Συνεχίζουμε την ανάρτηση του Μητρώου Δήμου Πραμάντων με τα έτη 1856 και 1857. (Πηγή : ΓΑΚ Άρτης)
Έτος γέννησης 1856


Έτος Γέννησης 1857


Συνεχίζουμε την ανάρτηση του Μητρώου Δήμου Πραμάντων με τα έτη 1856 και 1857. (Πηγή : ΓΑΚ Άρτης)
Έτος γέννησης 1856


Έτος Γέννησης 1857


Όρθιος ο Γεώργιος Μάλιος (Ιατρός). Αριστερά : Αθανάσιος Κ. Κονταξής (Πολιτικός Μηχανικός), Τάκης Ζαρκαλής (Φυσικός), Απόστολος Παλιάτσος (Πολιτικός Μηχανικός) – και οι τρεις γείτονες στην οδό Κουμουνδούρου & Νόρμαν – και ο Αθανάσιος Κολοβός. (Φωτο από αρχείο Α. Κολοβού, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Στο βιβλίο του Γρηγόρη Νάκου βρίσκουμε έναν πίνακα με τα αρχαία μνημεία της Άρτας, όπως αυτά είχαν καταγραφεί μέχρι το 1970. Πρώτος στον πίνακα “Ο Ναός δίπτερος εις οικόπεδον Μπακαγιάννη επί της οδού Βασιλέως Πύρρου. Ανήκει πιθανόν εις τον 3ον π. Χ. αιώνα. Δεν έχει ολοκληρωθεί η ανασκαφή και μελέτη αυτού. Πρόκειται πάντως περί του μεγαλυτέρου, κατά τη γνώμη των ειδημόνων, ναού της Αρχαιότητος, εξ όσων έχουν ευρεθή εις την Ήπειρον…..” (Πηγή : Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΗΣ. Γ. Χ. Νάκος, Άρτα, 1969)
Στη φωτογραφία ο πίνακας των αρχαίων μνημείων της Άρτας από το βιβλίο του Γ. Νάκου.

“……Τα βυζαντινά μνημεία τα γνώρισα από τα κουρνόπουλα! Μη σας φαίνεται παράξενο, αλήθεια σας λέγω. Ήταν της μόδας στα παιδικά μας χρόνια, να πιάνουμε κουρνόπουλα, να τα ημερώνουμε, να τα μαθαίνουμε παιγνίδια.
Τα περισσότερα παλιά σπίτια κάτω από τα κεραμίδια, δίπλα απ’ τις στέγες, άφηναν μικρά κενά σα θυρίδες. Εκεί οι κρούνες χώνονταν κατά δεκάδες κι’ έφκιαναν τις φωλιές τους. Ήταν τόσος ο θόρυβος που έκαναν, ώστε οι νοικοκυραίοι το μεσημεροκαλόκαιρο ήταν αδύνατο να κοιμηθούν. Προσπαθούσαν βέβαια με κάθε μέσο να τις διώξουν, μα τίποτα δεν γίνονταν αφού δεν βούλωναν τις τρύπες. Περίμεναν να τις διώξουμε εμείς. Το κακό όμως με μας ήταν μεγαλύτερο, χαλούσαμε τα κεραμίδια για τον ξολοθρεμό τους. Η Αγροτράπεζα μοίραζε δηλητηριασμένο καλαμπόκι να το ρίχνουμε στα κεραμίδια, αλλά τ’ αποτελέσματα ήταν μηδαμινά. Μαζεύονταν τόσο πολλές πάνω από την πόλη, που το πέταγμά τους έμοιαζε σα σύννεφο που δεν αφήνει τον ήλιο να περάσει.
Οι παλιότεροι βέβαια θα το θυμούνται. Κενά (τρύπες) είχαν και τα Βυζαντινά μνημεία που τα προτιμούσαμε, γιατί κανένας δεν μας έκανε παρατήρηση. Ήταν βλέπεις ΕΡΗΜΑ! Τα κουρνόπουλα τα βρίσκαμε στα διαζώματα, στους τρούλλους, στα καμπαναριά και στα τζαμιά.
Μας έλεγαν οι μεγάλοι να μην ανεβαίνουμε στα τζαμιά, γιατί οι πεθαμένοι Τούρκοι βρυκόλιαζαν και θα μας γκρέμιζαν. Εμείς είχαμε βρει το αντιφάρμακο : Φορούσαμε φυλαχτά από ευλογημένο λιβάνι, που σαν ζύγωναν οι καταραμένοι, έφευγαν, πήγαιναν στα τσακίσματα. Απ’ τα κουρνόπουλα δωρίζαμε ή πωλούσαμε όσα απ’ αυτά ήταν πεταλούδικα (εύσωμα). Τ’ αγόραζαν οι μαγαζάτορες, τα ημέρωναν, τα γύμναζαν, ανέβαιναν στα πόδια τους, στους ώμους του, παίρναν το φαγητό από τα χέρια τους ή το τσιμπούσαν από καταγής, όπως λέγαμε. Περπατούσαν στα πεζοδρόμια, δεν φοβόντουσαν τον άνθρωπο, αν τάπιανε κανένας άγνωστος τον τσίμπαγαν.
Κάποτε, κάποιος ξένος Βυζαντινολόγος που ήρθε να μελετήσει την Παρηγιορίτσα και είδε να μη φεύγουν τα κουρνόπουλα, αλλά να αναμεράν να μη τα πατήσει, μας θαύμασε, μας πέρασε για τρομερά πολιτισμένους ! Απ’ όσους τόπους πέρασε τέτοιο πράμα δεν είδε, δεν μπορούσε να καταλάβει πώς αυτά τα μαύρα αγριοπούλια δεν φοβούνται τον άνθρωπο.
Εκείνοι που διέπρεψαν στο γύμνασμα της κρούνας ήταν ο Χρήστο Μητσογιάννης, ο Κουρούκλης, ο Χρόνης, μανάβηδες και οι τρεις, ο Αγαθής, μάγειρας κι’ άλλοι βέβαια, μακαρίτηδες όλοι. Σαν μεγάλωσα λίγο, άρχισα ν’ ανεβαίνω στην Παργιορίτσα. Δύσκολο το ανέβασμα, επικίνδυνο, μα έλα που η ηλικία δεν σου αφήνει περιθώριο να σκεφτείς. Την Παργιορίτσα οι κρούνες την είχαν μεταβάλλει σε κρουνόπολη. Χιλιάδες μαζευόντουσαν σ’ αυτήν. Ευτυχώς που ο Κώστας Κατσάνος, υποδηματοποιός, αγαπούσε τα Βυζαντινά μνημεία. Ήταν σαν έφορος, σαν φύλακας, έβαλε και έκλεισαν τις τρύπες, όσες βέβαια δεν άλλαζαν τη μορφή της εκκλησίας.…..
Στους τοίχους λοιπόν των βυζαντινών μνημείων της Άρτας υπήρχαν τρύπες κι εκεί φώλιαζαν και γεννοβολούσαν οι κουρούνες. Κι εκεί, με κίνδυνο της ζωής μας, φτάναμε εμείς, για να μαζέψουμε τα «κρουνόπ’λα». Και τα είχαμε κατατάξει τα «Κρουνόπ’λα» σε κατηγορίες, ανάλογα με τη σωματική διάπλασή τους. Για να είμαι ειλικρινής, δεν τις θυμόμουνα όλες τις κατηγορίες και κατέφυγα στα φώτα του νεότερού μου συναδέλφου δικηγόρου, του Στράτου Πατσαλιά. Αυτός τα χωρίζει σε α) αμάλλιαγα. β) μπακακίζικα, γ) τσιμπάει από καταγή, δ) πεταλούδικα, ε) φιδοκέφαλα, στ) κέκος (όσα είχαν άσπρα στίγματα) και ζ) πηδηχτά. Φαίνεται πως ο Στράτος στην εποχή του, δηλαδή προ 50ετίας περίπου – ήταν διάσημος «κρουνοκυνηγός». Δίπλα στο σπίτι του ήταν ένα από τα 2 – 3 – παλιά τριώροφα σπίτια της Άρτας, του Βαρζέλη – Άντωνόπουλου. Ο Στράτος σα δημαρχόπουλο που ήταν, είχε εξασφαλίσει το προνόμιο της συλλογής των κρουνόπουλων απ’ το νταβάνι αυτουνού του σπιτιού. Η νοικοκυρά του – η κυρά Αντωνοπλίνα, δεν άφηνε κανένα άλλο παιδί να μαζέψει κουρνόπ’λα απ’ το νταβάνι της. Όταν κανένας της ζητούσε την άδεια, αυτή του απαντούσε : «Δεν γίνεται, τα καπάρωσε ο Στρατάκης παιδί μου»…..”(Πηγή : Χρονογράφημα του Γ. Βασταρούχα με τίτλο « Περίπατος στην παλιά Άρτα», Περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τχ. 50-51, 1979)
Στη φωτογραφία κολάζ με φωτογραφία του Ναού της Παρηγορήτισσας στα τέλη του 19ου αι., που μπορείτε να την δείτε εδώ

Αριστερά : Κων. Κεφάλας (Ναύτης), Σπ. Στεργίου, Τάκης Τσαμπάς, Σπ. Γκόμπλιας, Κοσμάς Η. Παπανικολάου (Αντιστράτηγος Π/Ζ), Γρηγ. Τάχος, Σπ. Σταυρόπουλος, Χρ. Τζίμας, Χριστ. Κεφάλας, Κ. Μπλάτσας, Κων. Κεφάλας (Μουστάκας).
Κάτω : Χριστόφ. Βασιλείου, Νίκος Κατσαντούρης, Κώστας Γιώτης (Ρουμάνος). [Φωτο από αρχείο Κ. Γιώτη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς]

Ό,τι απέμεινε από μια παλιά πόρτα στην οδό Αγίου Μάρκου. Η χαραγμένη πέτρα φέρει επιγραφή “23 Δεκεμβρίου 1880”, όταν πιθανόν κτίστηκε το σπίτι… Εκείνο που στο μάτι του περαστικού καταστρέφει την ομορφιά αυτής της παλιάς κατασκευής είναι η ταμπέλα με το όνομα της οδού Αγίου Μάρκου, που κάποιος κάρφωσε κάτω από τα γράμματα……Προς στιγμήν σκεφτήκαμε να αφαιρέσουμε την ταμπέλα με την ονομασία της οδού από τη φωτογραφία …. Τελικά την αφήσαμε ως έχει, σαν ένα από τα δείγματα ακαλαισθησίας και κακής αισθητικής που ταλανίζει την πόλη μας και είναι φανερή σε πολλά σημεία της…..

Μετα τον πόλεμο του ’40 σε πολλά χωριά της Άρτας εμφανίστηκαν μικρές σχολές ραπτικής, όπου τα νέα κορίτσια μάθαιναν την τέχνη…… Στη φωτογραφία Μαθήματα ραπτικής στη Γραμμενίτσα. (Πηγή : ΜΙΚΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ – ΓΡΑΜΜΕΝΙΤΣΑ ΑΡΤΑΣ, Β. Τάτσης, Άρτα, 2020)

Διαφήμιση της κ. Λουκίας Καββάδα, της πρώτης ράφτρας που έφτασε στην Άρτα μετά την απελευθέρωση. Η διαφήμιση εμφανίζεται σε πολλά φύλλα της εφημερίδας”ΑΡΑΧΘΟΣ” το 1883.

Όταν για τα φουστάνια τους οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν το απολυτό χειρίσιο σκουτί του αργαλειού τους, έραβαν μόνες τους ή αλληλοβοηθητικώς τα μαλλινοφούστανά τους με το χέρι. Βέβαια θα μπορούσε να τα ράψει καλύτερα ένας καποράφτης, αλλά ποιος σοβαρός νοικοκύρης εμπιστευόταν τον μπερμπάντη ράφτη να πασπατεύει τη γυναίκα του και παραπέρα τούτο θα είχε ένα οικονομικό κόστος.
Με την εμφάνιση των ευρωπαϊκών υφασμάτων και των ραπτομηχανών, σχεδόν παράλληλα με το φραγκοράπτη, εμφανίστηκε το νέο επάγγελμα της μοδίστρας < γαλλικά modistre. H Γαλλία ήταν πάντα πρωτοπόρα στη ραπτική, θεωρείται η χώρα της «υψηλής ραπτικής»
Ο γονιός αγόραζε μια ραπτομηχανή, έστελνε την κόρη του μαθητευόμενη σε μια παλιότερη μοδίστρα και σε δυο χρόνια μια καινούργια μοδιστρούλα ανέτειλε στο ερωτικό στερέωμα, η οποία έραβε και τα πουκάμισα των αντρών.
Το εργαστήρι της μοδιστρικής ήταν ίσως το αισθαντικότερο απάντων των άλλων. Ως επαγγελματική στέγη, χρησιμοποιούσαν μια καμαρούλα ή μια γωνιά στον οντά του σπιτιού της οικογένειας. Το βασικότερο και ακριβότερο εργαλείο της δουλειάς ήταν η ραπτομηχανή. «Χειρός» αν επρόκειτο για ερασιτεχνική ή οικιακή χρήση και «ποδός» για επαγγελματική. Οι ραπτομηχανές Singer κυριαρχούν στην αγορά από το 1850 ως σήμερα και είναι ο ζωντανός θρύλος του είδους. Σήμερα οι μηχανοκίνητες ραπτομηχανές, χειρός ή ποδός, εξελίχτηκαν σε ηλεκτροκίνητες. Το δεύτερο τη τάξει εργαλείο της μοδίστρας ήταν -και είναι- το σίδερο. Ξεκίνησε ως καρβουνοθερμαινόμενο και κατέληξε ηλεκτρικό. Το επόμενο ακριβοθώρητο εργαλείο ήταν ένα καλοτροχισμένο και καλής κατασκευής ψαλίδι… ακατάλληλο για κούρεμα προβάτων και λοιπά κλαδέματα.
Άλλα πιο φτηνά εργαλεία ήταν η πελότα, που φιλοξενούσε τις καρφίτσες για να μη χάνονται, αλλά και να μην τις έχουν στο στόμα οι μοδίστρες με κίνδυνο να τις… καταπιούν. Η μεζούρα ήταν εργαλείο για να παίρνει τα μέτρα των πελατών και έκανε το μέτρημα των υφασμάτων όταν το έκοβε.
Επίσης είχε και πολλά αναλώσιμα υλικά όπως: καρφίτσες και μια κιμωλία ραπτικής για σημαδέματα στο ύφασμα. Ο κύκλος των αναλωσίμων, παρελκομένων και μικροεργαλείων συνεχιζόταν με τα βελόνια, τις παραμάνες, τις μασουρίστρες, τις κλωστές, τα φερμουάρ, τα κουμπιά, κ.ά.
Οι μοδίστρες των βουνών δεν απέπνεαν το ερωτικό φορτίο των αντιστοίχων του αστικού χώρου, που υμνήθηκαν με ωραία τραγούδια και ταινίες. Το μόνο πολυακουσμένο τραγούδι τους από τα όργανα της παραδοσιακής κομπανίας είναι το: «μοδίστρες και κομμώτριες θα ρθουν να σε στολίσουν» που όμως δεν υμνεί την ίδια τη μοδίστρα, αλλά τα έργα αυτής.
Mε την δειλή είσοδο της βιομηχανικής εποχής στα βουνά, η μοδίστρα προτιμούνταν ως νύφη από τις συνομίληκες βοσκοπούλες κι αγρότισσες, γιατί η δουλειά της ήταν ελαφριά και καθαρή και άλλον ερωτισμό απέπνεαν τα χέρια μιας μοδίστρας και άλλον μιας τσοπάνισσας! Τη δεκαετία του ΄70 οι κοπέλες των βουνών -και όχι μόνον- έπιαναν δουλειά ως γαζώτριες και μηχανικούδες, όπως έλεγαν, στις βιοτεχνίες ετοίμων ενδυμάτων, που άνοιγαν σαν τα μανιτάρια. Τότε ήδη η μοδίστρα ως επάγγελμα υπέστη την πρώτη και τελευταία στρατηγική της ήττα. Τελικά όμως οι βιομηχανίες και οι εισαγωγές έτοιμων ρούχων εξαφάνισαν και τις βιοτεχνίες με τις γαζώτριες. (Πηγή : Άρθρο του Αλέξανδρου Χουλιάρα – https://www.evrytanikospalmos.gr/)
Στη φωτογραφία “Η μοδίστρα Ξένη Ε. Μαλτέζου με τις μαθήτριές της Σταθούλα Ράμμου, Βούλα Μαλτέζου και κάποια ξαδέλφη της από το Φωτεινό. (Πηγή : Η ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΑΝΩ ΠΕΤΡΑ ΑΡΤΑΣ, Β. Παπαποστόλου, Αθήνα 2008)

Σε συνέχεια από το α’ και β’ μέρος του Β’ Ελληνικού Οδηγού για την Ήπειρο (που μπορείτε να τα αναζητήσετε σε παλιότερες αναρτήσεις) στη φωτογραφία θα δείτε τις κοινότητες που αναγράφονται στο γ’’ μέρος του Οδηγού. (Πηγή : ΟΔΗΓΟΣ ΗΠΕΙΡΟΥ 1913 -1929, Αθήνα, 2013)
