ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΡΙΑΚΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ-ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΤΟ 1832

——————————-
“Ξεκινώντας από τον Αμβρακικό κόλπο, οι οροθέτες καταρχήν διένειμαν τα νησιά και τις βραχονησίδες του Αμβρακικού κόλπου. Το Γαιδουρονήσι και το Κορακονήσι δόθηκαν στην Τουρκία καθώς ήταν πλησιέστερα προς την παραλία , ενώ τα νησιά Κέφαλος και Βούβαλος ως και ορισμένες άλλες βραχονησίδες, καθώς ευρίσκονται νοτιότερα, δόθηκαν στην Ελλάδα. Στην ηπειρωτική πλευρά, με βάση τον γεωγραφικό χάρτη της περιοχής, ο οποίος παριστούσε επακριβώς τα οριακά σημεία, γεγονός που διαπιστώθηκε και από την επιτόπια έρευνα των οροθετών, η συνοριακή γραμμή ορίστηκε «εν τω μέσω μεγάλου έλους τέμνοντος την χερσόνησον από τα αρκτικό-αρκτικό-ανατολικά προς τα μεσημβρινό-μεσημβρινό-δυτικά».
Συγκεκριμένα, η οροθετική γραμμή επεκτεινόταν βορειοανατολικά σε απόσταση διαμέτρου 2 μιλίων από το φρούριο του Ακτίου (Πούντα), και νοτιοδυτικά σε απόσταση 3 ½ μιλίων. Η παραλία και το φρούριο του Ακτίου παρέμειναν στην Τουρκία. Το πρώτο σημείο της οροθετικής γραμμής ελήφθη δυτικά επί της παραλίας του Αμβρακικού κόλπου μεταξύ των θέσεων Κοπραίνης και Μενιδίου. Το όριο ξεκινούσε από κάποια μικρή στενωπό που οδηγούσε προς το Μενίδι και ακολουθούσε την υπώρεια των λόφων μέχρι την είσοδο του στενού του Μακρυνόρους το οποίο και τέμνει δι΄ευθείας γραμμής έως ότου φθάσει πάλι στην υπώρεια του όρους. Στη συνέχεια ακολουθούσε αυτήν έως τον μικρό ποταμό Δούπτσα, του οποίου την κοίτη ακολουθούσε, φθάνοντας μέχρι το στενό που σχηματίζουν δύο βουνά. Διέβαινε το στενό αυτό και εισερχόταν σε κάποιο χείμαρρο ο οποίος κατέληγε στον ποταμό Κομπότη.
Οι οροθέτες προτίμησαν ως όριο τη γραμμή που διαβαίνει τις υπώρειες των λόφων του Μακρυνόρους και φθάνει μέχρι τον ποταμό Κομπότη και όχι τις κορυφές των λόφων. Σκοπός ήταν να εξασφαλίσουν στην Ελλάδα τα στενά, τις διόδους του Μακρυνόρους αλλά και τη θέση Δρυμονάρι, καίριο στρατηγικό σημείο, άνευ του οποίου το στενό του Μακρυνόρους θα μπορούσε εύκολα να καταπατηθεί από τα τουρκικά στρατεύματα από την δεξιά του πλευρά. Επιπλέον η διεύθυνση των βουνών ήταν κάθετη προς τη οροθετική γραμμή και επομένως δεν ήταν δυνατόν να ληφθούν ως σημείο οι ράχες των λόφων. Στην Ελλάδα επίσης αποδόθηκε η κοιλάδα του Σύντεκνου, η οποία επέτρεπε την επικοινωνία των δυτικών περιοχών της χώρας με τις ανατολικές περιοχές μέσω της γέφυρας της Τατάρνας.
Οι αλυκές της Κόπραινας, η πεδιάδα της Άρτας μέχρι τους πρόποδες του Μακρυνόρους, η γέφυρα του Κόρακος και η Κοιλάδα του Ζουμερού παρέμειναν στην Τουρκία. Με αυτόν τον τρόπο οι οροθέτες παρείχαν τα αντίστοιχα απαραίτητα μέτρα άμυνας και στις δύο χώρες και προσέφεραν σε κάθε μία απ’ αυτές ίσης αξίας στρατηγικές θέσεις. Από τον ποταμό Κομπότη μέχρι τον Αχελώο η χάραξη των συνόρων λόγω της μορφολογίας του εδάφους υπήρξε ευκολότερη, διασφαλίζοντας στις δύο επικράτειες σπουδαίες οχυρές θέσεις. Πρόκειται για ένα φυσικό σύνορο.
Ειδικότερα η συνοριακή γραμμή διέτρεχε τον ρου του ποταμού Κομπότη και έφθανε μέχρι την κορυφή του όρους Χελώνα. Ακολουθούσε τη ράχη της σειράς αυτής φτάνοντας μέχρι την κορυφή του Πλατυβουνίου και κατέβαινε ακολουθώντας την διεύθυνση των υδάτων μέχρι το μικρό όρος Ράχη Γραικόπουλου, για να ανέβει πάλι στην κορυφή Λυκογεώργη, στο Γάμπροβο και ακολουθώντας τον χείμαρρο Στους Καπνούς, έφτανε στον Αχελώο ποταμό…“ (Πηγή : Η ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ ΚΑΙ Η ΗΠΕΙΡΟΘΕΣΣΑΛΙΑ (1832-1836), Ηλίας-Αστρινός Βενιανάκης, ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τχ. 36, 2002)

Στη φωτογραφία “Η συνοριακή γραμμή στη δυτική της μεριά” H. Reinder Reinders “Τα ελληνο-οθωμανικά σύνορα στην πεδιάδα της Σούρπης, 1832 – 1881” (Πηγή : Πρακτικά του Δ’ Συνεδρίου Αλμυριωτικών Σπουδών)

Δημοσιεύθηκε στην Η Άρτα στην Τουρκοκρατία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *