ΚΑΤΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΧΕΙΜΑΔΙΑ……(β’ μέρος)

——————–
“-Πόσο κουραστική ήταν η πορεία της επιστροφής;
-Πολύ. Σε ώρα, άλλοι σαν να αποστάσανε από την πεζοπορία, άλλοι σαν να βαρέθηκαν από το κουβεντολόι, σωπάσανε. Τα μικρά που ήτανε καβάλα, άλλο από το σκούξιμο, άλλο από το κούνα και ματακούνα του μουλαριού αποκοιμήθηκαν αδεκεί και μόνο των αλόγων τα πέταλα που πατούσανε ρυθμικά το ντερβένι δένανε σε μια παράξενη μουσική συμφωνία με τον αχό από τα κυπροκούδουνα και τα τσιοκάνια που είχανε κρεμασμένα στο λαιμό τους. Κάπου εκεί θυμάμαι, σαν βαριεστημένος από της πεζοπορίας την αποσταμάρα, κοντοστάθηκα. Κοντοστάθηκα και χασμουρήθηκα βαριεστημένος κάμποσες βολές κι αδεκεί η μανούλα μου θυμάμαι έσκυψε και μου είπε : «άιντε παιδάκι μου, κάμε λίγο κουράγιο ακόμα και φτάσαμαν στο χάνι. Να… σα διαβούμε ετούτη την κοδέλα του δρόμου, τη μεγάλη κι απέ την άλλη τη μικρή, φτάνουμε, καληώρα σου παιδί μου, στο Πλατανόρεμα. Εκεί στο χάνι του Τσίρου έχουμε κουβέντα να μας καρτερεί και η βαβούλα σου με την κανούτα μας που έφυγαν μπροστά πριν από το γιόμα, για να κάψουνε δρόμο». Γκάρδιωσα για λίγο με τα λόγια της, μα τι να σας πω, ατέλειωτες μου φάνηκαν εκείνες οι κοδέλες και το χάνι, λες και βάλθηκε κι αυτό να παίξει με την αποσταμάρα μας, έφευγε, αλάργευε από τον τόπο του, για να μην το φτάσουμε. Και το χειρότερο, σαν φτάσαμε εκεί, οι αγωγιάτες κουβεντιάστηκαν συνατή στους και δεν στάθηκαν. Σαλάγησαν και τράβηξαν παραπανούλια στο ανάραχο πέντε δέκα ανάσες τόπο ακόμα. Εκεί, σε κάτι λακκούλες δίπλα στη δημοσιά, είχαν ξεπεζέψει κι άλλες φαμιλιές από γρηγορότερα, και ο τόπος στην αστροφεγγιά φάνταζε υπαίθριο παζάρι. Εκεί, απάνω σ’ εκείνο το ξεπέταμα, κάνανε την άνοιξη πρώτο κονάκι οι διαβατικοί, γιατί είχε γύρα ο τόπος αμαλαϊές. Είχε φρεσκοθερισμένα χωράφια, με μπόλικο χορτάρι στις παραβολές, και βοσκάνε τ’ αλογομούλαρα ανενόχλητα όλη τη νύχτα και οι αγωγιάτες γλυτώνανε την πληρωμή στο χάνι. Κάπου εκεί, ανάμεσα στους άλλους, ξεφορτώσαμαν κι εμείς.”
(Πηγή : Συνέντευξη Νίκου Καραβασίλη από τους Μελισσουργούς – Institute of Educational Policy portal – Τοπική Ιστορία)

Στη φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα “Τα μικρά παιδιά κάθονταν πάνω στα πράματα που κουβαλούσαν τα άλογα”
(Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Αθήνα, 1993) 

“Στράτα της οικογένειας Καζούκα από τα βουνά στην Αμφιλοχία το 1940”
(Φωτο από Αρχείο Αγγελικής Χατζημιχάλη) 

Δημοσιεύθηκε στην Ποιμενική Ζωή. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *