“…..Η εμμονή λοιπόν των αρχαίων Ελλήνων στις ταχέως απενεργοποιούμενες γέφυρες και η αποφυγή της κατασκευής μονίμων, μεγάλων λίθινων γεφυρών κάνοντας χρήση του «γνησίου» κυλινδρικού θόλου, αποτελούσε τον κανόνα, και μια χαρακτηριστική περίπτωση στα μέρη μας είναι ο τρόπος που γεφύρωσαν οι αρχαίοι Αθαμάνες τον ποταμό Άραχθο, συνδέοντας την αρχαία οδό στα βόρεια των Αθαμανικών βουνών με το Μαντείο της Δωδώνης και την επικράτεια στα δυτικά του Αράχθου. Η οδός αυτή, με πέρασμα στο «Αυτί» Μελισσουργών, είχε κατάληξη κοντά στα σημερινά Φράστα Αγνάντων, μέσω των αρχαίων Πραμάντων και του Άβατου των Καλαρρυτών και οδηγούσε περαιτέρω στο Μαντείο της Δωδώνης, βρίσκοντας όμως το εμπόδιο του ποταμού Αράχθου.
Γύρω στα 1.000 π.Χ. Αθαμάνες και Μολοσσοί (οι κάτοικοι της περιοχής του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων) σε συνεργασία με το ιερατείο του Μαντείου της Δωδώνης συμφώνησαν στην κατασκευή γέφυρας στον ποταμό Άραχθο και στο στενότερο σημείο της κοίτης του ποταμού, λίγο πιο κάτω από τη σημερινή τεχνική γέφυρα. Η πρώτη αυτή γέφυρα κατασκευάστηκε με τεράστιους κορμούς δέντρων από βελανιδιές της περιοχής, με Πελασγική τεχνοτροπία. Δηλαδή, υπερμεγέθεις κορμοί δέντρων βυθίστηκαν βαθιά στην κοίτη του ποταμού κατά τη θερινή περίοδο. Αφού ανοίχτηκε μια μεγάλη τάφρος, ρίχτηκαν μέσα κορμοί δένδρων, κομμένοι τον χειμώνα, οι οποίοι ενώθηκαν με τους όρθιους κορμούς, ώστε να μην κινδυνεύουν τα θεμέλια των ξύλινων δοκών. Στη συνέχεια διαμορφώθηκε το δάπεδο της γέφυρας με καλά πελεκημένους κορμούς δέντρων, κυρίως ελάτης, με σύνδεση χάλκινων κρίκων. Έτσι με την γέφυρα αυτή αποκαταστάθηκε η ασφαλής επικοινωνία των Αθαμάνων και Μολοσσών και η πορεία προς το Μαντείο της Δωδώνης (Μακρυγιάννης, 2021)……”. (Πηγή : ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΓΕΦΥΡΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΑΧΘΟ ΠΟΤΑΜΟ, Α. Καρρά, Άρτα, 2025)
Στη φωτογραφία “Σκίτσο πρόχειρης ξύλινης πεζογέφυρας “. (Μαντάς, 1984)
Η εργασία καταγράφει τις πρώτες προσπάθειες να γεφυρωθεί ο ποταμός Άραχθος με αναφορές στην υπάρχουσα βιβλιογραφία….
Τα πρώτα γεφύρια του Αράχθου, είτε ξύλινα είτε πέτρινα, δεν αποτελούσαν απλώς τεχνικά έργα αλλά έμειναν ζωντανά μνημεία της ιστορίας, της ανάγκης και της δημιουργικότητας των ανθρώπων που έζησαν στις όχθες του ποταμού. Μέσα από την κατασκευή τους αντανακλάται η πορεία μιας κοινωνίας που αξιοποίησε τα μέσα που διέθετε για να ενώσει, να επικοινωνήσει και να επιβιώσει μέσα σε ένα δύσβατο αλλά γοητευτικό τοπίο. Η μετάβαση από τα προσωρινά ξύλινα περάσματα στα ανθεκτικά πέτρινα γεφύρια δείχνει την εξέλιξη της τεχνογνωσίας και την καλλιτεχνική έκφραση της εποχής….. (Α. Καρρά)
Μαγείρεμα στη βλάχικη τέντα που στήθηκε κατάστρατα, στον αγώνα για τη ζωή. Φωτογραφία Δημητρίου Λέτσιου στο βιβλίο της Μαρούλας Κλιάφα “Γυναίκες της γης”, Αθήνα,1994
Στους κόλπους της ελληνικής υπαίθρου, η κτηνοτροφία δεν υπήρξε απλώς τρόπος βιοπορισμού· ήταν τρόπος ζωής, βαθιά δεμένος με την ταυτότητα, την παράδοση και την ψυχή του τόπου. Στα ορεινά χωριά των Τζουμέρκων, όπως οι Μελισσουργοί, τα κοπάδια δεν ήταν μόνο περιουσία – ήταν πνοή, μνήμη, ιστορία. Η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα, τη γη και τα βουνά έπλαθε γενιές σκληραγωγημένων αλλά περήφανων ανθρώπων.
Κι όμως, όπως όλα τα ζωντανά συστήματα, έτσι και η κτηνοτροφία γνώρισε περιόδους ακμής και παρακμής. Επηρεασμένη από ιστορικά γεγονότα, καιρικές συμφορές και κοινωνικές αναταράξεις, η ισχυρή αυτή παράδοση πέρασε από Συμπληγάδες. Η αφήγηση που ακολουθεί δεν είναι απλώς χρονικό μιας παρακμής· είναι μαρτυρία ενός αγώνα, μιας πίστης, κι ενός πολιτισμού που πάλευε να σταθεί όρθιος, κόντρα στις θύελλες της Ιστορίας, όπως την κατέγραψε ο Νίκος Παπακώστας στο βιβλίο του “ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ”..
“Η κτηνοτροφία στους Μελισσουργούς, παρά τις κακουχίες και τις πολλές ταραγμένες εποχές που πέρασε, όχι μόνο δεν έσβησε, αλλά φούντωνε σαν τη φωτιά που δεν λέει να σβήσει. Ήταν σαν τον μυθικό Ανταίο – κάθε φορά που έπεφτε, ξανασηκωνόταν δυνατότερη. Ακόμα και στην Επανάσταση του 1821, όταν τα πάντα καταστράφηκαν και το χωριό έγινε στάχτη, οι Μελισσουργοί δεν λύγισαν. Στις δύσβατες κορφές των Τζουμέρκων βρήκαν καταφύγιο, εκεί που το πόδι του Τούρκου δεν πάτησε ποτέ. Και να που, πενήντα χρόνια αργότερα, εκπληρώθηκε η προφητική κουβέντα του Πατρο-Κοσμά (1779):«Εκεί, παιδιά μου, θα σωθείτε· εκεί θα γλιτώσετε το βιός σας· κι αργότερα, θα ‘ρθουν από άλλα μέρη σε εσάς να πάρουν σπόρο για πρόβατα».
Πράγματι, μετά το 1828, η κτηνοτροφία είχε φτάσει σε τέτοια ακμή που έμποροι και τσελιγκάδες από όλη την Ήπειρο και τη Στερεά Ελλάδα έρχονταν να αγοράσουν πρόβατα από τους Μελισσουργούς. Όμως, άλλα πενήντα χρόνια αργότερα, το 1878, όταν στον λαό της Ηπείρου και της Θεσσαλίας ζυμώνονταν μια νέα επανάσταση, άρχισαν και πάλι τα σύννεφα να μαζεύονται. Οι Τούρκοι, υποψιασμένοι για το τι ερχόταν, εξαπέλυσαν ένα κύμα καταστολής – από τις πεδιάδες ως τις πιο δυσπρόσιτες βουνοκορφές. Ο σκληρός Φέζο-Ντερβέναγας με τους Τουρκαλβανούς του τρομοκρατούσε τον κόσμο, απειλώντας με σφαγές και καταστροφές.
Κι ενώ οι άνθρωποι προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια τους, ήρθε κι η φύση να τους γονατίσει. Εκείνη την άνοιξη και το καλοκαίρι, δεν έπεσε σταγόνα βροχής. Η ανομβρία ρήμαξε τα λιβάδια. Χορτάρι δεν φύτρωσε πουθενά και τα πρόβατα, καταδικασμένα στην πείνα, έγλειφαν τη γη αναζητώντας τροφή.
Μπροστά στο αδιέξοδο, από τον Αύγουστο του 1878, οι τσελιγκάδες πήραν την απόφαση να κατεβάσουν τα κοπάδια τους στις πεδιάδες της Άρτας. Μα κι εκεί τους περίμενε άλλη συμφορά. Παρά τις προσπάθειες των βοσκών να αποφύγουν τα έλη, τα εξαντλημένα ζώα έβοσκαν αχόρταγα, εκτεθειμένα στα μικρόβια και τις ασθένειες. Ύστερα από τρεις μήνες, έκανε την εμφάνισή της η «διστομίτιδα» – μια θανατηφόρα ασθένεια από βδέλλα (γνωστή και ως «γκλαμπάτσα») – και θέρισε τα κοπάδια. Κάθε πρωί, δεκάδες και πενηντάδες πρόβατα βρίσκονταν ψόφια. Πάνω από δέκα χιλιάδες ζώα χάθηκαν μέσα σε λίγο καιρό.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός τσελιγκάτου που αριθμούσε 1.780 πρόβατα. Την επόμενη άνοιξη, είχαν απομείνει… μόλις 52 αρνιά. Ήταν το κοπάδι των αδερφών Κώστα Παπακώστα. Για να γλιτώσουν τη φυλακή, επειδή χρωστούσαν ενοίκια για λιβάδια που ούτε καν πρόλαβαν να χρησιμοποιήσουν, πούλησαν και το τελευταίο περιουσιακό τους στοιχείο – ένα χωράφι στην πεδιάδα της Άρτας….” (Διασκευή κειμένου στη δημοτική : Α. Καρρά – Πηγή : ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ, Ν. Παπακώστας, Αθήναι, 1967)
Στη φωτογραφία “Σαρακατσάνες γνέθουν έξω από το κονάκι”. (Πηγή : «Ζωή και παράδοση των Σαρακατσαναίων, με ιστορικά στοιχεία και ειδικότερες αναφορές στην Ήπειρο”, Ευρ. Μακρής, Ιωάννινα, 1990
“Οι φόροι στο οθωμανικό κράτος αποτελούσαν μορφές οικονομικής και κοινωνικής καθυποδούλωσης των αγρό-ποιμενικών πληθυσμών. Το οθωμανικό φορολογικό δίκαιο ήταν μία δημοσιονομική τεχνική με ορισμένη εισοδηματική κατεύθυνση. Η κτηνοτροφία βαρύνονταν αποκλειστικά με χρηματικούς φόρους.
Επρόκειτο για μια μορφή υποχρεωτικού εκχρηματισμού. Όταν τα κοπάδια των τσελιγκάτων μετακινούνταν από ένα σε άλλο σαντζάκι ή και άλλο χωριό, πλήρωναν δικαίωμα βοσκής, το λεγόμενο resm-l otlak ve kislak. Κατά την πορεία τους από τα χειμαδιά στα βουνά, τα κοπάδια υποχρεούνταν στη καταβολή τους δικαιώματος θερινής βοσκής, το resm-l yaylak. Από τους φόρους αυτούς απαλλάσσονταν τα κοπάδια που κινούνταν ή έβοσκαν μέσα στα όρια του χωριού. Όταν ένα τσελιγκάτο διαχείμαζε ή ξεκαλοκαίριαζε στο ίδιο τιμαριωτικό χωριό το καταβαλλόμενο δικαίωμα βοσκής και χειμαδιού προς τον σπαχή ήταν 25 άσπρα για κάθε κοπάδι 300 προβάτων.
Ανάμεσα στις φορολογικές επιβαρύνσεις της κτηνοτροφίας συγκαταλέγονταν επίσης : η δεκάτη στα λιβάδια, οι φόροι στα μαλλιά, στο τυρί, στα δέρματα, στις ποιμενικές «μάντρες», στα βουστάσια και στα γαλακτοκομεία. Από τον συγκεκριμένο φόρο εξαιρούνταν τα αρνιά και τα κατσίκια κάτω του ενός έτους. Κατά τον Kanunname του Mehmed Β ́ η καταβολή του φόρου γίνονταν είτε σε χρήμα είτε σε είδος: ένα άσπρο σε κάθε τρία πρόβατα ή ένα πρόβατο στα πενήντα. Το προϊόν της συγκεκριμένης φορολογίας ανήκε στις εισπράξεις του δημοσίου ταμείου. Ενσωματώνονταν όμως και τιμαριωτικά εισοδήματα, οπότε μοιράζονταν ανάμεσα στον τιμαριώτη και τον σαντζάκμπεη ή τον σούμπαση. Σύμφωνα με το Kanunname της Ναυπάκτου, για κάθε εκατό πρόβατα που έβοσκαν το καλοκαίρι στην περιοχή εισπράττονταν δεκαπέντε άσπρα. Επίσης το κάθε κοπάδι επιβαρύνονταν με ένα αρνί ή το χρηματικό αντίτιμό του από πέντε άσπρα.
Οι προβλεπόμενοι φόροι του δημοσίου εισπράττονταν από τις αρχές Μαρτίου: ένα άσπρο για κάθε πρόβατο, είκοσι άσπρα στα εκατό αρνιά και πέντε άσπρα για τριακόσια πρόβατα. Η φοροεισπρακτική δαγκάνα ήταν αδυσώπητη. Δεν της ξέφευγε η παραμικρή φορολογητέα ύλη. Είτε επρόκειτο για μικρές ποιμενικές μάντρες είτε για μεγάλα τσελιγκάτα, οι νόμοι υποχρέωναν τους κατόχους να δηλώνουν κάθε χρόνο τον ακριβή αριθμό των γιδοπροβάτων τους. Η προθεσμία υποβολής της δήλωσης έληγε τον Φεβρουάριο. Σε περίπτωση παράλειψης ή αμέλειας ο φόρος διπλασιάζονταν για κάθε γιδο-πρόβατο. Για την επαλήθευση του αριθμού των δηλωθέντων γιδοπροβάτων, οι αρμόδιοι υπάλληλοι προέβαιναν σε εξονυχιστικούς ελέγχους στα κοπάδια.
Πάνω στους ποιμένες των τσελιγκάτων έπεφταν σμήνη φοροεισπρακτόρων και μεσαζόντων. Γι’ αυτό και ο Ευγένιος Γιαννούλης μιλούσε κατά το δεύτερο μισό του ΙΖ’ αιώνα περί επιδρομής των «λυκοκόρφων φορολόγων». Με την αυγή του ΙΘ’ αιώνα, οι φόροι που έπλητταν τις ποιμενικές μάντρες έγιναν επαχθέστερες. Όσο βάθαιναν οι δημοσιονομικές κρίσεις στο οθωμανικό κράτος τόσο προσαυξάνονταν οι φόροι. Ο William Leake αναφέρει ότι οι κτηνοτρόφοι πλήρωναν 4,5 άσπρα για κάθε γιδοπρόβατο, αρσενικό ή θηλυκό, ηλικίας ενάμιση έτους…..” (Πηγή : Η ΣΤΡΑΤΑ ΤΩΝ ΝΟΜΑΔΩΝ ΑΓΡΑΦΙΩΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΙΧΝΟΣ ΤΗΣ, Διδακτορική Διατριβή Π. Ντάσιου, Αθήνα, 2011)
Την έχουμε θαυμάσει σε πίνακες ζωγραφικής, την έχουμε αντικρίσει μέσα από τον φακό των φωτογράφων σε διάφορες εποχές — όμως ποτέ άλλοτε δεν την είχαμε δει έτσι: κεντημένη. Η Παρηγορήτισσα, η μεγαλοπρεπής εκκλησία των Δεσποτών της Ηπείρου, αποτυπώνεται αυτή τη φορά όχι με χρώματα ή φως, αλλά με μετάξι και υπομονή. Ένα λεπτοδουλεμένο κέντημα, πάνω σε μεταξωτό ύφασμα, άγνωστης χρονολογίας, έργο της Αγαθονίκης Μπανταλούκα. Με μαεστρία και αγάπη, η δημιουργός κέντησε με πισωβελονιά όχι μόνο κάθε πέτρα και παράθυρο του ναού, αλλά και το ίδιο της το όνομα – σαν υπογραφή καρδιάς. Ένα μοναδικό τεκμήριο μνήμης και τέχνης, από τη συλλογή της οικογένειας Άλκη Μπανταλούκα.
Τρεις φίλοι, φίλαθλοι του Παναμβρακικού και της Αναγέννησης, ποζάρουν μπροστά στην είσοδο του παλιού Δημαρχείου, στην οδό Σκουφά. Από δεξιά Τάκης Ρούμπος, Θεόδωρος Γιώτης και Βασίλης Γκογκάκης. (Φωτο από αρχείο Θ. Γιώτη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)
Το όνειρο του Μ/Φ Συλλόγου «ΣΚΟΥΦΑΣ» και των Αρτηνών για την απόκτηση Πνευματικής Στέγης έγινε πραγματικότητα και υλοποιήθηκε με το υπ’ αριθ. 15263/9.9.1963 συμβόλαιο του Δήμου Αρταίων.
Στη φωτογραφία ο Δήμαρχος Χρ. Γκίζας στο Δημαρχιακό Μέγαρο υπογράφει το ιστορικό Συμβόλαιο, που παραχωρεί δωρεάν τον 1ο όροφο του Τουριστικού περιπτέρου, όπου το Κέντρο « ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ», στον Μ/Φ Σύλλογο «ΣΚΟΥΦΑΣ», παρουσία του Συμβολαιογράφου Τηλέμαχου Γαρουφαλιά και των μελών του Συλλόγου «ΣΚΟΥΦΑΣ», ήτοι : 1. Του προέδρου Δημήτρη Βαφιά, 2. Του Γενικού Γραμματέως Άγγελου Στεργίου, 3. Του Α’ Αντιπροέδρου Γιάννη Τσούτσινου και μετέπειτα για πολλά χρόνια προέδρου, 4. Του Κων/νου Τσέτη, μέλους κι έπειτα για μικρό χρονικό διάστημα προέδρου και 5. Του Θεόδωρου Μποτσώλη, μέλους και μετέπειτα Β’ Αντιπροέδρου.
Την ιδέα της απόκτησης από τον ΣΚΟΥΦΑ πνευματικής Στέγης πρώτος συνέλαβε ο Γιάννης Τσούτσινος, ο οποίος αγωνίστηκε για την πραγματοποίησή της. Την ωραία αυτή ιδέα ενστερνίστηκε ολόψυχα ο προοδευτικός και ρέκτης περί τα πολιτιστικά, αείμνηστος Δήμαρχος Χρ. Γκίζας, που χρημάτισε για πολλά χρόνια πρόεδρος του ΣΚΟΥΦΑ και ο οποίος, ως εισηγητής στο τότε Δημοτικό Συμβούλιο επέτυχε την δωρεάν παραχώρηση για την πνευματική Στέγη του ΣΚΟΥΦΑ.
Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της κ. Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα και το κείμενο του Θ. Μποτσώλη (Πηγή : εφημερίδα ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΗΝΗ, Ιούνιος 1988).
Δυο θαυμάσιες φωτογραφίες μας άφησε ο Σπύρος Μελετζής για τη γέφυρα Κοράκου, όταν πέρασε από την περιοχή για λογαριασμό του ΕΟΤ, το 1937-38. Και είναι ίσως και οι μοναδικές που έχουν απομείνει, καθώς το Γεφύρι ανατινάχτηκε τον Μάρτιο του 1949 από τον ΔΣΕ, στην προσπάθειά του να διαφύγει προς την Ρούμελη.
Η σκηνή μοιάζει βγαλμένη από έπος – οι πανύψηλες και τραχιές κορυφές που ορθώνονται σαν σκοτεινοί φρουροί, γεμάτες έλατα και απότομες χαράδρες, σμιλεμένες από την υπομονή του χρόνου και την ορμή του νερού….. Το ποτάμι, με τη γαλήνη της επιφάνειας και τη βουβή δύναμή του, χαράσσει βαθιά τον βράχο, σαν μια πληγή που ποτέ δεν έκλεισε, μα έγινε μέρος της ψυχής του τόπου. Το γεφύρι, λιτό και σοφό, ενώνει όχι απλώς τις όχθες, αλλά δύο κόσμους – τον κόσμο της ανθρώπινης θέλησης με τον κόσμο της άγριας φύσης. Η παρουσία του, τόσο διακριτική και ταυτόχρονα επιβλητική, μαρτυρά την αρμονία του ανθρώπου με το τοπίο, πριν τον αλλοιώσει ο καιρός.
Η φωτογραφία αποπνέει δέος και σιωπή. Εδώ, η φύση δεν εξημερώνεται. Δεν σε καλεί να την κατακτήσεις, αλλά να τη νιώσεις, να τη σεβαστείς. Ο Αχελώος κυλά σαν αρχαίος μύθος, και το γεφύρι του Κοράκου μοιάζει με στοχαστή που ξέρει πως όλα είναι προσωρινά — εκτός από την ομορφιά της αυθεντικότητας. (Αναστασία Καρρά)
Η πρώτη φωτογραφία είναι από το αρχείο της κ. Ηλέκτρας Νάση.
Η δεύτερη, από πιο κοντά, είναι από την προσωπική μου συλλογή.
Αφορμή για την παρούσα εργασία αποτέλεσε μια πρόσφατη ανάρτηση του βουλευτή Άρτας, κ. Γ. Στύλιου, με την οποία απηύθυνε ερώτημα προς τους Υπουργούς Υποδομών, Εσωτερικών και Οικονομικών, ζητώντας την άμεση αναβάθμιση των οδικών συνδέσεων Άρτας – Καρδίτσας και Άρτας – Τρικάλων.
Πίσω όμως από τα έγγραφα, τις ερωτήσεις και τις αρμοδιότητες, αναδύεται ένας δρόμος ξεχασμένος, που κάποτε ένωνε όχι απλώς τόπους, αλλά κόσμους. Η οδική σύνδεση Άρτας – Καρδίτσας/Τρικάλων δεν είναι απλώς ένας κρίκος στο συγκοινωνιακό δίκτυο· είναι μια αρτηρία ζωής που διατρέχει τη Δυτική Ελλάδα, την Ήπειρο και τη Δυτική Θεσσαλία — περιοχές με μακραίωνη ιστορία, αλλά και σύγχρονα προβλήματα: απομόνωση, ερήμωση, οικονομική στασιμότητα.
Πάνω σε αυτό το μονοπάτι, που σήμερα δυσκολεύει και αποθαρρύνει τον ταξιδιώτη, κάποτε πέρασαν κτηνοτρόφοι κι αγωγιάτες, ήρωες και αγωνιστές, βασιλιάδες και βασίλισσες, καλόγεροι και οπλαρχηγοί, στρατιώτες δικοί μας και ξένοι (Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Τούρκοι, Σλάβοι, Γερμανοί, Έλληνες αντάρτες), εφήμεροι κατακτητές και υπερασπιστές και πόσοι δεν πέρασαν…. Τα πέτρινα γεφύρια ακόμη στέκουν αγέρωχα, φρουροί της μνήμης. Τα μοναστήρια φωτίζουν με τη σιωπή τους την παράδοση. Οι στράτες περιμένουν να ξαναπατηθούν, να ξαναζωντανέψουν. Μα για να επιστρέψουν οι άνθρωποι, χρειάζεται πρώτα να τους δοθεί ο δρόμος. Ο δρόμος που δεν είναι απλώς άσφαλτος και σημάδια, αλλά υπόσχεση επιστροφής και ελπίδας…… Αναστασία Γ. Καρρά
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.