«ΗΤΑΝ ΤΟ ΠΡΟΞΕΝΙΚΟ ΜΑΣ ΣΠΙΤΙ…»

Η ξεχασμένη γαλλική ιστορία της παλιάς Μητρόπολης της Άρτας

Υπάρχουν κτίρια που αλλάζουν χρήση και, μαζί με αυτήν, χάνεται σιγά σιγά και η προηγούμενη ιστορία τους. Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι συνέβη και με την παλιά μητροπολιτική κατοικία της Άρτας.

Το 1847 ο Γάλλος Jules Blancard βρέθηκε στην Άρτα, στο πλαίσιο ενός οδοιπορικού στην Ήπειρο. Δεν πέρασε απλώς βιαστικά από την πόλη. Περιηγήθηκε στην Άρτα, παρατήρησε τη γέφυρα, το κάστρο, τις εκκλησίες και άλλα σημεία της, αναφέρθηκε στην αρχαία Αμβρακία, στους κατοίκους και στην ευρύτερη περιοχή. Είχε επίσης στενή επαφή με τον γιατρό Κροκίδα και τη μητέρα του. Όταν θέλησε να αναχωρήσει, εκείνοι προσπάθησαν να τον κρατήσουν περισσότερο και ο Blancard υποσχέθηκε ότι θα τους ξαναδεί στην επιστροφή. Πράγματι, όταν ξαναπέρασε από την Άρτα, θυμήθηκε την υπόσχεση και τους έστειλε τους χαιρετισμούς του.

Μέσα σε αυτή την περιγραφή της πόλης, ο Blancard φτάνει στη Μητρόπολη και γράφει μια φράση που σήμερα αποκτά ιδιαίτερη σημασία:

«C’était notre maison consulaire, quand nos consuls étaient à Arta.»

«Ήταν το προξενικό μας σπίτι, όταν οι πρόξενοί μας βρίσκονταν στην Άρτα».

Και αναρωτιέται γιατί το κτίριο δεν ανήκε πλέον στη Γαλλία.

Από πού προερχόταν όμως αυτό το «προξενικό μας σπίτι»;

Ένα μεγάλο γαλλικό σπίτι στην Άρτα

Η γαλλική προξενική παρουσία στην Άρτα είχε αρχίσει ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Γύρω στο 1730 ο Γάλλος πρόξενος Jean-Baptiste Dubroca αποφάσισε να εγκαταλείψει την παλαιότερη κατοικία του και να οικοδομήσει ένα νέο προξενικό οίκημα.

Επέλεξε οικόπεδο σε άκρο της τότε πόλης, σε θέση που θεωρούνταν υγιεινότερη, και με δικά του χρήματα έκτισε μια μεγάλη και ευρύχωρη κατοικία.

Δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο σπίτι. Λίγα χρόνια αργότερα περιγράφεται ένα μεγάλο συγκρότημα με περίπου είκοσι πέντε δωμάτια ή διαμερίσματα, παρεκκλήσι, αυλή και κήπο. Γάλλοι καπετάνιοι το θεωρούσαν μία από τις μεγαλύτερες και ωραιότερες γαλλικές προξενικές κατοικίες της Ανατολής.

Η ιστορία της ιδιοκτησίας του παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Ο Αρτινός έμπορος Χριστόδουλος Μαρούτσης διαπραγματεύθηκε την αγορά του από τον Dubroca για 1.000 τσεκίνια, με τη συμφωνία ότι οι Γάλλοι πρόξενοι θα εξακολουθούσαν να κατοικούν εκεί καταβάλλοντας ετήσιο μίσθωμα. Αργότερα ο Μαρούτσης παραιτήθηκε από τα δικαιώματά του υπέρ του Γάλλου βασιλιά και το οίκημα πέρασε στη γαλλική δημόσια περιουσία.

Για πολλές δεκαετίες εξακολούθησε να αποτελεί την προξενική κατοικία της Γαλλίας στην Άρτα. Το συναντούμε ακόμη το 1781 ως maison consulaire de France, ενώ η γαλλική προξενική παρουσία στην πόλη συνεχίστηκε και στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Η Μητρόπολη υπήρχε ήδη

Εδώ βρίσκεται ένα σημείο που χρειάζεται προσοχή.

Η Μητρόπολη της Άρτας δεν δημιουργήθηκε όταν εγκαταλείφθηκε το γαλλικό προξενικό οίκημα. Υπήρχε ήδη ως οργανωμένος εκκλησιαστικός χώρος.

Ο μητροπολίτης Σεραφείμ Ξενόπουλος, γράφοντας αρκετές δεκαετίες αργότερα και χρησιμοποιώντας και παλαιότερες τοπικές μαρτυρίες, αναφέρει ότι επί μητροπολίτη Μακαρίου Β΄, ο οποίος ανέλαβε το 1779, κατασκευάστηκε η μεγάλη εξωτερική πύλη της Μητρόπολης, την οποία ο ίδιος είχε προλάβει να δει.

Επομένως, στα τέλη του 18ου αιώνα η Μητρόπολη και το γαλλικό προξενικό οίκημα υπήρχαν ταυτόχρονα.

Αυτό αποκλείει την απλή εκδοχή ότι «το γαλλικό προξενείο έγινε Μητρόπολη». Η ιστορία πρέπει να ήταν διαφορετική.

Υπάρχει μάλιστα ένα ακόμη στοιχείο που βοηθά να την κατανοήσουμε. Η ύπαρξη της Μητρόπολης δεν σημαίνει ότι ο εκάστοτε μητροπολίτης κατοικούσε πάντοτε στο ίδιο κτίριο.

Από τον ίδιο τον Ξενόπουλο γνωρίζουμε ότι όταν ο Νεόφυτος Γ΄ έφθασε στην Άρτα το 1820, εγκαταστάθηκε αρχικά σε ιδιωτική κατοικία, «εἰς τὴν οἰκίαν κατοίκου τινὸς Γρηγορίου». Μεταγενέστερη τοπική βιβλιογραφία αναφέρει και άλλες κατοικίες μητροπολιτών κατά την περίοδο που ακολούθησε, χωρίς όμως να διαθέτουμε για όλες τις επιμέρους ταυτίσεις ανεξάρτητη επιβεβαίωση.

Το ασφαλές συμπέρασμα είναι απλούστερο αλλά σημαντικό: η μητροπολιτική κατοικία δεν ήταν κατ’ ανάγκην πάντοτε το ίδιο οίκημα.

Και αυτό ίσως αποδειχθεί καθοριστικό για την ιστορία του γαλλικού σπιτιού.

Η κατάσχεση της Μητρόπολης

Το 1821, σύμφωνα με τον Σεραφείμ Ξενόπουλο, οι οθωμανικές αρχές κατέσχεσαν τη Μητρόπολη. Το μητροπολιτικό κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως Διοικητήριο και ο ναός ως σιταποθήκη.

Για περισσότερο από μία δεκαετία το συγκρότημα έμεινε έξω από την κανονική εκκλησιαστική χρήση.

Στις αρχές Ιουνίου του 1834, ύστερα από ενέργειες του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντίου Α΄, αποδόθηκε και πάλι στην Εκκλησία. Στις 21 Νοεμβρίου του ίδιου έτους έγιναν τα εγκαίνια του ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Και κάπου εδώ οι δύο ιστορίες —της παλιάς Μητρόπολης και του γαλλικού προξενικού σπιτιού— αρχίζουν να πλησιάζουν.

Το παράξενο έγγραφο του 1834

Την 1η Ιανουαρίου 1834, λίγους μόλις μήνες πριν από την επιστροφή της Μητρόπολης στην Εκκλησία, ένα γαλλικό έγγραφο εξακολουθεί να φέρει στην κεφαλίδα:

«Consulat de France à Arta» — «Προξενείο της Γαλλίας στην Άρτα».

Μόνο που το έγγραφο δεν γράφτηκε στην Άρτα.

Γράφτηκε στην Πρέβεζα και εκεί το υπέγραψε ο Marc Rébeaud.

«Consulat de France à Arta» — αλλά Πρέβεζα, 1 Ιανουαρίου 1834. Το προξενείο εξακολουθεί να φέρει το όνομα της Άρτας, ενώ ο Marc Rébeaud συντάσσει το έγγραφο από την Πρέβεζα.

Το στοιχείο έχει σημασία. Το προξενείο εξακολουθούσε να φέρει το όνομα της Άρτας, αλλά ο πρόξενος βρισκόταν πλέον στην Πρέβεζα. Η γαλλική αρχειακή σειρά που έχουμε εντοπίσει για την Άρτα φθάνει μέχρι το 1836. Αυτό από μόνο του δεν μας επιτρέπει να ορίσουμε την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία έπαψε η προξενική λειτουργία στην πόλη. Δείχνει όμως ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο μετάβασης.

Και ακριβώς εδώ αρχίζει το κενό.

Τι συνέβη ανάμεσα στο 1834 και το 1847;

Δεν γνωρίζουμε ακόμη πότε ακριβώς και με ποιον τρόπο η παλιά γαλλική προξενική κατοικία πέρασε στη χρήση της Μητρόπολης.

Μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί έγγραφο πώλησης, παραχώρησης ή άλλης μεταβίβασης. Δεν γνωρίζουμε αν αυτό συνέβη το 1834 ή κάποια στιγμή στα επόμενα χρόνια.

Γνωρίζουμε όμως τι υπήρχε πριν και τι βρίσκουμε μετά.

Και εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία όσα γνωρίζουμε για τις κατοικίες των μητροπολιτών.

Δεν είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ότι ολόκληρη η Μητρόπολη μεταφέρθηκε στο γαλλικό οίκημα. Αντίθετα, τα στοιχεία επιτρέπουν μια διαφορετική και ίσως απλούστερη εξήγηση: το παλαιότερο μητροπολιτικό συγκρότημα και ο ναός μπορούσαν να εξακολουθούν να υπάρχουν, ενώ η κατοικία του μητροπολίτη μπορούσε να βρίσκεται σε διαφορετικό κτίριο.

Μήπως λοιπόν, όταν η μεγάλη γαλλική προξενική κατοικία έπαψε να χρησιμοποιείται από τους Γάλλους, άρχισε να χρησιμοποιείται ως κατοικία του μητροπολίτη;

Η υπόθεση ταιριάζει με όσα γνωρίζουμε. Δεν έχει όμως ακόμη βρεθεί το έγγραφο που θα την αποδείξει.

Το 1847 το σπίτι έχει ήδη αλλάξει ζωή

Εδώ επιστρέφουμε στον Jules Blancard.

Δεκατρία χρόνια μετά το 1834, ο Γάλλος ταξιδιώτης βρίσκεται στην Άρτα. Έχει περιηγηθεί στην πόλη, έχει επαφές με ανθρώπους της και δεν γράφει σαν κάποιος που απλώς περνά από έναν άγνωστο τόπο.

Όταν φτάνει στη Μητρόπολη, η διατύπωσή του είναι κατηγορηματική:

«C’était notre maison consulaire, quand nos consuls étaient à Arta.»

«Ήταν το προξενικό μας σπίτι, όταν οι πρόξενοί μας βρίσκονταν στην Άρτα».

Δεν λέει ότι «κάπου εδώ βρισκόταν» το γαλλικό προξενείο. Αναφέρεται στο ίδιο το σπίτι που βλέπει μπροστά του.

Και η παρατήρησή του ότι δεν καταλαβαίνει γιατί το κτίριο δεν ανήκει πλέον στη Γαλλία κάνει τη μαρτυρία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Το 1847, λοιπόν, έχουμε πλέον ένα ασφαλές σημείο: η παλιά γαλλική προξενική κατοικία χρησιμοποιείται ως μητροπολιτική κατοικία.

Αυτό που μας λείπει εξακολουθεί να είναι το πώς και το πότε.

Μια παράξενη λεπτομέρεια το 1881

«Μη Χάνεσαι», 1881. Η περιγραφή της παλιάς αρχιεπισκοπικής κατοικίας και η απροσδόκητη αναφορά στον καθρέφτη με εικόνες από το Journal des modes de Paris.

Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα έχουμε μια σπάνια ματιά στο εσωτερικό του κτιρίου.

Το 1881 δημοσιογράφος του «Μη Χάνεσαι», που βρέθηκε στην Άρτα κατά την επίσκεψη του βασιλιά Γεωργίου Α΄, επισκέφθηκε τον μητροπολίτη Σεραφείμ.

Η πρώτη του παρατήρηση είναι χαρακτηριστική:

«Η Αρχιεπισκοπή είναι κτίριον παλαιόν, αλλά καλώς διατηρούμενον».

Περιγράφει μεγάλα και ευρύχωρα δωμάτια, αίθουσα με αρχιερατικό θρόνο, εικόνες και προσωπογραφίες στους τοίχους.

Σε έναν κοιτώνα όμως κάτι τον ξάφνιασε.

Είδε έναν αρκετά μεγάλο καθρέφτη και επάνω στο γυαλί του χάρτινες εικόνες,

«ἀποσπασθείσας ἐκ τοῦ Journal des modes de Paris»,

εικόνες δηλαδή κομμένες από γαλλικό περιοδικό παρισινής μόδας και κολλημένες στον καθρέφτη.

Ο ίδιος σημειώνει χαρακτηριστικά:

«ἐξεπλάγην».

Η αντίδρασή του έχει τη σημασία της. Δεν είναι μόνο σε εμάς σήμερα που φαίνεται παράξενη η παρουσία εικόνων παρισινής μόδας σε έναν κοιτώνα της αρχιεπισκοπικής κατοικίας. Παράξενη φάνηκε και στον άνθρωπο που τις είδε το 1881.

Θα μπορούσαν να αποτελούν ένα μικρό κατάλοιπο από την παλαιότερη γαλλική ζωή του σπιτιού;

Είναι μια ενδιαφέρουσα σκέψη, αλλά δεν μπορούμε να προχωρήσουμε περισσότερο. Δεν γνωρίζουμε τη χρονολογία των εικόνων, πότε κολλήθηκαν ούτε ποιος τις είχε τοποθετήσει εκεί. Δεν αποτελούν επομένως απόδειξη.

Παραμένουν όμως μια μικρή και παράξενη ένδειξη, που αποκτά διαφορετικό ενδιαφέρον όταν γνωρίζουμε πλέον την προηγούμενη γαλλική χρήση του κτιρίου.

Οι δύο ζωές του παλιού σπιτιού

Από τα στοιχεία που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα μπορούμε να παρακολουθήσουμε αρκετά καλά την αρχή και το τέλος αυτής της μετάβασης.

Γύρω στο 1730 ένα μεγάλο σπίτι κτίζεται στην Άρτα για τον Γάλλο πρόξενο. Συνδέεται στη συνέχεια με τον Χριστόδουλο Μαρούτση, περνά στη γαλλική δημόσια περιουσία και για πολλές δεκαετίες αποτελεί την προξενική κατοικία της Γαλλίας.

Την ίδια εποχή υπάρχει χωριστά η Μητρόπολη της Άρτας. Και γνωρίζουμε ότι η κατοικία των μητροπολιτών δεν ήταν αναγκαστικά πάντοτε το ίδιο κτίριο.

Το 1821 το παλιό μητροπολιτικό συγκρότημα κατάσχεται. Το 1834 επιστρέφει στην Εκκλησία. Την ίδια περίπου εποχή, το «Προξενείο της Γαλλίας στην Άρτα» λειτουργεί στην πράξη από την Πρέβεζα.

Και το 1847 ο Blancard μάς δίνει το επόμενο ασφαλές στιγμιότυπο: η παλιά γαλλική προξενική κατοικία είναι πλέον η κατοικία του μητροπολίτη.

Ανάμεσα σε αυτά τα δύο σημεία υπάρχει ακόμη ένα κενό.

Πότε ακριβώς πέρασε το σπίτι στη μητροπολιτική χρήση; Με ποιον τρόπο; Υπήρξε αγορά, παραχώρηση ή κάποια άλλη συμφωνία; Και ποια ακριβώς ήταν η σχέση του με το παλαιότερο μητροπολιτικό συγκρότημα;

Η έρευνα μέχρι σήμερα δεν έχει δώσει απάντηση.

Ίσως το έγγραφο που λείπει να βρίσκεται ακόμη σε κάποιον γαλλικό ή εκκλησιαστικό φάκελο.

Μέχρι τότε, η φράση του Jules Blancard το 1847 παραμένει η ασφαλέστερη γέφυρα ανάμεσα στις δύο ζωές αυτού του παλιού σπιτιού:

«C’était notre maison consulaire, quand nos consuls étaient à Arta.»

«Ήταν το προξενικό μας σπίτι, όταν οι πρόξενοί μας βρίσκονταν στην Άρτα».

Σημείωση : Η έρευνα για την ιστορία του κτιρίου συνεχίζεται. Το κείμενο βασίζεται σε γαλλικό αρχειακό υλικό, περιηγητικές μαρτυρίες, παλαιότερες πηγές για τη Μητρόπολη της Άρτας και στον Τύπο της εποχής. Η αναλυτική βιβλιογραφία δεν παρατίθεται στην παρούσα ανάρτηση, καθώς θα συνοδεύσει την ολοκληρωμένη μορφή της έρευνας.

Η παλιά μητροπολιτική κατοικία της Άρτας σε φωτογραφία του Αναστασίου Ζάχου. Το 1847 ο Jules Blancard αναγνώρισε τη μητροπολιτική κατοικία ως το παλιό γαλλικό προξενικό οίκημα: «C’était notre maison consulaire, quand nos consuls étaient à Arta».
Δημοσιεύθηκε στην Η Άρτα στην Τουρκοκρατία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *