
Διακρίνονται από αριστερά : Κ. Σωτηριάδης (Κωστάρας), Ηλίας Δημολένης (από Ανέζα), Δημήτρης Σιακούφης (από Ρόκκα), Δημήτρης Μπέκας (από Πράμαντα) και Λάμπρος Νικολάου (από Ράχη).
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Διακρίνονται από αριστερά : Κ. Σωτηριάδης (Κωστάρας), Ηλίας Δημολένης (από Ανέζα), Δημήτρης Σιακούφης (από Ρόκκα), Δημήτρης Μπέκας (από Πράμαντα) και Λάμπρος Νικολάου (από Ράχη).
(Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)
Σε ένα φύλλο της εφημερίδας Αμβρακία του 1964, ο δικηγόρος Άρτης Χ. Κοντοχρήστος επισημαίνει τις αλλαγές που έχει φέρει η τεχνολογική πρόοδος στον θεσμό της εμποροζωοπανήγυρης και προτείνει λύσεις :
“Σε λίγες μέρες έρχεται στην πόλιν μας το ξακουστό άλλοτε ανά τις περιοχές και τους καιρούς παζάρι της Άρτας, το οποίο αι σύγχρονες εξελίξεις, οι αυτοκινητόδρομοι μέχρι τα έπακρα και οι άμεσοι επικοινωνίαι των αγοροπωλητών των ειδών με τους τόπους παραγωγής και τα κέντρα καταναλώσεως, η αντικατάσταση των μεταφορικών μέσων και των ζευγαριών με τη ρόδα, η εισαγωγή ειδών τροφίμων, κρέατος κλπ. εκ του εξωτερικού και η δια πρατηρίων διάθεση τούτων μέχρι τα ακραία χωρία και άλλο μείωσαν την κίνηση του ζωοπάζαρου, ιδίως κατά την εμποροπανήγυρη και την παλαιά θέση των ετησίων αυτών ζωεμποροπανήγυρεων ευρύτερον, την οποίαν αντικαθιστούν σιγά σιγά οι τοπικές και διεθνείς εκθέσεις. Εις την διεθνή, φερ’ ειπείν, έκθεση Θεσσαλονίκης, εκτίθενται όλα τα προς πώληση παραγόμενα βιομηχανικά και της γης προϊόντα μας, και τα πρατήρια, οι οργανισμοί παραγωγής και οι αντιπρόσωποί των δύνανται να τα διαθέσουν στους καταναλωτές εις οποιανδήποτε εποχή και ημέρα, μέχρι και της τελευταίας καλύβας διά των αυτοκινήτων των κλπ. και απέμειναν δια τον σοβαρόν αυτόν άλλοτε συντελεστή της οικονομικής κινήσεως στο τόπο, σήμερον απομεινάρια από την ζωοπανήγυρη, ήτοι ολιγότερες πωλήσεις εκ των βοοειδών εις ζωέμπορους των μεγαλοπόλεων, ελάχιστες πωλήσεις ιπποειδών, μα πολύ ελάχιστες δια τας ανάγκας των χωρικών από τα αιγοπρόβατα, που έλειψαν κι’ αυτά, μόνον τα διά το τσιγκέλι, τα σιτηρά ουδόλως, και έμειναν από την παλαιά εμποροπανήγυρη μονό τα μπιμπελά, μικροπράγματα, τα γυαλικά, τα παλιά και φορητά θέατρα και παιγνίδια και τίποτα σχεδόν άλλο.
Ενώ αντιθέτως πολλαί συγκεντρώσεις γίνονται τώρα κατά τόπους και συνέδρια και τοπικές εκθέσεις κατ’ έτος, αίτινες ηδύναντο να γίνουν ταυτοχρόνως, κατά τον χρόνον αυτόν της εμποροπανηγύρεως εδώ, ως αι τοιαύται της Δ\νσεως Γεωργίας, των διαφόρων βιομηχανικών παραγωγών, τα συνέδρια των Δασκάλων, των Προέδρων κοινοτήτων, των Ιερέων, οπού πολύ περισσότερον θα εξετίθεντο τα εκθέματα, και εις τους πέραν των συνέδρων αι σκέψεις και αποφάσεις θα εγίνοντο προς κοινότερο όφελος γνωσταί και επικοινωνία όλων και η κίνηση γενικώς θα ήτο μεγαλυτέρα στην πόλη. Εάν ο «Σκουφάς» π.χ. και αυτός ή τα γυμνάσια είχαν και αυτά τας εκθέσεις των δια το κοινό, τότε, κατά την συρροή και των χωρικών από τα χωριά και έξω τόπους, έχουμε την γνώμη ότι οι σκοποί των εκθέσεων όλων θα επιτελούντο πληρέστερα και πολύ χρησιμότερα δια τον σκοπόν που ενεργούνται, και δια τους εκθέτες και δια την διάθεση, και δια την γνώση περί αυτών και στο κοινό ευρύτερα μέχρι των τόπων όλων των μαθητών π.χ. και όχι μόνο των Αρτινών. Και επιδιώκοντας την συντήρηση και τον εκσυγχρονισμό της ωφελίμου αυτής κοινωνικής, οικονομικής και μορφωτικής ακόμη εμποροπανηγύρεως του πλουσίου τόπου μας, έχομεν την γνώμη ότι μια απόφαση της διοικήσεως του νομού και της πόλεως κυρίως περί συντονισμένης και συγχρόνου άμα τοιαύτης, ποικίλου και καθολικής των εκθέσεων, κατά την ετησίαν μας παλαιά εδώ εμποροζωοπανήγυρη, ως οι ανάγκες και οι σκοποί των προγονών την θέσπισαν και το θέλει ο κόσμος………».(Πηγή : Εφημερίδα «Αμβρακία» , α.φ.19, 14 Σεπτεμβρίου 1964)

Στη φωτογραφία Ανακοίνωση του Δημάρχου Άρτης Χ. Γκίζα για την διαφήμιση της εμποροζωοπανήγυρης σε εφημερίδες, με ημερομηνία 10 Αυγούστου 1961. (Πηγή : Η ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ “ΕΙΚΟΝΑ” ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΕΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ, 1945 – 1967, Π. Πασχαλίδης, Άρτα, 2011)
Ο φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας από την Κυψέλη της Άρτας μας άφησε μια σειρά από φωτογραφίες για τη ζωοπανήγυρη στην Άρτα. Παλιότερα είχαμε δημοσιεύσει μόνο μια από το Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ. Σήμερα θα δημοσιεύσουμε τις υπόλοιπες από τις Εκδόσεις Ποταμός – Μουσείο Μπενάκη.






(Πηγή : Μουσείο Μπενάκη)
«ΕΞ ΑΡΤΗΣ
Η εμπορική πανήγυρις της 14 λήγοντος μηνός ετελέσθη εφέτος ενταύθα λίαν επιτυχώς, διαρκέσασα μίαν περίπου εβδομάδα, υποβοηθούσης της καλοκαιρίας. Εγένοντο αρκεταί αγοραπωλησίαι. Επωλήθησαν εις καλάς τιμάς βόες, ίπποι, ημίονοι, όνοι, πρόβατα, αίγες ως και διάφορα προϊόντα του τόπου, ήτοι κάρυα, λεπτοκάρυα, βούτυρον, τυρός και άλλα πολλά. Αγορασταί ήλθον εκ διαφόρων μερών του εσωτερικού της Ελλάδος, ήτοι εκ της Πελοποννήσου, της Στερεάς Ελλάδος και των Ιονίων νήσων. Χάριν της πανηγύρεως κατά την πρώτην ημέραν επαιάνισεν η φιλαρμονική μουσική το εωθινόν εμβατήριον, διελθούσα τας κυριωτέρας οδούς της πόλεως. Μετά την μεσημβρίαν δε της ιδίας ημέρας ως και των άλλων ημερών επαιάνισε διάφορα μουσικά τεμάχια εν τη πλατεία Σκουφά. Κίνησις εν τη πόλει εμπορική εγένετο αρκετή. Ήρξατο η συγκομιδή των ελαιών, ήτις συγκριτικώς έσται καλή».
“ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ”, Φύλλο 398, 6/10/1900

Στη φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα “Στο δρόμο για το παζάρι” (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Εκδόσεις Ποταμός – Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα, 2003)

