Η ιστορία του Διομήδη Ναούμ:Από τα φορτηγά της Αθήνας στα βουνά της Βορείου Ηπείρου

Η ιστορία ενός απλού στρατιώτη του 1940, όπως την κράτησε ζωντανή ο εγγονός του.

Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του 1940: Έλληνες στρατιώτες καθισμένοι γύρω από τραπεζάκια καφενείου.
Στο βάθος, μια ταμπέλα: «Ούζο Μπανταλούκα».

Η φωτογραφία κυκλοφόρησε ξανά πρόσφατα και έγινε αντικείμενο συζήτησης. Πολλοί υποστήριξαν ότι δεν μπορεί να έχει τραβηχτεί στους Αγίους Σαράντα, όπως γράφτηκε αρχικά, αλλά, εξ αιτίας της επιγραφής, στην Άρτα — όπου δραστηριοποιούνταν η οικογένεια Μπανταλούκα με την επώνυμη ποτοποιία.

Θέλοντας να μάθω πού τραβήχτηκε πραγματικά η φωτογραφία, επικοινώνησα με τον εγγονό ενός από τους εικονιζόμενους στρατιώτες. Από εκεί ξεκίνησε μια μικρή έρευνα, που όμως εξελίχθηκε σε πολύ περισσότερα: στην ανασύσταση μιας προσωπικής ιστορίας, μιας οικογενειακής μνήμης και μιας μικρής, αλλά πολύτιμης ψηφίδας της ιστορίας του 1940. Μερικές φορές, μια φωτογραφία ανοίγει τον δρόμο σε μια μεγαλύτερη αφήγηση — κι αυτή ήταν μία από αυτές.

Από εδώ και πέρα, αφήνω τον λόγο στον κ. Γιώργο Ψαρογιάννη, ο οποίος κατέγραψε με αγάπη τις μνήμες του παππού του, Διομήδη Ναούμ.
Η αφήγηση που ακολουθεί παρατίθεται αυτούσια, όπως μου την εμπιστεύθηκε.

📜 1. Παιδικά χρόνια και ορφάνια

“Αυτή η ιστορία που σας γράφω δεν είμαι μια ιστορία από Ιστορικά κείμενα από το Ίντερνετ, είναι η αληθινή ιστορία μέσα από τις ίδιες της διηγήσεις ενός απλού ανθρώπου, ενός στρατιώτη, έτσι όπως την διηγούταν στα εγγόνια του, που πολέμησε στον πόλεμο του 1940.

Ο Παππούς μου Διομήδης Ναούμ γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1899 από τον Στέλιο Ναούμ και την Υπατία Ναούμ. Ήρθε από τη Κομοτηνή σε ηλικία 12 ετών ορφανός, καθότι τους γονείς του τους σκοτώσανε σε εχθροπραξίες οι Τούρκοι. Ο Διομήδης Ναούμ είχε ένα αδελφό τον Σταύρο Ναούμ ο οποίος παρέμεινε στην Κομοτηνή, έγινε ράφτης και κατείχε ένα ραφτάδικο στην κεντρική πλατεία.

Ο Διομήδης Ναούμ όταν ήλθε στην Αθήνα παιδί, έπιασε δουλειά στην κεντρική αγορά την  Βαρβάκειο  όπου με ένα ξύλινο καροτσάκι κουβαλούσε τρόφιμα και ξεφόρτωνε εμπορεύματα.

Βαρβάκειος Αγορά, Αθήνα (περ. 1923). Ο χώρος όπου δούλεψε ως παιδί ο Διομήδης Ναούμ. Φωτογράφοι: Βασίλης & Αλέξανδρος Τσακιράκης — Πάροχος: ΕΛΙΑ–ΜΙΕΤ — Πηγή: SearchCulture.gr — Άδεια: CC BY 4.0.

🚚 2. Η ζωή ως εργάτης & οδηγός

Μετά αφού μεγάλωσε, έμαθε οδήγηση και έπιασε δουλειά ως οδηγός στο εργοστάσιο Παγοποιίας του Φιξ στα Πατήσια στην Κλωναρίδου, όπου με το φορτηγό του μετέφερε πάγο σε όλες τις συνοικίες της Αθήνας ενώ ταυτόχρονα οδηγούσε και τις προσωπικές κούρσες (όπως ονομαζόντουσαν τότε τα πολυτελή αυτοκίνητα) του Φίξ.. Ο Παππούς μου παντρεύτηκε την Ελένη Νικολουδάκη από την Κρήτη και έκανε τρία παιδιά, την Υπατία τον Στέλιο και την Βασιλική.

Ο Διομήδης Ναούμ με το φορτηγό του εργοστασίου ΦΙΞ, Πατήσια, δεκαετία 1930. Με αυτό το όχημα θα βρεθεί λίγα χρόνια αργότερα στο μέτωπο. Αρχείο οικογένειας Γ. Ψαρογιάννη.

➡️ 3. Επιστράτευση — «Οδήγησα το ίδιο φορτηγό στον πόλεμο»

Όταν οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο το 1940, ο Παππού Διομήδης ήταν 41 χρονών και ενώ οι άντρες πάνω από 40 χρονών εθεωρούντο μεγάλοι και δεν επιστρατευόντουσαν, λόγω το ότι ο παππούς ήταν οδηγός, τον επιστράτευσαν και τον έβαλαν να οδηγάει το ίδιο το φορτηγό που οδηγούσε, αφού το επίταξαν από το εργοστάσιο.

Οι άνθρωποι που πήγαν στρατιώτες εκείνη την εποχή δεν ήταν γεννημένοι ήρωες, ήταν απλοϊκοί άνθρωποι, καθημερινοί, που λόγω των περιστάσεων και των συγκυριών της εποχής βρεθήκανε στο μάτι του κυκλώνα, του πολέμου. Δεν πήγαν στον πόλεμο για να πεθάνουν και να γίνουν ήρωες, απλά κάνανε το χρέος τους, το χρέος προς την πατρίδα τους και τις οικογένειες τους, το χρέος προς τα πιστεύω τους και τα ιδανικά τους…… και το έκαναν με ζήλο και με περίσσιο θάρρος.

Ο Παππούς κατετάγη στο Βαρύ πυροβολικό κι όταν ρωτούσα, παππού τι μετέφερες με το φορτηγό στον πόλεμο; Εκείνος μου απαντούσε, λουκούμια για τον Μουσολίνι….. δηλαδή τα βλήματα για τα κανόνια. Η φωτογραφία που βλέπετε είναι σε ένα καφενείο στους Αγίους Σαράντα κι ο Διομήδης Ναούμ είναι ο πρώτος που κάθεται στην πρώτη καρέκλα από τα αριστερά….. και κατά πάσα πιθανότητα οι άλλοι εικονιζόμενοι στρατιώτες, απ’ ότι φαίνεται από την ηλικία τους, πρέπει και αυτοί να ήταν οδηγοί. Στην φωτογραφία βλέπετε την ταλαιπωρία να εικονίζεται στα πρόσωπα τους και τα ρούχα τους.

Άγιοι Σαράντα, 1940 — ο Διομήδης Ναούμ (πρώτος αριστερά) με συναγωνιστές του σε πρόχειρο καφενείο στο μέτωπο. Αρχείο οικογένειας Γ. Ψαρογιάννη.

🎞 4. Τα στούντιο των Αγίων Σαράντα

Στην άλλη φωτογραφία που είναι βγαλμένη σε στούντιο και κάθεται ο παππούς μου σε μια καρέκλα με φόντο ένα ποταμάκι, είναι κι αυτή σε φωτογραφείο στους Αγίους Σαράντα. Εκείνη την εποχή οι στρατιώτες όταν κατελάμβαναν μια πόλη συνήθιζαν να πηγαίνουν σε φωτογραφεία κατά ομάδες, να φορούν την στολή της παρέλασης και να βγαίνουν φωτογραφία.. Υπάρχουν και πολλές παρόμοιες φωτογραφίες με στρατιώτες που πολέμησαν στην Μικρά Ασία βγαλμένες σε στούντιο,  από φωτογραφεία της Σμύρνης. Έτσι είθισται εκείνη την εποχή, οι στρατιώτες να ξυρίζονται να πλένονται και να πηγαίνουν να βγάλουν φωτογραφία με την επίσημη στολή της παρέλασης για να την στείλουν στα αγαπημένα τους πρόσωπα. Ίσως αναρωτηθείτε είχαν και στολές παρέλασης μαζί και μάλιστα τόσες πολλές. Όχι, απλά πήγαινε ο στρατός και έδινε πέντε  έξι στολές στο φωτογραφείο και μετά φορούσανε όλοι τις ίδιες στολές απ’ αυτές που είχε πάει ο στρατός. «Φορούσαμε όλοι την ίδια στολή — η στολή της φωτογραφίας ήταν δανεική».

Φωτογραφείο Αγίων Σαράντα, 1940. Οι στρατιώτες φορούσαν δανεικές στολές για τις αναμνηστικές φωτογραφίες στην πρώτη γραμμή. Αρχείο οικογένειας Γ. Ψαρογιάννη.

❄️ 5. Κρυοπαγήματα και σωτηρία από πρακτική γιατρό

Όταν ο Παππούς Διομήδης στον πόλεμο έπαθε κρυοπαγήματα, τον πήγαν σε ένα νοσοκομείο στα Γιάννενα. Εκεί τον ξάπλωσαν σε ένα κρεβάτι και του είπαν να περιμένει. Καθώς περίμενε ρώτησε ένα άλλον τραυματία τι κάνουν μέσα  σε αυτούς που έχουν πάθει κρυοπαγήματα και αυτός του απάντησε ορθά κοφτά ότι τους κόβουν τα πόδια. Ο παππούς τρομοκρατημένος του απάντησε, τι λες ρε που θα κάτσω να μου κόψουν τα πόδια, καλύτερα να πεθάνω παρά να μου κόψουν τα πόδια! Και σηκώθηκε και έφυγε κρυφά από το νοσοκομείο και αφού έμαθε από κάποιους Γιαννιώτες ότι σε ένα διπλανό χωρίο υπάρχει μια πρακτική γιατρός, σηκώθηκε και πήγε σε αυτήν την πρακτική γιατρό. Εκεί η Πρακτική γιατρός του έκανε ζεστά ποδόλουτρα με βότανα και φυτά και έγινε καλά.. Μετά αφού φεύγοντας του έδωσε και μια αλοιφή από ζωικό λίπος για να βάζει, ξαναγύρισε στην μονάδα του, τελείως καλά. Αυτό το έλεγε και το ξανάλεγε ότι χάριν σε αυτήν γλύτωσε τα πόδια του και δεν του τα κόψανε.

🏠 6. Η επιστροφή στην Αθήνα

Στο τέλος του πολέμου ο Παππούς μου ήταν από τους τυχερούς που επέστρεψε στο σπίτι του στον Άγιο Λουκά στα Πατήσια με τα πόδια.. Ήταν τυχερός καθότι πολλοί άλλοι συμπολεμιστές του δεν κατάφεραν να φτάσουν ή έφτασαν σακατεμένοι και με χωρίς πόδια.

 Όταν έφτασε στο σπίτι, τον είδαν τα παιδιά του από το παράθυρο να έρχεται από μακριά και ειδοποίησαν την μητέρα τους λέγοντας με δυνατή φωνή και χαρά… “Μαμά ο μπαμπάς, ήρθε ο μπαμπάς”. Εκείνη νόμιζε ότι την κορόιδευαν και τους μάλωσε λέγοντας : “Άμα έρθω εκεί θα σας δείξω…” Όταν ο Παππούς άρχισε να την φωνάζει απέξω, τότε μόνο πίστεψε ότι γύρισε.

Όταν τα παιδιά του έτρεξαν να τον αγκαλιάσουν, εκείνος τα απώθησε με χειρονομίες λέγοντας : “Μακριά μου, μακριά!..” Ήταν γεμάτος ψείρες. Αμέσως είπε στην γυναίκα του : “Φώναξε τον κυρ Παναγιώτη να φέρει την φωτογραφική μηχανή να με βγάλει μια φωτογραφία”. Και ο Κυρ Παναγιώτης ήρθε και του έβγαλε αυτήν την φωτογραφία έξω από την πόρτα του σπιτιού… Αμέσως μετά γδύθηκε έξω από το σπίτι στην αυλή, ζέστανε η γυναίκα του νερό και έκανε μπάνιο έξω από το σπίτι. Αφού πλύθηκε και τον ξεψείρισαν και φόρεσε καινούργια ρούχα, τότε και μόνο τους αγκάλιασε και τους φίλησε!

«Μαμά ο μπαμπάς ήρθε!» — και η αγκαλιά που άργησε γιατί ήταν γεμάτος ψείρες.

Αθήνα, 1941 — η πρώτη φωτογραφία του Διομήδη μετά την επιστροφή από το μέτωπο. Λίγο πριν τον αγκαλιάσουν τα παιδιά του, αφού πρώτα… ξεψείρισε τα ρούχα του. Αρχείο οικογένειας Γ. Ψαρογιάννη

🍞 7. Κατοχή — Το “μυστικό αποθηκάκι”

Μετά στην Γερμανική Κατοχή ξανάπιασε δουλειά στο εργοστάσιο παγοποιίας του Φιξ. Το εργοστάσιο το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και έβαζαν στα ψυγεία του εργοστασίου τα τρόφιμα του Γερμανικού στρατού. Η δουλειά του ήταν να μεταφέρει τα τρόφιμα του Γερμανικού στρατού στις αποθήκες. Ο Παππούς με έναν άλλον συνάδελφο του, έκλεβαν κάποια από τα τρόφιμα που μετέφεραν και τα έβαζαν σε ένα μικρό αποθηκάκι μέσα στο εργοστάσιο.  Στο τέλος της δουλειάς πήγαινα και τα έπαιρναν και τα μοιραζόντουσαν με τον συνάδελφο του. Όλο αυτό γινότανε με κίνδυνο της ζωής τους, καθότι αν τους έπιαναν οι Γερμανοί θα τους σκοτώνανε επιτόπου.

Από αυτό το αποθηκάκι και τα κλεψιμαίικα ζήσανε οι οικογένειες τους και πολλοί από τους γείτονες τους. Μου έλεγε η μητέρα μου, εμείς επί κατοχής δεν πεινάσαμε, τρώγαμε τα καλύτερα. Μου διηγούταν και αστεία περιστατικά, ότι ο παππούς κάποια φορά είχε κλέψει ένα ντενεκέ από τους Γερμανούς και νόμιζε ότι είχε λάδι και όταν τον άνοιξαν, μετά λύπης διαπίστωσαν ότι ο ντενεκές είχε μέσα μπογιά.

Με συναδέλφους σε εργοτάξιο. Στην Κατοχή, το ίδιο πνεύμα συντροφικότητας βοήθησε οικογένειες να επιβιώσουν. Αρχείο οικογένειας Γ. Ψαρογιάννη.

🎱 8. Ένας ήσυχος άνθρωπος

Ο Παππούς μου ήταν ήρεμος και καλός άνθρωπος και το λέω με αντικειμενικά κριτήρια και όχι επειδή υπήρξε παππούς μου. Ήταν λιγομίλητος άνθρωπος και μετρημένος, ποτέ δεν τον είχα ακούσει να βρίζει, ή να κακομιλάει σε κανέναν. Δεν έπινε και δεν κάπνιζε, δεν ξενυχτούσε και δεν κουτσομπόλευε. Κοιτούσε μόνο την δουλειά του και την οικογένεια του, όπως έκανε άλλωστε ο περισσότερος κόσμος εκείνη την εποχή, που οι άνθρωποι δούλευαν νυχθημερόν για να προσφέρουν τα προς το ζειν στην οικογένεια τους. Η μόνη του διασκέδαση όταν ήταν νέος ήταν το μπιλιάρδο, καθότι ήξερε καλό μπιλιάρδο και έπαιρνε βραβεία και διακρίσεις σε επίσημες διοργανώσεις.

Ο Παππούς έζησε μια πολύ φιλήσυχη ζωή και πέθανε το 1977. Δεν ήταν επώνυμος, ούτε κάποιος ιδιαίτερα προβεβλημένος, ήταν ένας άνθρωπος που είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο και απλά ήξερε να διαβάζει και να γράφει. Τον θυμάμαι να κάθεται με μια εφημερίδα στο χέρι σε μια πάνινη πολυθρόνα από αυτές τις παλιές του σκηνοθέτη και να διαβάζει επί ώρες.

Όλη αυτήν την ιστορία, σας την έγραψα όχι για να εγκωμιάσω τον Παππού μου, αλλά για να σας πω ότι όλες εκείνες οι χιλιάδες άνθρωποι που πολέμησαν σε εκείνα τα βουνά, δεν ήταν επώνυμοι και μεγαλόσχημοι άνθρωποι.. Ήταν απλοί άνθρωποι, αληθινοί, καθημερινοί, πατριώτες, με μεγάλη αίσθηση του χρέους προς την χώρα που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, προς τις αρχές και τις άξιες που έμαθαν και διδάχτηκαν. Όλοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι υπερασπίστηκαν με αυτοθυσία την Ελλάδα.. Όλοι αυτοί ήταν απλά με μια λέξη Έλληνες!!

«Δεν ήταν ήρωας για το βιβλίο της Ιστορίας — ήταν ο ήρωας της οικογένειάς μας.» Γιώργος Ψαρογιάννης.

Η ταμπέλα “Ούζο Μπανταλούκα” — και η απάντηση

Και κάπου εδώ, επιστρέφουμε στη μικρή λεπτομέρεια που άνοιξε αυτή την ιστορία: την ταμπέλα στο βάθος της φωτογραφίας. Μιλώντας με τον κ. Μάξιμο Μπανταλούκα, γιο του ιδρυτή της ποτοποιίας, έμαθα πως η συστηματική διαφήμιση του ούζου ξεκίνησε μετά τον πόλεμο, μέσω συνεργασίας με εταιρεία της Πάτρας. Αυτό σημαίνει ότι η πινακίδα στη φωτογραφία δεν προέρχεται από κάποια εκτεταμένη, προπολεμική διαφημιστική καμπάνια.

Κι όμως, η εξήγηση βρίσκεται πιο κοντά σε μια ανθρώπινη ιστορία παρά σε οικονομικά αρχεία. Η σύζυγος του ιδρυτή, Όλγα Γεωργίου, καταγόταν από εύπορη εμπορική οικογένεια της Πρέβεζας, με ρίζες στο χωριό Γράψη της Βορείου Ηπείρου (σήμερα Κράψη), λίγα μόλις χιλιόμετρα από τους Αγίους Σαράντα. Συγγενείς ζούσαν και δραστηριοποιούνταν εκεί — και όπως συνέβαινε τότε σε όλη την Ήπειρο, τα προϊόντα ταξίδευαν μαζί με τους ανθρώπους: με καράβια, καρότσες, μουλάρια, αλλά κυρίως μέσα από οικογενειακά και εμπορικά δίκτυα.

Έτσι, μια ταμπέλα με το όνομα «Μπανταλούκας» μπορούσε απολύτως φυσικά να βρίσκεται κρεμασμένη σε ένα καφενείο των Αγίων Σαράντα στα χρόνια του πολέμου∙ όχι ως αποτέλεσμα μεγάλης διαφημιστικής ιδέας, αλλά ως ίχνος της καθημερινής ζωής, της διαδρομής ενός προϊόντος και των δεσμών μιας περιοχής που ανέπνεε ως ένας κόσμος — από την Άρτα και την Πρέβεζα έως τα χωριά της Βορείου Ηπείρου.

Και ίσως αυτή η λεπτομέρεια να είναι η πιο συγκινητική. Μια πινακίδα δεν αποκαλύπτει απλώς έναν τόπο∙ φωτίζει τις αόρατες γραμμές που ένωναν τους ανθρώπους.

Κι εδώ, μέσα σε μια σκονισμένη φωτογραφία του ’40, δεν βλέπουμε μόνο στρατιώτες κουρασμένους από τον δρόμο της ιστορίας∙ βλέπουμε και την πατρίδα τους να ταξιδεύει μαζί τους, ακόμη και σε μια μικρή ξύλινη λέξη πάνω από ένα πρόχειρο καφενείο.

Επίλογος

Μερικές φορές, μια λεπτομέρεια σε μια φωτογραφία αρκεί για να μας οδηγήσει πίσω σε μια εποχή, σε ανθρώπους, σε διαδρομές που αλλιώς θα έμεναν σιωπηλές.

Η εικόνα αυτή δεν μας αποκάλυψε μόνο τον τόπο της λήψης της∙ μας έφερε μπροστά στη ζωή ενός ανθρώπου της γενιάς του ’40 — απλού, εργατικού, επίμονου. Ο Διομήδης Ναούμ δεν ζήτησε ποτέ τίτλους ή μνημεία. Εκτέλεσε το χρέος του, γύρισε σπίτι του, και συνέχισε τη ζωή του όπως εκατοντάδες χιλιάδες τότε: ήρεμα, τίμια, σιωπηλά.

Κι αν αυτή η παλιά φωτογραφία μάς έμαθε κάτι, είναι πως η Ιστορία δεν κατοικεί μόνο στα βιβλία, αλλά και στις μνήμες των οικογενειών, σε αφηγήσεις που περνούν από στόμα σε στόμα και σε πρόσωπα που κοιτούν τον φακό χωρίς να ξέρουν ότι κάποτε θα μιλήσουν για λογαριασμό μιας ολόκληρης εποχής.

Γιατί Μνήμη είναι να θυμάσαι τους ανθρώπους που δεν προσπάθησαν ποτέ να φανούν.

🙏 Ευχαριστίες

Ευχαριστώ θερμά τον κ. Γιώργο Ψαρογιάννη για την εμπιστοσύνη, τις φωτογραφίες και την οικογενειακή μαρτυρία καθώς και τον κ. Μάξιμο Μπανταλούκα για την πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα μας.

Αναστασία Καρρά

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην κατοχή και την Αντίσταση | Σχολιάστε

Α’ Δημοτικό Σχολείο Άρτης

194? – Αναμνηστική φωτογραφία* των μαθητών του 1ου Δημοτικού Σχολείου Άρτης με τους δασκάλους τους. Αριστερά καθιστός ο Ευστράτιος Παπακώστας (Διευθυντής). Όρθιος ο Κων/νος Τζουμάκας (Δάσκαλος από τον Καταρράκτη). Αριστερά, στη δεύτερη σειρά η Χριστίνα Κατσώρα (σύζυγος Κ. Λουτσάρη)

Κορίτσια : Αναστασία Τζίμα, Φερενίκη Νικολάου, Ερικαίτη Παπαστεργίου, Μαρία Καρατζά, Σοφία Βλάχου, Αικατερίνη (Χριστίνα) Καρέλη, Παναγιώτα Γκόγκα, Σούλα Χριστοδούυλου, Θεοδώρα Μαυρογόνατου, Κατίνα Τρίμπου, Τιτίνα Δημοπούλου, Βάσω Σπύρου, Ζαίρα Κασίμη, Κων/να Παπακώστα,, Ανδρομάχη & Καίτη Παππά, Σπυριδούλα (Μπούλα) Καραγκούνη, Αλίκη Ν. Καραβασίλη, Μαριάνθη Φούρναρη, Κυριακούλα Ναούμ, Ηλέκτρα Τσόκα, Αντιγόνη Τζούβα, Μερόπη ……, Στρατούλα …….., Γκορόγια………

Αγόρια : Γεώργιος Ράμμος, Κων/νος Ζαχαρέλος, Νίκος Τζαχρήστας, Νίκος Αλίβερτης, Παναγιώτης Λακιώτης, Στέφανος Παπαιωάννου, Χρήστος Ν. Τσαμπούλας, Ιωάννης Αθ. Τρομπούκης, Μάριος Τσαντούκλας, Θεόφιλος (Λάκης) Καραβασίλης, Αθανάσιος Παρηγορίτσας, Διογένης Γούλας, Γεώργιος Αθανασιάδης, Κων/νος Βάσσος, Ιωάννης Ππαπακώστας (“Μανούγαλος”), Παναγιώτης Παπακώστας, Αλέξ. Χατζηιωάννου, Λύυσανδρος Β. Πάπαρης, Σόλων Γ. Κολοβός, Μαρία…….., Σοφοκλής Τζίμας, Αντώνιος Στρατής, Δημήτρης (Τάκης) Έξαρχος, Μιχάλης Ν. Αλίβερτης, Λάκης Τσάκαλος, Θεόφιλος Γιάχος, Ποληκράτης Κ. Διαμάντης, Νίκος Κ. ‘Εξαρχος, Ιωάννης Πανούτσος, ….Λαγοπάτης, Αναστάσιος Ζέρβας, Απόστολος Ζάχος, Νίκος Αρτέμης, Κων/νος Βάγιας. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο Ν. Έξαρχου – Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

*Η ίδια φωτογραφία περιλαμβάνεται και στο Λεύκωμα ΠΡΟΤΑΣΗ με ημερομηνία 1936.

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε

Βράβευση αθλητριών στίβου!

1973 – Μαθητικοί αγώνες στίβου Γυμνασίων Άρτης στο Γήπεδο της πόλης. Βράβευση αθλητριών. Στη δεύτερη θέση στο βάθρο η Ευσταθία Νικολάου, μαθήτρια της ΣΤ’ τάξης του Β’ Γυμνασίου Θηλέων Άρτης και στην πρώτη η Ελένη Καραπάνου. Κρατώντας τα στεφάνια, η γυμνάστρια Ελμίνα Εξάρχου και δίπλα ο καθηγητής Σωτήρης Γιαννούλης,φιλόλογος.

Στη φωτογραφία οι μαθήτριες φορούν σχολική ποδιά ακόμη και σε αγώνες, κάτι που τότε ήταν υποχρεωτικό και δείχνει την αυστηρότητα και ομοιομορφία της εποχής. Σήμερα, σε αντίστοιχες σχολικές διοργανώσεις κυριαρχεί η άνεση και η ελεύθερη επιλογή αθλητικής εμφάνισης, κάτι που αποτυπώνει τη μεγαλύτερη έμφαση στην προσωπική έκφραση και λιγότερη τυπικότητα στο σχολικό περιβάλλον. (Φωτο από αρχείο Αικατερίνης (Κατίνας) Νικολάου – Κούτσικου)

Δημοσιεύθηκε στη Αθλητικές Εκδηλώσεις | Σχολιάστε

Η Πολεμική Σημαία 3/40 Συντάγματος Ευζώνων

(Αρχείο Πολεμικού Μουσείου Αθηνών)

Η φωτογραφία παρουσιάζει τη γνήσια πολεμική σημαία του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων, όπως διασώζεται στο αρχείο του Πολεμικού Μουσείου Αθηνών.

Πρόκειται για σημαία του καθιερωμένου τύπου των μονάδων του Ελληνικού Στρατού της εποχής, με λευκό σταυρό επί σκούρου πεδίου και την παράσταση του Αγίου Γεωργίου στο κέντρο – εικονογραφία που χρησιμοποιήθηκε επί μακρόν ως σύμβολο προστασίας του Πεζικού και των Ευζώνων.

Οι πολεμικές σημαίες των ευζωνικών μονάδων της περιόδου ήταν συνήθως μεταξωτές, με ζωγραφική στο ύφασμα και χρυσοκέντητα κρόσια στην περίμετρο, στοιχεία που συναντώνται σε παρόμοια τεκμήρια της ίδιας εποχής. Η συγκεκριμένη σημαία ακολουθεί αυτήν την καθιερωμένη τυπολογία, με τον έφιππο Άγιο Γεώργιο να καταβάλλει τον δράκο στο κεντρικό τεταρτημόριο του σταυρού.

Η σημαία αυτή αποτελεί τεκμήριο ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας για το Σύνταγμα, καθώς συνδέεται με τη μακρά του δράση και τη συμμετοχή του σε κρίσιμες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Φωτογραφία: Πολεμικό Μουσείο Αθηνών — αρχείο μονάδων

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στους Βαλκανικούς Πολέμους | Σχολιάστε

Μνημόσυνο του 3/40 Σ.Ε. μετά τη Μάχη του Καλλέ Γκρότο

(Σπάνια φωτογραφική απεικόνιση του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων)

Η φωτογραφία που ακολουθεί προέρχεται από το αρχείο του ΕΛΙΑ–ΜΙΕΤ και αποτελεί ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα φωτογραφικά τεκμήρια που αποτυπώνουν το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων σε πραγματικές συνθήκες επιχειρήσεων κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Απεικονίζει μνημόσυνο για τους πεσόντες των μαχών του Καλλέ Γκρότο και του Σαγγαρίου, το οποίο τελέστηκε στον χώρο καταυλισμού του Συντάγματος μετά την αποχώρηση της Στρατιάς από το μέτωπο, τον Αύγουστο του 1921.


Η μάχη του Καλλέ Γκρότο — 16 Αυγούστου 1921

Στις 16 Αυγούστου 1921, το 3/40 Σ.Ε. έλαβε διαταγή να επιτεθεί και να καταλάβει το ύψωμα Καλλέ Γκρότο (Ουλού Ντάγ, υψ. 1483), μια ιδιαίτερα οχυρή φυσική θέση. Στις 10:00 οι δυνάμεις του Συντάγματος κινήθηκαν προς τη γραμμή άμυνας. Η επίθεση εξελίχθηκε κάτω από έντονα πυρά και συνεχείς οβιδοβολισμούς. Κατά τις 14:30 τα τμήματα των Ευζώνων έφθασαν στα πρώτα εχθρικά προχώματα και ακολούθησε σφοδρή μάχη εξ επαφής. Η σύγκρουση διήρκεσε περίπου μία ώρα. Περί τις 15:30 οι τουρκικές δυνάμεις υποχώρησαν προς τις πίσω γραμμές άμυνας, εγκαταλείποντας το ύψωμα.

Απώλειες και απολογισμός

Η κατάληψη της θέσης επετεύχθη με σημαντικό κόστος:

  • 300+ νεκροί Έλληνες στρατιώτες
  • 8 νεκροί αξιωματικοί
  • 73 νεκροί εύζωνοι
  • 265+ τραυματίες

Μεταξύ των αξιωματικών που έπεσαν στη μάχη αναφέρονται οι:
Αναστόπουλος (διοικητής 3ου Τάγματος), Γκαρτζούζης, Κοσιφάκος, Μαργέτης, Ντάης, Σλίβανος, Ρίζος, Κλωσταρίδης.

“………Την επομένη, το Σύνταγμα παρατεταγμένο στους πρόποδες του βουνού, τέλεσε επιμνημόσυνη δέηση για τους πεσόντες.

 … Οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες που απέμειναν, εξαντλημένοι από την έλλειψη τροφής και τον κόπο, αλλά και συντετριμμένοι από την απώλεια τόσων αγαπημένων συντρόφων, βάδιζαν σκυθρωποί, δείχνοντας σε κάθε παρατηρητή τη βαθιά θλίψη που τους κυρίευε. Την επομένη, στις  5 το απόγευμα το Σύνταγμα, παρατεταγμένο, τέλεσε επιμνημόσυνη δέηση για την ανάπαυση των ψυχών των πολλών ηρωικών μαχητών του, που σκέπασε το χώμα του Καλέ Γκρότο. Κανείς δεν μιλούσε· μόνο οι ήχοι από τις οβίδες που αντηχούσαν μακριά.  Οι άνδρες στάθηκαν σιωπηλοί, κοιτάζοντας προς την κορυφή του Καλέ Γκρότο, εκεί όπου είχαν αφήσει συντρόφους, φίλους, αδέλφια. Εκεί, μέσα στα σπλάχνα του βουνού, κοιμούνται οι αθάνατοι του 3/40.

Δεν πέθαναν· έγιναν ένα με τη γη που ελευθέρωσαν.

Αυτό το βουνό, το Καλέ Γκρότο, έμεινε για πάντα το ιερό προσκύνημα των Ευζώνων· το σημείο όπου η ανδρεία συναντήθηκε με την αυτοθυσία, και η ιστορία με τον θρύλο….”

Σημασία του τεκμηρίου

Η συγκεκριμένη φωτογραφία παρουσιάζει τους Ευζώνους όχι σε στιγμή εμπλοκής, αλλά σε στιγμή ανασύνταξης και μνήμης, λίγες ημέρες μετά τη μάχη.
Λόγω της περιορισμένης τεκμηρίωσης και του μικρού αριθμού φωτογραφιών που έχουν διασωθεί από το συγκεκριμένο σύνταγμα στο μικρασιατικό μέτωπο, θεωρείται υλικό υψηλής ιστορικής αξίας, ειδικά για την ιστορία του 3/40 Σ.Ε. και της Άρτας.

📚 Πηγές

  • Α. Καρρά, Το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων στην Άρτα, 2025
  • Φωτογραφικό αρχείο ΕΛΙΑ–ΜΙΕΤ (www.elia.org.gr)
Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στους Βαλκανικούς Πολέμους | Σχολιάστε

Η Κούλια στο Πλατύ Κομποτίου – Οκτώβριος 2025

Από τη φθορά στην αποκατάσταση

Περνώντας ξανά από το Πλατύ Κομποτίου, στα τέλη Οκτωβρίου, αντίκρισα με χαρά την αποκατεστημένη πλέον κούλια που δεσπόζει πάνω από τον δρόμο. Το πέτρινο αυτό οχυρό, που μόλις λίγους μήνες πριν έφερε έντονα τα σημάδια της κατάρρευσης, στέκει και πάλι αγέρωχο, σαν να ξαναβρήκε τη θέση του μέσα στον χρόνο και στη μνήμη του τόπου.

Αν και πρόκειται για τουρκικό φυλάκιο, η κούλια έχει πλέον ξεπεράσει τον ρόλο του παλιού οχυρού. Έχει μετατραπεί σε τοπόσημο της περιοχής, σε σημείο αναφοράς που μας θυμίζει την ιστορική σημασία του Κομποτίου — εκεί όπου χαράχτηκαν τα πρώτα σύνορα του ελληνικού κράτους το 1832.

Η αποκατάσταση του μνημείου δεν αποτελεί απλώς τεχνική παρέμβαση, αλλά πράξη σεβασμού απέναντι στην πολυεπίπεδη ιστορία της Άρτας. Είναι μια μικρή νίκη της μνήμης απέναντι στον χρόνο· μια υπενθύμιση ότι κάθε πέτρα, ακόμη κι αν προέρχεται από μια δύσκολη περίοδο, μπορεί να αποτελέσει φορέα ταυτότητας και συνέχειας.

Η κούλια του Πλατύ Κομποτίου δεν είναι απλώς ένα ερείπιο ή ένα απομεινάρι ξένης κυριαρχίας· είναι ένα ζωντανό ίχνος της διαδρομής του τόπου μας, που αξίζει να διατηρηθεί και να μελετηθεί με τη φροντίδα που του αναλογεί.

📎 Διαβάστε την πρώτη ανάρτηση για την ιστορία της κούλιας και τις ζημιές που είχε υποστεί εδώ:
👉 Η Κούλια στο Πλατύ Κομποτίου (Αύγουστος 2025)

Δημοσιεύθηκε στη Ό,τι έχει απομείνει απ’ την Άρτα του χτες….. | Σχολιάστε

Κωνσταντίνος Οικονόμου του Δημητρίου – Εύζωνας του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων Άρτας

Στον απόηχο της χθεσινής εθνικής γιορτής και της ανάρτησης για την ιστορία του ένδοξου 3/40 Συντάγματος Ευζώνων Άρτας, παρουσιάζουμε σήμερα ένα κομμάτι προσωπικής και οικογενειακής μνήμης: τον Κωνσταντίνο Οικονόμου του Δημητρίου, έναν από τους εύζωνες που υπηρέτησαν σε αυτή τη θρυλική μονάδα.


🕊️ Σύντομο βιογραφικό

Ο Κωνσταντίνος Οικονόμου του Δημητρίου γεννήθηκε το 1914 στους Μελισσουργούς Άρτας. Εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος και το 1935 κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό, όπου υπηρέτησε στο 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων Άρτας.

Η μονάδα αυτή, με ιστορία που εκτείνεται από τους Βαλκανικούς Πολέμους έως και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξε σύμβολο ανδρείας, πειθαρχίας και αφοσίωσης στην πατρίδα.


📸 Οι στολές στις φωτογραφίες του

Στο οικογενειακό αρχείο διασώζονται τρεις χαρακτηριστικές φωτογραφίες του Κωνσταντίνου, μέσα από τις οποίες αποτυπώνεται η ποικιλία των ευζωνικών στολών της εποχής.

1️⃣ Η τελετουργική στολή (φέρμελη)

Στην πρώτη φωτογραφία, ο Κωνσταντίνος φορά την παραδοσιακή στολή Ευζώνου, με την χαρακτηριστική φέρμελη — το σκούρο, εφαρμοστό γιλέκο στολισμένο με σειρές μεταλλικών κουμπιών — και το φάριο με τη φούντα. Η στολή αυτή φοριόταν στις επίσημες τελετές, στις παρελάσεις και στις φρουρές τιμής.

2️⃣ Η στολή υπηρεσίας (με τον αριθμό 40)

Στη δεύτερη φωτογραφία, εμφανίζεται με χειμερινό μάλλινο χιτώνιο και όρθιο γιακά, στον οποίο διακρίνεται καθαρά ο αριθμός «40», το διακριτικό του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων Άρτας. Αυτή ήταν η υπηρεσιακή ή εκστρατευτική στολή, πιο λιτή και πρακτική, που φοριόταν στην καθημερινή υπηρεσία και στις μετακινήσεις.

3️⃣ Η πλήρης στολή εκστρατείας

Η τρίτη φωτογραφία δείχνει ολόσωμη παράσταση, με μακρύ χιτώνιο και παντελόνι. Το σκηνικό του στούντιο, με τις στήλες και το μονοπάτι, αντικατοπτρίζει την αισθητική των φωτογραφείων της εποχής και τον σεβασμό με τον οποίο αποτύπωναν τους στρατευμένους άνδρες.


⚔️ Οπλισμός

Τυφέκιο Mannlicher–Schönauer 6,5×54 mm με ξιφολόγχη ~65 εκ. (λάμα ~52 εκ.), σε μεταλλική θήκη.

📜 Το φύλλο πορείας

Διασώζεται το φύλλο πορείας του Κωνσταντίνου: κλάση επιστρατεύσεως 1935, Α.Σ.Μ. 102903. Αναγράφονται το επάγγελμα «ιδιωτικός υπάλληλος», ο τόπος γέννησης Μελισσουργός Άρτης και η κατοικία Αθήνα, Κρατερού 4. Στο κάτω μέρος η χαρακτηριστική ένδειξη: «Εν επιστρατεύσει οφείλει να παρουσιασθή». Το έγγραφο αποτελεί αυθεντικό τεκμήριο της υπηρεσίας του και πολύτιμο κομμάτι οικογενειακής μνήμης.

🏛️ Η μνήμη

Μετά τη θητεία του, ο Κωνσταντίνος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στην οδό Κρατερού 4, όπου εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος.

Οι φωτογραφίες και το φύλλο πορείας του Κωνσταντίνου Οικονόμου διατηρούνται σήμερα με σεβασμό από την οικογένειά του, ως τεκμήρια μιας εποχής και μιας ζωής αφιερωμένης στο καθήκον και στην αξιοπρέπεια.
Η παρουσίασή τους κατέστη δυνατή χάρη στην ευγενική παραχώρηση του εγγονού του, Κωνσταντίνου Τρωϊάνου, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά.

Δημοσιεύθηκε στη Γιορτάζοντας τις Εθνικές Επετείους | Σχολιάστε

ΤΟ 3/40 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΕΥΖΩΝΩΝ ΑΡΤΗΣ – Από τον Αμυντικό Στρατώνα στη Συλλογική Μνήμη

(Ένα προσωπικό σημείωμα)

“Στην κορυφή του λόφου της Περάνθης, εκεί όπου κάποτε στεκόταν η αρχαία ακρόπολη του Πύρρου, στέκει ακόμη ο παλιός Αμυντικός Στρατώνας. Ανάμεσα στα πεύκα που μοιάζουν να τον φρουρούν σιωπηλά, κουβαλά τη μνήμη ενός τόπου που άλλαξε, μα δεν ξέχασε.

Το παιδικό μου σπίτι βρισκόταν στην οδό Ανεμομύλων· ένας δρόμος που τότε χώριζε τα σπίτια της Βαλαώρας από το δάσος του Στρατώνα. Από την εποχή του πολέμου η περιοχή είχε ναρκοθετηθεί, κι εμείς, τα παιδιά της γειτονιάς, γνωρίζαμε καλά τις ιστορίες με τα ατυχήματα εκείνων που τόλμησαν να περάσουν τα όρια. Η εντολή από τους γονείς ήταν ξεκάθαρη: «Απαγορεύεται το παιχνίδι στο δάσος του Στρατώνα». Κι έτσι, στη φαντασία μας, το δάσος έγινε ένας κόσμος μυστικός· γεμάτος δράκους, μάγισσες και σκοτεινά μυστικά που μόνο τα παιδιά μπορούσαν να φανταστούν.

Κι ενώ στη φαντασία μας εκεί ψηλά κυκλοφορούσαν σκιές, πιο κάτω, στα καλντερίμια της Βαλαώρας, η ζωή είχε άλλη όψη. Οι φαντάροι που έβγαιναν σε έξοδο, με τις χακί στολές τους και τα πειράγματά τους, έδιναν στα ήσυχα απογεύματα χρώμα και φωνές. Ήταν μια εικόνα φωτεινή, γεμάτη ζωή — η αντίθεση εκείνου του παιδικού φόβου με τη ζεστασιά της πραγματικότητας. Και κάθε βράδυ, η σάλπιγγα του Σιωπητηρίου αντηχούσε ως τα σπίτια μας· μια μελωδία γνώριμη, σχεδόν τρυφερή, που έκλεινε τη μέρα με έναν ήχο από πειθαρχία και νοσταλγία μαζί.

Πέρα όμως από τις παιδικές αναμνήσεις, για τους γονείς και τους παππούδες μας ο Στρατώνας είχε έναν άλλον, βαθύτερο συμβολισμό. Ήταν δεμένος με το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων — ένα από τα πιο ιστορικά σώματα του Ελληνικού Στρατού. Η συγκρότησή του ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα, και η πορεία του ταυτίστηκε με τις πιο κρίσιμες στιγμές της νεότερης ιστορίας μας. Οι Εύζωνοί του πολέμησαν σχεδόν σε όλους τους πολέμους της Ελλάδας — από τον ατυχή πόλεμο του 1897, ως τη Μικρασιατική Εκστρατεία και τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 – και η παρουσία του Συντάγματος παρέμεινε ενεργή και στην δύσκολη μεταπολεμική δεκαετία, έως το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου το 1949. Όμως η φήμη του Συντάγματος δεν θεμελιώθηκε μόνο στις μάχες, αλλά και στην αυταπάρνηση, την πειθαρχία και το ήθος των ανδρών του.

Στην Άρτα δύσκολα έβρισκες σπίτι — στην πόλη, στα χωριά στα βουνά και στον κάμπο — χωρίς μια φωτογραφία κάποιου Εύζωνα στον τοίχο· παππού ή πατέρα, με τη φουστανέλα και το βλέμμα στραμμένο μπροστά. Αυτές οι φωτογραφίες δεν ήταν απλώς οικογενειακά κειμήλια· ήταν μικρά μνημεία μέσα στα σπίτια, η συνέχεια της ιστορίας στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Κι αν σήμερα ο Αμυντικός Στρατώνας παύει πια να λειτουργεί ως στρατιωτικό κτίριο και το στρατόπεδο έχει μεταφερθεί, οι πέτρες του μοιάζουν ακόμη να θυμούνται όσα είδαν: αναγεννήσεις, πολέμους, σιωπές. Οι παλιές φωτογραφίες μπορεί να ξεθώριασαν, να κλείστηκαν στα συρτάρια, μα η μνήμη παραμένει ζωντανή.

Η εργασία αυτή επιχειρεί να φωτίσει αυτή τη βαθιά σύνδεση — τον τρόπο που ο Αμυντικός Στρατώνας και το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων έγιναν φορείς ιστορικής μνήμης και συλλογικής ταυτότητας. Γιατί στην Άρτα, η ιστορία δεν βρίσκεται μόνο στα αρχεία ή στα μνημεία· βρίσκεται στις καρδιές, στα σπίτια και στις σιωπές εκείνων που θυμούνται.- Αναστασία Καρρά”

(Γράφτηκε με αφορμή το κλείσιμο του Αμυντικού Στρατώνα της Άρτας, Οκτώβριος 2025).

Μπορείτε να διαβάσετε την εργασία στο λινκ https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2025/10/ΤΟ-40ο-ΣΥΝΤΑΓΜΑ-ΕΥΖΩΝΩΝ-ΑΡΤΗΣ.pdf

ή, για καλύτερη οπτικοποίηση, στο https://independent.academia.edu/AnastasiaKarra4

Δημοσιεύθηκε στη Γιορτάζοντας τις Εθνικές Επετείους | Σχολιάστε

Σταυροδρόμι της Αδριατικής: η Άρτα των ξένων εμπόρων!

Μια μικρή ηπειρώτικη πρωτεύουσα στο δίκτυο της Μεσογείου (13ος–15ος αιώνας)

Μετά το 1204, η Άρτα μετατράπηκε σταδιακά από επαρχιακή πόλη σε πρωτεύουσα του Δεσποτάτου.
Αν η πολιτική της ακτινοβολία οφειλόταν στους Ορσίνη και τους Τόκκους, η οικονομική της άνθηση ανήκει σε άλλους: στους Βενετούς, Ραγουζαίους και Ιταλούς εμπόρους που εγκαταστάθηκαν στην πόλη και άνοιξαν τις πύλες της προς τη Δύση.
Αυτούς τους ανθρώπους —και τον κόσμο τους— γνωρίζουμε στο σημερινό σημείωμα.


Η διεθνής όψη μιας ηπειρώτικης πρωτεύουσας

Η Άρτα, πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, δεν υπήρξε μόνο πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο.
Από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κόμβο, που συνέδεε την ενδοχώρα με τα λιμάνια του Ιονίου και της Αδριατικής.
Όπως σημειώνει η Angeliki Laiou (1980, σ. 143), η γεωγραφική θέση της —κοντά στη θάλασσα αλλά προστατευμένη από επιδρομές— ευνόησε τη μόνιμη εγκατάσταση ξένων εμπόρων και οικογενειών, κυρίως από τη Βενετία, τη Ραγούσα (σημερινό Ντουμπρόβνικ) και την Ιταλία.
Αυτοί οι άνθρωποι άφησαν βαθύ αποτύπωμα στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης.

Βενετική γαλέρα στην Κούρζολα (Κορτσούλα) Χαλκογραφία, 17ος–19ος αιώνας.
Η βενετική γαλέρα, σύμβολο της θαλάσσιας δύναμης και του εμπορίου της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, πλέει στα νερά της Αδριατικής. Δημόσιος τομέας – Πηγή: Wikimedia Commons.

1. Οι Βενετοί της Άρτας

Οι πρώτοι ξένοι που εγκαταστάθηκαν στην Άρτα ήταν οι Βενετοί, ήδη από τα μέσα του 13ου αιώνα.
Η παρουσία τους καταγράφεται σε εμπορικές πράξεις, δάνεια προς τους δεσπότες και αγορές γης στα περίχωρα.
Ο Donald Nicol (1984, σ. 118–120) αναφέρει ότι η Βενετία ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την Ήπειρο μετά το 1267, όταν άρχισε να διαμορφώνεται σταθερό βενετικό δίκτυο στην περιοχή.

Οικογένεια Contareno

Η γνωστή βενετική οικογένεια Contareno εμφανίζεται στην Άρτα ως τοκογλύφος και πιστωτής των δεσποτών.
Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Σάθα (Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τ. Βʹ, σ. 210), τα αρχειακά τεκμήρια μιλούν για δάνεια ύψους 1.500–2.000 υπέρπυρων προς τον Ιωάννη Βʹ Ορσίνη, καθώς και για ιδιοκτησίες γης στη Βραστόβα.
Η A. Laiou (1980, σ. 149) επισημαίνει ότι τέτοιες οικογένειες λειτουργούσαν ουσιαστικά σαν τραπεζικοί οργανισμοί, εξασφαλίζοντας ρευστότητα στο Δεσποτάτο με αντάλλαγμα προσόδους ή φορολογικές απαλλαγές.

Οικογένεια Moro

Η οικογένεια Moro διέθετε σπίτια και αποθήκες μέσα στην πόλη και διατηρούσε πλοία που εκτελούσαν δρομολόγια Άρτα–Βενετία.
Όπως σημειώνει ο Freddy Thiriet (1959, σ. 75), οι Moro υπέστησαν απώλειες κατά τις ταραχές του τέλους του 13ου αιώνα, αλλά παρέμειναν ενεργοί στην εμπορική σκηνή της πόλης.
Η παρουσία τους μαρτυρεί, σύμφωνα με τη Χρύσα Μαλτέζου (1995, σ. 215), ότι στην Άρτα υπήρχε μικρή αλλά οργανωμένη βενετική παροικία, άμεσα συνδεδεμένη με το θαλάσσιο εμπόριο.

Marco Venerio – ο Βενετός ύπατος

Περί το 1315 αναφέρεται στην Άρτα ο Marco Venerio, ύπατος (πρόξενος) της Βενετίας (Thiriet 1961, αρ. 452).
Η ύπαρξη προξενικής αρχής, όπως σχολιάζει ο Nicol (1984, σ. 124), σημαίνει ότι η πόλη είχε αποκτήσει σταθερή κοινότητα βενετικών υπηκόων και ότι η Βενετία θεωρούσε την Άρτα κόμβο πρώτης σημασίας στην ηπειρωτική ενδοχώρα.

Μετά τον 14ο αιώνα, ωστόσο, η επιρροή των Βενετών περιορίστηκε σταδιακά, καθώς νέοι παίκτες εμφανίστηκαν στο προσκήνιο της μεσογειακής οικονομίας.


Χαλκογραφία του Matthäus Merian (17ος αιώνας). Απεικόνιση δύο από τα σημαντικότερα εμπορικά λιμάνια της Αδριατικής και του Αιγαίου. Δημόσιος τομέας – Πηγή: Wikimedia commons

⚖️ 2. Οι Ραγουζαίοι – οι έμποροι του 15ου αιώνα

Μετά το 1400, και ιδιαίτερα επί Καρόλου Αʹ Τόκκου, οι Ραγουζαίοι (Δαλματοί έμποροι από το Ντουμπρόβνικ) κυριάρχησαν στην αγορά της Άρτας.
Ο Ζακυθηνός (1966, σ. 255) επισημαίνει ότι η Ραγούσα, ως ανεξάρτητη εμπορική δημοκρατία, είχε πλούσιους εμπόρους που αναζητούσαν σιτηρά, κεχρί και ζωικά προϊόντα από την Ήπειρο.
Οι σχέσεις αυτές φωτίζονται κυρίως μέσα από τα αρχεία του Ντουμπρόβνικ, τα οποία ανέλυσε διεξοδικά ο Barisa Krekić (1970, σ. 56–59), αποκαλύπτοντας το εύρος των οικονομικών τους δραστηριοτήτων.

Οικογένεια Djurdević

Η οικογένεια αυτή δραστηριοποιείται ήδη από το 1390.
Ο Krekić (1961, σ. 258–262) αναφέρει ότι οι Djurdević συμμετείχαν σε ναυλώσεις πλοίων για τη μεταφορά σιτηρών και παρείχαν δάνεια στο δεσποτάτο.
Το 1424–1425, μάλιστα, ο ίδιος ο δεσπότης όφειλε σημαντικά ποσά στην οικογένεια, γεγονός που δείχνει τη δύναμή τους ως πιστωτών.

Vitko Ylafković

Ραγουζαίος έμπορος σιτηρών που είχε μόνιμη κατοικία στην Άρτα.
Όπως μαρτυρεί ο Krekić (1997, σ. 133), το 1443 καταγράφεται επίθεση εναντίον του, πιθανότατα λόγω οικονομικών διαφορών — δείγμα της έντασης που προκαλούσε η επιρροή των ξένων εμπόρων στην τοπική κοινωνία.

Οι Ραγουζαίοι, όπως παρατηρεί ο Nicol (1984, σ. 214), ήταν πιο ευέλικτοι και προσαρμοστικοί από τους Βενετούς. Συχνά συνεργάζονταν με Ιταλούς ή Έλληνες εμπόρους, λειτουργώντας ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην Ήπειρο, τη Νάπολη και τη Δαλματία.

Οι εμπορικές δραστηριότητες των Ραγουζαίων στην Άρτα είναι γνωστές κυρίως χάρη στα αρχεία του Ντουμπρόβνικ, που μελέτησε διεξοδικά ο Barisa Krekić, αναδεικνύοντας τον ρόλο τους ως διαμεσολαβητών ανάμεσα στην Ήπειρο και την Αδριατική.


Βενετοί έμποροι στη “Σοριά” (Ανατολή) Cesare Vecellio, Habiti antichi et moderni (19ος αιώνας, έκδοση μετά την πρωτότυπη του 1590). Ενδυματολογική απεικόνιση Βενετών εμπόρων που δραστηριοποιούνταν στα λιμάνια της Ανατολής. Δημόσιος τομέας – Πηγή: Wikimedia Commons.

🏛️ 3. Ιταλοί αξιωματούχοι και έμποροι επί Τόκκου

Όταν η Ήπειρος πέρασε στην εξουσία των Τόκκων (1416–1449), η Άρτα έγινε η διοικητική τους έδρα.
Ο Robin Shields (2019, σ. 72–75) επισημαίνει ότι ο Κάρολος Αʹ και οι διάδοχοί του έφεραν μαζί τους Ιταλούς συμβούλους, καπιτάνους και υπαλλήλους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην πόλη.

Ανάμεσά τους αναφέρονται ο Mateus de Nandolfi και ο Jacobus Rubeus, Ιταλοί καπιτάνοι (1420–1440), ο Leone Raynaldus, νοτάριος, και ο Antonellus Barges, Καταλανός αξιωματούχος και procurator του Καρόλου Βʹ.
Κατά τον Donald Nicol (1984, σ. 219), οι άνδρες αυτοί αποτέλεσαν μια «λατινική γραφειοκρατία» μέσα στο ελληνικό διοικητικό σύστημα της Άρτας, εισάγοντας δυτικά λογιστικά πρότυπα και τύπους συμβολαίων.


4. Οι εταιρείες και τα τελωνεία

Η A. Laiou (1980, σ. 152) θεωρεί ότι το πιο ενδιαφέρον φαινόμενο της εποχής ήταν η εμφάνιση διεθνών εμπορικών κοινοπραξιών με έδρα την Άρτα.
Γύρω στο 1436, ο Φλωρεντινός Franciscus Pitti, κάτοικος Ραγκούσας, οργάνωσε κοινοπραξία που μίσθωσε τα τελωνεία της Άρτας για δύο χρόνια, με συνεργάτες Ιταλούς και Ραγουζαίους εμπόρους.
Η πράξη αυτή, όπως επισημαίνει ο Shields (2019, σ. 94), δείχνει ότι η Άρτα λειτουργούσε πλέον ως ενσωματωμένο κέντρο στο εμπορικό δίκτυο της Αδριατικής, όπου οι φόροι και τα δασμολόγια περνούσαν στα χέρια ξένων κεφαλαιούχων.

Αγορά σιτηρών στο Orsanmichele, Φλωρεντία Μικρογραφία από τον κώδικα Libro del Biadaiolo (1328–1335).
Η σκηνή απεικονίζει εμπόρους να συναλλάσσονται σε αγορά δημητριακών, χαρακτηριστική εικόνα της μεσαιωνικής οικονομίας. Βιβλιοθήκη Medicea Laurenziana – Δημόσιος τομέας.


🌍 5. Η Άρτα ως μεσογειακή πόλη

Η συνύπαρξη Βενετών, Ραγουζαίων και Ιταλών αξιωματούχων έδωσε στην Άρτα έναν διεθνή χαρακτήρα.
Η Laiou (1980, σ. 157) υπογραμμίζει ότι η πόλη απέκτησε νομίσματα σε δουκάτα και γκρόσια (δηλ. ασημένια βενετικά νομίσματα, γνωστά στη Δύση ως grossi), δυτικότροπα συμβόλαια και νέα εμπορική γραφειοκρατία.
Παράλληλα, οι ξένοι έμποροι έφεραν δυτικές μορφές κατοικίας και πιθανότατα την πολυγλωσσία στους δρόμους της πόλης.

Αν και οι ξένες παροικίες δεν ήταν πολυπληθείς, άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα: η Άρτα του 15ου αιώνα δεν ήταν πια μια κλειστή ηπειρώτικη πρωτεύουσα, αλλά μια μικρή μεσογειακή πόλη με ανοιχτούς ορίζοντες και διεθνές κύρος. Η παρουσία αυτών των ξένων παροικιών στην Άρτα δείχνει πως η ιστορία του Δεσποτάτου δεν ήταν μόνο τοπική ή εσωστρεφής· ήταν μέρος του μεγάλου μεσογειακού κόσμου, όπου το εμπόριο και οι άνθρωποι ταξίδευαν πέρα από σύνορα και εποχές.


📚 Βιβλιογραφία

  • Angeliki E. Laiou, Η ύστερη βυζαντινή πόλη: Κοινωνικές και οικονομικές όψεις, Dumbarton Oaks Papers 34 (1980).
  • Donald M. Nicol, Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267–1479, Cambridge University Press, 1984.
  • Διονύσιος Ζακυθηνός, Το Δεσποτάτο της Ηπείρου (1204–1461), Αθήνα 1966.
  • Κωνσταντίνος Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμ. Βʹ.
  • Freddy Thiriet, La Romanie vénitienne au Moyen Âge, Παρίσι 1959.
  • Χρύσα Μαλτέζου, Οι Βενετοί στην Ανατολική Μεσόγειο, Βενετία 1995.
  • Barisa Krekić, Ragusan Commercial Relations with the Balkans, Balcanica 1 (1970).
  • Barisa Krekić, Dubrovnik and the Balkans (1205–1460), Byzantinische Zeitschrift 54 (1961).
  • Robin Alexander Shields, Trade and Diplomacy in the Fifteenth-Century Balkans: Carlo II Tocco and the Despotate of Arta (1429–1448), Royal Holloway, University of London, 2019.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Ενετοκρατία | Σχολιάστε

Οι “πρόσφυγες” του 1204 και η κοινωνία της Άρτας – ίχνη, αναφορές και αφηγήσεις ενός άλλου καιρού!

Όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Σταυροφόρων το 1204, φάνηκε πως η Αυτοκρατορία των Ρωμαίων έσβηνε για πάντα. Μα οι άνθρωποί της δεν χάθηκαν· σκόρπισαν σαν σπίθες μέσα στο σκοτάδι, και σε τόπους μακρινούς άναψαν νέες φωτιές. Ένας από αυτούς τους τόπους ήταν η Ήπειρος, και πρωτεύουσά της η Άρτα — πόλη που έμελλε να γίνει καταφύγιο και μήτρα ενός νέου ελληνικού κράτους.

1.  Οι δρόμοι της “προσφυγιάς”

Η άλωση της Βασιλεύουσας προκάλεσε ένα μεγάλο κύμα φυγής. Άρχοντες, αξιωματούχοι, στρατιωτικοί, λόγιοι και απλοί άνθρωποι εγκατέλειψαν την Κωνσταντινούπολη και τα παράλια του Αιγαίου, αναζητώντας γη ελληνική που να στέκει ακόμα ελεύθερη. Όπως σημειώνει ο David Jacoby: “The capture of Constantinople in 1204 caused an exodus of Byzantine elites and commoners alike towards the provinces of the Empire that remained under Greek control, notably to Epirus, Nicaea, and Trebizond.” («Η κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως το 1204 προκάλεσε μαζική έξοδο των βυζαντινών, ευγενών και απλών ανθρώπων, προς τις επαρχίες που έμειναν υπό ελληνικό έλεγχο — κυρίως προς την Ήπειρο, τη Νίκαια και την Τραπεζούντα.») Οι δρόμοι τους οδηγούσαν μακριά από την καμένη Πόλη, μέσα από βουνά και περάσματα, προς τα δυτικά. Κι εκεί, στην Ήπειρο, θα ξαναέστηναν τα θεμέλια της ζωής τους.

2.   Η Άρτα ως κέντρο συγκέντρωσης

Η Άρτα έγινε το φυσικό τους καταφύγιο. Όπως γράφει ο Διονύσιος Ζακυθηνός: «Η Άρτα, όπου συνεκεντρώθησαν οι εκ των ανατολικών επαρχιών πρόσφυγες, κατέστη γρήγορα κέντρο ζωής πολιτικής και εκκλησιαστικής.» Η θέση της, πλούσια σε νερό και γη, κοντά στο ποτάμι και στα λιμάνια του Αμβρακικού, πρόσφερε ασφάλεια και αφθονία. Οι δρόμοι από τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία οδηγούσαν εκεί· κι έτσι, πλήθη ανθρώπων — στρατιώτες, τεχνίτες, έμποροι, λόγιοι — κατέφθαναν στην πόλη, μεταφέροντας μαζί τους τη γνώση και τη μνήμη του Βυζαντίου.

3.   Οι κοινωνικές ομάδες των “προσφύγων”

Στην Άρτα συγκεντρώθηκε ό,τι πολυτιμότερο είχε απομείνει από την Ανατολή. Άρχοντες και αξιωματούχοι στελέχωσαν τη νέα αυλή του Δεσπότη· στρατιωτικοί οργάνωσαν το στράτευμα· τεχνίτες και έμποροι έδωσαν πνοή στην οικονομία· και οι λόγιοι φρόντισαν να μη σβήσει η φλόγα της παιδείας. Ο Donald Nicol γράφει: “The foundation of the Epirote state owed much to the influx of refugees from Constantinople and the Aegean islands. They brought with them administrative experience and the traditions of Byzantine culture, ensuring continuity in the midst of political dislocation.” («Η ίδρυση του κράτους της Ηπείρου οφείλει πολλά στο κύμα προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη και τα νησιά του Αιγαίου. Έφεραν μαζί τους διοικητική πείρα και τις παραδόσεις του βυζαντινού πολιτισμού, εξασφαλίζοντας τη συνέχειά του μέσα στην πολιτική αναστάτωση.») Η Χρυσούλα Μαλτέζου το συνοψίζει όμορφα: «Οι πρόσφυγες μετατράπηκαν σε φορείς μιας παράδοσης και ενός διοικητικού ήθους που συνέδεσε τη βυζαντινή Ανατολή με τη δυτική Ελλάδα.» Έτσι, η Άρτα έγινε τόπος συνάντησης δύο κόσμων: της βυζαντινής εμπειρίας και της ηπειρώτικης γης.

4.   Οι πρόσφυγες ως χορηγοί και κτίτορες

Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η πόλη άλλαξε πρόσωπο. Εκκλησίες και μονές ανυψώθηκαν, σαν να ξαναγεννιόταν η τέχνη της Κωνσταντινούπολης στις όχθες του Αράχθου. Ο Ζακυθηνός σημειώνει: «Εντός ολίγων δεκαετιών ανεγέρθησαν ναοί μεγαλοπρεπείς, όπως η Παρηγορήτισσα και η Αγία Θεοδώρα, αφιερωμένοι υπό των αρχόντων και των προσφύγων της αυλής του Μιχαήλ και του Θεοδώρου.» Ο Nicol συμπληρώνει:“The prosperity of Arta in the thirteenth century was reflected in the number of churches and monasteries founded by nobles who had come westward after the fall of Constantinople.” («Η ευημερία της Άρτας τον 13ο αιώνα καθρεφτιζόταν στον μεγάλο αριθμό εκκλησιών και μοναστηριών που ίδρυσαν οι ευγενείς πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη.») Η Αγγελική Λαΐου προσθέτει: “In Epirus, the establishment of monastic communities was closely tied to the settlement of eastern refugees. The monasteries became centers of learning and economic organization.” («Στην Ήπειρο, η ίδρυση μοναστηριακών κοινοτήτων συνδέθηκε στενά με την εγκατάσταση προσφύγων από την Ανατολή. Τα μοναστήρια έγιναν κέντρα παιδείας και οικονομικής οργάνωσης.») Έτσι, οι πρόσφυγες έγιναν όχι μόνο κάτοικοι αλλά και δημιουργοί: ευσεβείς χορηγοί, κτίτορες ναών, συνεχιστές μιας πνευματικής παράδοσης που αρνήθηκε να σβήσει.

5.  Μια νέα κοινωνία

Η Άρτα του 13ου αιώνα δεν ήταν πια η μικρή πόλη του παρελθόντος. Ήταν ένα μωσαϊκό ανθρώπων από Ανατολή και Δύση· γηγενείς Ηπειρώτες και πρόσφυγες, ευγενείς και απλοί, όλοι κάτω από την ίδια σκέπη. Η πόλη γέμισε ζωή, αγορά και παιδεία, νέες τέχνες και νέα ήθη.Η Αγγελική Λαΐου σημειώνει: “The demographic and economic reinforcement they provided was crucial for the survival of these territories.” («Η δημογραφική και οικονομική ενίσχυση που έφεραν οι πρόσφυγες υπήρξε καθοριστική για την επιβίωση των περιοχών αυτών.») Η Άρτα άντεξε, πλούτισε και προόδευσε, χάρη σε εκείνους που ήρθαν με ταπεινότητα και αναστήλωσαν μια ολόκληρη πολιτεία.

6.  Η μνήμη που έγινε συνέχεια

Η ιστορία της Άρτας μετά το 1204 είναι η ιστορία μιας σιωπηλής αναγέννησης. Οι πρόσφυγες που έφτασαν με πίκρα και ελπίδα έγιναν οι θεμέλιοι λίθοι μιας νέας πατρίδας. Στην Άρτα, η αυτοκρατορική παράδοση της Ανατολής βρήκε ξανά φωνή και μορφή· κι εκεί, ανάμεσα σε ποτάμια, τείχη και εκκλησίες, αναστήθηκε η Ρωμανία της Δύσης. Η Άρτα δεν ήταν πια απλώς μια πόλη· έγινε σύμβολο αντοχής και συνέχειας — απόδειξη πως ο ελληνικός κόσμος, όσο κι αν πληγώθηκε, δεν έπαψε ποτέ να δημιουργεί.

Βιβλιογραφία

  1. Διονύσιος Ζακυθηνός, Το Δεσποτάτο της Ηπείρου (1204–1461), Αθήνα 1966.
  2. 2. Donald Nicol, The Despotate of Epirus 1267–1479, Cambridge University Press, 1984.
  3. David Jacoby, The Migration of Byzantine Refugees after 1204 and their Role in the Reconstruction of the Greek States, Dumbarton Oaks Papers, 1989.
  4. Angeliki Laiou (ed.), The Economic History of Byzantium, Dumbarton Oaks, 2002.
  5. Χρ. Μαλτέζου, Η βυζαντινή Δύση μετά το 1204, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1993.
  6. Α. Ορλάνδος, Βυζαντιναί εκκλησίαι Άρτης, Αθήνα 1963.
  7. C. Bouras, The Architecture of the Despotate of Epirus, Athens 1981.

Στη φωτογραφία “Χάρτης της Αδριατικής Θάλασσας” από τον Πιέτρο Βεσκόντε (1318), Atlas of Pietro Vesconte, Bibliothèque nationale de France.
Μεσαιωνική πορτολάνα, όπου ο Νότος βρίσκεται επάνω. Η θάλασσα που απεικονίζεται αποτελεί το θαλάσσιο πέρασμα προς την Ήπειρο και τον Αμβρακικό — τον φυσικό διάδρομο που συνέδεε την Άρτα με τη Μεσόγειο.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Ενετοκρατία | Σχολιάστε