Λαϊκοί  οργανοπαίχτες στην Άρτα και τα χωριά του κάμπου

“Αθανάσιος Νάτσικας – κλαρίνο, Χρήστος Ζώτος – βιολί, Γεράσιμος Λάλος – λαούτο, Θεοφάνης Γκαλμάνης – κλαρίνο, Γιώργος Σιωτάκης – βιολί, Κύρκος Στεργίου – σαντούρι, Δημήτρης Βούβαλης – λαούτο.

Θεόδωρος Μπίζας – κλαρίνο, Νικόλαος Αναστασίου – σαντούρι, Αριστείδης Γκόγκας – λαούτο, Ευάγγελος Τζαχίλας – λαούτο.

Ευάγγελος Σούκας – κλαρίνο, Φώτης Σούκας – βιολί, Βασίλης Σούκας – σαντούρι και μετά κλαρίνο, Χρήστος Ζούμπας – λαούτο.

Βασίλης Στεργίου – κλαρίνο, Γιάνης Στεργίου – κλαρίνο, Γιώργος Στεργίου – κλαρίνο, Ευστράτιος Κατσίμπρας – τραγούδι, Παναγιώτης Γκόγκος – λαούτο, Ηλίας Σούκας – βιολί, Βασίλης Ντζιόκας – βιολί.

Ευάγγελος Σαγάνης – κλαρίνο, βασίλειος Σαγάνης – κλαρίνο”. (Πηγή : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004)

Στη φωτογραφία “25  Ιουλίου 1956: Μια παρέα χορεύει την παραμονή  της Αγίας Παρασκευής στους Κεραμάτες Άρτης. Δεύτερος στη σειρά ο Μάχος Ρίγγας”. Πάνω στο αυτοσχέδιο πάλκο με τα ξύλινα τελάρα, δυο τραγουδίστριες με το ντέλφι, χαρακτηριστικές φιγούρες που συνόδευαν τις αρτηνές κομανίες της εποχής.  (Φωτο από το αρχείο Πηνελόπης Τ. Ρίγγα)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

H Αρτηνή Κομπανία

“…..Η Αρτηνή κομπανία αποτελούνταν κυρίως από κλαρίνο, βιολί, λαούτο, ντέφι και τραγουδιστή. Ανάλογα με τις ανάγκες της δουλειάς, η βασική μομπανία επιδέχονταν αλλαγές, προσθήκες ή παραλείψεις οργάνων. Έτσι μερικές φορές συναντούμε δυο κλαρίνα ή δυο βιολιά για καλύτερη έκφραση του πολυφωνικού ύφους. Επίσης συναντούμε ‘οτγανα όπως το ούτι ή δυο λαούτα και άλλα ανατολίτικα ότγανα, τα οποία έκαναν την εμφάνισή τους λόγω της εγκατάστασης των Μικρασιατών στην περιοχή της Άρτας αλλά και της άνθισης του αστικού μουσικού ύφους. Στην Άρτα, Πρέβεζα και γενικότερα στη νότια ήπειρο είναι εμφανής η προσάρτηση μουσικών οργάνων από τις συγγενείς γεωγραφικές περιοχές,όπως το σαντούρι και το τσίμπαλο.

Τα μουσικά ακούσματα της Ηπειρώτικης κομπανίας χαρακτηρίζονταν από την πεντατονία, την πολυφωνία, τις καταβολές από την αρχαία ελληνική ρυθμολογία, ειδικότερα στην Άρτα από το βυζαντινό μέλος και τις επιρροές από ανατολίτικα μουσικά συστήματα. Η κομπανία κάνει την παρουσία της σε πανηγύρια, γάμους, εκδηλώσεις, γλέντια της κάθε περιοχής. Δεν είναι τυχαίο ότι τα παλιά χρόνια οι κομπανίες απαρτίζονταν από μέλη συγκεκριμένων οικογενειών……….” (Πηγή : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004)

Στη φωτογραφία «Γλέντι με όργανα στην Άρτα – Δεκαετία του ‘20» (Πηγή : Λεύκωμα ΠΡΟΤΑΣΗ, Άρτα, 1999)

Δημοσιεύθηκε στη Η μουσική, τα σινεμά και το ερασιτεχνικό θέατρο στην Άρτα | Σχολιάστε

Το Τζαμί του Φαίκ Πασά* (FÂIK PASHA MOSQUE) σε τουρκικό έντυπο

Ανακαλύψαμε το παρακάτω κείμενο, δημοσιευμένο από τον Midilli Mübadilleri. Επειδή η μετάφραση έγινε από την απόδοση του κειμένου στα αγγλικά, ίσως υπάρχουν κάποια λάθη στην απόδοση του κειμένου στα ελληνικά……

“Στην πόλη της Άρτας, που βρίσκεται στα όρια της Δυτικής Ελλάδας σήμερα. Οθωμανικό τζαμί χτισμένο τον 15ο αιώνα.

Χτίστηκε από τον Φαΐκ Πασά στην Άρτα, που την λεγόταν Νάρδα ή Νάρντα στην Τουρκική περίοδο, στην περιοχή Ηπείρου της Δυτικής Ελλάδας. (Âşıkpaşazâde, XV – Το Âşıkpaşazâde Tarihi ή Tevârîh-i Âl-i Osman είναι ένα οθωμανικό βιβλίο ιστορίας που γράφτηκε από τον Âşıkpaşazâde, έναν Βεφάι δερβίση που έζησε μεταξύ 1400 και 1484). Δίνοντας τα ονόματα των βεζίρηδων του 15ού αιώνα και τον κατάλογο των φιλανθρωπικών έργων που είχαν αναθέσει, εξηγεί ότι ο Φαίκ Πασάς αποφάσισε επίσης να ιδρύσει ένα ίδρυμα. Δεδομένου ότι είναι γραμμένο ως «σκόπευε» σε ορισμένα κείμενα και «σκοπεύει» σε άλλα κείμενα, συνεπάγεται ότι ο Φαίκ Πασάς δεν είχε ακόμη χτίσει αυτή το φιλανθρωπικό θαύμα όταν ο Âşıkpaşazâde έγραφε την ιστορία του. Δεδομένου ότι το κύριο κείμενο του Tevârih-i Âl-i Osman έληξε με την κατάκτηση της Σκόδρας το 883 (1478), μπορεί να γίνει δεκτό ότι το έργο γράφτηκε σε αυτές τις ημερομηνίες.

Ο Φαΐκ Πασάς, ο οποίος ήταν ένας από τους σημαντικούς αλλά σχετικά ελάχιστα γνωστούς βεζίρηδες της περιόδου του Φατίχ Σουλτάνου Μεχμέτ, απέκτησε μεγάλη επιρροή τα τελευταία χρόνια αυτού του σουλτάνου. Από καταγραφή του κτηματολογίου (αρ. 167, σελ. 53) μαθαίνεται ότι ο Φαΐκ Πασάς, ο οποίος είχε νταλιανούς(?) στο Σερέζ και σε χωριά γύρω από τη Θεσσαλονίκη, εκτός από  τις περιουσίες του στη Θεσσαλονίκη, είχε τα εισοδήματα που έπρεπε να αποκτηθούν και από άλλα μέρη. Εξηγείται ότι τα ιδρύματά του στη Θεσσαλονίκη, στη Nάρντα, στην επαρχία Karlı, στο Yenice-i Vardar συνδέθηκαν με το ιμαρέτ στη Nάρδα, με τη μορφή του θεμελιώδους χάρτη, που συντάχθηκε το 898 (1492-93) και αναπτύχθηκε με την μορφή προσθήκης το 907 (1501-1502) (VGMA, TD, αρ. .623). Σε αυτό το ίδρυμα, το όνομά του αναφέρεται ως «Emîrü’l-ümerâ fi’l-âlem el-meşhur bil-Fâik min meni âdem». Εκτός από ένα τζαμί και ένα σπίτι δασκάλου στο Κάστρο του Φαΐκ Πασά στην Κεφαλονιά, στη Νάρντα υπήρχαν τζαμιά, μεντρεσέ, dârütta’lîm κ.λπ.. Αναφέρονται ιδρύματα.

Το νησί της Κεφαλονιάς, στη δυτική ακτή της Ελλάδας, παρέμεινε υπό τουρκική κυριαρχία για πολύ μικρό διάστημα μεταξύ 1479-1500 και στη συνέχεια πέρασε στα χέρια των Ενετών. Εφόσον ο Φαίκ Πασάς άφησε φιλανθρωπικά έργα μέσα και γύρω από τη Νάρντα, μπορεί να μαντέψει κανείς ότι καταγόταν από εκεί. Μάλιστα ο τάφος του βρίσκεται δίπλα σε αυτό το τζαμί.

Evliya Celebi XVII. Επισκέφτηκε τη Νάρντα τον 16ο αιώνα και ανέφερε για το κάστρο στην πόλη και την ύπαρξη έξι τζαμιών, masjids (τύπος τζαμιού), μεντρεσά και δημοτικών σχολείων σε αυτό. Δηλώνει ότι το τζαμί του Φαΐκ Πασά εδώ βρίσκεται έξω από την πόλη, σε ένα μουσουλμανικό χωριό σαράντα σπιτιών που ονομάζεται Karye-i Imaret. Δίπλα στο τζαμί, το οποίο βρίσκεται στη μέση ενός χώρου αναψυχής με αμπελώνα και κήπο, υπάρχουν πρόσθετα κτίρια, όπως κουζίνες, πανδοχείο και μεντρεσέ. Επιπλέον, υπάρχει μια σημαντική θέση στη βαλκανική λαογραφία εδώ, 142 μ. Το υπέροχο γεφύρι ξαναχτίστηκε επίσης από τον Φαΐκ Πασά.

Η Άρτα έμεινε στα εδάφη που παρέμειναν στην Ελλάδα με το 24ο άρθρο της Συνθήκης του Βερολίνου που υπογράφηκε το 1878 μετά τον Τουρκο-ρωσικό πόλεμο. Η Νάρδα, μαζί με τις δύο σημαντικές πόλεις της Θεσσαλίας, τον Βόλο και τη Λάρισα, δωρήθηκε στους Έλληνες, μετά από μακρές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις, με το σκεπτικό ότι ήταν εγγυημένη η ελευθερία λατρείας του μουσουλμανικού λαού και η ασφάλεια της περιουσίας. Ωστόσο, μετά την παράδοση της πόλης, άρχισε μια ραγδαία καταστροφή, όπως συνέβη πολλές φορές, και επιχειρήθηκε η καταστροφή τουρκικών αντικειμένων εδώ. Ο συγγραφέας αυτού του άρθρου έλαβε φωτογραφίες από το Τζαμί Φαΐκ Πασά, που στέκεται ανάμεσα στα δέντρα στη δεξιά πλευρά του χωριού Μαράτι, το οποίο ήταν ερειπωμένο, από τη πλευρά της κουζίνας, αν και σε πολύ ερειπωμένη κατάσταση το 1953. Η σημερινή κατάσταση του τζαμιού και άλλων κτισμάτων, τα οποία είναι γνωστό ότι καταστράφηκαν ολοσχερώς στον τελευταίο χώρο εκκλησίας, δεν ήταν δυνατό να μαθευτεί. Επιπλέον, αν και υπάρχουν κάποιες προφορικές φήμες ότι μόνο το τζαμί έχει αναστηλωθεί, ο βαθμός ακρίβειας είναι άγνωστος.

Το Τζαμί του Φαΐκ Πασά είναι ένα μονότρουλο κτίριο με τετράγωνη κάτοψη. Από έξω η κάθε πλευρά είναι 11,70μ. σε μέγεθος. Χτίστηκε με σχολαστική δεξιοτεχνία με τη μικτή τεχνική της κανονικής κοπής πέτρας και τούβλου, που συνηθίζεται στα πρώιμα οθωμανικά κτίρια. XIV-XV. Εφιστά επίσης την προσοχή με την τεχνική του τούβλου που τοποθετείται κάθετα ανάμεσα στις πέτρες, όπως φαίνεται στα κτίρια του 19ου αιώνα. Στην πρόσοψη της εισόδου υπήρχε νάρθηκας με τρία τμήματα, τα τόξα του οποίου βασίζονταν σε τέσσερις κίονες, καλυμμένους με τρούλους. Σε μια όψιμη περίοδο (πιθανότατα τον 19ο αιώνα), ο νάρθηκας αυτός καλύφθηκε με μια πλατιά κεραμοσκεπή λακκούβα, οι μαρκίζες της οποίας στηριζόταν σε λεπτούς ξύλινους στύλους. Αν και υπάρχει ένα λευκό τελάρο στη μαρμάρινη πόρτα, δεν υπάρχει καμία επιγραφή σε αυτό. Ο τρούλος έχει επίσης πολυγωνικό διπλό χείλος, όπως φαίνεται στα τζαμιά της Ρούμελης. Δύο παράθυρα, το ένα πάνω στο άλλο, ανοίχτηκαν σε κάθε πρόσοψη και ένα παράθυρο σε κάθε μία από τις τέσσερις προσόψεις της κάτω οκταγωνικής ομάδας προβλεπόταν για να φωτίζει το εσωτερικό. Ο μιναρές που υψωνόταν στη δεξιά γωνία ήταν κατασκευασμένος εξ ολοκλήρου από τούβλα.

Όπως γίνεται αντιληπτό από τις τελευταίες φωτογραφίες που ελήφθησαν, οι εξωτερικές μαρκίζες εξαφανίστηκαν και ο τελευταίος χώρος συνάθροισης του τζαμιού με τους κίονες, τις καμάρες και τους θόλους του εξαφανίστηκε χωρίς κανένα ίχνος. Δεν μπόρεσαν να ληφθούν πληροφορίες για τα κτίρια όπως τα xv πανδοχεία και μεντρεσέ που θα έπρεπε να ήταν γύρω από το τζαμί. Είναι γνωστό ότι ο τάφος κοντά στο τζαμί ανήκει στον Φαίκ Πασά. Ο Ορλάνδος αναφέρει ότι στην ταφόπλακα εδώ διαβάζεται το έτος 905 (1499-1500).

Τζαμί Φαΐκ Πασά, XV. Είναι ένα όμορφο έργο που αντιπροσωπεύει το κλασικό στυλ της τουρκικής αρχιτεκτονικής της οθωμανικής περιόδου του 19ου αιώνα. Το αντίγραφο του πιστοποιητικού ιδρύσεως στο ληξιαρχείο και το αρχείο στο Âşıkpaşazâde χρονολογείται στον XV (15o αι). Δείχνει ξεκάθαρα ότι κτίστηκε ως κέντρο συγκροτήματος στα τέλη του αιώνα. Αυτό το ξεχασμένο και εγκαταλελειμμένο τουρκικό έργο περιμένει την προσοχή ως ιστορικό κειμήλιο”.

BİBLİYOGRAFYA:

VGMA, TD, nr. 623; Âşıkpaşazâde, Târih, s. 191; a. e. (Atsız), s. 243; Evliya Çelebi, Seyahatnâme, VIII, 642 vd; Gökbilgin, Edirne ve Paşa Livâsı, s. 44, 284, 285 (vakfiye. 413), tür.yer.; A. Orlandos. Arkheion ton byzantinon mnemeion tes Hellados, II/2 (1936), s. 200-202; H. Hold – H.von Hofmannsthal, Griechenland, Baukunst-Landschaft- Volksleben, Berlin, ts., rs. 138; Ayverdi. Avrupa’da Osmanlı Mimarî Eserleri IV, s. 298; Semavi Eyice, “Yunanistan’da Türk Mimari Eserleri”, TM, XII (1955), s. 212-214; a.mlf., “Yunanistan’da Unutulmuş Eski Bir Türk Eseri”, BTTD, I/5 (1968), s. 67.

Οι φωτογραφίες είναι αυτές που συνοδεύουν το παραπάνω κείμενο. (Πηγή :https://www.facebook.com/midilli.mubadilleri/posts/pfbid02cEHQ5BuzVKFmbZUz7y2FiJyxBv3UmhJcYQ2ka8CHsbXk5vnEqbH4314CGFcsefGLl)

Για το τζαμί του Φαίκ πασά υπάρχουν ανηρτημένες αρκετές φωτογραφίες και κείμενα που μπορείτε να αναζητήσετε…..

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Ευτυχισμένα Χριστούγεννα με υγεία & χαρά…..

…..με τη φάτνη που στόλιζε τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα των παιδικών χρόνων κάποτε!!!

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Παλιά Χριστουγεννιάτικα…..

“Σαράντα μέρες νηστεία. Σαραντάημερος με τ’ όνομα. Νηστεία παραπανίσια απ’ τη μόνιμη και διαρκή. Βλέπαμε το γαλατάκι κι αποστρέφαμε το πρόσωπό μας, μην πεταχτεί απ’ την καρδάρα καμιά στάλα και μας αρτίσει. Το πρεντζοτύρι μας φαίνονταν δηλητήριο που μπορούσε να μας εξαποστείλει αμέσως στα λεβητοστάσια της κόλασης. Όσο για το κρέας, δεν γινόνταν λόγος. Ήταν πράγμα άγνωστο στα περίχωρα. Μόνο κάτι φτωχές σιταρίθρες και λίγοι αναιμικοί καλογιάννοι, που τα σάλτιζε το αλάτι, περίμεναν την άγια μέρα να μας λιγδώσουν πρώτα. Ήταν προιόντα των πρωτόγονων παγίδων μας. Βέβαια το θρεφτάρι γουρούνι θα μας ξελίγδωνε γιατί το τρώγαμε λαίμαργα, βραστό ή τσιγαρίδες……

Παραμονή. Άλλη μέρα. Άλλαζαν όλα. Το σπίτι μοσχομύριζε, οι ραχούλες γελούσαν, τα δέντρα χόρευαν κι η καρδούλα μας σκιρτούσε.

Προτού ξημερώσει η Άγια Μέρα, λίγο πριν τα χαράματα, πεταγόμασταν ορθοί. Αρπάζαμε το τσουκάλι, λίγο βραστό στάρι απ’ το «ύψωμα», ένα κομμάτι ψωμί, έναν καλογιάννο και τρεχάλα στη βρύση. Όλα τούτα τ’ αφήναμε εκεί, στο πεζούλι, γεμίζαμε το τσουκάλι νερό και καταμίλητοι – υπήρχε φόβος να χάσουμε τη φωνή μας, αν μιλούσαμε στο δρόμο – γυρίζαμε στο σπίτι. Αφήναμε το νερό απ’ έξω, παίρναμε μια κουτσούνα «πρατσανίδια» – κλαδιά ελάτου, κέδρου ή ρίκης – μπαίναμε μέσα, καλημερίζαμε, λέγαμε χρόνια πολλά, βάζαμε τα κλαδιά στη φωτιά κι αρχίζαμε: αρνιά, κατσίκια, μοσχάρια, νύφες, γαμπρούς….

Όλοι με τη σειρά, έβγαιναν έξω, πλένονταν με τ’ αμίλητο νερό και μπαίνοντας επαναλάβαιναν τις ευχές.

Τρέχαμε στη γειτονιά, καίαμε τα «πρατσανίδια» και τα …λέγαμε. Εμείς όμως οι αρσενικοί δεν είμασταν καλοδεχούμενοι, γιατί θα γεννούσαν αρσενικά γιδοπρόβατα.

Αν πρωτόμπαινε θηλυκό, σίγουρα θα γεννιόταν αρνάδες, μόσχες ή κοπέλλες…Ήταν λιγοστές οι τελευταίες τότε. Άλλα τέτοια γίνονταν την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα…..”

(Χρονογράφημα του δάσκαλου Νίκου Παπανικολάου για το πως γιορτάζονταν τα Χριστούγεννα στα ορεινά χωριά της Άρτας, στην εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ», 24 Δεκεμβρίου 1962, όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Β. Μουλιανίτη, ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, Άρτα, 2006)

Η φωτογραφία είναι του   Volker Möller από το εσωτερικό της Παναγίας της Παρηγορήτισσας -1981.

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Στενοσόκακο στην Άρτα….

Στενό σοκάκι με σκαλάκια που βγάζει στη Βαλαώρα, στην Άρτα του 1980….(Φωτογραφία Volker Möller)

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Η βάβω, η Θόδω…..

“Έν’ απ’ πρώτα πρόσωπα που μαθαίνουν τα χωριατόπουλα, μαζί με τη μάνα και τον τάτα, είναι κι η βάβω: έτσι λεν στα χωριά μας τη γιαγιά.

Η δική μου η βάβω ήταν ψηλή και λιγόσαρκη, με πρόσωπο άσπρο σαν της λειτουργιάς, με μάτια πονετικά όπως στις εικόνες. Οι χειρονομίες της είχαν κάτι το σοβαρό και το ήσυχο μαζί, τα λόγια της ανάδιναν ατάραχη πείρα και το βλέμμα της μέρευε την καρδιά σου, όσο κι αν ήταν ταραγμένη. Με τον καιρό η πέτσα της φτένευε και φωτιζόταν, έτσι που χωρίς να χάσει τίποτε από τη φυσική της ζωντάνια έγινε στο τέλος σαν την όψη πόχουν οι άγιες ζωγραφιές. Και σήμερα που τη θυμάμαι, αχνή και σβησμένη στο πέρασμα των χρόνων, δεν την παραλλάζω σε τίποτε από τα γλυκά πονεμένα θώρια που κατοικούν σε παλιά ξωκλήσια, κρυμμένα σε παράμερες πλαγιές ή φουντωτές ραχούλες.

Εγώ έτυχε να ’μαι το πρώτο της αγγόνι και γι’ αυτό μ’ αγαπούσε πολύ. Με μεγάλωσε η ίδια περσότερο παρά η μάνα μου. Και την είχα συνηθίσει, την έβαλα μέσα στην ψυχή μου – είν’ αμαρτία τάχα να το πω; – καλύτερα από κείνη που μ’ έφερε στον κόσμο.

Οι γυναίκες στα χωριά το ’χουν σε καλό να ’ναι το πρωτογέννητο αγόρι, «παιδί» όπως το λεν. Κι εγώ γεννήθηκα Δευτέρα της Λαμπρής, άλλο χαϊρλίτικο.

– Αυτό κάτι θα γίνει μια μέρα, να με θυμάστε! προφήτεψε απ’ την καλοσημαδιά η Γιάνναινα του Χρίστου, γειτόνισσα και συγγένισά μας.

Ήμουν άτυχος όμως, αυτό φάνηκε απ’ τα πρώτα μου χρόνια. Μπορεί όμως να ’μουν και τυχερός, αφού γλίτωνα απ’ τα κίντυνα· δεν ξέρω.

Μια μέρα που οι δικοί μου λείπανε στο πότισμα, στα ποτιστικά χωράφια που ήταν γύρω απ’ το σπίτι, κι εμένα μ’ είχαν αφήσει να με κουνάει στη σαρμανίτσα η Λάμπρω του Γιάννη, κόρη της γειτόνισσας που ανάφερα πιο πριν, αυτή, κοπελίτσα μικρή, βαρέθηκε φαίνεται το ζαγκάνισμα και το σκούξιμο το δικό μου, μπορεί να μου ’δωσε καμιά δυνατότερη με το ποδάρι ή ν’ αναποδογύρισε από μόνη της η κούνια, όπως και να ’ναι, μ’ απαράτησε μπρούμυτα κι έγινε άφαντη απ’ το φόβο της. Όταν με βρήκαν ύστερα, κόντευα να σκάσω.

– Τη θερμιάρα, την κοψόχρονη!, φοβέρισε η βάβω μου. Κόντεψε να μας χάσει το παιδί. Αν τη λάβω στα χέρια μου, θα την κρεμάσω απ’ το κλιτσί!

Αυτά ήταν λόγια μονάχα, χωρίς κακία από μέσα, γιατί η Λάμπρω ήρθε και ξαναήρθε στο σπίτι μας, χωρίς να την πειράξει κανένας. Και ποιος θα την πείραζε, αφού η βάβω μου την είχε κόρη του αδερφού της;……………………………

Όπως μεγαλώνει το πουλάκι κάτω απ’ τα ζεστά φτερούγια της γεννήτρας του, έτσι άξηνα κι εγώ στα γόνατα της βάβως μου.

Το δεύτερο παιδί άργησε να ’ρθει, ήταν θηλυκό κιόλας, κι έτσι όλη η αγάπη, όλη η στοργή συνάχτηκε σ’ εμένα, που ήμουν επιπλέον αρρωστούλης κι αποτελούσα την αδυναμία των δικών μου. Όποιος ξένος ερχόταν, εγώ πρόβαλλα στη μέση και μάζωνα δεκάρες, φιλέματα. Όλες αυτές τις παλιές χαλκόνες μού τις έκαναν αρμάθα και τις είχα περασμένες στο λαιμό, να βροντούν και να γυαλίζουν, λιλιά. Από μέσα φορούσα το γκόλφι, όπου είχαν σκόρδο κι αλάτι κι άλλα ξόρκια του διαβόλου.

Μια μέρα μ’ είχαν αφήσει να παίζω μ’ ένα παιδί μεγαλύτερο, το Σταύρο Κ’τσο. Κι εκείνος, χωρίς να τον εμποδίσω, μου ξέραψε τις πενταροδεκάρες με τα κοσαράκια και τα πήρε, αφήνοντας να μισοκρέμοναι δυο τρία, για δείγμα. Όταν με ξαναβρήκαν οι δικοί μου, ήμουν σαν αρνί ξαρματωμένο απ’ τα χαϊμαλιά του.

– Τι γίνηκαν τα λιλιά σου, γιόκα μου; ρώτησε η βάβω μου κατσουφιασμένη. Σόπεσαν πουθενά ή σ’ τα πήρε κανένας;

– Η Στάβους!, τρόμαξα να προφέρω μαρτυρώντας τον κλέφτη.