Δεκαετία ’60 – Δυο αδερφάκια διασκεδάζουν στα “Αλογάκια”, στο Λούνα παρκ που ήρθε στην πόλη μαζί με το Παζάρι. (Φωτο από αρχείο Πηνελόπης Τ. Ρίγγα)
Αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες για τον «Γύρο του Θανάτου», βρήκαμε ένα σχετικά πρόσφατο δημοσίευμα για τον πρώτο Έλληνα ακροβάτη αυτού του είδους, τον Γιάννη Χαλεπλή.
«Ο Γιάννης Χαλεπλής (Κούλα Μικράς Ασίας, 1907 – Αθήνα, 29 Αυγούστου 1982) ήταν ο πρώτος στην Ελλάδα που ξεκίνησε να εκτελεί ακροβατικές επιδείξεις με μοτοσικλέτα σε ξύλινη κυλινδρική κατασκευή, ( όπως ακριβώς περιγράφεται στην σχετική άδεια που είχε εκδοθεί από την αστυνομία της εποχής, το 1960) ή αλλιώς στο «Γύρο του Θανάτου»
Με τον όρο αυτό έγινε γνωστή η εκτέλεση επικίνδυνων στροφών με μοτοσυκλέτα σε ξύλινα τοιχώματα,. Όλη η μαγεία του γύρου του θανάτου στηριζόταν αποκλειστικά στη φυγόκεντρο δύναμη, στο θάρρος, την ψυχραιμία του αναβάτη και στην τεχνογνωσία της χρήσης της μοτοσυκλέτας εκείνη τη στιγμή.
Ο ίδιος ο Χαλεπλής αποκαλούσε την εκτέλεση επιδείξεων «γύρο του θανάτου» και η ονομασία έμεινε ως σήμερα, λόγω της επικινδυνότητας που συνεπάγεται η εκτέλεση των ακροβατικών, με τον κίνδυνο να χαθεί η αίσθηση του χώρου (vertigo) από τον οδηγό.
Ο χώρος όπου εκτελούνται τα επικίνδυνα ακροβατικά ονομάζεται συνεκδοχικά «βαρέλι». Η επίδειξη γινόταν σε πανηγύρια ανά την Ελλάδα και παρακολουθούνταν με εντονότατο ενδιαφέρον από μικρές και μεγάλες ηλικίες, που έσκυβαν το κεφάλι στο χείλος του βαρελιού και παρακολουθούσαν την επικίνδυνη άνοδο του οδηγού από τον πάτο του βαρελιού προς τα επάνω.
Η απόφασή του να κάνει το γύρο του θανάτου οφείλεται στην παρακολούθηση μίας επίδειξης από κάποιον Γερμανό μοτοσικλετιστή στη Θεσσαλονίκη, το 1932. Το εν λόγω ακροβατικό θέαμα είχε ξεκινήσει πρώτος στην Ευρώπη, με την ονομασία «τοίχος του θανάτου», ο Ούγγρος Μπρους Χόλστερ. Με τη συνδρομή φίλων του, ξεκίνησε προπονήσεις με το ποδήλατό του σε έναν λάκκο που είχε σκάψει ο ίδιος έξω από τη Θεσσαλονίκη, γυρίζοντας με αυτό γύρω από τα απότομα τοιχώματα του λάκκου. Συνακόλουθα, έστησε το βαρέλι, έχοντας αγοράσει την απαραίτητη ξυλεία. Η όλη κατασκευή ήταν βάρους 30 τόνων και αποτελούνταν από ένα λυόμενο βαρέλι με ύψος 4 μέτρα και περίμετρο 26 μέτρα, μία εξέδρα στο χείλος του βαρελιού και δύο σκάλες για τους θεατές. Η μοτοσικλέτα με την οποία εκτελούσε τα νούμερα ήταν μια Norton 500…. (Πηγή : Γιάννης Χαλεπλής: Ο Έλληνας πρωτοπόρος του Γύρου του Θανάτου*, https://www.olympia.gr/)

Στη φωτογραφία «Η άδεια για τέλεση των ακροβατικών επιδείξεων του Γιάννη Χαλεπλή, εκδοθείσα το 1960» (από το οικογενειακό αρχείο Νίκου Χαλεπλή).
*Μπορείτε να διαβάσετε όλο το άρθρο στο λινκhttps://www.olympia.gr/1506533/viral/giannis-chaleplis-o-ellinas-protoporos-toy-gyroy-toy-thanatoy/
Όλοι όσοι έζησαν σαν έφηβοι τις δεκαετίες του ’60 και ‘70, μια μεγάλη ατραξιόν που περίμεναν με ανυπομονησία εκείνα τα χρόνια στο Παζάρι, ήταν και ο Γύρος του Θανάτου, ή αλλιώς η Βαρέλα.

(Πηγή φωτογραφίας “Παλιές εικόνες και φωτογραφίες της Ελλάδας / Old pictures of Greece”, facebook page)
Παλιά λεγόταν ζωοπανήγυρη, γιατί γινόταν εμπόριο ζώων. Οι κτηνοτρόφοι από τα χωριά κατέβαιναν στην πόλη και έφερναν τα ζώα τους, τα «ζωντανά τους», να τα πουλήσουν.
Κατασκήνωναν στο χώρο του λόφου της Περάνθης που βρίσκεται κάτω από το στρατόπεδο. Τότε εκεί δεν υπήρχαν σπίτια. Ήταν μια μεγάλη έκταση με λάκκες, κοτρώνες και ασφάκες. Εκεί οι χωρικοί περνούσαν τις πρώτες μέρες μέχρι να πουλήσουν τα ζώα τους.
Οι Κεφαλλονίτες ήταν οι κατ’ εξοχήν έμποροι για την αγορά των ζώων, κυρίως βοοειδών. Τα κρατούσαν μέχρι την άνοιξη για να κάνουν τα χωράφια τους και έπειτα τα έσφαζαν και τα έτρωγαν για να μην τα θρέφουν το καλοκαίρι. Το φθινόπωρο έπειτα ξαναγόραζαν ζώα. Εκεί στο Πετροβούνι, κάποιοι Αρτινοί, έφτιαχναν τις παράγκες τους για να προσφέρουν καφέ, ούζο, κρασί και μεζέδες στους ξένους.
Το βράδυ μάλιστα διασκέδαζαν με τις λαϊκές ορχήστρες που υπήρχαν στα μαγαζάκια τους….
Όποιος πουλούσε τα ζώα του κατέβαινε στην πόλη και αγόραζε ό,τι του ήταν απαραίτητο από τα μαγαζιά της. Έτσι τις μέρες αυτές η πόλη είχε μια ιδιαίτερη εμπορική κίνηση. Αργότερα ονομάστηκε εμποροζωο-πανήγυρη, γιατί με τα ζώα γινόταν και εμπόριο άλλων ειδών. Πουλούσαν φλοκάτες, κάπες και σιγά – σιγά και άλλα εμπορεύσιμα είδη.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια όλο και λιγότερα ζώα κατέβαιναν στην Άρτα για αγοραπωλησία. Η διάνοιξη των δρόμων βοήθησε τους εμπόρους ζώων να ταξιδεύουν μέχρι τα χωριά και να παίρνουν από το στάβλο τους τα ζώα. Έτσι η ζωοπανήγυρη έδωσε τη θέση της στην εμποροπανήγυρη…. (Πηγή : Άρθρο στην ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ, τχ. 102, Ιούλιος – Αύγουστος 1996)

“Όταν το Παζάρι γινόταν στην πλατεία Κιλκίς” (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Δ. Παπαρούνη όπως δημοσιεύτηκε στο Λεύκωμα, ΑΡΤΑ 1881-1941 του Ε. Ιντζέμπελη, Αθήνα, 2010)
Οι αποικίες ενός από τα σπανιότερα είδη πουλιών του κόσμου, του αργυροπελεκάνου, βρίσκονται εγκατεστημένες στα νησάκια της λιμνοθάλασσας Τσουκαλιό και Λογαρού του Αμβρακικού Κόλπου.
Σύμφωνα με στοιχεία του Κέντρου Υγροτόπων Ροδιάς, ο αργυροπελεκάνος είναι το σπανιότερο από τα επτά είδη πελεκάνων που υπάρχουν στον κόσμο και το δεύτερο σε μέγεθος είδος πουλιού στον πλανήτη (ύψος 1,20μ, άνοιγμα φτερών εώς 3,2μ, βάρος 6-10 κιλά).
Το υδρόβιο αυτό πουλί έχει χρώμα φτερώματος ανοιχτό σταχτί και κύριο χαρακτηριστικό του είναι το μακρύ του ράμφος, που φέρει διαστελλόμενο σάκο στο κάτω μέρος του. Τα πόδια του είναι κοντά και δυνατά, με δάχτυλα συνδεόμενα μεταξύ τους με μεμβράνη.
Ο αργυροπελεκάνος ήταν κάποτε ευρέως εξαπλωμένος στην Ευρώπη (μέχρι στην Ουγγαρία) και την Ασία, αλλά τα τελευταία εκατό χρόνια ο πληθυσμός του μειώθηκε δραματικά και η εξάπλωσή του στην Ευρώπη περιορίστηκε σε ορισμένους υγροτόπους των Βαλκανίων.
Κύριες αιτίες αυτής της μείωσης ήταν οι αποξηράνσεις υγροτόπων για την απόκτηση γεωργικής γης και το κυνήγι. Σήμερα, το 13% των ζευγαριών αργυροπελεκάνου που απομένουν σ ‘ολόκληρο τον κόσμο φιλοξενείται σε δύο περιοχές της Ελλάδας: στη λίμνη μικρή Πρέσπα του νομού Φλώρινας και στις λιμνοθάλασσες του Αμβρακικού Κόλπου. (Πηγή : https://www.flash.gr/)

Στη φωτογραφία γραβούρα που αναπαριστά τον Αργυροπελκάνο από το βιβλίο του C. R.Bree με τίτλο “HISTORY OF THE BIRDS OF EUROPE, NOT OBSERVED IN THE BRITISH ISLES” που εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1862.
Η αντίστοιχη σελίδα από το βιβλίο του 1862 “HISTORY OF THE BIRDS OF EUROPE, NOT OBSERVED IN THE BRITISH ISLES” με τα γενικά χαρακτηριστικά της οικογένειας “Πελεκανίδες”

Στη φωτογραφία “Αργυροπελεκάνος στον Αμβρακικό – Pelecanus crispus” του αξέχαστου Παναγιώτη Ζιώβα, © Panagiotis D. Ziovas (Πηγή : “Nature of Epirus – Η φύση της Ηπείρου” (https://www.facebook.com/groups/1762031357413920 )

Παιδικό ένδυμα θεωρείται αυτό που φέρουν τα παιδιά από τη στιγμή που αρχίζουν να περπατούν και αποχωρίζονται τις «φασκιές» τους. Αξιοπρόσεκτο στο παιδικό ένδυμα είναι ότι είναι το ίδιο για τα αγόρια και τα κορίτσια μέχρι την ηλικία των πέντε περίπου ετών.
Η παιδική ενδυμασία αποτελείται από μια μάλλινη φανέλα, ένα μακρυμάνικο φουστάνι από ύφασμα ή πλεχτό και χρωματιστά τσουρέπια ή σοσόνια. Πάνω από το φουστάνι τις μέρες που η θερμοκρασία είναι χαμηλή φέρουν μια πλεχτή ζακέτα ή άλλη λύση είναι μια πλεχτή μπλούζα ή καζάκα κάτω ή πάνω από το φουστάνι. Όλα τα παιδικά ενδύματα κατασκευάζονται από τη μητέρα κάθε παιδιού.
Αυτός ο τρόπος ένδυσης των παιδιών παρουσιάζεται σε όλη τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Τη δεκαετία του ’50, μέχρι και το 1960, με εξαίρεση τα παιδιά τα οποία ασχολούνται με την κτηνοτροφία ακολουθώντας τους γονείς τους, τα υπόλοιπα ενδύονται με έτοιμα ενδύματα τα οποία προμηθεύονται από τα καταστήματα της πόλης.
«Ναι φουστανάκια. Μέχρι τι ηλικία ούτι κι ιγώ δεν ξέρου. Φόραγαν μέχρι πέντι ητών. Μη υφάσματα. Ριτσίνα, το ‘ληγαν. Του αγόραζαν ιδώ απού του εμπόριο» (Μαρτυρία Δ. Μασαλάς))
«Το αγόρι φορούσε φανέλα και αυτό υποχρεωτικά και πουλόβερ από πάνω. Μέσα από το φουστάνι, μπορεί να είχε πουλόβερ αυτό με το V χωρίς μανίκια μπορεί να είχε με μανίκια όπως είναι η φανέλα που φοράω και να το φοράει πάνω από το φουστάνι . Μακριά μανίκια είχε το φουστάνι. Αυτά μέχρι το ‘55 για τα παιδιά τα μικρά από εκεί και ύστερα άρχισε η εξέλιξη. Όσα ασχολούνταν με κτηνοτροφία και μετακινούμενη κτηνοτροφία φορούσαν τα ίδια που φορούσε και ο πατέρας. Τα άλλα τα παιδιά ζακετούλες……»(Μαρτυρία Ι. Δημητρούλας)
«Το φουστάνι το δικό σου που χάλαγε το έφτιαχνες φούστα στην κοπέλα, του παιδιού του έβαζαν και αυτού φούστες δε κοιτούσαν να έχει παντελόνι δεν είχαν, φορεματάκια πλεχτά. Με μανίκι γιατί κρύωναν τα παιδιά τον χειμώνα. Βέβαια αλλά από τα παλιά υφάσματα, το φόρεμα της μάνας που χαλούσε το έφτιαχνε φανελάκι, βρακάκι. Μικρά σοσόνια τα λέγαμε κοντά κάτω το καλοκαίρι και το χειμώνα ήταν μέχρι πάνω. Άσπρα, από την μπλούζα έμενε πλεχτό ας ήταν και κίτρινο και μωβ ότι χρώμα να ήταν και στα αγόρια και στα κορίτσια» (Μαρτυρία Μ. Ράπτη)
Μετά την ηλικία των έξι ετών το παιδικό ένδυμα διαχωρίζεται. Υπάρχει το ένδυμα που απευθύνεται στα αγόρια και το ένδυμα που απευθύνεται στα κορίτσια. Τα αγόρια σταματούν να ενδύονται με τα φουστανάκια και τη θέση τους παίρνουν κοντά υφασμάτινα παντελόνια με τιράντες. Η ενδυμασία των αγοριών συμπληρώνεται από φανέλες, βρακιά, μπλούζες, ζακέτες και τσουρέπια. Όλα τα ενδύματα με εξαίρεση το παντελόνι και το βρακί είναι πλεχτά… «Αγόρια κι κουρίτσια φουστάνι. Ε, όσο να πάνει πέντε χρόνια, να πάνει στου σχολειό. Κουντά τς γάζουναν κανένα παντηλουνάκι. Τα ξικήναγαν για το σχολειό. Ό,τ’ να ‘νει παντηλουνάκια τς τα ‘ραβαν κι πάηναν στου σχολειό. Τσουρέπια πλεχτά. Βέβαια τσουρέπια. Κι κανένα λαστιχένιο παπούτσ’ κι πέρα η δλειά. Μπότεις χειμουνιάτκεις» (Μαρτυρία Ουρανίας Ράπτη)
«Τα αγόρια φορούσαν το παντελόνι. Ρετσίνα παντελόνι. Ύφασμα σκληρό, ριγωτό μαύρο με ριγούλες άσπρες και εδώ απάνω το έφτιαχναν κορμάκι χωρίς μανίκια. Το ‘ντυνε, ήταν ραμμένο ολόσωμο. Το ‘ντυνες από κάτω πρώτα, έβανες το κεφάλι μέσα, το ήταν λυτό, δεν είχε κουμπιά από πίσω, είχε κουμπιά στο πλευρό. Από μέσα έβαζαν φανέλες, πουκάμισα. Από κάτω τσουρέπια μαύρα. Όποιος είχε έφτιαχνε παπούτσια άλλοι ξυπόλητοι. Ζακέτες» (Μαρτυρία Αλεξάνδρας Μπενέκου)
(Πηγή : Η ΥΦΑΝΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΧΟΥΛΙΑΡΑΔΕΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, Μεταπτυχιακή Εργασία της Μαρίας Χ. Ράπτη, Ιωάννινα, 2007)

Στη φωτογραφία δυο αδελφάκια στις αρχές του 1930. Πρόκειται για τον Παναγιώτη Ν. Μπαλάσκα και την Αντιγόνη Ν. Μπαλάσκα – Καρρά, που ποζάρουν στον πλανόδιο φωτογράφο, στον τοίχο του σπιτιού τους στους Μελισσουργούς. (Φωτο από αρχείο Αναστασίας Καρρά)