Τι ήταν τελικά το οθωμανικό Tapu;

Όποιος έχει ασχοληθεί έστω και λίγο με την οθωμανική περίοδο, το έχει συναντήσει.
Σε παλιά έγγραφα, σε αφηγήσεις παππούδων, σε αρχεία και συμβόλαια, εμφανίζεται ξανά και ξανά η λέξη tapu. Συνήθως τη μεταφράζουμε εύκολα: «τίτλος ιδιοκτησίας». Όμως η αλήθεια είναι πιο σύνθετη – και πιο ενδιαφέρουσα.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η γη δεν αντιμετωπιζόταν όπως σήμερα. Το κράτος θεωρούσε ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανήκε σε αυτό. Οι άνθρωποι μπορούσαν να τη δουλεύουν, να τη μεταβιβάζουν στα παιδιά τους, να την εκμεταλλεύονται, αλλά όχι πάντα να τη θεωρούν δική τους με την απόλυτη έννοια. Το tapu γεννήθηκε ακριβώς μέσα σε αυτή τη λογική: ως έγγραφο που πιστοποιούσε ότι το κράτος αναγνώριζε σε κάποιον ένα συγκεκριμένο δικαίωμα πάνω σε μια συγκεκριμένη γη.

Και εδώ βρίσκεται η παρεξήγηση. Το tapu δεν σήμαινε πάντα ιδιοκτησία, όπως την καταλαβαίνουμε σήμερα. Πολύ συχνά σήμαινε κάτι διαφορετικό: ότι κάποιος είχε το δικαίωμα να καλλιεργεί ή να χρησιμοποιεί τη γη, να τη μεταβιβάσει στα παιδιά του, αλλά με την προϋπόθεση ότι η γη παρέμενε – τυπικά – κρατική. Αυτό ήταν το συνηθέστερο καθεστώς στην ύπαιθρο.

Υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις πραγματικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας, κυρίως μέσα στις πόλεις: σπίτια, καταστήματα, μικρά οικόπεδα. Εκεί το tapu πλησίαζε πολύ περισσότερο τον σύγχρονο τίτλο ιδιοκτησίας. Όμως αυτές οι περιπτώσεις δεν ήταν ο κανόνας.

Το ερώτημα που τίθεται συχνά είναι αν μπορούσαν οι Έλληνες – οι χριστιανοί υπήκοοι της αυτοκρατορίας – να έχουν τέτοια έγγραφα. Η απάντηση είναι ναι. Ήδη πριν από τον 19ο αιώνα μπορούσαν να κατέχουν tapu, αλλά κατά τη διάρκεια των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ η διαδικασία έγινε πιο συστηματική και πιο «επίσημη». Με τον Νόμο Γαιών του 1858, το κράτος προσπάθησε να καταγράψει τη γη, τους κατόχους της και τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Από εκείνη την περίοδο και μετά, τα tapu πολλαπλασιάζονται στα αρχεία.

Κι όμως, παρά το δικαίωμα, πολλοί άνθρωποι δίσταζαν να δηλώσουν τη γη τους. Ένα επίσημο χαρτί σήμαινε και επίσημες υποχρεώσεις: φόρους, έλεγχο, ενδεχομένως στρατολόγηση. Σε αρκετές περιοχές, γι’ αυτόν τον λόγο, η γη δηλωνόταν στο όνομα ισχυρών τοπικών παραγόντων ή δεν δηλωνόταν καθόλου. Έτσι δημιουργήθηκε ένα χάσμα ανάμεσα στην πραγματική κατοχή και στη γραπτή καταγραφή.

Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, το tapu απέκτησε τεράστια βαρύτητα στη μνήμη των ανθρώπων. Ήταν το χαρτί που αποδείκνυε ότι «αυτό το χωράφι είναι δικό μας», ότι περνούσε από γενιά σε γενιά. Και έτσι, στη συλλογική συνείδηση, το tapu ταυτίστηκε με την ιδιοκτησία, ακόμη κι όταν ιστορικά το δικαίωμα ήταν πιο περιορισμένο.

Γι’ αυτό, όταν σήμερα συναντάμε τη λέξη tapu σε ένα έγγραφο ή σε μια αφήγηση, χρειάζεται προσοχή. Δεν πρόκειται πάντα για πλήρη ιδιοκτησία, ούτε απλώς για παραχώρηση. Πρόκειται για έναν θεσμό που δείχνει πώς το οθωμανικό κράτος αντιλαμβανόταν τη γη, την εξουσία και τους υπηκόους του.

Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που το tapu επιβιώνει τόσο έντονα στη μνήμη: όχι επειδή ήταν ένα απλό χαρτί, αλλά επειδή βρισκόταν ακριβώς στο σημείο όπου συναντιούνται η γη, το κράτος και η ζωή των ανθρώπων.

Στη φωτογραφία “Οθωμανικό tapu από το χωριό Ράμια (Άρτα), 1873.
Κρατικός τίτλος αναγνώρισης δικαιώματος κατοχής και εκμετάλλευσης γης (miri), εκδομένος από την οθωμανική διοίκηση. Το έγγραφο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ρυθμιζόταν η σχέση γης και εξουσίας στον 19ο αιώνα”. Μπορειτε να διαβάσετε σχετικά στο λινκ https://doxesdespotatou.com/titlos-idioktisias-tapoy-toy-chorioy-r/

Δημοσιεύθηκε στην Η Άρτα στην Τουρκοκρατία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *