Το νεόδμητο ξενοδοχείο Ξενία, απαθανατίζεται πάνω από τα τείχη του Κάστρου στις αρχές της δεκαετίας του ’60. (Φωτο Δημήτρη Χαρισιάδη )

Το νεόδμητο ξενοδοχείο Ξενία, απαθανατίζεται πάνω από τα τείχη του Κάστρου στις αρχές της δεκαετίας του ’60. (Φωτο Δημήτρη Χαρισιάδη )

Μια δυναμική ομάδα στη ΒΔ. Ελλάδα : Χούμης Κων. (Διεθνής : ΕΘΝΙΚΟΣ – Ο.Σ.Φ.Π. – Μέγας Γκολτζής 1933 – 1940. 1ος σκόρερ της πρωταθλήτριας Ρουμανίας ΒΕΝΟΥΣ 1936 – 1940), Δήμου Β., Έξαρχος Ν., Κεχαγιάς Κ., άγνωστος, Τζαχρήστας Κ., Σίτας Δ., Μπόλας Κ., Αρτέμης Ν., Ζέρβας Α., Ζάχος Απ., Σαλούρος Χαράλαμπος (Φυσικός, Πρόεδρος), Σδούκος, Μπόλας Γ., Μαρκαμπέλας Σόλων, Σακκάς Βίκτωρ, Ζάχος Ν., Τσαντούκλας Μ. και ο μικρός Γιώτης Δημήτριος . (Φωτο από αρχείο Δ. Γιώτη – Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Μια ακόμη φωτογραφία από την χθεσινή εκδήλωση. Η εικόνα αποτυπώνει το νεοκλασικό διώροφο κτίριο δίπλα στο Γεφύρι της Άρτας — αυτό που σήμερα στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο «Σκουφάς». Οι σκαλωσιές μαρτυρούν μια περίοδο αποκατάστασης ή συντήρησης του κτιρίου, πιθανόν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 (1982 – 84), όταν ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος «Σκουφάς» ανέλαβε τη διάσωση και την αναστήλωση του παλιού μεθοριακού φυλακίου, μετατρέποντάς το σε μουσείο. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Σπύρου Μαντά)

…κι εδώ μια βελτιωμένη έκδοση της φωτογραφίας με ΑΙ.

