Στην επιστολή της 22ας Ιανουαρίου αναφερόμουν στον νέο Λόχο, ο οποίος είχε συγκροτηθεί από στρατιώτες που έπασχαν από ελονοσία, αλλά και από αρκετά «ανεπιθύμητα» στοιχεία των διαφόρων μονάδων της Μεραρχίας «Modena», τα οποία είχαν απομακρυνθεί από τις μονάδες τους και είχαν μεταφερθεί στον νέο Λόχο.
Ευτυχώς, τα στοιχεία αυτά ήταν λίγα, αλλά τέτοια που θα τους άξιζε να υπηρετούν σε λόχο πειθαρχικής τιμωρίας ή σωφρονισμού. Θυμάμαι ακόμη τρεις από αυτούς που κατάγονταν από το Τόρε Ανουντσιάτα (Torre Annunziata), έναν Σαρδηνό, καθώς και μερικούς Σικελούς και Τοσκανούς.
Η μεγάλη πλειονότητα των στρατιωτών αποτελούνταν από καλούς ανθρώπους. Ωστόσο, εκείνοι οι λίγοι, πραγματικά διαβόητοι κακοποιοί, κατέστρεφαν ολόκληρο το κλίμα του Λόχου.
Σημειώνονταν κλοπές παπουτσιών από στρατιώτες την ώρα που κοιμούνταν —τα έκλεβαν για να τα πουλήσουν στους Έλληνες—, συνεχείς και αδικαιολόγητες απαιτήσεις για ιατρικές εξετάσεις, παράπονα για τη μη χορήγηση αδειών και άλλα παρόμοια περιστατικά.
Απορρίπτοντας το ενδεχόμενο επιβολής επίσημων πειθαρχικών ποινών, οι οποίες θα ήταν ανώφελες και αδύνατο να εφαρμοστούν, καταφέραμε, χάρη στη δική μου προσωπική πρωτοβουλία και σε εκείνη του Ντιονίτζι (Dionigi), να αποκαταστήσουμε την τάξη στον Λόχο και να τον μετατρέψουμε σε μια αποτελεσματική μονάδα υπεράσπισης οχυρωμένης θέσης.
Στην προσπάθειά μας αυτή μας βοήθησαν ένας λοχαγός του Υγειονομικού, ιδιόρρυθμος χαρακτήρας που δεν ανεχόταν καμία ιεραρχία, και ένας υπαξιωματικός των Καραμπινιέρων από την επαρχία του Καταντζάρο (Catanzaro). Δυστυχώς, δεν θυμάμαι πλέον ούτε το όνομά του ούτε το χωριό από το οποίο καταγόταν.
Ο υπαξιωματικός, αφού προηγουμένως είχε συνεννοηθεί με τον υπολοχαγό του και είχε ενημερωθεί από εμένα, πραγματοποίησε ένα είδος έρευνας και κατάφερε σύντομα, με απειλές και υποσχέσεις, να αποσπάσει ομολογίες από τους υπευθύνους των κλοπών. Εκείνοι, ύστερα από δικό τους αίτημα, επέστρεψαν στις μονάδες από τις οποίες προέρχονταν.
Οι δύο βασικοί υπαίτιοι καταγγέλθηκαν επισήμως και μεταφέρθηκαν σε πειθαρχικές μονάδες. Ορισμένοι άλλοι ύποπτοι πείστηκαν να υποβάλουν αίτηση επιστροφής στις προηγούμενες μονάδες τους, «για να αποφύγουν σοβαρότερες συνέπειες».
Τις επόμενες ημέρες, ο λοχαγός του Υγειονομικού εξέτασε τους στρατιώτες που προσποιούνταν τους ασθενείς και ζητούσαν να εξεταστούν από γιατρό για να αποφύγουν τις υπηρεσίες σκοπιάς. Τους έστειλε πίσω στις μονάδες προέλευσής τους, κρίνοντάς τους υγιείς και ικανούς να εκτελούν κάθε είδους στρατιωτική υπηρεσία.
Έτσι, η μονάδα, απαλλαγμένη επιτέλους από εκείνους τους λίγους ταραχοποιούς και φυγόπονους, ξανάγινε ένας Λόχος αποτελούμενος από καλούς, συνηθισμένους στρατιώτες. Μαζί τους έζησα μέχρι την Ανακωχή και μοιράστηκα όλες τις συνέπειες εκείνης της θλιβερής περιόδου του πολέμου.
Η εγκατάσταση του Λόχου στα Ιωάννινα
Στα Ιωάννινα, ο Λόχος είχε εγκατασταθεί στο φρούριο που ήταν γνωστό ως Κάστρο του Αλή Πασά του Τεπελενλή, ο οποίος έζησε στις αρχές του 19ου αιώνα και υπήρξε μουσουλμάνος ηγεμόνας της Ηπείρου, την εποχή που η περιοχή βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία. Στα Ιωάννινα και στην Άρτα διατηρούνταν ακόμη ζωντανές οι μνήμες από τα πολεμικά του κατορθώματα, τις φρικτές αγριότητές του και τον τραγικό θάνατό του στο νησάκι της λίμνης.
Το φρούριο υψωνόταν στο ανατολικότερο άκρο της καστροπολιτείας, δηλαδή των παλαιών Ιωαννίνων, με θέα προς τη λίμνη. Οι κατοικίες και τα άλλα κτίσματα που υπήρχαν παλαιότερα στο ανώτερο πλάτωμά του δεν σώζονταν πλέον, καθώς είχαν καταστραφεί μετά τον θάνατο του πασά.
Σε νεότερους χρόνους, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, είχε ανεγερθεί ένα μεγάλο κτίριο, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως στρατώνας και νοσοκομείο, κοντά στο παλιό τζαμί με τον μιναρέ του.
Στο ίδιο πλάτωμα του κάστρου υπήρχε επίσης μια σύγχρονη έπαυλη, την οποία εμείς οι Ιταλοί είχαμε χρησιμοποιήσει ως γραφείο διοίκησης του Λόχου και ως κατάλυμα των αξιωματικών.
Το Κάστρο των Ιωαννίνων και η στρατιωτική του χρήση
Κοντά στο τζαμί βρισκόταν ο τάφος του πασά, προστατευμένος από ένα καλλιτεχνικά διαμορφωμένο κιγκλίδωμα από σφυρήλατο σίδερο, ισλαμικής τεχνοτροπίας. Δίπλα στον Αλή βρισκόταν και ο τάφος της συζύγου του.
Στο πλάτωμα του φρουρίου διακρίνονταν πολλά ερείπια, ανάμεσά τους και εκείνα του χαρεμιού του Αλή, όπου κατοικούσαν οι παλλακίδες του. Η πιο αγαπημένη του τυράννου ονομαζόταν Βασιλική και ήταν μια όμορφη νεαρή Ελληνίδα.
Ανάμεσα στα ερείπια υπήρχε μια μικρή εκκλησία, την οποία είχαν χτίσει οι Έλληνες μετά την ανεξαρτησία τους και ήταν αφιερωμένη στους Αγίους Αναργύρους, τους ιατρούς αγίους.
Στα υπόγεια του φρουρίου, εμείς οι Ιταλοί είχαμε αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών για κάθε είδους όπλα, κυρίως βλήματα πυροβολικού του XXVI Σώματος Στρατού.
Ο δικός μας 1ος Λόχος είχε αναλάβει την αποστολή να φρουρεί το φρούριο και να το επιτηρεί με ένα άριστα οργανωμένο σύστημα σκοπιών.
Ζούσαμε πάνω από μια εξαιρετικά επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη.
Ιανουάριος 1943
28 Ιανουαρίου
«Επιτέλους, ύστερα από μια μακρά περίοδο σιωπής, έλαβα σήμερα το γράμμα σου της 20ής Ιανουαρίου. Χαίρομαι.
Όσο για τις άδειες, περιμένουμε να μας τις χορηγήσουν. Σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές είναι δύσκολο να απομακρύνουν αξιωματικούς από τις μονάδες τους, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να τους αντικαταστήσουν. Πράγματι, κανένας μας δεν έχει φύγει.
Σήμερα έμαθα ότι στην παλιά μας έδρα, στην Άρτα, πνέει άσχημος άνεμος!
Προχθές αναχώρησε μια φάλαγγα πεζικάριων που πήγαιναν με άδεια. Atà i shkrektine e vran shumë (εκείνοι, δηλαδή οι αντάρτες, τους επιτέθηκαν και σκότωσαν πολλούς). [Δεν λογοκρίθηκε.]
Βρήκα μια ανθολογία με έργα των Καρντούτσι, Πάσκολι και Ντ’ Αννούντσιο, κι έτσι ξαναδιαβάζω τα ποιήματα που είχαμε διδαχθεί στην τρίτη τάξη του Λυκείου…!
Τα këpucë (παπούτσια) είναι ήδη εξασφαλισμένα, ολοκαίνουργια και αστραφτερά. Αν είχα εκείνους τους ευλογημένους πόντους ή κουπόνια —που κανονικά θα έπρεπε να μας χορηγεί η Διοίκηση, η οποία όμως δεν διαθέτει—, θα αγόραζα πολλά καλά πράγματα από το στρατιωτικό πρατήριο».
30 Ιανουαρίου
«Εδώ παραμένουμε ήρεμοι και ήσυχοι. Αλλού, όμως, vriten (σκοτώνονται μεταξύ τους). Presmi atà (περιμένουμε εκείνους, δηλαδή τους Συμμάχους).
Όσο για τις άδειες, ακόμη κανένα νεότερο.
Atà e atà e na nuk shkomi (εκείνοι, δηλαδή οι Σύμμαχοι, και εκείνοι, οι αντάρτες, κι εμείς δεν μπορούμε να περάσουμε)».
[Είχαμε πλήρη επίγνωση της θλιβερής έκβασης που θα είχε ο πόλεμος. Η ταχυδρομική κάρτα πέρασε από τη λογοκρισία χωρίς να υποστεί καμία επέμβαση.]
Φεβρουάριος 1943
3 Φεβρουαρίου
«Έλαβα τρία γράμματά σου και ένα από κάποιον φίλο μου, ο οποίος περιμένει να πάρει άδεια. Μου γράφει ότι γίνεται πολύς λόγος για τις άδειες και φαίνεται πως αυτές τις ημέρες θα αρχίσουν να φεύγουν πολλοί, σύμφωνα με μια καθορισμένη σειρά προτεραιότητας.
Κανείς δεν τρέφει αυταπάτες, αλλά όλοι ελπίζουμε. Όπως βλέπεις, μας περιβάλλει το πιο βαθύ μυστήριο.
Χθες σου έστειλα ένα ταχυδρομικό έμβασμα 1.595 λιρετών. Κράτησα 1.000 για να αγοράσω είδη πρώτης ανάγκης: ένα γκριζοπράσινο πουκάμισο, κάλτσες, πιτζάμες κ.λπ.
Μας απαγορεύουν ακόμη και να ξοδεύουμε τα δικά μας χρήματα για να αγοράσουμε πράγματα που μας είναι απαραίτητα.
Το βράδυ πηγαίνω για ύπνο στις 8.30 και ξυπνώ στις 7. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της νύχτας, γύρω στη μία ή και αργότερα, σηκώνομαι για να κάνω έναν έλεγχο ή μια επιθεώρηση στις σκοπιές.
Έτσι περνά ο καιρός και το ηθικό μου παραμένει υψηλό.
Πέρασε και εκείνη η κρίση για την οποία σου είχα μιλήσει».
[Μετά την εκκαθάριση που είχε γίνει στους χώρους του στρατοπέδου, επικρατούσαν πλέον στη μονάδα απόλυτη ομόνοια, αμοιβαία εμπιστοσύνη και θερμή εκτίμηση.]
«Σήμερα το πρωί έλαβα το πανεπιστημιακό πιστοποιητικό μου. Ήρθε επίσης από το Τάγμα μου ένας συνάδελφος, ο οποίος μου είπε ότι στην Άρτα όλοι περιμένουν με αγωνία την άδειά τους και ότι πιθανότατα θα μας στείλουν τον Μάρτιο».