– Α, το γιορτόπιασμα, γι’ αυτό σε μαλαγάνευε; ξέσπασε η βάβω για τον κακό μου συμπαίχτη.

Από τότε, άμα έβλεπαν και μαζώνονταν κάμποσες δεκάρες, μου τις ξέραφταν απ’ την αρμάθα και τις άλλαζαν με ασημένια δραχμή ή δίδραχμο, για να πάρω μ’ αυτά κατιτί………………….”(Από το ομώνυμο διήγημα του Γ. Κοτζιούλα.Το πεζογράφημα αυτό βρέθηκε στα κατάλοιπα του Γ. Κοτζιούλα. Γραμμένο με μολύβι σε 43 χειρόγραφες σελίδες, έχει ένα σχέδιο εξωφύλλου με τοποχρονολογία Αθήνα 1952 και μια λευκή σελίδα με την αφιέρωση «Τρισάγιο στην ψυχή της». Δυστυχώς όμως δε συνεχίστηκε ή δε βρέθηκε το χειρόγραφο μετά τη σελίδα 43, κι έτσι το αφήγημα σταματάει απότομα, χωρίς να ολοκληρώνεται. Μπορείτε να το διαβάσετε στο λινκ https://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/kotzioulas_babw.htm)

Στη φωτογραφία «Μια βάβω, η μανίτσα, η τρανή που ξεκουράζεται στην αυλή του σπιτιού της» (φωτογραφία του  Β. Γκανιάτσα από το Λεύκωμα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΕΣ, Αθήνα, 2007)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Μια αυλή με φόντο την Παρηγορήτισσα

Μια μικρή αυλή με απλωμένη τη μπουγάδα των ρούχων, ασπρισμένα σκαλοπάτια, χαμηλά σπίτια και φόντο την εκκλησία της Παρηγορήτισσας το 1981. Η φωτογραφία είναι του Γερμανού @Volker Möller, πρώην βετεράνου, από την επίσκεψή του στην Άρτα στις αρχές του ’80. Η σύζυγός του είναι Αρτινιά κι έτσι ο κ. Möller είχε την ευκαιρία να επισκεφτεί την Άρτα και να απαθανατίσει με το φακό του κτίσματα και τοπία. Τον ευχαριστούμε πολύ που είχε την ευγενική διάθεση να μας στείλει τις φωτογραφίες του από την περιοχή της Άρτας στις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Επαγγέλματα που χάθηκαν : ο Λούστρος (μέρος β’)

“……..Στην Άρτα υπήρχαν πολλοί λούστροι. Σήμερα (το βιβλίο εκδόθηκε πριν σχεδόν 20 χρόνια, το 2004) υπάρχει μόνο ο συμπαθέστατος Θεόδωρος Κάλλιας. Το επάγγελμα του λούστρου, πέρα από τα μικρά κέρδη, θεωρούνταν υποτιμητικό να το ασκεί κανείς. Αν καμιά φορά οι γονείς φοβέριζαν τα παιδιά τους γιατί δεν διάβαζαν, τους έλεγαν για παράδειγμα : «Εσύ ούτε για λούστρος δεν κάνεις», ενώ για την ατίθαση κόρη έλεγαν : « Με τα μυαλά που έχεις, ούτε λούστρος δεν σε παντρεύεται».

Άνθρωποι που έκαναν το επάγγελμα του λούστρου ήταν οι : Χ. Νταλάκας, Ε. Βασίλης, Β. Ντάρης, Θ. Καψάλης,  Σ. Μπίκας, Δ. Κοντός (Τσάκα Τσούκας), Π. Μπέσας, Κ. Πλάκας, Δ. Λαγός, Θ. Βαγγέλης, Ι. Ρόιμπας, Σ. Μαργώνης, Λ. Κουτσός, Λ. Μιχέλης,  Α. Τσουκάρης”. (Πηγή σχολίου & φωτογραφίας : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004)

Στη φωτογραφία ο Θεόδωρος Κάλλιας, ο τελευταίος λούστρος της Άρτας.

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Γυμνάσιο Αγνάντων

1935 – Μαθητές και καθηγητές του Γυμνασίου Αγνάντων (Φωτο από αρχείο Μιχάλη Κ. Ευταξία, όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ, Καταρράκτης ‘Αρτας, 2021)

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε