Ο δρόμος προς τα Τζουμέρκα και η παράκαμψη της Μπούγας

Ένα δημοσίευμα του «Ελευθέρου Λόγου» τον Ιούλιο του 1936 μας μεταφέρει σε μια εποχή κατά την οποία ο δρόμος από την Άρτα προς τα Τζουμέρκα βρισκόταν ακόμη υπό κατασκευή. Οι εργασίες είχαν προχωρήσει πέρα από την Καλεντίνη και, όπως έγραφε η εφημερίδα, υπήρχε πλέον η προσδοκία ότι «……..μετά οὐ πολύ — εὐτυχῶς — χρονικόν διάστημα τό αὐτοκίνητον θά φθάνῃ μέχρι τῆς ράχεως τοῦ Ρόβα». Παράλληλα προχωρούσε η χάραξη του δρόμου ακόμη ψηλότερα.

Ακριβώς αυτή η νέα χάραξη προκάλεσε τη διαμαρτυρία που δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας. Το συνεργείο είχε επιλέξει να οδηγήσει τον δρόμο προς τη Μπούγα, τη σημερινή Ανεμορράχη, έναν μικρό τότε οικισμό περίπου είκοσι οικογενειών. Για να περάσει όμως από εκεί, ο νέος δρόμος έκανε παράκαμψη από την κατεύθυνση της παλιάς κεντρικής οδού που χρησιμοποιούσαν όσοι ανέβαιναν προς τα ψηλότερα χωριά των Τζουμέρκων.

Ο επιστολογράφος θεωρούσε αυτή την επιλογή αδικαιολόγητη. Η Μπούγα, υποστήριζε, μπορούσε να εξυπηρετείται από την ήδη υπάρχουσα βατή οδό, χωρίς να χρειάζεται ο κεντρικός δρόμος προς τα Τζουμέρκα να περάσει από τον οικισμό. Η διαφορά, κατά την εκτίμησή του, ήταν μεγάλη: μέχρι ο δρόμος να φτάσει στη Μπούγα, αν ακολουθούνταν η παλιά κατεύθυνση, τα έργα θα είχαν προχωρήσει «τουλάχιστον εις την Φτέρην». Τόνιζε μάλιστα τη «συντομία» και την «οικονομία» που θα προέκυπταν από αυτή την επιλογή.

Η διαμαρτυρία δεν περιορίζεται, πάντως, σε τεχνικά επιχειρήματα. Προς το τέλος του δημοσιεύματος ο τόνος γίνεται ιδιαίτερα οξύς. Ο συντάκτης μιλά για «απειρία» και «αλαζονεία», καταδικάζει τη νοοτροπία του «έτσι θέλω εγώ» και φτάνει να χαρακτηρίσει τέτοιες πρακτικές «κουτσαβακισμό». Πίσω από τη διαφωνία για τη χάραξη του δρόμου διακρίνεται έτσι και μια έντονη αντιπαράθεση γύρω από τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονταν οι αποφάσεις για ένα έργο που αφορούσε ολόκληρη την ορεινή περιοχή.

Για αιώνες οι μετακινήσεις ανθρώπων και εμπορευμάτων ακολουθούσαν τα μονοπάτια και τους μουλαρόδρομους. Πάνω σε αυτές τις διαδρομές λειτουργούσαν τα χάνια, όπου ταξιδιώτες και αγωγιάτες μπορούσαν να σταματήσουν, να ξεκουραστούν και να φροντίσουν τα ζώα τους πριν συνεχίσουν την πορεία τους προς τα ορεινά χωριά ή προς την Άρτα.

Στην ευρύτερη αυτή διαδρομή γνωρίζουμε από παλιότερες πηγές και από την έρευνα για τα αγροτικά χάνια της Άρτας το Χάνι του Γιώργου Ρόβα, το Χάνι του Πάνου Τζαμάκου, στα όρια της Καλεντίνης, καθώς και το Χάνι των Κώτσου και Μιχαήλ Κοντού, κοντά στη Βρύση του Κοντού. Οι θέσεις των χανιών δεν ήταν τυχαίες. Ακολουθούσαν τις διαδρομές που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι των ορεινών χωριών για την επικοινωνία τους με την Άρτα και αποτελούσαν απαραίτητους σταθμούς ενός ταξιδιού που γινόταν με τα πόδια ή με ζώα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά έτσι η αναφορά της εφημερίδας στη «ράχη του Ρόβα», στην ίδια περιοχή όπου γνωρίζουμε ότι λειτουργούσε το Χάνι του Γιώργου Ρόβα. Το όνομα που διασώζει το δημοσίευμα του 1936 συνδέει τη νέα χάραξη με το παλιότερο δίκτυο των δρόμων και των χανιών της περιοχής.

Το 1936 αυτό το παλιό συγκοινωνιακό δίκτυο βρισκόταν πλέον μπροστά σε μια μεγάλη αλλαγή. Ο δρόμος του αυτοκινήτου δεν χρειαζόταν να ακολουθήσει πιστά τον δρόμο του μουλαριού. Η νέα χάραξη μπορούσε να πλησιάσει οικισμούς που βρίσκονταν έξω από την κύρια παλιά διαδρομή, όπως συνέβη στην περίπτωση της Μπούγας. Για τον επιστολογράφο αυτό αποτελούσε μια άσκοπη παράκαμψη: ένας οικισμός είκοσι οικογενειών μπορούσε, όπως έγραφε, να εξυπηρετείται από την υπάρχουσα βατή οδό, χωρίς να αλλάξει η πορεία του κεντρικού δρόμου προς τα Τζουμέρκα.

Από την πλευρά της Τεχνικής Υπηρεσίας, όμως, η επιλογή μιας χάραξης που θα περνούσε από τη Μπούγα είχε τη δική της λογική: ο νέος δρόμος δεν προοριζόταν απλώς να αντικαταστήσει το παλιό μουλαρόδρομο, αλλά να δημιουργήσει ένα διαφορετικό δίκτυο οδικής επικοινωνίας, που θα μπορούσε να εξυπηρετεί άμεσα περισσότερους οικισμούς. Η διαφωνία που αποτυπώνεται στο δημοσίευμα δείχνει έτσι δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς έπρεπε να χαραχθεί ο δρόμος: από τη μια, η συντομότερη πορεία προς τα ψηλότερα χωριά και, από την άλλη, η σύνδεση των οικισμών που βρίσκονταν έξω από την παλιά κεντρική διαδρομή.

Η αντίδραση του 1936 αποκτά γι’ αυτό μεγαλύτερο ενδιαφέρον από μια απλή τοπική διαφωνία για λίγα χιλιόμετρα δρόμου. Μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε μια στιγμή κατά την οποία ο συγκοινωνιακός χάρτης της ορεινής Άρτας άλλαζε. Η παλιά διαδρομή είχε διαμορφωθεί από τις ανάγκες των πεζών, των ζώων και των καραβανιών και κατά μήκος της είχαν δημιουργηθεί τα χάνια. Ο νέος αμαξιτός δρόμος σχεδιαζόταν πλέον με διαφορετικά δεδομένα και μπορούσε να αλλάξει όχι μόνο τον τρόπο αλλά και τις ίδιες τις διαδρομές της μετακίνησης.

Έτσι, πίσω από μια έντονη διαμαρτυρία στην πρώτη σελίδα μιας αρτινής εφημερίδας, διακρίνεται μια πολύ μεγαλύτερη αλλαγή: η μετάβαση των Τζουμέρκων από τον κόσμο του μουλαρόδρομου και των χανιών στον δρόμο και στο αυτοκίνητο.

Πηγές

  1. Ελεύθερος Λόγος, Ιούλιος 1936, «Η οδός Άρτης–Τζουμέρκων», σ. 1.
  2. Αναστασία Καρρά, Οι ορεινές διαδρομές και τα αγροτικά χάνια της Άρτας, 2021
Δημοσιεύθηκε στην Ξεφυλλίζοντας παλιές εφημερίδες........ Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *