Μια πολύτιμη μαρτυρία για την Άρτα των χρόνων της Κατοχής και για μια γενιά παιδιών που μεγάλωσε ανάμεσα στην πείνα, το παιχνίδι, την αλληλεγγύη και τον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης αποτυπώνεται στο κείμενο του Χριστόφορου Ευαγγελή που ακολουθεί, δημοσιευμένο στην εφημερίδα ΑΡΤΙΝΗ ΕΥΘΥΝΗ το 1996.
Οι «Μπαμπαναίοι» δεν υπήρξαν συμμορία· ήταν παιδιά της γειτονιάς. Παιδιά που έζησαν δύσκολες εποχές, διατηρώντας όμως τη φιλία, το πείσμα και την αξιοπρέπειά τους. Το κείμενο αποτελεί ένα μικρό αλλά πολύτιμο τεκμήριο της κοινωνικής ιστορίας της Άρτας και μεταφέρει με ιδιαίτερη ευαισθησία το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής.
” Οι Μπαμπαναίοι ήταν παρέα. Μεγάλη ομάδα νέων, κυρίως από την ενορία του Αι Νικόλα, αλλά και από άλλες ενορίες φερτά. Λειτουργούσε σαν λέσχη φίλων δραστηριοποιημένων σε ποικίλες επιτηδειότητες. Έδρα είχε το περιβόλι (οικόπεδο) του Γιάννη Παπανικολάου, με το παρατσούκλι Μπαμπάνης. Εξ’ αυτού και το όνομα Μπαμπαναίοι. Το περιβόλι ήταν στο συνοικισμό χάλα-χάλα, μεταξύ των οδών Αετορράχης και Πέντε Πηγαδιών. Η οδός αυτή (Πέντε Πηγαδιών) καταλαμβάνονταν από χαντάκι ακάλυπτο, που μετέφερε τα λύματα της πόλης στον Άραχθο με σημείο εκβολής τον πανύψηλο πλάτανο στο χάλα χάλα. Το οικόπεδο Μπαμπάνη από την πλευρά αυτής της οδού (Πέντε Πηγαδιών) προστατεύονταν από ψηλό ανάχωμα. Μεταξύ, λοιπόν, των οδών αυτών και των ιδιοκτησιών Δράκου, Μαυρομάτη, Παπανικολάου και Μπανταλούκα ήταν το στέκι των Μπαμπαναίων. Οι οποίοι συνέθεταν ένα μέσο όρο ηλικίας 15 έως 16 χρονών. Ασχολία τους ήταν κατ’ αρχήν η επιβίωση και ύστερα το παιχνίδι, για να ικανοποιείται και η χαρά της ηλικίας. Η επιβίωση ήταν δύσκολη στην εποχή της πείνας της κατοχής και οι Μπαμπαναίοι έπρεπε να συντηρηθούν και από το καζάνι του συσσιτίου του κατακτητή. Κατά προτίμηση του Ιταλού που έδειχνε πως ήταν πιο αφελής και πιο αγαθός και γιατί όχι, πιο ανθρώπινος. Με διάφορα τρικ και πονηριές κατάφερναν να πορίζονται τον επιούσιο. Λόγω της μεταξύ τους αλληλεγγύης όλοι διευκολύνονταν. Στον κορεσμό της πείνας συνέβαλε κατά πολύ και η άνεση που είχαν να επισκέπτονται τα περι- βόλια της περιοχής. Κυρίως τα παρόχθια. «Ένθεν και εκείθεν» του Αράχθου. Συγκόμιζαν καρπούς από τα οπωροφόρα δένδρα και από τις φυτικές καλλιέργειες ανάλογα με την εποχή.
Λειτουργούσαν σαν συμμορία; Γιατί έτσι τους είχαν αποκαλέσει!! Οχι βέβαια. Λειτουργούσαν με το ισχυρό αίσθημα της ανάγκης για επιβίωση και ήταν μεταξύ τους αλληλέγγυοι και συνδαιτυμόνες στα υπάρχοντα.
Ήταν εξ άλλου παιδιά. Η χαρά τους ήταν το παιχνίδι. Πετούσαν από το στέκι τους χαρταετούς τους, που με δική τους έμπνευση κατασκεύαζαν. Παράβγαιναν ποιός θα πάει ψηλότερα. Έπαιζαν χαρτιά με τράπουλες από στρατσόχαρτο δικής τους κατασκευής. Διασκέδαζαν παίζοντας ποδόσφαιρο με μπάλλες από πανί πεπιεσμένο, το λεγόμενο κουβάρι. Το κουβάρι στα μετέπειτα χρόνια ανέδειξε αξιόλογους ποδοσφαιριστές.
Στις παιδιές τους περιλαμβάνονταν και πράξεις Εθνικής Αντίστασης. Από πατριωτικό ενδιαφέρον ή κίνητρο αφαιρούσαν από τους κατακτητές λάστιχα, όπλα, πιστόλια και ότι άλλο, αρκούμενοι στη ζημια που προκαλούσαν. Τα λάφυρα τα πετούσαν σε ξεροπήγαδο και τα έδιναν σε δεδομένη ευκαιρία στους αντάρτες. Το σπουδαιότερο όμως και ίσως το πλέον καινοφανές είναι ότι όλοι τους είχαν το δικό τους παρατσούκλι. Κανείς δεν άκουγε μόνο στο όνομά του, αλλά στο παρωνύμι του. Κούνελος, Αγάς, Βαραβάς, Ταραμάς, Ταβαμάκος, Μάη-Μάης, Τραυλός, Χαλβάς, Μαναός, Κάσος, Μέλας, Φλίκης, Μπαλού, Μπαμπού, Καπουτσίνος, Καπερώνης, Λέσιας, Αόματος, Ντάλας κ.ά., γιατί οι Μπαμπαναίοι ξεπερνούσαν αριθμητικά τα 50 άτομα.
Όμως, πρέπει να επισημάνω πως ασχολούνταν λιγότερο με τα γράμματα, γιατί τα σχολεία στην Κατοχή και στον εμφύλιο υπολειτουργούσαν. Εν τούτοις, δεν ήταν λίγοι που διακρίθηκαν.
Από τους Μπαμπαναίους βγήκαν ανώτεροι αξιωματικοί, αεροπόροι, μηχανικοί, γεωπόνοι, επιστήμονες πολλών ειδικοτήτων. Ανώτεροι υπάλληλοι, επιχειρηματίες, επαγγελματίες, έμποροι κλπ. Υπήρξε μια γενιά δραστηρίων νέων με ικανοποιητικές επιδόσεις και ευτυχή αποτελέσματα.
Την αναφορά μου αυτή την έκανα για να τονίσω τη θύμηση σε γεγονότα που συνέβησαν στην Άρτα τη 10ετία του ’40. Και να τονίσω ορισμένες συμπεριφορές μιας γενιάς νέων που πέρασαν δια πυρός και σιδήρου και στάθηκαν γενναίοι στη ζωή. Ήταν φίλοι. Ήταν συναγωνιστές. Ήταν διεκδικητές. Αγωνίστηκαν για τη ζωή σε χαλεπούς καιρούς και την κέρδισαν ο καθένας με τον τρόπο του και τις ικανότητές του. Όλοι πρόκοψαν. Δε θυμά μαι κανέναν αποτυχημένο. Μόνο μερικούς άτυχους θυμάμαι, που έφυγαν από τη ζωή πρόωρα. Αλλ’ αυτό έτσι συμβαίνει. Υπερβαίνει την ανθρώπινη θέληση”.