[Η αιώνια αυταπάτη της άδειας! Δεν ήταν ευσεβή ψέματα όσα έγραφα στον πατέρα μου. Μας έκαναν πραγματικά να πιστεύουμε ότι οι άδειες επρόκειτο να χορηγηθούν από στιγμή σε στιγμή και δεν καταλαβαίναμε ότι, χωρίς την άφιξη νέων εφέδρων αξιωματικών που θα μπορούσαν να μας αντικαταστήσουν, ώστε να μη μείνουν οι μονάδες χωρίς αξιωματικούς, και με δεδομένους τους κινδύνους και τις δυσκολίες των μετακινήσεων, τόσο από την ξηρά όσο και από τη θάλασσα, ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν οι άδειες.
Κι έτσι περνούσαν οι ημέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, ανάμεσα σε ελπίδες και απογοητεύσεις, ενώ ταλαιπωρούσαμε τους αγαπημένους μας ζητώντας τους άχρηστα πανεπιστημιακά πιστοποιητικά, που ήταν τόσο δύσκολο να εξασφαλίσουν από τα μακρινά πανεπιστήμια…»
6 Φεβρουαρίου 1943
«Αγαπημένε μου μπαμπά,
Σήμερα μου έγραψε ο Αντζολίνο Ρόζε (Angiolino Rose), λέγοντάς μου ότι δεν μπόρεσε να έρθει για λόγους που εσύ καταλαβαίνεις…
Το μικρό κτίριο όπου έχουμε εγκατασταθεί βρίσκεται ανάμεσα σε μιναρέδες και τζαμιά, τα οποία μπορώ να επισκέπτομαι ανενόχλητος, αφού χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από εμάς.
Φτιάχνω ένα ξύλινο κιβώτιο, γιατί εκείνο που έχω έσπασε. Με βοηθούν μερικοί στρατιώτες που είναι ξυλουργοί. Τα παπούτσια σου είναι τυλιγμένα σε χαρτί και τοποθετημένα μέσα στο κιβώτιο.
Στην παλιά μας έδρα εξακολουθούν να συμβαίνουν εκείνα τα πράγματα… και μάλιστα περισσότερο από πριν. Jane vriten! (Σκοτώνονται μεταξύ τους!)
Εδώ, αντίθετα, όλα είναι ήρεμα…»
10 Φεβρουαρίου 1943
«Αγαπημένε μου μπαμπά,
Πώς είστε; (…)
Όσο για την άδειά μου, δεν χρειάζεται να φτάνεις σε τέτοιες υπερβολές, ώστε να πηγαίνεις να με περιμένεις κατά την άφιξη του ταχυδρομικού πλοίου.
Καταλαβαίνω με πόση αγωνία με περιμένετε και πόσο λαχταράτε να με δείτε, όπως άλλωστε αισθάνομαι κι εγώ. Αλλά το να φτάνεις σε αυτό το σημείο είναι υπερβολή!
«Άνθρωποι είστε!», λέει ο Δάντης.
Σκέψου λίγο εκείνους τους δυστυχισμένους αιχμαλώτους [μέσα σε επτά μήνες θα ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς]. Σκέψου εκείνους που εδώ και δύο χρόνια βρίσκονται μέσα στη φωτιά και στον πάγο και ύστερα σκέψου εμένα, που είχα την τύχη να βρεθώ σε αυτό το μέρος (…)».
«Δεν πρέπει ποτέ να πηγαίνουμε ενάντια στο πεπρωμένο μας». Αυτό είναι το σύνθημά μας, που έχει διαμορφωθεί μέσα από τις εμπειρίες μας (…)
Σε συμβουλεύω […] η αναμονή θα είναι πιο φυσική, χωρίς υπερβολική αγωνία και απογοητεύσεις (…)».
Φεβρουάριος 1943
Η ακριβής ημέρα δεν διακρίνεται στο απόσπασμα.
«Μόλις επέστρεψα από τη λέσχη και βρήκα στο δωμάτιο τον στρατιώτη που με υπηρετεί ελαφρώς μεθυσμένο. Σου λέω, πέθανα στα γέλια!
Σήμερα μοιράστηκε διπλή μερίδα κρασιού και εκείνος μάζεψε και τις μερίδες των συναδέλφων του που δεν πίνουν. Φαντάσου σε τι κατάσταση βρέθηκε!
[Πρόκειται για τον Μάριο Γκράντι (Mario Grandi), από το Λόντι, έναν καλό στρατιώτη, αφοσιωμένο και πρόθυμο συνεργάτη. Μόνο εκείνη τη φορά είχε υπερβάλει.]
Μετάνιωσε και δεν επανέλαβε ποτέ το λάθος του (…)
Μου έγραψε ο Κοσταντίνο Μαρκιάνο (Costantino Marchiano). Ο Αρμάντο έφυγε ήδη για το Μαυροβούνιο;
Σήμερα έλαβα μια ταχυδρομική κάρτα από την Μπολόνια, από τον θείο Σαβέριο και τη θεία Εμίλια (…)
Χθες συνάντησα τον πρώην λοχαγό μου (…) και του έριξα, για πολλοστή φορά, τη γνωστή σπόντα για την άδεια. Μου πρόσφερε τσάι και μου είπε τα εξής:
«Αγαπητέ Ματσιότι, όπως σου έχω πει και άλλες φορές, είστε περισσότεροι από 80 αξιωματικοί της Μεραρχίας που θα έπρεπε να πάτε στην πατρίδα με άδεια. Καταλαβαίνεις ότι είναι αδύνατο να προλάβετε την εξεταστική περίοδο του Φεβρουαρίου. Εσύ θα είσαι πάντοτε ανάμεσα στους πρώτους, αν αρχίσουν οι αναχωρήσεις, και μπορείς να είσαι βέβαιος γι’ αυτό, αφού με γνωρίζεις εδώ και πολύ καιρό».
Έχει δίκιο και του έχω μεγάλη εμπιστοσύνη, γιατί βρίσκομαι κοντά του και δεν πρόκειται να με ξεχάσει.
Γι’ αυτό κι εγώ, αγαπημένε μου μπαμπά, έχω πλέον συμφιλιωθεί με την κατάσταση και πιστεύω ότι το ίδιο πρέπει να κάνετε κι εσείς.
Εδώ είμαι καλά και υπηρετώ σε μια μονάδα που θα είναι από τις πρώτες που θα αναχωρήσουν από την Ελλάδα, σε περίπτωση επαναπατρισμού.
[Από το «Radio Fonte» κυκλοφορούσαν πληροφορίες για επαναπατρισμό στρατευμάτων από τα Βαλκάνια. Ήταν μια διαδεδομένη φήμη, χωρίς ιδιαίτερη βάση στην πραγματικότητα!]
Σήμερα το πρωί ένας στρατιώτης αυτού του Λόχου αναχώρησε για να επιστρέψει στο σπίτι του. Είχε λάβει τηλεγράφημα από τους Καραμπινιέρους του τόπου καταγωγής του, που τον πληροφορούσε ότι η μητέρα του βρισκόταν σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση.
Επισκέφθηκα τα ανάκτορα του Αλή Πασά, που βρίσκονται πολύ κοντά στο κατάλυμά μας. Είδα παλιά κανόνια, πολλά από τα οποία έφεραν το έμβλημα με το βόδι του Αγίου Μάρκου, το τουρμπάνι του Αλή, τα ερείπια του χαρεμιού όπου ζούσαν οι παλλακίδες του —είχε πολλές—, καθώς και τις τρομερές φυλακές του.
Κάθε βράδυ το ραδιόφωνο μεταδίδει ότι οι εχθροί βομβαρδίζουν την Καλαβρία και ιδιαίτερα τη Σικελία.
Μην ξεχάσεις να βάλεις σε κάποιο από τα γράμματά σου μερικές λεπίδες ξυρίσματος.
Ο Βιτορίνο Παλιάρο (Vittorino Pagliaro) και ο Γκαμπριέλε Μαρκιανό (Gabriele Marchianò) σε ποια έδρα έχουν τοποθετηθεί; (…)»
Ο συγγραφέας μπροστά στον ιταλικό στρατώνα, δίπλα στο τζαμί των Ιωαννίνων.
