εικονογραφημένο χειρόγραφο της Καινής Διαθήκης. (Πηγή : https://www.calabria.org.uk/calabria/arte-cultura/CodexPurpureusRossanensis/codex2.htm)
Σαν βόγγιξαν ποιος τ’ς άκουσε, σαν έκλαψαν ποιος τ’ς είδε,
Κρύο νερό σαν γύρεψαν, ποιός πάει να τους το δώσει…
Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω,
Να χαιρετήσω τα βουνά και τις κρύες βρυσούλες
Ν’ αφήσω γειά στο σπίτι μου και γεια στα παιδιά μου
Να τ’ς πω να μη με καρτερούν, να μη με περιμένουν,
Εγώ θα πάω στη λησμονιά, που αλησμονιούνται ο κόσμος,
Αλησμονάν οι μάνες τα παιδιά κι οι αδερφές τ’ αδέρφια,
Αλησμονιούνται και τ’ αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα.
Θα χορταριάσει η πόρτα μας, θα βγάλει πικρό χόρτο,
Που τρων’ οι μάνες τις κορφές κι οι αδερφές τους κλώνους,
Κι αυτές καλές νοικοκυρές κι αυτές το ξεριζώνουν,
Που έχασαν τον άντρα τους, τον ίσκιο του σπιτιού τους.
Σήκω ………. μ’ να φύγουμε, στο σπίτι μας να πάμε,
σε καρτερούνε τα παιδιά, η δόλια σου η γυναίκα,
σε καρτερούν τ’ αδέρφια σου κι η δόλια σου η μάνα.
Πάρε κυρά μ’ την έγνοια σου και την απόφασή σου,
Στο σπίτι σου δεν έρχομαι, στην πόρτα σου δεν μπαίνω,
Ούτε και στο τραπέζι σου θα κάτσω για να φάω
Θα μαραθούν τα μάτια σου αν δούνε τα δικά μου,
Θα μαραθούν τα χέρια σου, τα ρούχα μ’ αν μου πλύνεις…..
Στη φωτογραφία : 1938 “Μεταθανάτιο στιγμιότυπο από την κηδεία του Κων/νου Κουτσοδήμα, αξιωματικού της αστυνομίας, ετών 28”. (Από το αρχείο της Θεοδώρας Διαλετή)
“Τι είναι το μοιρολόι; Είναι ο θρήνος. Το κλάψιμο. Είναι, όμως, και το θρηνητικό τραγούδι για τον νεκρό, που αναφέρεται στις αρετές του, στο κενό που αφήνει πίσω του, στη θλίψη των συγγενικών του προσώπων…. Ως τραγούδι, που γεννιέται τη στιγμή του θανάτου, δεν μπορεί να το συνθέσει ο οποιοσδήποτε, αλλά άτομα χαρισματικά, που έχουν την ικανότητα να πλέκουν στίχους. Μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία εμφανίστηκαν οι μοιρολογίστρες μια και ο θρήνος ήταν κυρίως γυναικεία υπόθεση. «Γυναίκες που δεν είχαν πάει σχολείο, δεν ήξεραν να διαβάζουν και να γράφουν, δημιουργούσαν με απλές λέξεις της καθημερινότητας ποιητικά διαμάντια με ρυθμό και υψηλά νοήματα….». Οι περισσότερες κληρονομούσαν την «τέχνη» από τις μανάδες τους, που κι αυτές έμαθαν να μοιρολογούν από τις δικές τους μανάδες. Εκτός από τους καθιερωμένους θρήνους που περνούσαν από γενιά σε γενιά, αυτοσχεδίαζαν και άλλους «δικούς» τους, ανάλογα με την περίπτωση. Ο αυτοσχεδιασμός έπαιζε σημαντικό ρόλο είτε στην προσαρμογή, στο ταίριασμα καθιερωμένων θεμάτων στο συγκεκριμένο νεκρό, είτε στη σύνθεση περιστασιακών μοιρολογιών. Tο μοιρολόι αποτέλεσε έτσι έναν γυναικείο λόγο, έναν αποχαιρετισμό του νεκρού, όπως του «πρέπει». Λειτουργούσε σαν ένα μακάβριο νανούρισμα, τιμητικά για τους νεκρούς και παρηγορητικά για τους ζωντανούς….” (Από άρθρο της Μαρίνας Αγγέλη, https://www.kolivas.de/)
Δεν έχουν περάσει και πολλά χρόνια απ’ τότε που τα τελευταία μοιρολόγια που συνόδευαν τους νεκρούς, ακούστηκαν στο λόφο της Βαλαώρας, που κατοικούνταν αποκλειστικά από Τζουμερκιώτες που είχαν μετοικήσει στην πόλη. Η διαμόρφωση νέων κοινωνικών και πολιτισμικών συνθηκών οδήγησε πλέον στην εξαφάνιση τους… Σήμερα, που ο νεκρός δεν «διανυχτερεύει» στο σπίτι, το ξενύχτισμά του χάνεται. Ο πόνος γίνεται βουβός… Η ενδυματολογία ακολουθεί τα σύγχρονα έθιμα. Το μαύρο χρώμα εξακολουθεί να εκφράζει το πένθος. Όμως τα μαύρα μαντήλια που κάλυπταν τις πενθούσες γυναίκες, τα γένια των πενθούντων ανδρών και η μαύρη κορδέλα στο μανίκι τους έχουν πια εκλείψει και μαζί μ’ αυτά και τα μοιρολόγια….
Γνωστές μοιρολογίστρες στα Μελισσουργιώτικα ήταν η Αικατερίνη Μίχου, η Μαρίκα Κουτσούμπα, η Κατίνα Ματσούκα, η Σοφία Παππά, η Κατίνα Νικολάου, η Αγαθή Μπαλάσκα και η Σταθούλα Παππά – Καλατζή του Χρήστου….(Ευχαριστώ θερμά την κυρία Ε. Κ. για τις πληροφορίες και το υλικό).
Με γέλασε μια χαραυγή τ’ άστρα με το φεγγάρι.
και βγήκα νύχτα στα βουνά, νύχτα στο κορφοβούνια,
και ακού’ τα πεύκα που βροντούν και τις οξιές που σκούζουν,
κι ακού’ τον πέτρο κότσιφα που τραγουδεί και λέγει,
λέει τραγούδια θλιβερά και παραπονεμένα,
κι ακού’ μια πετροπέρδικα που λέει το μοιρολόι,
που έχασε το ταίρι της μαζί με τα πουλιά της.
Ξύπνα πουλάκι μ’ το πρωί και τίναξ’ τα φτερά σου
Και τίναξ’ τα φτερούδια σου να πέσουν οι δροσιές σου
Κι αρχίνα γλυκολάλησε μεσ’ στο νεκροταφείο,
Αν λάχει και τ’ς ξυπνήσετε αυτούς τους υπνομένους
Αν λάχει και τ’ς ξυπνήσετε βαρύ ειν’ το πλήρωμά σας,
Θα δώσουν μάνες τα φλουριά και αδερφές τα γρόσια,
Κι αυτές καλές νοικοκυρές αγνό μαργαριτάρι,
Που έχασαν τον άντρα τους, τον ίσκιο του σπιτιού τους.
Γιατί είναι μαύρα τα βουνά, γιατί ‘ν βαλαντωμένα
Μην είν’ τα χιόνια τους βαριά, μηδέ βροχή τα δέρνει,
Ούτε τα χιόνια είναι βαριά, ούτε βροχή τα δέρνει,
βγήκε ο Χάρος περίπατο μ’ όλους τους πεθαμένους,
οι νέοι τον παρακαλούν και του φιλούν το χέρι,
να τους περάσει απ’ το χωριό κι από τις κρύες βρύσες,
να παν’ οι μάνες για νερό κι οι αδερφές να πλύνουν,
να παν’ καλές νοικοκυρές μήπως κι ανταμωθούνε,
να κλάψουν μάνες τους καυμούς κι οι αδερφές τους πόνους,
κι αυτές καλές νοικοκυρές για τους καλούς τους άντρες,
που έχασαν τους άντρες τους, τον ίσκιο του σπιτιού τους.
Χάρε μου σε παρακαλώ πολύ ……… σου κάνω,
Αυτόν το νιό που σούστειλα να μην τον αραχνιάσεις,
Να τ’ς βάν’ς για να κάθονται, να τ’ς βάν’ς να χορεύουν.
Χάρε μου δεν πληρώνεσαι, χάρε μ’ δεν παίρνεις γρόσια,
Να στείλουν μάνες τα φλουριά κι οι αδερφές τα γρόσια,
Κι αυτές καλές νοικοκυρές τ’ αγνό μαργαριτάρι.
Πληγές που δεν γιατρεύουνται, γιατρούς μην προσκαλείτε,
Όλ’ οι γιατροί πεθάνανε, τα φαρμακεία κλείσαν,
Κι εσένα το κορμάκι σου αγιάτρευτο τ’ αφήσαν.
Τώρα βρέθκε ένας γιατρός, γιατρεύει τους αρρώστους,
Είναι μακριά στην ξενητιά, είναι μακριά στα ξένα.
Πάρε γιατρέ μ’ τα φάρμακα, πάρε τα γιατρικά σου,
Τον πόνο πούχω στην καρδιά, δεν γράφουν τα χαρτιά σου. (Συνεχίζεται….)
H φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα είναι από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα, 2003
“……O Νικόλαος Σπανός από τον Πειραιά εκόσμησε το μνήμα του Απόστολου Σ. Αλεξίου που πέθανε στις 20 Αυγούστου 1919. Υπάρχει στην άκρη του τάφου ένας ψηλός σταυρός έχοντας στη βάση του ένα αρχαίο λυχνάρι.
Ο Αθηναίος Γ. Δημητριάδης εκόσμησε τη στήλη που φέρει την προτομή της Ελένης Χ. Βάγια που πέθανε στις 28 Ιανουαρίου 1925, το ύψος της προτομής είναι πιο ψηλά από τον θεατή. Εκεί βλέπει κανείς την έκφραση του προσώπου της νεκρής σε συνδυασμό με το ένδυμα και την κόμμωσή της.
Την μορφή ενός μικρού παιδιού που αποτυπώνεται στο μάρμαρο μας την δείχνει ο άγνωστος καλλιτέχνης στον οικογενειακό τάφο του Σ. Κ. Κατσαούνου.
Στον οικογενειακό τάφο της Αθηνάς Οικονόμου, που πέθανε στις 13 Σεπτεμβρίου 1937, ο καλλιτέχνης μας είναι γνωστός από το όνομα που φέρει το γλυπτό που απεικονίζει τη μορφή του θλιμμένου άγγελου που απεικονίζεται καθιστός στη μια πλευρά του τάφου. Ο Α. Δ. Κάλλος είναι από τα μεγάλα ονόματα της γλυπτικής του 19ου αι. και ίσως ο καλλιτέχνης να παρασύρθηκε από τις γραφές που μιλούν για αγγέλους θανάτου. Ο τάφος της Αθηνάς Οικονόμου βρίσκεται ακριβώς έξω από τον ναό του Κοιμητηρίου, στη νότια πλευρά του.
Σύμφωνα με χειρόγραφη μαρτυρία της 18/9/1919 του αείμνηστου Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτης και Πρωτοπρεσβυτέρου Σταύρου Παπαχρήστου, οι ταφές στο παλαιό κοιμητήριο ξεκίνησαν οργανωμένα από τα τέλη του 1887……….
Στο ίδιο χειρόγραφο μας δίνει πληροφορίες και για τον υπάρχοντα Κοιμητηριακό Ναό ο οποίος χτίστηκε σε χώρο του μοναστηριού της Κάτω Παναγιάς και ήταν αφιερωμένος στην Ανάσταση του Λαζάρου, αλλά δεν είχαν γίνει τα εγκαίνια όπως ορίζει η εκκλησιαστική τάξη. Ο τότε Σεβασμιώτατος Επίσκοπος Άρτης Σπυρίδων Γκινάκας δε μπορούσε να ιερουργήσει σε μη εγκαινιασθέντα ιερό ναό γιατί οι κανόνες της εκκλησίας δεν το επέτρεπαν και μάλιστα η ποινή ήταν η καθαίρεση. Έτσι με έξοδα του ιδίου Μητροπολίτου, αφού αγόρασε όλα τα απαραίτητα για τον Εγκαινιασμό της Εκκλησίας, το Σαββατο της Α’ εβδομάδος των Νηστειών, 22 Φεβρουαρίου του έτους 1914, τέλεσε τα Εγκαίνια και την πρώτη Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων πλέον.
Ο ναός εικάζεται ότι χτίστηκε περίπου το έτος 1885. Όπως μας πληροφορεί η μαρμάρινη πλάκα έξωθεν του ναού, ανακαινίστηκε το έτος 1960 εις μνήμην Ευαγγέλου και Ουρανίας Γαρουφαλιά. Η αγιογράφιση έγινε το έτος 1993 με δαπάνη της Μαριάνθης Γαρουφαλιά εις μνήμη του συζύγου της Πέτρου Γαρουφαλιά. Αργότερα, επί Δημαρχίας του αειμνήστου Κωνσταντίνου Βάγια είχε συντηρηθεί και ανακαινιστεί πάλι στη μνήμη του Πέτρου Γαρουφαλιά”. (Πηγές :1. Άρθρο του Γιάννη Έξαρχου με τίτλο Η Γλυπτική του 19ου αιώνα στο Δημοτικό Κοιμητήριο Άρτης, στην εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ, 1995, 2. Άρθρο του Γαβριήλ Λεπενιώτη με τίτλο Παλαιό Δημοτικό Κοιμητήριο Άρτη, Χώρος που μπορείς να διαβάσεις την ιστορία της πόλης μας, Εφημερίδα ΑΠΟΨΗ, αρ. φ. 51, 5 Απριλίου 2022)
Ανακοίνωση στην εφημερίδα ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ, για την παραχώρηση δωρεάς από τη Μονή Φανερωμένης προς το Δήμο Άρτης. Πιο συγκεκριμένα η Μονή παραχωρεί το ελαιοστάσιό της στη θέση Κουτσομύτα για τη χρήση νεκροταφείου και την ανέγερση μικρού ναού. (Πηγή : Εφημερίδα ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ, αρ. φ. 5880, 11 Ιανουαρίου 1884)
Η εξέλιξη της κοιμητηριακής γλυπτικής είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία νεκροταφείων έξω από τις πόλεις. Πιο παλιά έθαβαν τους νεκρούς μέσα ή έξω από τους ναούς και ειδικά στον αυλόγυρό τους. Στη Δύση αυτό απαγορεύτηκε το 1804, ενώ στην Ελλάδα το σχετικό διάταγμα δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το 1834. Η αποδέσμευση αυτή άνοιξε νέες δυνατότητες στη γλυπτική. Δημιουργήθηκε μια καινούργια εικονογραφία με χαρακτήρα περισσότερο κοσμικό, ενώ η μορφή και η σύνθεση συχνά κινήθηκαν προς την κατεύθυνση τύπων που που άλλοτε δεν είχαν θέση μέσα στον περιβάλλον του ναού. Το κοιμητήριο έδωσε την ελευθερία τόσο σε αυτούς που παράγγελναν τον τάφο, όσο και στους κατασκευαστές, να ζητήσουν οι πρώτοι και να κάνουν οι δεύτεροι έργα που οι εκκλησιαστικοί αλλά και οι καλλιτεχνικοί κανόνες έσπαζαν, αφού δεν έφτανε κανενός είδους κριτική μέχρι εδώ. Η εκκλησία δεν φάνηκε διατεθειμένη να επέμβει στο σχήμα των τάφων, όπως έκανε με την αρχιτεκτονική και την διακόσμηση των ναών, κι έτσι η μορφή τους έμεινε αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των λαικών. Από την άλλη, ούτε η καλλιτεχνική κριτική ενδιαφέρθηκε για τέτοιου είδους έργα.
Από την άποψη αυτή, η γλυπτική των νεκροταφείων είναι η άμεση έκφραση του αστικού αισθητικού ύφους. Προβληματισμοί που αφορούν το υλικό, το θέμα ή την τεχνοτροπία, παραμερίζονται μπροστά στη θέληση και την αισθητική της οικογένειας που πληρώνει. Είναι μια μορφή λαικής τέχνης που εκφράζει την αστική τάξη και ζει ανεξάρτητα από τα αισθητικά κριτήρια της πολιτιστικής ελίτ. Δεν έχει καν την πρόθεση αισθητικού γεγονότος, αλλ’ αντίθετα εξυπηρετεί κάποιο σκοπό, έχει λειτουργικότητα όπως τα περισσότερα αντικείμενα λαικής τέχνης. Το κίνητρο για τη δημιουργία γλυπτικής πάνω στους τάφους δεν είναι μόνο προσωπικό αλλά υπαγορεύεται ως ένα σημείο από συλλογική παρόρμηση.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όσο προχωρούν τα χρόνια στον 19ο αιώνα όλο και περισσότερα μνημεία παραγγέλνονται σε εγαστήρια, όπου ανώνυμοι συνήθως τεχνίτες είναι εκείνοι που κάνουν το έργο κι όχι καλλιτέχνες με ιδέες και προσωπική γραφή. Παρόλο που μπροστά σε λίγα μόνο έργα έχει κανείς την αίσθηση ότι ο καλλιτέχνης ξεκίνησε επιδιώκοντας να κάνει έργο τέχνης, συναντάμε εν τούτοις πολλά αξιόλογα δείγματα γλυπτικής.
Ο Ηλίας Μυκονιάτης, Ιστορικός τέχνης στο Α.Π.Θ. διακρίνει τρεις κατηγορίες ταφικών μνημείων : Μνημεία με απεικονίσεις του θανάτου, Μνημεία στην ανθρώπινη επιτυχία και Μνημεία με την εικόνα του νεκρού.
Το κοιμητήριο της πόλης της Άρτης άρχισε να χρησιμοποιείται από το 1894, όταν ετάφησαν οι πρώτοι νεκροί : ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης και ο Γυμνασιάρχης Αναστασιάδης, του οποίου ο τάφος δεν υπάρχει σήμερα γιατί προφανώς δόθηκε για ταφή άλλου νεκρού. Ο τάφος του ποιητή ήταν ένας απλός τάφος με πέτρες και μια επιτύμβια στήλη….
Στη φωτογραφία στιγμιότυπο από τον τάφο του Κώστα Κρυστάλλη στις 11 Ιουλίου 1926 στην Άρτα, όταν τον επισκέφτηκαν νέοι της πόλης. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας διαβάζουμε: “Ανάμνησις φωτογραφίας επί του τάφου του ποιητού μας Κώστα Κρυστάλλη από την διάλεξιν την γενομένην υπέρ της προτομής του. Εν Άρτη τη 11η Ιουλίου 1926, Ειρηνούλα Κ. Παπούλια, μαθήτρια Δ’ Γυμνασίου”. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της Χρυσηίδας Σούλη, όπως δημοσιεύτηκε πριν απο χρόνια στην εφημερίδα Ηπειρωτικός Αγών).
Αγάλματα πολλά δεν υπάρχουν στο κοιμητήριο της πόλης και οι λόγοι είναι κυρίως οικονομικοί. Εκείνο που κυρίως αντιπροσωπεύται πιο συχνά είναι προτομές και ανάγλυφα.
Η απαίτηση για ομοιότητα προς το νεκρό έφερνε τους καλλιτέχνες όλο και πιο κοντά σε ρεαλιστικές προσπάθειες. Ο καλλιτέχνης προσπαθούσε μα κάθε τρόπο να αποδώσει τα κύρια χαρακτηριστικά του νεκρού και να παραλειφθούν τα δευτερεύοντα και τυχαία. Έτσι η ανάγλυφη στήλη στον τάφο της Μαρίκας Ε. Χέλμη μας θυμίζει το πρόσωπο της νεκρής που έφυγε από τη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου 1895. Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν στη βάση της στήλης όπου εκεί επαινείται το όνομα της νεκρής από έναν άγνωστο καλλιτέχνη.
Το ίδιο συμβάνει με τον καλλιτέχνη στον τάφο της Ελένης Παπαδημητρίου που πέθανε στις 14 Μαίου 1898, που μας είναι παντελώς άγνωστος, κι εδώ επαινείται το γλυπτό της νεκρής αλλά τιμάται απλά με ένα ανάγλυφο κομψοτέχνημα που υπάρχει πάνω στο σταυρό στην άκρη του τάφου……(Συνεχίζεται)
[Πηγές κειμένου : 1. Μυκονιάτης, Η. Η Ελληνική Κοιμητηριακή Γλυπτική Του 19ου Αιώνα Στο Αρχαιολογία, (36), 1990, σ. 42-53, 2. Άρθρο του Γιάννη Έξαρχου με τίτλο Η Γλυπτική του 19ου αιώνα στο Δημοτικό Κοιμητήριο Άρτης, στην εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ, 1995)
Το σπίτι του Φώτη Δήμου στην πλατεία της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, με φαλτσογωνιά στο ισόγειο, από την δεκαετία του 1980. Σήμερα έχει κατεδαφιστεί. (Φωτο από προσωπική συλλογή)
Σχολική εκδρομή στο Μαράτι την δεκαετία του 1930, με φόντο το ποτάμι και την πόλη της Άρτας. Πρώτος από αριστερά ο Βασίλης Τρομπούκης, παιδίατρος κ πρώτος από δεξιά ο αδερφός του Τάκης Τρομπουκης. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της κ. Σοφίας Εξάρχου)
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.