“…….Ο κόλπος θεωρείται γενικά ανθυγιεινός, ιδιαίτερα τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο, όταν οι ντόπιοι προσέχουν να μην εκτίθενται ακάλυπτοι το πρωί στον ανατολικό ή χερσαίο άνεμο, ο οποίος έρχεται από τις βαλτώδεις ακτές, είναι πολύ ψυχρός και φέρνει μαζί του τα ελώδη μιάσματα, προκαλώντας επικίνδυνους διαλείποντες πυρετούς. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μου (Ιούνιος και Ιούλιος), το αεράκι της ξηράς και της θάλασσας ήταν πάντα κανονικό, και το τελευταίο φυσούσε δροσερό – ξεκινούσε μεταξύ 10 και 11 το πρωί και σταματούσε πάντα με τη δύση του ηλίου. Το εύρος της θερμοκρασίας ήταν από 24 έως 32 κατά τη διάρκεια της ημέρας και από 21 έως 27 τη νύχτα. Η μέση θερμοκρασία το μεσημέρι ήταν 26 βαθμοί.
Γενικά οι λόφοι στην Ακαρνανική πλευρά έχουν στρογγυλή κορυφή και είναι άγονοι, κατεβαίνοντας βαθμιαία και με κυματιστή μορφή προς τις ακτές, οι οποίες είναι γενικά βραχώδεις και απότομες . Προς τα βόρεια τα βουνά είναι ψηλότερα, με απότομες κορυφογραμμές και με την κάθοδο προς τις πεδιάδες πιο απόκρημνη, παρουσιάζοντας σε πολλά σημεία, κυρίως το Ζάλογγο και το Μαύρο Βουνό, καταπληκτικούς βράχους.
Το ανατολικό τμήμα του κόλπου είναι το βαθύτερο. Το μεγαλύτερο βάθος που βρήκαμε ήταν τριάντα έξι οργιές και το κάτω μέρος αποτελείται από σκληρή μαύρη λάσπη, με εξαίρεση τις χαμηλές αμμώδεις ακτές. Υπάρχουν δύο άλλα νησιά που δεν έχουν γίνει ακόμη γνωστά, το ένα που ονομάζεται Γαιδουρονήσι (Jackass Island), έξω από το ακρωτήριο La Scara, είναι χαμηλό, βραχώδες και άγονο, παρουσιάζοντας στην επιφάνειά του μάζες ασβεστόλιθου επικαλυμμένους με γύψο. Το άλλο, το Κεφαλονήσι (Head Island) είναι της ίδιας φύσης με το Κορακονήσι, περίπου δεκαπέντε ή δεκαοκτώ πόδια ύψος, από μαλακό ψαμμίτη και καλυμμένο με πράσινο.
Έχω αποφύγει σκόπιμα να μιλήσω για το χαρακτήρα των ανθρώπων, καθώς έχουν ήδη δημοσιευτεί τόσες πολλές επαρκείς περιγραφές γι’ αυτούς. Αρκεί να πούμε ότι η πλειονότητα των κατοίκων είναι Έλληνες, πολλοί Αλβανοί, και λίγοι Οθωμανοί, που είναι ως επί το πλείστον κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Ο τρόπος μετακίνησης και μεταφοράς εμπορευμάτων είναι με άλογα. Ο ρυθμός με τον οποίο υπολογίζουν την απόσταση είναι κατά μέσο όρο τρία μίλια την ώρα, ενώ οι οκτώ ώρες θεωρούνται γενικά ως ταξίδι μιας ημέρας. Η χώρα αφθονεί σε φίδια, πολλά από τα οποία είναι δηλητηριώδη. Τα θηράματα, ιδιαίτερα οι λαγοί και οι πέρδικες, είναι άφθονα. Η ελιά ανάμεσα στα δέντρα και η μυρτιά ανάμεσα στους θάμνους, είναι τα πιο συνηθισμένα. Δεν υπάρχει κανονικότητα στις παλίρροιες, η άνοδος, η πτώση και η ταχύτητα εξαρτώνται πλήρως από τη δύναμη του ανέμου…..” (Πηγή :Observations on the Gulf of Arta, Made in 1830, Author(s): James Wolfe, Source: The Journal of the Royal Geographical Society of London , 1833, Vol. 3 (1833), pp. 77-94 Published by: Wiley on behalf of The Royal Geographical Society (with the Institute of British Geographers).
Στη φωτογραφία “Εργάτες της θάλασσας στον Αμβρακικό….” Φωτογραφία του Βασίλη Γκανιάτσα από το Λεύκωμα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΕΣ, Σ. Βασιλείου, Αθήνα, 2007.
“Πύργος του Κάστρου των Ρωγών με αρχαία και μεσαιωνική φάση”. Φωτογραφία του αρχαιολόγου Παναγιώτη Βοκοτόπουλου τον Μάρτιο του 1967. (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, θΕΣΣΑΛΟΝΊΚΗ, 2011)
Στο άρθρο του “The Journal of the Royal Geographical Society of London”, από το οποίο ήδη έχουμε παρουσιάσει αρκετά αποσπάσματα, ο συγγραφέας James Wolfe μας δίνει μια λεπτομερή περιγραφή του Κάστρου των Ρωγών το 1830, σχεδόν 200 χρόνια πριν. Το απόσπασμα που ακολουθεί περιγράφει λεπτομερώς το πέρασμα του ταξιδιώτη από την περιοχή :
“……..Επτά μίλια δυτικά της Άρτας, στο δρόμο προς την Πρέβεσσα, βρίσκεται ο οικισμός Ιμάμ Τσαούς και περίπου μισό μίλι προς τη Β.Δ. από αυτό, διασχίζοντας τον Hippolytos, βρίσκονται τα ερείπια του Charadrum, που σήμερα είναι γνωστό με το όνομα Rogous. Κείτονται πολύ ευδιάκριτα σε έναν λόφο περίπου εκατόν ογδόντα πόδια ύψος. Ένα τείχος, που σε πολλά σημεία φτάνει ακόμη τα δώδεκα ή δεκατέσσερα πόδια ύψος, περιβάλλει τη βάση του λόφου, ο οποίος είναι τόσο κατάφυτος από πυκνό δάσος, που θα ήταν αδύνατο να τον ανέβεις, όμως εξ αιτίας του ζήλου των πιστών, τα ευσεβή τους πόδια έχουν χαράξει ένα μονοπάτι προς το νεοελληνικό παρεκκλήσι που πλέον αγιάζει την κορυφή του.
Μάλλον σε μια απόσταση περισσότερο από τη μέση της διαδρομής προς τα πάνω, μπορεί κάποιος να εντοπίσει έναν άλλο τοίχο που η κορυφή του περιβάλλεται ξανά από μια ετερογενή μάζα από τείχη της ελληνικής, ρωμαϊκής και φραγκικής εποχής. Τα θεμέλια είναι από τραχιά κυκλώπεια τοιχοποιία. Το προαναφερθέν παρεκκλήσι κοσμείται με θραύσματα αρχαίας αρχιτεκτονικής όπως κιονόκρανα που μετατρέπονται σε βάσεις και αντίστροφα και κάποια τμήματα θριγκού σχηματίζουν τα σκαλιά προς την πόρτα. Από πού προήλθαν αυτά, δεν μπορώ να πω, καθώς το Charadrum ήταν μόνο στρατιωτικό φυλάκιο, και είναι δύσκολο να φανταστώ ότι οι Έλληνες της σύγχρονης εποχής μετέφεραν αυτά τα λείψανα από την Άρτα, την κοντινότερη πόλη, ακόμη και για θρησκευτικούς σκοπούς. Πιθανότατα ο ίδιος ο τόπος είχε παλαιότερα στην κορυφή του έναν ναό. Ο Πολύβιος αναφέρει τον Φίλιππο που πέρασε από αυτό το μέρος μετά την πολιορκία του Άμβρακου. Η χώρα γύρω από τους Ρογκούς είναι πλούσια και όμορφη, και γεμάτη με ελαιόδεντρα. Το έδαφος υψώνεται απότομα προς τα βόρεια, προς το Μαύρο Βουνό. Υπήρχε μια γέφυρα πάνω από το ποτάμι, αλλά τη στιγμή της επίσκεψής μου είχε ξεβραστεί από τα νερά του ποταμού, έτσι υποχρεωθήκαμε να μεταφερθούμε με κανό, ή μονόξυλο, όπως το ονομάζουν εδώ….” (Πηγή :Observations on the Gulf of Arta, Made in 1830, Author(s): James Wolfe, Source: The Journal of the Royal Geographical Society of London , 1833, Vol. 3 (1833), pp. 77-94 Published by: Wiley on behalf of The Royal Geographical Society (with the Institute of British Geographers).
Στη φωτογραφία ένα από τα δύο σκίτσα του Edward Lear με το Κάστρο των Ρωγών, με ημερομηνία 3 Μαίου 1849. (Πηγή : https://digitalcollections.library.harvard.edu/)
Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 μια παρέα αγοριών με κοντά παντελόνια, βολτάρει στο δρόμο δίπλα στο ποτάμι. Δεύτερος από αριστερά ο Βαγγέλης Νασιγκόγκος (Δάσκαλος). (Φωτο από συλλογή Β.Μ.)
1952, ΜΙΚΤΗ ΑΡΤΑΣ (με τη σκούρα φανέλα) με ΦΟΙΒΟ (Α’ Αθηνών). Η ομάδα του ΦΟΙΒΟΥ είναι οι όρθιοι με πρώτο αριστερά τον Αθανάσιο Σαραβάκο (Διεθνή του Πανιωνίου).
Κάτω αριστερά : Νίκος Τόλης (?), Κ. Κεφάλας, Μάριος Τσαντούκλας, Χριστόδ. Κεφάλας, Σπ. Σταυρόπουλος, Κ. Γιώτης (Ρουμάνος), Θεόφιλος Καραβασίλης, ακολουθούν οι τρεις Γιαννιώτες Πέτρος Παπαδημίου (ΑΒΕΡΩΦ – Γκολτζής), Αλ. Νότσικας (Μέσος – ΑΒΕΡΩΦ) και Αλέξης Λέτσος/Ζώης (Γκολτζής του ΑΤΡΟΜΗΤΟΥ του Π.Α.Σ. ΓΙΑΝΝΙΝΑ. Τέρμα Βελισάριος Βασιλείου. (Φωτο από αρχείο Θεόφιλου Δ. Καραβασίλη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)
Χάρτης Ηπείρου-Θεσσαλίας το 1897 του Heinrich Kiepert, Γερμανού γεωγράφου (Geographische Verlagschandlung Dietrich Reimer (Ernsy Vohsen) Berlin). Tον χάρτη τον έχουμε αναρτήσει και παλιότερα, εδώ όμως είναι σε πολύ καλύτερη ανάλυση και μπορείτε να δείτε την οροθετική γραμμή με περισσότερες λεπτομέρειες.
Το Ιταλικό περιοδικό L’illustrazione Italiana που κυκλοφόρησε στις 2 Μαίου 1897. Στην τρίτη σελίδα σκίτσα από τα ελληνοτουρκικά σύνορα : 1. Η γέφυρα πάνω από τον Άραχθο, 2. Φρουροί πάνω από το ποτάμι και 3. Στα Ελληνοτουρκικά σύνορα στην Ήπειρο (Σκίτσο από τον Achille Beltrame από φωτογραφίες του ανταποκριτή μας). [Από προσωπική συλλογή]
“Ήταν ήδη Κυριακή του Πάσχα (25 Απριλίου), πριν αυτός ξεκινήσει για το ταξίδι του, και καθώς, με τις μικρές μας αποσκευές δεμένες πάνω στα ζώα, πήραμε για τα καλά το δρόμο μας προς το πραγματικό μέτωπο, οι κακοτράχαλοι δρόμοι της Άρτας ήταν φριχτοί, βαμμένοι με το αίμα από αρνιά του Πάσχα, και από όλες τις πλευρές οι στρατιώτες πυροβολούσαν στον αέρα από τη χαρά τους για την Ανάσταση. Ο πανικός της προηγούμενης μέρας είχε τελειώσει και κάτω από κάθε δέντρο πορτοκαλιάς είχαν εγκατασταθεί μικρές οικογένειες προσφύγων από την άλλη άκρη του ποταμού και ετοιμάζονταν να διακόψουν τη μεγάλη νηστεία όσο άνετα βέβαια το επέτρεπαν οι δύσκολες περιστάσεις. Αλλά τα βλέμματα όλων ήταν λυπημένα και ο ευγενικός χαιρετισμός του «Χριστός Ανέστη» σπάνια ακουγόνταν. Φτάσαμε στους Κουμζάδες χωρίς να συμβεί κάτι, και έχοντας το χωριό στα δεξιά μας, πλησιάσαμε το στενό και δύσκολο σημείο του περάσματος. Ο παλιός δρόμος εδώ γίνεται τρομερά τραχύς και απότομος. Μπαίνει σε μια άγρια περιοχή ενός πέτρινου βουνού, εντελώς γκρίζου εκτός από έναν σκονισμένο θάμνο με κίτρινα λουλούδια, που μοιάζει με μαργαρίτα, αλλά είναι έντονα αρωματικό.
Μικρά σώματα στρατού ήταν τοποθετημένα ανά διαστήματα κατά μήκος των λόφων σε επαφή μεταξύ τους – περίπου επτά χιλιάδες στρατιώτες συνολικά. Στην κορυφή του περάσματος, περίπου οκτώ με δέκα ώρες πορεία από την Άρτα, μας σταμάτησε ένας φρουρός που μας οδήγησε στον διοικητή. Μαζί του εκτός από μερικούς άλλους αξιωματικούς βρήκαμε δύο Άγγλους ανταποκριτές, που μόλις είχαν ανέβει από τους Κουμζάδες, και έστησαν μια βολική μικρή σκηνή σε μια όμορφη τοποθεσία για να κατοπτεύουν την ορεινή κοιλάδα κατά μήκος της οποίας ο δρόμος οδηγούσε προς τα Γιάννενα. Ένας Έλληνας αξιωματικός με οδήγησε σε μια πετρώδη κορυφή του βουνού και μου εξήγησε πως είχαν τα πράγματα. Από εκεί μπορούσαμε να δούμε πολλά πτώματα ανδρών διάσπαρτα στους λόφους και στις δύο πλευρές του περάσματος. Στο τέλος της κοιλάδας μπροστά βρισκόταν ένας παλιός μισογκρεμισμένος ξενώνας που νομίζω ότι οι Τούρκοι το ονομάζουν Καραβάν Σεράι. Πέρα από αυτό, μπορούσαμε να εντοπίσουμε τον ορεινό δρόμο που εισέρχονταν σε ένα άλλο στενό πέρασμα στο δρόμο του βόρεια προς τα Γιάννενα, και η σταδιακή προέλαση των Ευζώνων μας μέχρι εκείνο το κομμάτι του δρόμου καλύπτονταν από μια συστοιχία ορεινών όπλων σε ένα λόφο στα αριστερά από το Χάνι.
Δεξιά, προς έκπληξή μου, διέκρινα ξαφνικά ένα χωριό, που ο αξιωματικός μου είπε ότι ήταν ο Καρβαρσαράς. Για προστασία ήταν χτισμένο ψηλά στην πλαγιά του βουνού, στην κορυφή ενός είδους γκρεμού, και τα λιγοστά γκρίζα σπίτια του δύσκολα ξεχώριζαν από τους γκρίζους βράχους από τους οποίους είχαν χτιστεί. Αποφάσισα να αναζητήσω κατοικία εκεί μέχρι το επόμενο στάδιο της προέλασή μας στα Γιάννενα. Μετά από περίπου μία ώρα ανάβαση με τα άλογα, φτάσαμε στο μέρος, αλλά δεν βρήκαμε σχεδόν κανέναν από τους βοσκούς να έχει μείνει ακόμα εκεί. Οι περισσότεροι είχαν καταφύγει στην Άρτα ή κρύβονταν πιο ψηλά στα βουνά. Καταφέραμε να μπούμε με το ζόρι σε ένα έρημο σπίτι — ίσως το πιο σημαντικό στο χωριό, γιατί ήταν ισχυρά οχυρωμένο με έναν τοίχο είκοσι ποδιών χτισμένο γύρω από την αυλή του και έξυπνα επινοημένες πολεμίστρες για τουφέκια από το εσωτερικό κατόπτευαν προς όλες τις μεριές και προς την πόρτα και προς τα παράθυρα. Το εσωτερικό ήταν εντελώς άδειο, και με μια λεπτή αίσθηση κατοχής και μονιμότητας καταλάβαμε το γυμνό πάτωμα του επάνω δωματίου και ανάψαμε μια φωτιά από κορμούς και θάμνους στη σκοτεινή κουζίνα του κάτω ορόφου. Για τέσσερις μέρες αυτό το οχυρωμένο σπίτι ήταν το σπίτι μου, και ήταν οι τέσσερις πιο ευτυχισμένες μέρες της εκστρατείας, γιατί η νίκη φαινόταν ακόμα να είναι στα χέρια μας, και εμείς οι ίδιοι ήμασταν τώρα όσο πιο κοντά μπορούσαμε να φτάσουμε στο πιο απομακρυσμένο σημείο του μετώπου.
ΣΕ ΤΕΝΤΩΜΕΝΟ ΣΚΟΙΝΙ
Το μικρό οχυρωμένο παράθυρο του πάνω ορόφου έβλεπε βορειοδυτικά πάνω από την απότομη κατηφόρα, πέρα από το κομμάτι της επίπεδης κοιλάδας όπου βρισκόταν το παλιό χάνι του Καραβάν Σεράι με το πηγάδι του και μέχρι τον στρογγυλεμένο λόφο όπου βρισκόταν η πυροβολαρχία μας. Μπορούσαμε επίσης να δούμε ως κάποια απόσταση μέχρι το στόμιο του περάσματος από το οποίο τα στρατεύματα προχωρούσαν αργά προς τα Πέντε Πηγάδια. Πιο πέρα υψωνόταν ένα υπέροχο βουνό από γυμνό βράχο, χαραγμένο από βαθιά κανάλια και φαράγγια φτιαγμένα εξ αιτίας της δύναμης του παγετού, του χιονιού και της ζέστης. Δεν είμαι σίγουρος αν ήταν ο αρχαίος Τόμαρος ή όχι, αλλά σε κάθε περίπτωση οι βοσκοί μας είπαν ότι απ’ εκεί αντίκρυζες από ψηλά τα Γιάννινα και τη λίμνη τους. Λίγο πιο νότια από αυτό, ακριβώς κάτω από το ηλιοβασίλεμα, στέκονταν οι άγριες οροσειρές της Λάκκας, και κάπου ανάμεσα στις ψηλές κορφές τους ήταν το Σούλι, εκείνη η σκηνή του σχεδόν μυθικού ηρωισμού πριν από ογδόντα χρόνια περίπου, όταν οι γυναίκες του έδωσαν για τελευταία φορά τα χέρια στον εθνικό χορό, και μια – μια χόρευαν στην άκρη του γκρεμού και έπεφταν για να μην υπομείνουν την αγκαλιά του Τούρκου. Δεν θα μπορούσε δε κανείς να μην θυμηθεί ότι σε κάποια κοιλάδα στους πρόποδες αυτού του ρυτιδιασμένου βουνού πρωτοεμφανίστηκε η φυλή των Σπαρτιατών.
Υπήρχε μια παράξενη σιωπή σε όλη αυτή τη σκηνή, μια σιωπή βαθύτερη από τη μοναχική φωνή μιας βοσκοπούλας που κρατούσε τις κατσίκες της μαζί της ανάμεσα στους βράχους, ή το ζουζούνισμα μιας μέλισσας που αναζητούσε λουλούδια. Αλλά μέσα στη σιωπή πότε – πότε τα όπλα μας ηχούσαν καθώς από καιρό σε καιρό ένα σώμα Τούρκων εμφανιζόταν στο πέρασμα. Το απόγευμα κατέβηκα από το χωριό και ανέβηκα μέχρι την πυροβολαρχία. Ο αξιωματικός που διοικούσε το πυροβολικό μπορούσε να μιλήσει γαλλικά, και υπήρχαν και δύο Κερκυραίοι άτακτοι που είχαν πάει στο Λονδίνο και ήξεραν αρκετά καλά αγγλικά. Καθίσαμε για πολλή ώρα παρακολουθώντας ένα σώμα Ευζώνων που κρατούσε την ακραία θέση πάνω στο πέρασμα, περίπου μισό μίλι μακριά, και είχε κερδίσει περίπου εκατό γιάρδες εδάφους εκείνη τη μέρα. Δεν ξέρω τι περίεργο συναίσθημα με παρότρυνε να προχωρήσω και να ενταχθώ μαζί τους. Ο αξιωματικός με διέταξε να μην κάνω κάτι τέτοιο. «Γιατί να εκθέσετε σε κίνδυνο μια φιλελληνική ζωή;» είπε, “δεν υπάρχει κανείς για πέταμα στην Ευρώπη τώρα.” Αλλά αυτό το περίεργο μείγμα περιέργειας και κάτι άλλο που δελεάζει τους άντρες να θέσουν άσκοπα τη ζωή τους σε κίνδυνο, με οδήγησε προς τα κει.
Κατέβηκα, λοιπόν, από το λόφο της πυροβολαρχίας και ξεκίνησα την ανάβαση στο μονοπάτι προς τα πάνω το πέρασμα. Για περίπου διακόσια μέτρα όλα ήταν καλά, αλλά μετά από μια μικρή στροφή του δρόμου, εκτέθηκα σε όλες τις χαμένες σφαίρες καθώς οι Τούρκοι εξακολουθούσαν να πυροβολούν με βολίδες πάνω από την άκρη μπροστά. Ήταν η πρώτη φορά που δέχτηκα πραγματικά σοβαρά πυρά και αμέσως διαπίστωσα ότι ο «υποσυνείδητος εαυτός» μου, για τον οποίο είχε γράψει τόσο σιωπηλά ο Δρ Waldstein, διαμαρτυρήθηκε εξαγριωμένος. Καθώς οι σφαίρες βούιζαν τριγύρω μου σαν μέλισσες, προσπάθησα όσο μπορούσα να ξεπεράσω αυτόν τον κρυφό προδότη που κρύβεται μέσα μας, αλλά ήταν εντελώς αδύνατο να αποτρέψω το άγριο μου σε οποιοδήποτε θόρυβο δυνατότερο από τον συνηθισμένο. Η προσπάθεια ήταν μάλλον πιο δύσκολη γιατί ήμουν μόνος, άοπλος, και καθόλου ενθουσιασμένος. Θυμήθηκα ότι ο Γκαίτε κάτω από τα πυρά ήταν ατάραχος και απογοητεύτηκα που δεν βρήκα κάτι τέτοιο στην περίπτωσή μου. Εγώ δεν είχα κανένα έντονο συναίσθημα. Τα βουνά, ο ήλιος και τα λουλούδια έμοιαζαν ακριβώς όπως συνήθως, μόνο που με έπιασε μια ξαφνική και ακαταμάχητη στοργή για αυτά, σαν να μην άντεχα ποτέ να μην τα βλέπω πια. Θυμάμαι ότι σκέφτηκα ένα απόσπασμα στον Τζορτζ Μέρεντιθ όπου λέει ότι οι άντρες που υποθέτουν ότι έχουν κουραστεί από τη ζωή πρέπει να πάνε και να κρεμαστούν πάνω από τους γκρεμούς των Άλπεων για λίγο.
Ποτέ δεν είχα προσποιηθεί ότι ήμουν κουρασμένος από τη ζωή, αλλά εδώ ήμουν σε εξίσου ευνοϊκή κατάσταση για να ανακαλύψω την αξία της ζωής. Νομίζω ότι υπήρχαν μόνο δύο πράγματα που θα μπορούσαν να με κρατήσουν να περπατάω σταθερά προς τα εμπρός σε αυτόν τον δρόμο χωρίς κανένα εμφανές σημάδι δισταγμού, παρά τον τρόμο μου. Το ένα ήταν το συναίσθημα που είχαμε από γεννησιμιού μας εμείς οι Άγγλοι ότι κανένας μας δεν μπορούσε να δείξει φόβο όταν πολλοί ξένοι παρακολουθούσαν τη συμπεριφορά του. Το άλλο ήταν η γνώση ότι κάποιος σύντροφός μου στην πατρίδα θα είχε ανέβει σε αυτόν τον δρόμο όχι μόνο χωρίς να μαζευτεί από το φόβο του, αλλά γεμάτος χαρά για τον κίνδυνο. Ήταν αυτές οι δύο σκέψεις που συνέχιζαν να προσπαθούν να υποτάξουν τον «υποσυνείδητο εαυτό» μου και του έλεγαν να ησυχάσει. Αλλά κάθε φορά που μια σφαίρα περνούσε μπροστά μου ή έπεφτε σφυρίζοντας δίπλα μου δρόμο, το υποσυνείδητό μου διαμαρτύρονταν. Και ήταν μάταια που το καταχράστηκα, αποκαλώντας το ένα απλό ζωώδες πάθος για ύπαρξη με οποιοδήποτε τίμημα, μια «αιμοδιψή προσκόλληση στη ζωή», μια «περιφρονητική φάση της Θέλησης του Σοπενχάουερ». Δεν έβλεπα καμία κατάχρηση, αλλά το υποσυνείδητό μου συνέχισε τις κραυγές ώσπου επιτέλους έφτασα στην κορυφή του λόφου που υψώνονταν ομαλά και βρέθηκα ανάμεσα στους φιλόξενους Ευζώνους που ήταν ξαπλωμένοι εκεί κάτω από τα βράχια ως η πιο προχωρημένη γραμμή βολής μας…..” (Πηγή : SCENES IN THE THIRTY DAYS WAR BETWEEN GREECE & TURKEY – 1897, BY HENRY W. NEVINSON, London, J. M. DENT & CO. 29 and 30 BEDFORD STREET, W.C., 1898 – Μετάφραση Α. Καρρά)
Στη φωτογραφία παλιά Τουρκική κάρτα με τίτλο ” «Η επίθεση του Οθωμανικού πεζικού στον Ελληνο-Οθωμανικό Πόλεμο του 1313 (1897)». (Από προσωπική συλλογή)
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.