Ανδρέας Παπαεμμανουήλ (Κανόνι – Διεθνής ΠΑΟ), Δ. Σιακούφης, Νικηφ. Κοντογεώργος, Δημ. Τζιομάκης, Ηλ. Βάσσος, Κ. Μπασιούκας, Β. Λάιος, Κ. Ευταξίας, Σ. Πέτσας, Χρ. Κουτσογεώργος, Νικηφ. Παπαδιώτης, Κ. Νίκου. (Φωτο & Σχόλιο Κ. Μπανιάς)

Ανδρέας Παπαεμμανουήλ (Κανόνι – Διεθνής ΠΑΟ), Δ. Σιακούφης, Νικηφ. Κοντογεώργος, Δημ. Τζιομάκης, Ηλ. Βάσσος, Κ. Μπασιούκας, Β. Λάιος, Κ. Ευταξίας, Σ. Πέτσας, Χρ. Κουτσογεώργος, Νικηφ. Παπαδιώτης, Κ. Νίκου. (Φωτο & Σχόλιο Κ. Μπανιάς)

Ο Άραχθος κυλάει ήρεμα προς τον Αμβρακικό….(Φωτογραφία του Volker Möller στις αρχές του 1980)

Ο Νικόλαος Λουριώτης γεννήθηκε το 1779 στην Άρτα. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στα Ιωάννινα και ακολούθως μετέβη στη Γενεύη για περαιτέρω σπουδές. Στη Γενεύη γνώρισε απ’ ό,τι φαίνεται και τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, με τον οποίο διατήρησε στενές σχέσεις κατά τα χρόνια του Αγώνα. Στη Γενεύη, ο Λουριώτης ασχολήθηκε με το εμπόριο. Παράλληλα, ενόσω βρισκόταν στο εξωτερικό, ήρθε σε επαφή με Έλληνες του «Κύκλου της Πίζας», ενός κύκλου λογίων που ασχολούνταν με την κατάσταση της Ελλάδας.
Το 1816 ο Λουριώτης επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Άρτα. Περί το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον αδελφό του Χριστόδουλο Λουριώτη, ο οποίος ήταν ένας από τους δώδεκα Αποστόλους της Εταιρείας.
Μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, τον Νοέμβριο του 1821, οι Έλληνες πολιόρκησαν την Άρτα, προσπαθώντας να την καταλάβουν. Εκείνο το διάστημα, ο Λουριώτης έστειλε την οικογένειά του στις Καλαρρύτες για μεγαλύτερη ασφάλεια και μετά από λίγο έφυγε και ο ίδιος από την Άρτα, αφήνοντας εκεί τη μητέρα του.
Στις 17 Νοεμβρίου οι Έλληνες εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση εναντίον της Άρτας, στην οποία συμμετείχαν Σουλιώτες με επικεφαλής τους Μάρκο και Νότη Μπότσαρη, Αιτωλοακαρνάνες με αρχηγούς τους Βαρνακιώτη, Ίσκο, Τσόγκα και Μακρή, καθώς και Τουρκαλβανοί που είχαν συμμαχήσει με τους Έλληνες. Η πόλη καταλήφθηκε από τους Έλληνες την ίδια μέρα, αλλά κατάφεραν να την κρατήσουν μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα.Το γεγονός ότι ο στρατός των Ελλήνων δεν ήταν τακτικός, οδήγησε σε πολλές λεηλασίες εκ μέρους κάποιων από αυτούς. Έτσι, λεηλατήθηκε και το σπίτι του Λουριώτη
“Όταν άρχισε η πολιορκία της πόλεως της Άρτης, τον Νοέμβριο του 1821, εξήλθε της πόλεως. Εν συνεχεία εξήλθε και η μητέρα του. Η οικία του εν Άρτη ελεηλατήθη από τους Βαλτινούς, οι οποίοι εισήλθον εις την πόλιν μαζί με τα ένοπλα ελληνικά τμήματα. Ο Γεώργιος Πραΐδης εις το Ημερολόγιόν του γράφει : «Τη 27η Νοεμβρίου 1821. Το εσπέρας υπήγαμεν να ιδούμε εις του κυρ. Χρηστάκη, τον Αναγνώστην Καρπενησιώτην, γραμματικόν του Ισμαήλ Πασιά όστις ήλθεν τη αυτή ημέρα από Άρταν. Μ’ αυτόν συγχρόνως ήλθε και η μητέρα του Ν. Λουριώτη με τας αδελφάς των Γιαλαμάδων» και περαιτέρω, «έκαμαν ανδραγαθίας και απ’ αρχής, ότε εμβήκαν. Έβλεπαν να διώξουν τους Τούρκους, επήγαν και εκτύπησαν την θύραν της Λουριώταινας και ηρώτησαν εάν είναι Τούρκοι μέσα. Όχι, τους απεκρίθη εκείνη. Κλείσε λοιπόν, της είπαν, και κάθου εις το σπίτι σου ήσυχη. Δεν επέρασαν δέκα λεπτά και ήλθαν οι Βαλτινοί και κατεγύμνωσαν και αυτήν και το σπίτι». (Πηγές : 1. https://www.wikiwand.com/, 2. Η Άρτα εις την Επανάστασιν του 1821: Θυσίαι και αγωνισταί. Δ. Φ. Καρατζένης, Αθήνα, 1978 http://www.dimitrioskaratzenis.gr/ )
Στη φωτογραφία «Εμπορική Επιστολή που εστάλη από τους αδελφούς Νικόλαο & Χριστόδουλο Λουριώτη προς τον Γεώργιο Δουρούτην στους Κορφούς ( Κέρκυρα) το 1807». Το πολύ ιδιαίτερο είναι πως το γράμμα είναι τυπωμένο. Φαίνεται πως τυπώθηκαν αρκετά αντίτυπα ώστε να γίνουν αποστολές σε συναλλασσόμενους με τον αποστολέα (Λουριώτη).Με τις επιστολές αυτές παρουσίαζαν μια εικόνα της επαγγελματικής τους δραστηριότητας ενώ έδιναν και δείγματα υπογραφών. Η επιστολή εστάλη πολύ πριν ο Νικόλαος Λουριώτης επιστρέψει στην Άρτα και πάρει μέρος στην επανάσταση του 1821.


1950 – Παρέες γυναικών που πήγαν για πλύσιμο στον Άραχθο ποταμό, σε μια στιγμή ανάπαυλας, με φόντο το Γεφύρι. (Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Μουσείου Μπενάκη)

“……Καμιά φορά τύχαινε να μαζεύονται πολλές μαζί πλύστρες και τότε τα πειράγματα και τα γέλια έδιναν κι έπαιρναν. Το ποτάμι γινόταν τόπος συνάντησης, εκμυστηρεύσεων, ανταλλαγής πληροφοριών για τα αφεντικά τους, για κουτσομπολιά με λίγα λόγια, για πίκρα που έβγαινε μαζεμένη από την τόσο μεγάλη αδικία και καταπίεση…
Στα χωριά σήμαινε γενικός συναγερμός για το πλύσιμο των ρούχων. Μπροστά οι γυναίκες φορτωμένες με τα ρούχα και τα καζάνια και πίσω τα παιδιά, κουβαλώντας τα υπόλοιπα σύνεργα και ξύλα για τη φωτιά. Σωστό πανηγύρι. Φωνές, πειράγματα μεταξύ παντρεμένων και των ελεύθερων, αναψοκοκκινίσματα των ντροπαλών, χάχανα και κρυφογελάκια, ανασηκωμένα μανίκια και φούστες, γέλια και τραγούδια και ανάπαυλα στους ίσκιους των δέντρων….” (Πηγή : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004)
Στη φωτογραφία “Πλυσταριό σε περιοχή της Άρτας” από το ίδιο βιβλίο.

1950 – Στις όχθες του Αράχθου, εκεί που σήμερα περνάει ο Περιφερειακός, ο Φωκίων Χατζηιωάννου με τον μικρό ξάδερφό του Μιχάλη Νικάκη, δροσίζονται στα νερά του ποταμού….(Φωτο & σχόλιο Κ. Μπανιάς)

«Μη γίνεις πλύστρα!»
“Είναι περίεργο (ή μήπως όχι?) το πως κάποια επαγγέλματα, εκτός του ότι θεωρήθηκαν ταπεινωτικά και εξευτελιστικά, συνοδεύτηκαν και από απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς στάσης, συμπεριφοράς και νοοτροπίας. Πλύστρα ίσον γυναίκα λαϊκής τάξης, κουτσομπόλα, γλωσσού, (σαν τον κόπανο που χτύπαγε τα ρούχα) κι όχι κάποια που πάσχιζε καθημερινά να βγάλει μεροκάματο, δουλεύοντας εξουθενωτικά. Η γυναίκα των κατώτερων οικονομικά τάξεων έσπασε τον κατ’ οίκον περιορισμό για να αυξήσει το απαράδεκτα χαμηλό οικογενειακό εισόδημα. Ξενοδούλεψε, ρόζιασαν τα χέρια της, γέρασε πριν την ώρα της, υπέμεινε αγόγγυστα παράπονα και χλευασμούς των μεγαλοκυράδων.
Έτσι λοιπόν τα ασπρόρουχα των πλουσιόσπιτων, καθώς και τα χοντρά ρούχα (φλοκάτες, κουβέρτες, μαντανίες και άλλα στρωσίδια) περνούσαν από τα χέρια της πλύστρας. Τα ασπρόρουχα έπρεπε με τη μπουγάδα να γίνουν ολόλευκα, αστραφτερά (φουφούδια) και μετά, στο σιδέρωμα, να μην υπάρχει καμιά ζάρα, γιατί αλλιώς έπρεπε να ξαναγίνουν όλα από την αρχή. Τα πιο ελαφριά τα έπλενε στη σκάφη, ενώ τα βαριά τα φορτώνονταν στην πλάτη και τα πήγαινε στο ποτάμι, κουβαλώντας επίσης μαζί της το καζάνι, τη σκάφη (αρχικά ξύλινη, αργότερα τσίγγινη, με εσωτερικές ραβδώσεις για να τρίβει επάνω τους τα ρούχα), σαπούνι, στάχτη, τον κόπανο, βαρικίνα, τη βούρτσα και το κακάβι. Κάθε πλύστρα είχε το δικό της καζάνι. Το έβαζε στην όχθη και άναβε φωτιά. Σε άλλο καζάνι έριχνε τη στάχτη μέσα στο νερό και τα έβραζε μαζί για να φτιάξει την αλισίβα. Σε μια πέτρινη πλάκα χτύπαγε με τον κόπανο τα ρούχα που είχε σαπουνίσει. Μετά το ξέπλυμα των ρούχων στο ποτάμι, τα άπλωνε σε δέντρα ή σε σχοινιά……(συνεχίζεται)” (Πηγή : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004)
Στη φωτογραφία του Φωτογραφικού πρακτορείου «Χαρισιάδης», μια πλύστρα στο Γεφύρι της Άρτας το 1953, κουβαλάει νερό από το ποτάμι.

“Τον καιρό που τα νερά του Αράχθου άγγιζαν το κάστρο της Άρτας”. Η φωτογραφία με τον τίτλο “Ποταμός Γριμπόβου” είναι από τις εκδόσεις Σόλομων Χατζής. (Φωτο από οίκο δημοπρασιών)

Εξ Άρτης, 13 Αυγούστου 1893
“Η τουρκική κυβέρνηση «ήγειρεν αξιώσεις» κατά της ελληνικής λέγοντας ότι ένα μέρος της μεθοριακής γραμμής που περνά από την Άρτα, καταπατήθηκε, λόγω του ότι ο Άραχθος, αλλάζοντας πορεία, έκανε στροφή προς τα ενδότερα του τουρκικού (τότε) εδάφους. Μετά από εντολή της κυβέρνησης ο νομάρχης Άρτης υπέβαλε σχετική έκθεση, η δε κυβέρνηση πρόκειται να απαντήσει στην τουρκική επ’ αυτού του ζητήματος. Η Συνθήκη του Βερολίνου ορίζει ότι σε εκείνο το μέρος της Ηπείρου η οροθετική γραμμή ανάμεσα στα δυο κράτη θα είναι το ρεύμα του ποταμού, το ρεύμα όμως άλλαξε πορεία λόγω φυσικής αιτίας, έτσι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η κυριότητα του τμήματος που αποσπάστηκε και προσκολλήθηκε στο ελληνικό έδαφος”. (Πηγή : ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, α.φ.18, 13/8/1893)

Μιχαλίτσι, γέφυρα Παπά με τίτλο “Towns and police stations on the Greek Border : Mihaliç Papas Bridge”. Όπως φαίνεται πρόκειται για τη γέφυρα Παπαστάθη. Η φωτογραφία είναι από το άλμπουμ 90618 με τίτλο «Πόλεις και φυλάκια στα σύνορα με την Ελλάδα» από τη συλλογή του Σουλτάνου Αμπντουλχαμίτ Β΄ (1876-1909).
Το γεφύρι έχτισε το 1746 ο Ηγούμενος της Μονής Βίλιζας Αγάπιος δαπανώντας 175 βενέτικα φλουριά. Για να τελειώσει όμως το έργο χρειάστηκαν άλλα τόσα τα οποία με πολύ κόπο μάζεψαν οι χωρικοί των γύρω χωριών. Ήταν πολύ μεγάλη η ανάγκη να γίνει το γεφύρι γιατί ο Άραχθος σε αυτό το σημείο έπνιγε κάθε χρόνο 3 με 4 ανθρώπους. Το 1942 οι Γερμανοί βομβάρδισαν την μεγάλη καμάρα του γεφυριού χωρίς όμως να καταφέρουν να το ρίξουν. Αυτό αποδεικνύει και το πόσο καλά είναι χτισμένο.
Για την κατασκευή του γεφυριού υπάρχουν αρκετές παραδόσεις και διάφορες εκδοχές για το χορηγό και την ονομασία του. Στις παραδόσεις αυτές αναφέρεται ότι χορηγός ήταν κάποιος ηγούμενος, αλλά γίνεται σύγχυση των μονών Κηπίνας και Βύλιζας. Κάποιες απ’ αυτές τις παραδόσεις επιχειρούν να ερμηνεύσουν και το όνομα του γεφυριού, θεωρώντας ότι Παπαστάθης ήταν το όνομα του ηγούμενου. Αναφέρεται επίσης ότι τα χρήματα που δόθηκαν για την κατασκευή του γεφυριού προέρχονταν από κάποιους ληστές, που θέλησαν να κλέψουν το μοναστήρι, αλλά με θαυματουργό τρόπο τράπηκαν σε φυγή και εγκατέλειψαν τα χρήματα. Όταν πλημμυρίζει το ποτάμι, οι κάτοικοι των γύρω χωριών ισχυρίζονται ότι ακούν τις φωνές ενός αράπη κι ενός κόκκορα που, κατά την παράδοση, θάφτηκαν στη θεμελίωση του γεφυριού. Όταν χτιζόταν το γεφύρι ο Παπαστάθης έριξε λίρες στα θεμέλια. (Πηγές : 1. https://el.wikipedia.org/ 2. http://www.petrinagefiria.uoi.gr/)
