ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

———————
“Μπήκαμε στον Απρίλη – Μάη του 1942 και ξαφνικά, από τη μεριά των Θεσσαλικών ορεινών χωριών της Αργιθέας εμφανίστηκε απόσπασμα Ιταλών στρατιωτών με επικεφαλής λοχία που, όπως απεδείχθη, γνώριζε ελληνικά.
Σε κάθε χωριό συγκέντρωναν τους άντρες από 18 χρονών και πάνω στις εκκλησίες και τα σχολεία…Εκεί άρπαζαν τους πιο «ευπαρουσίαστους», τους έδιναν ξύλο με ζωστήρα και γροθιές και εν συνεχεία, ζητούσαν τα όπλα….Έτσι έφτασαν μέχρι τη γέφυρα «Κοράκου» στο χωριό Βραγγιανά όπου άκουσαν το βράδυ μεγάλο «πανηγύρι» που γινόταν στο χωριό Πηγές….
Οι Ιταλοί ακούγοντας το «γλέντι» αποφάσισαν να περάσουν τη γέφυρα Κοράκου, κι έτσι κατέληξαν στο χωριό Πηγές. Κάλεσαν με τις καμπάνες τον λαό που συγκεντρώθηκε στην πλατεία και αμέσως άρπαξαν τον ιερέα Σπύρο Ζαφείρη (μετέπειτα οπλαρχηγό του ΕΔΕΣ), τον απόστρατο χωροφύλακα Μπάκα και άλλους εμφανίσιμους άντρες και τους άρχισαν στο ξύλο με ζωστήρες ενώ εζήτησαν να φέρουν όλοι τα όπλα τους, παντός είδους….Το τί έγινε δεν περιγράφεται…Γέμισε το μαγαζί του Αρκουμάνη από όπλα…
Την επομένη οι Ιταλοί πήγαν στα Μηλιανά όπου τους είπαν ότι «…..πολλά όπλα έχουν στη Μεγαλόχαρη οι Κοσσυβακαίοι που είναι καπεταναίοι….». έτσι οι Ιταλοί δεν άργησαν να κατευθυνθούν προς το χωριό μας….
Ο γερο-πατέρας μου Γρηγόρης Σ. Κοσσυβάκης, όταν μάθαμε πως 10-12 Ιταλοί αφοπλίζουν τα χωριά και κατευθύνονται προς το δικό μας, είπε σ’ όλους πως στη Μεγαλόχαρη δεν θα παραδοθούν όπλα…. « Θα τους αφοπλίσω και θα τους στείλω από ‘κει που ήρθαν…» δήλωσε!…Πολλοί θορυβήθηκαν με τα λεγόμενά του κι άρχισαν να λένε πως κάτι τέτοιο θα είχε δυσάρεστα επακόλουθα. Ήταν μεσημέρι όταν οι Ιταλοί εμφανίστηκαν στη Μεγαλόχαρη και ζήτησαν τον πρόεδρο. Ο ιατρός Ηλίας Παπαχρήστος (σύζυγος της αδελφής του πατέρα μου, Όλγας) που ήταν πρόεδρος, μαθαίνοντας τον ερχομό τους έφυγε, δήθεν για να δει κάποιον άρρωστο… Οι Ιταλοί ανέβηκαν στο σπίτι του προέδρου και άρχισαν να φωνάζουν για να φέρουν τα όπλα οι χωρικοί….Τον ερχομό των Ιταλών άκουσε ο γερο – πατέρας μου από το σπίτι, σε απόσταση 80 μέτρων μακριά. Έβαλε το πιστόλι του κάτω από το σακάκι του, πήρε το μπαστούνι του και πήγε να τους συναντήσει… Μόλις τον αντίκρισαν οι Ιταλοί άρχισαν να φωνάζουν…»Καπιτάνο, Καπιτάνο, όπλα εδώ, ξύλο, πολύ ξύλο…» Ο Γέρος, με την εντυπωσιακή θωριά του, οπλισμένος, ψηλός, με μουστάκι στριμμένο και βροντερή φωνή, έσφιξε με δύναμη σε χειραψία το χέρι του Ιταλού λοχία και είπε αγέρωχα « Εγώ καπετάνιος, δεν τρώω ξύλο, εγώ δίνω ξύλο…» και του ύψωσε απειλητικά το μπαστούνι. Ο Ιταλός τάχασε, οπισθοχώρησε και πήρε παράμερα τους υπόλοιπους Ιταλούς, μιλήσανε μεταξύ τους και γύρισαν προς το Γέρο…έβγαλαν τα όπλα και τις φυσιγγιοθήκες , τάριξαν χάμω, έπιασαν το χέρι του πατέρα μου και άρχισαν να του μιλάνε φιλικά , αποκαλώντας τον «Καπιτάνο» και του έλεγαν «Φίλοι εμείς Καπιτάνο…» Τότε εκείνος φώναξε την σύζυγο του προέδρου και αδερφή του Όλγα και της είπε να ετοιμάσει φαγητό για τους ξένους…..”
(Πηγή : Η ΤΡΙΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, Ν. Γ.Κοσσυβάκης, Αθήνα, 2001)

Στη φωτογραφία ο Γρηγόριος Σ. Κοσσυβάκης*, Εθελοντής στους Γαριβαλδινούς το 1897, Παλιός καπετάνιος των Βαλκανικών Πολέμων 1912-13, Οπλαρχηγός στη Β. Ήπειρο το 1914, πρώην Δήμαρχος Τετραφυλίας (1904-1908), υποψήφιος βουλευτής των Φιλελευθέρων στο Νομό Άρτης και από δεκαετίες φυσικός Ηγέτης της περιοχής…(Φωτο και σχόλιο από το ίδιο βιβλίο)

*Μπορείτε να διαβάσετε σχετικά με τη δράση του Γ. Κοσσυβάκη στην Β. Ήπειρο στο λινκ https://www.facebook.com/…/a.130710755…/214910917245026/

Δημοσιεύθηκε στην Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *