Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΩΝΟΥΣ – ΤΑΜΠΑΚΙΑΔΕΣ (β’ μέρος)

———————
“Κάτω από το 2ο δημοτικό σχολείο έστεκε μέχρι πρότινος αν και ανενεργός για πολλά χρόνια, ο πιο παλιός φούρνος της Άρτας, γνωστός ως φούρνος της Χαρωνούς. Βέβαια η Χαρωνού δεν ήταν φουρνάρισσα παρά ιδιοκτήτρια του οικήματος, το οποίο νοίκιαζε σε άλλους για να το δουλεύουν. Ψωμί έφτιαχνε μόνο το 1912 και προμήθευε τον στρατό. Όλα τα άλλα χρόνια έψηνε φαγητά που οι νοικοκυρές έφερναν σε ταψιά, επειδή εκείνο τον καιρό δεν είχανε ηλεκτρικές κουζίνες με φούρνους στα σπίτια τους.
Εγώ θυμάμαι έναν φούρναρη που τον έλεγαν Γρίβα, που από νωρίς, έβαζε φωτιά στα ξύλα, παραλάμβανε τα ταψιά, τα φούρνιζε με το φτυάρι του και τα πρόσεχε συνεχώς να ψηθούν καλά και να μην αρπάξουν. Πιο κάτω ήταν ένα πηγάδι από το οποίο έπαιρνε νερό με το κουβά για να ρίχνει στα φαγητά όταν το χρειάζονταν. Ακριβώς δίπλα στο πηγάδι ήταν το σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο πατέρας μου, ενώ όλη την περιοχή την λένε ακόμα ταμπακιάδες, επειδή ήταν τα βυρσοδεψία, δηλαδή τα εργαστήρια για τα δέρματα των ζώων, τα οποία λέγονται ταμπάκικα.
Για μένα ήταν μεγάλη χαρά να πηγαίνω στο φούρνο, μου άρεσε να χαζεύω τον Γρίβα κοκκινωπό και ξαναμμένο από την πυρά, ελαφρώς γανωμένο, να βάζει και να βγάζει με επιτηδειότητα τα ταψιά, χρησιμοποιώντας το φουρνόξυλο , αλλά πιο πολύ απολάμβανα τις μυρωδιές από τα τόσα εδέσματα. Ήταν μια πανδαισία για την όσφρηση να περνάς μεσημέρι από την ευρύτερη περιοχή, μ’ όλες αυτές τις οσμές να σου ανοίγουν την όρεξη, να σε τραβάνε προς το ανοικτό παράθυρο, όπου εκτίθονταν τα ταψιά, οι νταβάδες και τα σαγάνια. Ροδοκοκκινισμένα μπούτια αρνιών με πατάτες, κοτόπουλα γεμιστά, μελιτζάνες ιμάμ, ντομάτες και πιπεριές με γέμιση κιμά, κολοκυθάκια αυγολέμονο, κεφτέδες με κρεμμύδια, μπριάμ, σκορδάτοι κέφαλοι, χέλια με δαφνόφυλλα, χορτόπιτες και παστίτσια. Σου ‘ρχονταν να απλώσεις το χέρι σου και να αρπάξεις κάτι και μακάριζες τον φούρναρη τον μόνο που είχε αυτό το δικαίωμα, να δοκιμάζει απ’ όλα για να ξέρει αν πέτυχαν.
Οι γυναίκες έφερναν τα ταψιά από νωρίς κι αν ήταν βαριά τα ισορροπούσαν στο κεφάλι τους όπως οι καρυάτιδες την στέγη του Ερεχθείου. Το μεσημέρι για να τα πάρουν έτοιμα έπρεπε οπωσδήποτε να έχουν πανάκια να τα πιάνουν γιατί έκαιγαν. Επίσης έπρεπε και να γνωρίζουν τα ταψιά τους για να μην πάρουν κανενός άλλου το φαί. Έναν φίλο μου τον έστειλε η μάνα του να φέρει το ψητό από το φούρνο κι αυτός έκανε τρεις διαδρομές μέχρι να πετύχει το δικό τους ταψί. Βέβαια δεν δυσαρεστήθηκε καθόλου, γιατί κάθε φορά έτρωγε κι από ένα κοψίδι στο δρόμο.
Το απόγευμα σειρά είχαν τα γλυκά. Αυγορεβανές , γαλατόπιτες, μπακλαβάδες, κέικ σε ειδικές φόρμες και τις γιορτινές μέρες κουραμπιέδες. Άλλες οι μυρουδιές τώρα, λεπτές απαλές, διακριτικές αλλά οπωσδήποτε ξεσηκωτικές.
Ο φίλος μου Κώστας Σκορδής είχε μια ιδέα καθώς περάσαμε από κει και είδαμε τον φούρνο. Να αποκατασταθεί το ερειπωμένο αυτό κτίριο και να πάρει ξανά την παλιά του όψη. Να ανοίξει, να φωτιστεί κατάλληλα, έτσι ώστε να γίνει αξιοθέατο, που θα μας θυμίζει παλιές εποχές. Δυστυχώς λίγες μέρες μετά την ιδέα και τη φωτογραφία που τράβηξα, ο φούρνος γκρεμίστηκε και δεν υπάρχει πια.” (Πηγή : Άρθρο του Σωτήρη Σαρλή δημοσιευμένο στο χρονολόγιό του στις 3 Οκτωβρίου 1918)

Στη φωτογραφία ο φούρναρης Χρήστος Γρίβας (Από το βιβλίο του Γιάννη Κουτσούμπα για τα παραδοσιακά επαγγέλματα).

Δημοσιεύθηκε στην Οι Συνοικίες. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *