Στο αρχηγείο στην Άρτα…

Η φωτογραφία έχει τον τίτλο “Ο Wightwick στο αρχηγείο μας στην Άρτα” και απεικονίζει ένα από τα μέλη της ομάδας σε ένα από τα δωμάτια του σπιτιού που έμεναν οι μηχανικοί της Boot & Sons Lt. (Φωτο από αρχείο Οκογένειας Χόλτερμαν).

The photograph is titled “Wightwick at our headquarters in Arta” and depicts one of the team members in one of the rooms of the house where the engineers of Boot & Sons Ltd. were staying. (Photo Courtesy of the Holtermann family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Βυζαντινά τείχη….

Oι φωτογραφίες 2 και 3 από την περιοχή της Άρτας έχουν τον τίτλο “Άποψη των βυζαντινών ερειπίων στους πρόποδες της κορυφογραμμής της Βίγλας”. Πρόκειται για τα ερείπια της ρωμαικής βίλας στη Στρογγυλή Άρτης που τοποθετείται χρονικά στα τέλη του 2ου και στις αρχές του 3ου αιώνα μ. Χ..(Φωτο από αρχείο Οικογένειας Χόλτερμαν).

Τwo photographs of some old remains from the Holtermann archive, titled “Two Views of the byzantine remains at the foot of Vigla ridge”. These are the ruins of the Roman villa in Stroggyli in Arta, which dates back to the late 2nd and early 3rd centuries AD.(Photo Courtesy of the Holtermann Family)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | 1 σχόλιο

“Οι Διώχνες”

“Σαν απεράσῃ το Δεκαπενταύγουστο κ’ έρθουν τα πρωτοβρόχια στρώνονται τα σιάδια και τα πλάγια με Διώχνες, άλλες κάτασπρες, άλλες κατακίτρινες, άλλες τριανταφυλλιές. Κ’ είναι οι Διώχνες τα πρώτα και τα υστερνά, απλά και ωραία στολίδια, οπού δωρίζει ο Χινόπωρος στην ηλιοκαψαλισμένη εξοχή και την καλοπιάνει. Είνε οι Διώχνες κρυφό καμάρι των λόγγων και αξετίμητο στρωσείδι του κάμπου. Κ’ ενώ η Εξοχή χαίρεται μ’ αυτές, η ψυχή μας παραπονιέται. Τες αγαπητές Διώχνες σαν αθώα και ταπεινά και ζηλεμένα μανούσια οπού είνε αλλά με ‘γγίζουν κατάκαρδα διατί είνε και βληβερό σημείο γιατ’ εμάς, γιατί είνε σύμβολο ζωντανού θανάτου. Η Διώχνη που πρωτοφαίνεται είνε η πρώτη ξαφνική μαχαιριά που μπήγει η ξεπλανίστρα Ξενιτειά στα φυλλοκάρδια της πτωχής πατρίδας μας.

Αχ, με τί θλιβερό χαμογέλιο τις πάνουν στα χέρια τους, τις μυρίζονται και τις βάνουν μπρος στο φόρεμά τους τα ταξειδιάρικα παλληκάρια του χωριού! Βήκαν οι Διώχνες, ακούς στο χωριό, κ’ είναι ο λόγος αυτός το λυπηρό μήνυμα της μητρυιάς Ξενιτειάς, που μας φωνάζει στη φαρμακερή αγκαλιά της.

Βήκαν οι Διώχνες ακούς στο χωριό, κ’ είναι πικρός, πολύ πικρός ο λόγος αυτός. Και γλέπεις όλην τη χώρα σιωπηλή και μαραμένη, τις γυναίκες με τα μαντήλια τους χαμηλωμένα ως τα μεσοδακρυσμένα μάτια τους, τα παιδιά συλλογισμένα δεν παίζουν, και τους ταξειδιώτες με κρυφό παράπονο και με ψεύτικο θάρρος ετοιμάζονται πάλι για τα μακρινά, ξελαγαρίζουν τους λογαριασμούς τους, αγοράζουν τα χρειαζούμενα του σπιτιού, κάνουν τις τελευταίες εγκάρδιες αντάμωσές τους, και συντάζονται από δευτέρα σε τετράδη κι από τετράδη σε παρασκευή για να κινήσουν στα ξένα. Αχ, πόσο πικρές, πόσο θλιβερές είναι αυτές οι μέρες, που αφίνουν τα παιδιά την καρδιά τους εδώ και ξενιτεύονται στις Μοίρας τους τα γραφτά. Αυτές είναι μέρος θανάτου και κάτι παραπάνω, γιατί καθώς λέγει το παραπονεμένο αχείλι της πατρίδας μας, «παρηγοριά έχει ο θάνατος και λησμοσύνη ο χάρος και ο ζωντανός ξεχωρισμός παρηγοριά δεν έχει…».

Και κινούν οι ταξειδιώτες άλλοι αντάμα άλλοι ξεχωριστά και φεύγουν από ένας ένας όλοι οι καλοί χωριανοί κι’ απομνήσκουν μοναχές και πικραμένες οι φαμηλιές τους, έρμο το καημένο χωριό, άδεια τα στασείδια της εκκλησίας και το γελαστό μεσοχώρι βωβό με τον παντοτινό πλάτανό του μοναχά, τον πλάτανο αυτό που τον ζηλεύουν τόσοι γιατί μεγαλώνει και καλοζάει πάντα στον τόπο που φυτεύθηκε. Κι απομνήσκουν στο χωριό γυναικόπαιδα μαραμένα και λίγοι θεοφοβούμενοι γερόντοι συλλογισμένοι, που ζουν με παλαιές γλυκόπικρες ενθύμησες και μ’ έναν ανυπόμονον κρυφόν καημό… σαν ο προφήτης Συμεών· και κατόπιν να πουν σαν εκείνος το «νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα…..».

Και πάνουν οι λεβέντες να κερδίσουν στα μακρυνά, όπου τους ρίξῃ η τυφλή τύχη τους, για να φέρουν εδώ στο φτωχό χωριό που βρέθηκαν και να ζήσουν με τους αγαπημένους των με τιμή και με υπόληψιν και κάθονται χρόνια πολλά και τραβούν χίλια δύο βάσανα και πάθηα. Τι να κάνουν, είνε κακή η ανάγκη. Στα ξηρικά και στενοσύνορα χωριά μας είναι δύσκολη ή ζωή. Καλότυχοι όσοι στον τόπο που γεννήθηκαν μπορούν να καλοζήσουν τίμια με τα βιοτά τους, με την τέχνην τους, με τα γράμματά τους. Μόν’ η στιγμή του ξεχωρισμού που και τα δέντρα ξεριζώνονται τί κοστίζει στους ταξειδιώτες και στους αγαπημένους τους.

Και μ’ όλα ταύτα δεν αφίνεται η πατρίδα εύκολα για πάντα, και δεν μπορούμε να ξεκάνουμε απ’ αυτή μ’ όσα καλά κι αν βρούμε στα ξένα. Είνε από Θεό ευχή ή κατάρα — δεν ξέρω τί να το πώ – να μας τσιμπάῃ η καρδιά γι’ αυτή τη φωλιά που γεννηθήκαμαν, όσο φτωχή και τιποτένια κι αν είνε !

Βήκαν οι Διώχνες στη διώχνω πατρίδα μας! Ώρα καλή σας, πουλιά ταξειδιάρικα, είνε κακός ο αγώνας της ζωής· όπως θέλουμε δε μπορούμε να ζήσουμε κι όπως μπορούμε δε θέλομε. Ο Χριστός κ’ η Παναγία να σας βοηθούν με το καλό να πάτε, πολλά να καζαντήσητε και γλήγορα να ρθήτε….” (Χρονογράφημα του Δ.Σ. στην εφημερίδα “Φωνή της Ηπείρου”, 23 Σεπτεμβρίου 1894″

Στη φωτογραφία ” Διώχνες που μόλις ξεπρόβαλαν στο Γάβρογο……”.

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Στο Πολύδροσο Άρτης!

1960 : Ο τυροκόμος Ηλίας Μάκης (αριστερά) μαζεύει τη μυζήθρα (γκίζα) από το βρασμένο τυρόγαλο με μια συρμάτινη απόχη. Δεξιά διακρίνεται ο βοηθός του Σπύρος Βασιλείου, από το Βαθύπεδο. (Φωτο από αρχείο Ελένης Μάκη – Μπάφα, όπως δημοσιεύτηκε στο Λεύκωμα του Ι. Ζιώγα, ΣΥΡΡΑΚΟ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ,Ιωάννινα, 2006).

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Βάφτιση στα Κονάκια του Κάμπου της Άρτας!

“Βάφτιση στα κονάκια των νομάδων από το Βαθύπεδο στη Σκαλοπούλα Μαυροβουνίου στη Βίγλα Άρτης το 1955. Η βάφτιση της Αικατερίνης Ι. Πλατσούκα. Στη φωτογραφία φαίνονται ο πατέρας Γιάννης Πλατσούκας και η μητέρα Φερενίκη, τα αδέλφια της Κώστας και Ηλίας, ο παπα -Βελισσάριος από τη Βίγλα, ο Νικόλαος Θεοδώρου, η Σπυριδούλα Καράλη, η Λούλα Ν. Σκαμαντζούρα, ο Χρήστος Θεοδώρου, η Ανθούλα Ν. Πλατσούκα και η Μαρία Λ. Καράλη”. (Αρχείο Γεωργίου Γ. Καράλη όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Νίκου Καρατζένη “ΟΙ ΝΟΜΑΔΕΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΙ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ, Άρτα, 1991).

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Οι τσελιγκάδες από το Βαθύπεδο!

“Προσβάλα” ήταν το παλιό όνομα του χωριού για το οποίο ο Κ. Κρυστάλλης γράφει: “Η Προσβάλα είναι μικρή αποικία του Συρράκου που βρίσκεται μέσα στη χαράδρα, δεξιότερα και πιο ψηλά από την Κράψη, και δε βλέπει τίποτε άλλο εκτός από τα άγρια βράχια γύρω της κι ένα κομμάτι ουρανό πάνω της, ακούει μόνο τη βοή του ορμητικού ποταμιού της που πέφτει στον Άραχθο και το φτεροκλάγγισμα των μεγάλων αετών των κορυφών της Πίνδου. Οι κάτοικοί της μιλούν τη Βλάχικη και την Ελληνική κι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία”.
Ο ιερέας Σπυρίδων Νάκας σημειώνει ότι: “ο διαχωρισμός τυπικός και ουσιαστικός της Προσβάλας από την κοινότητα του Συρράκου έγινε στα 1850 – 70 κι από τότε το χωριό διοικούνταν από δημογέροντες”. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας οι νομάδες κτηνοτρόφοι του χωριού είχαν περίπου 6000 γιδοπρόβατα, μέχρι τα προπολεμικά χρόνια 4500, ενώ σήμερα μόνο 1000 γιδοπρόβατα είναι νομαδικά. Εκτός από την κτηνοτροφία οι Βαθυπεδιώτες είχαν σαν ασχολία την τυροκομική, την επεξεργασία του ξύλου και πολλοί ήταν αγωγιάτες.
Τέσσερις ήταν οι στάνες του χωριού, τα ξεκαλοκαιριά ή μαντριά, όπως τα έλεγαν οι νομάδες κτηνοτρόφοι. Το Σπανό και το Μπρίκο όπου βοσκούσαν περίπου 2500 πρόβατα, οι Μουσχάδες και το Κελάρι που “έτρωγαν ” περίπου τον ίδιο αριθμό αιγοπροβάτων. Στο Σπανό και στο Κελάρι προπολεμικά έμπαιναν γαλατάδες, “έβαναν στάνη” και οι κτηνοτρόφοι από το Μπρίκο κουβαλούσαν το γάλα στο Σπανό, ενώ από τους Μουσχάδες το πήγαιναν στο Κελάρι. Σήμερα υπάρχουν δυο μαντριά” στα ξεκαλοκαιριά του Βαθυπέδου: Το Κελάρι και το
Σπανό.
Οι τσελιγκάδες του χωριού, που μνημονεύει η παράδοση κατά τους δυο τελευταίους αιώνες είναι:
Βασιλείου Βασίλης Χρ., Βασιλείου Παναγ. Χρ., Θεοδώρου Γιώργος Δημ., Θεοδώρου Γιάννης Ευαγγ., Θεοδώρου Γιώργος Σπυρ., Θεοδώρου Γιάννης Κων/νου, Θεοδώρου Λάζαρος Γιάννη, Θεοδώρου Χρήστος Λάμπρο, Καράλης Χαράλαμπος Κων., Καράλης Γούλας, Μπάφας Βασίλης Κων/νου, Μπάφας Κώστας Δημ., Μπάφας Κων/νος Γιάννη, Μπάφας Αναστασ. Κων/νου, Μπάφας Σπυρ. Χρηστ., Νάκας Γιάννης Παναγ., Μίχας Κώστας, Πλατσούκας Ευάγγελος Γιάννη, Πουλιάνος Βασίλης Δημ., Σκαμαντζούρας Λάζαρος Ντούλα, Στεργίου Ηλίας Χρήστου, Στεργίου Ευάγγελος Κων/νου.

Συνηθισμένο φαινόμενο ήταν να “τελαλίζει” τα πρόβατά του, ο τσέλιγκας εκείνος που τα έφτανε 1000. Πλήρωνε κάποιον τελάλη να διαλαλήσει στους δρόμους του χωριού ή της πόλης λέγοντας “ο τάδε… τα χίλιασε, τα μύριασε, να τα φάει να μην τον φαν”. Ο Κώστας Μπάφας με τ’ αδέρφια του που ξεχείμαζε στη Στριβίνα Άρτας, τα τελάλισε στα Γιάννινα. Βαθυπεδιώτες κτηνοτρόφοι που είχαν μόνο γίδια, αναφέρονται:
Βασιλείου Παναγ. Χρήστου, Θεοδώρου Χρήστος, Πουλιάνος Βασίλης Δημητρ.
Τα πιο συνηθισμένα χειμαδιά των νομάδων του Βαθυπέδου ήταν ο κάμπος της Άρτας, η Στριβίνα (Καμπή) κι η περιοχή του Αγίου Σπυρίδωνα, όπου σήμερα είναι εγκατεστημένοι μόνιμα πολλοί κάτοικοι του χωριού, ενενήντα περίπου οικογένειες”. (Πηγή : ΟΙ ΝΟΜΑΔΕΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΙ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ, Ν. Καρατζένης, Άρτα, 1991)

Στη φωτογραφία από το ίδιο βιβλίο ” Βλαχοξεκίνημα για τα βουνά : Ο Βαθυπεδιώτης Γιάννης Θεοδώρου με τη γυναίκα του και τα εγγόνια του το Μάη του 1952, φεύγουν από το Μαυροβούνι Άρτας για το Βαθύπεδο”. (Αρχείο Γεωργίου Γ, Καράλη).

Δημοσιεύθηκε στη Ποιμενική Ζωή | Σχολιάστε

Το Γεφύρι της Πλάκας

Το Γεφύρι της Πλάκας σε πίνακα του Τάκη Βαφιά. (Από τη συλλογή της κ. Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα).

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινοί ζωγράφοι και η Άρτα | Σχολιάστε

Η ΠΛΑΚΑ!

«Η Πλάκα» είναι ο τελευταίος συνοικισμός των Ραφτανιτών, καθώς κατεβαίνουμε προς τον Άραχθο, κι ο πρώτος όταν, από το δημόσιο δρόμο Ιωαννίνων – Άγναντων και από τη θέση της γέφυρας «Μπέλεϊ» κατευθυνόμαστε προς Ραφτανιάτικα.

Απλώνεται δίπλα στον Άραχθο ποταμό – αντικρινός με το Ξηροβούνι, το χωριό Μονολίθι – και ενώνεται με την απέναντι όχθη με το ιστορικό, τοξωτό Γεφύρι της Πλάκας. Είναι ο νεότερος συνοικισμός των Ραφτανιτών που αναπτύχθηκε μετά την προσάρτηση του τόπου στο Ελεύθερο Ελληνικό Κράτος (1881). Ο μισός χώρος του συνοικισμού ανήκε στο Μοναστήρι του Μουχουστίου και αποδόθηκε στους κατοίκους που κατέβαιναν εκεί. Ο άλλος μισός ανήκε σε Αγναντίτες, που τον πούλησαν στους πρώτους «Πλακιώτες».

Το όνομα «Πλάκα» δόθηκε στο συνοικισμό από την απέναντι «πλαχανίδα» στην Ανατολική πλαγιά του Ξηροβουνίου, πάνω από τη θέση Στενό. Κάποτε στα περασμένα χρόνια, ύστερα από δυνατή νεροποντή, σημειώθηκε εκτεταμένη κατολίσθηση στο Ξηροβούνι κι αποκαλύφτηκε μεγάλη πετρώδης ασβεστολιθική έκταση (πλακανίδα ή πλάκα). Είπαν πως ήταν θαύμα – τιμωρία της Παναγίας της Μουχουστιώτισσας, γιατί κάποιοι ασεβείς έδιωξαν τα παιδιά της απ’ το βουνό. Από τότε, όλος ο χώρος απ’ την έξοδο του Αράχθου απ’ το Στενό μέχρι εκεί, που σήμερα είναι η σιδερένια γέφυρα, ονομάζεται «Πλάκα» και το ίδιο όνομα πήρε κι ο νέος συνοικισμός.

Η περιοχή της Πλάκας (Ξηροβούνι, χωριό Βροδό, παλιά τοξωτή γέφυρα, Άραχθος ποταμός, συνοικισμός της Πλάκας, Μοναστήρι, Ραφτανίτης ποταμός, Φράστα Αγναντών κ.λπ.) είναι από τα πιο στρατηγικά σημεία των Τζουμέρκων, γιατί ελέγχεται η είσοδος σ’ αυτά κι από εκεί ο δρόμος προς την Άρτα, αλλά και προς το Βάλτο, τα Άγραφα και τη Θεσσαλία………………………….

Γυρίζοντας κανείς στον προηγούμενο αιώνα και στους χρόνους, που η μεγαλύτερη περιοχή των Τζουμέρκων απόκτησε τη Λευτεριά της από τους Τούρκους (1881), πληροφορείται πως η Πλάκα τότε είχε μεγάλη σημασία για τον Ελληνικό Στρατό.

Γρήγορα στην Πλάκα χτίστηκε Στρατώνας, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμη συνοριακή φρουρά, η οποία «ήλεγχε» την διάβαση της γέφυρας (η τοξωτή παλιά γέφυρα) και άγρυπνα επιτηρούσε το απέναντι (στο χωριό Βροδό) φυλάκιο (το καρακόλι) του Τουρκικού στρατού. Στον ίδιο χώρο λειτουργούσε και τελωνειακός σταθμός και οι υπάλληλοί του έκαναν έλεγχο στα διάφορα προϊόντα, που οι κάτοικοι και οι καταστηματάρχες διακινούσαν μεταξύ των συνόρων. Αναφέρεται δε  ότι στον ίδιο χώρο τα χρόνια εκείνα, είχε κτιστεί και ανήκε στο Μοναστήρι του Μουχουστίου και Πανδοχείο (Χάνι) για τη διαμονή και εξυπηρέτηση ταξιδιωτών και μεταφορικών ζώων (άλογα, μουλάρια κ.λπ.)…….

Η παλιά στρατώνα, το φυλάκιο στη γέφυρα, οι σκοπιές, το τελωνείο και το χάνι της Πλάκας έχασαν την ιδιαίτερη σημασία, που είχαν στην συνοριακή γραμμή, ύστερα από την απελευθέρωση και την υπόλοιπης Ηπείρου στον πόλεμο του 1912-1913. Αφού έχασε τον προορισμό της η Στρατώνα, πουλήθηκε στην οικογένεια Παπαθεοδώρου (Ιωάννης και γιος του Γιώργος) η οποία είχε και σημαντική κτηματική περιουσία στην περιοχή του συνοικισμού. Αργότερα ο Γεώργιος Ιωάννη Παπαθεοδώρου στο χώρο της παλιάς στρατώνας (χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη) έχτισε καινούργιο οίκημα, όπου για πολλά χρόνια συντηρούσε καφενείο και κατάστημα γενικού εμπορίου (αλεύρια, λάδια, είδη παντοπωλείου κ.λπ.), εξυπηρετώντας τους συνοικισμούς της Κοινότητας Ραφταναίων και τους διερχόμενους πεζούς, αγωγιάτες και καβαλάρηδες, που κατευθύνονταν προς τα επάνω Τζουμερκοχώρια (Κτιστάδες, Πράμαντα, Μελισσουργοί, Βλαχόρραχη). Από την εποχή, που λειτούργησε συστηματικά η συγκοινωνιακή γραμμή (λεωφορεία, φορτηγά κ.λπ.) προς την Άγναντα και Πράμαντα αλλά και προς Καταρράκτη και Βουργαρέλι (αρχές της δεκαετίας του 1960) το κατάστημα του Γιώργου Παπαθεοδώρου στο συνοικισμό της Πλάκας, όπως ήταν φυσικό, υποβαθμίστηκε. Αμέσως ο δυναμικός και πάντα εργατικός Γιώργος μετακινήθηκε στην καινούργια γέφυρα της Πλάκας, έχτισε καινούργιο μαγαζί και εξακολούθησε να εργάζεται με όρεξη και ζήλο….. (Πηγή : ΟΙ ΡΑΦΤΑΝΑΙΟΙ, Δ. Ι. Παπαδημητρίου, Ιωάννινα, 1998).

Στη φωτογραφία, από το ίδιο βιβλίο, η συνοικία της Πλάκας από μακριά….

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Το Πετρογέφυρο της Πλάκας!

Υπάρχουν γεφύρια που δεν χτίστηκαν μόνο για να ενώσουν όχθες, μα για να ενώσουν ψυχές, μνήμες και ολόκληρους κόσμους. Το Γεφύρι της Πλάκας, το σπουδαιότερο μονότοξο πέτρινο γεφύρι των Βαλκανίων, είναι ένα τέτοιο μνημείο· ένα έργο που κουβαλά μέσα του τον μόχθο του πρωτομάστορα, τον παλμό του Άραχθου, αλλά και τον θαυμασμό γενεών ολόκληρων.

Στο βιβλίο του «Το Πετρογέφυρο της Πλάκας», ο Ανδρέας Ρίζος δεν περιορίζεται σε μια απλή αφήγηση γεγονότων. Αντίθετα, μας ταξιδεύει σε ένα μονοπάτι όπου η ιστορία συναντά τον μύθο, όπου η πέτρα αποκτά φωνή και το νερό γίνεται μνήμη. Από τα προλεγόμενα που υμνούν τη φύση και την ανάγκη του ανθρώπου να τη δαμάσει, ως την ανύψωση του γεφυριού το 1866, την οδυνηρή του πτώση το 2015 και αργότερα την αναστήλωσή του, το έργο ξετυλίγεται σαν ένα ψηφιδωτό γεμάτο εικόνες, συναισθήματα και μαρτυρίες.

Ποιητικές αναφορές, ιστορικά τεκμήρια, συνεντεύξεις και άρθρα συνθέτουν μια πολυφωνία γύρω από το γεφύρι, που εδώ δεν παρουσιάζεται μόνο ως αρχιτεκτόνημα, αλλά ως σύμβολο αντοχής και ταυτότητας. Ένα σύμβολο που, ακόμη κι αν γκρεμίστηκε, αναστηλώθηκε απ’ την αρχή και συνεχίζει να εμπνέει.

Το βιβλίο του Ρίζου είναι ένας ύμνος στην πέτρα και στο νερό, μα πιο πολύ ένας ύμνος στον άνθρωπο που παλεύει με τα στοιχεία της φύσης και αφήνει πίσω του μνημεία αθάνατα.. (Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Ανδρέα Ρίζο που μας χάρισε το βιβλίο του).

Δημοσιεύθηκε στη Το Γεφύρι της Άρτας και ο Άραχθος Ποταμός | Σχολιάστε

Γυμνάσιο Θηλέων Άρτης

Ιδρύθηκε την δεκαετία του ’60 σε αρχιτεκτονικά σχέδια των Σ. Λεγγέρη και Γ. Ηλιόπουλου. (Την φωτογραφία, από προσωπική συλλογή, που την αναρτήσαμε και πιο παλιά, εδώ μπορείτε να την δείτε ολόκληρη).

…αρχιτεκτονικό σχέδιο που απεικονίζει την μεσημβρινή όψη του Γυμνασίου. Μπορείτε να δείτε όλα τα αρχιτεκτονικά σχέδια στο λινκ http://arxeiomnimon.gak.gr/browse/resource.html?tab=tab02&id=585995

Δημοσιεύθηκε στη Η Εκπαίδευση στην Άρτα | Σχολιάστε