Η χτεσινή εκδήλωση για τη νέα εποχή του Λαογραφικού Μουσείου του «Σκουφά» —με προσανατολισμό τη δημιουργία του Μουσείου του Γεφυριού της Άρτας— φέρνει στο νου μια παλιά, αλλά διαχρονικά διδακτική ιστορία.
Το 1929, όταν κάποιοι πρότειναν την κατεδάφιση του Γεφυριού για να ανεγερθεί «σύγχρονο» με τσιμέντο και σίδερα, ήταν οι πνευματικοί άνθρωποι της Άρτας και της Ηπείρου που ύψωσαν πρώτοι τη φωνή της λογικής και της ψυχής. Ανάμεσά τους ο Γιάννης Παπαβασιλείου, τότε διευθυντής του Ηπειρωτικού Βήματος, του οποίου ο αγώνας συγκίνησε τον Κωστή Παλαμά, ο οποίος έγραψε το συγκλονιστικό εκείνο γράμμα:
“Φίλε κύριε Παπαβασιλείου,
Πολλές φορές με θυμήθηκες στο Ηπειρωτικόν βήμα και με όλο το λυρισμό της καλωσύνης σου και δεν κατώρθωσα να σου δώσω σημεία ζωής. Τώρα σου εύχομαι κι εγώ ευτυχισμένο το 1930 και στο “Ηπειρ. Βήμα” αποκρίνομαι με τα εγκαρδιώτερά μου ευχητήρια ζωής ορθής και μακρόβιας. Είναι λίγος καιρός, νομίζω, που έβλεπα κάποιο σου αγώνα, για να περισωθή ένα σας λείψανο παλαιικό. Και σε χειροκρότησα. Της Άρτας το γιοφύρι είναι λαϊκό αριστούργημα, σαν ένα κομμάτι από ραψωδία Ομηρική. Και είναι για να το εκμεταλλεύεται ποίση και μουσική μας όσο υπάρχουν. Αν το λείψανο που αγωνίστηκες να γλυτώσης – άσχετο από κάποια πρακτική ωφελημοθηρία – σχετίζεται με το θρυλικό αυτό θησαυρό, σου πρέπει στεφάνι. 19 – 1 – 1930. Κωστής Παλαμάς»
Η αυθεντική αυτή συνηγορία μαρτυρεί το ανώτερο ήθος του Παλαμά σαν σκεπτόμενου ανθρώπου, που καταδεχόνταν από την υψηλή σκοπιά του να παρακολουθή με τέλεια ενημερότητα τα πνευματικά ζητήματα της επαρχίας. Ενώ μερικοί από τους σημερινούς μας πνευματικούς ταγούς, ομφαλοσκόποι και εγωκεντρικοί, κλείστηκαν στο καβούκι τους και περιώρισαν την Ελλάδα στην πρωτεύουσα. Τους αρκεί να καλλιεργούν τις λόξες των εν ονόματι της «Νέας Τέχνης» και να αλληλολιβανίζονται. O tempora, o mores……” (Πηγή : Άρθρο του Γ. Ι. Παπαγεωργίου στην ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τχ. 32, 1954)
Αυτό το ήθος, που έβλεπε στα μνημεία όχι ερείπια αλλά ψυχή και ταυτότητα, είναι ο λόγος που σήμερα το Γεφύρι στέκει ακόμη….
Στην φωτογραφία το κτίριο του λαογραφικού μουσείου του Μ/Φ Συλλόγου “ΣΚΟΥΦΑΣ”, πριν την ανακαίνισή του. (Από το αρχείο του Σπύρου Μαντά)

Το καφενείο του Κακαβά και η οδός Καραισκάκη. Πίνακας του Τάκη Βαφιά από το αρχείο της κ. Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα.

Η καθιερωμένη βόλτα των Αρτηνών στου Κρυστάλλη, δίπλα στο ποτάμι, τα Κυριακάτικα πρωινά, κάθε φορά που ο καιρός το επέτρεπε…(Φωτο από ιδιωτική συλλογή)

Συνεχίζοντας αυτό το μικρό οδοιπορικό στις εικονογραφικές απεικονίσεις της Άρτας τον 17ο αι., περνάμε από τη στεριά στη θάλασσα.
Μετά τη φρουριακή Castel le-Arte του 1686, ο Jacob Enderlin επανέρχεται λίγα χρόνια αργότερα με μια νέα εκδοχή: τη Castel le Arta.
Μια χαλκογραφία που εγκαταλείπει τους λόφους και τα τείχη για να στραφεί στα κύματα του Αμβρακικού, αποτυπώνοντας την Άρτα όχι πια ως κάστρο, αλλά ως θαλάσσια πύλη — εκεί όπου συναντιούνται το φαντασιακό και το ιστορικό τοπίο.
Η Castel le Arta ανήκει σε μεταγενέστερη ή παράλληλη σειρά του Jacob Enderlin, πιθανότατα γύρω στο 1690–1691, και συνδέεται με τον τόμο Archipelagus Turbatus… που τυπώθηκε στην Άουγκσμπουργκ.
Σε αντίθεση με την προγενέστερη «χερσαία» Castel le-Arte (1686), όπου η Άρτα εμφανίζεται ως οχυρωμένη πολιτεία πάνω σε ύψωμα, εδώ ο καλλιτέχνης στρέφει το βλέμμα προς τη θάλασσα.
Ένα πλοίο σε φουρτουνιασμένα νερά δεσπόζει στο προσκήνιο, ενώ στο βάθος διακρίνεται ένα παράλιο κάστρο, περιβαλλόμενο από σύννεφα και κύματα.
Η σύνθεση, μέσα σε πλούσιο οβάλ πλαίσιο, είναι συμβολική: δεν αποτυπώνει τον πραγματικό χώρο, αλλά αποδίδει την ιδέα μιας Άρτας που κοιτά προς το Ιόνιο και τον Αμβρακικό.
Η νέα «θαλάσσια Άρτα» εντάσσεται στο κλίμα του ύστερου 17ου αιώνα, όταν η περιοχή βρισκόταν στο όριο των Βενετοτουρκικών συγκρούσεων και οι ευρωπαϊκές εκδόσεις γέμιζαν με φαντασιακές χαλκογραφίες πόλεων και φρουρίων.
Η παρουσία του πλοίου δεν είναι τυχαία· θυμίζει τις βενετικές αρμάδες που εκείνα τα χρόνια κινούνταν στην είσοδο του Αμβρακικού, από την Πρέβεζα έως τη Βόνιτσα.
Το φρούριο στο βάθος, με τα τείχη του να ενώνονται με τον ορίζοντα, γίνεται εικονική αναφορά στον κάμπο και στις οχυρώσεις της Άρτας, όπως τις φαντάζονταν οι χαρτογράφοι και οι αναγνώστες της Ευρώπης.
Οι δύο απεικονίσεις του Enderlin —η Castel le-Arte (1686) και η Castel le Arta (περ. 1691)— σχηματίζουν μαζί ένα νοητό δίπτυχο.
Η πρώτη εκφράζει τη στεριανή Άρτα, φρουριακή και εσωστρεφή·
η δεύτερη τη θαλάσσια Άρτα, ανοιχτή προς τον Αμβρακικό και τη Δύση.
Μέσα από αυτές τις φαντασιακές εικόνες, η Άρτα του τέλους του 17ου αιώνα παρουσιάζεται ως τόπος σύγκλισης ιστορίας και συμβόλου — ανάμεσα στη μνήμη των πολέμων και στην ευρωπαϊκή φαντασία που τη μετέτρεψε σε σκηνικό του “ελληνικού τοπίου” της εποχής.
Στη φωτογραφία το δεύτερο χαρακτικό του Jacob Enderlin, “Castel le Arta” (Άρτα – θαλάσσια άποψη), Augsburg, περ. 1690–1691.
Χαλκογραφία από μεταγενέστερη σειρά του Archipelagus Turbatus….
Αναπαράσταση / ανακατασκευή – όχι επιτόπια όψη.
Πηγή: Travelogues – Ίδρυμα Αικ. Λασκαρίδη.
Σχετική: Jacob Enderlin, “Castel le-Arte” (Άρτα – φρουριακή όψη), Augsburg 1686, από τον ίδιο τόμο.

Κατά τον ύστερο 17ο αιώνα, η δυτική Ελλάδα βρέθηκε για πρώτη φορά έπειτα από αιώνες στο επίκεντρο ενός μεγάλου ευρωπαϊκού πολέμου.
Μετά τη συντριβή των Οθωμανών στη Βιέννη (1683), η Βενετία εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία και ξεκίνησε την εκστρατεία της εναντίον της Πύλης.
Ο πόλεμος αυτός —ο Έκτος Βενετοτουρκικός ή Πόλεμος του Μοριά (1684–1699)— ήταν το μοναδικό από τους βενετοτουρκικούς πολέμους όπου ο Αμβρακικός κόλπος αποτέλεσε ενεργό θέατρο επιχειρήσεων.
Ο στόλος του Φραγκίσκου Μοροζίνι, ξεκινώντας από τα Ιόνια νησιά, κατευθύνθηκε προς την είσοδο του Αμβρακικού, επιδιώκοντας να ελέγξει τα φρούρια της Πρέβεζας και της Βόνιτσας.
Στην αφήγησή του ο Alessandro Locatelli, στο έργο Racconto historico della veneta guerra in Levante (Βενετία, 1691), παρουσιάζει τον κόλπο ως κλειστή “εσωτερική θάλασσα”, κρίσιμη για τον έλεγχο της δυτικής Ελλάδας.
«…Preveſa e Boniça alla bocca del golfo…»
(Prima parte, σσ. 275–276)«…le operazioni per assicurar la bocca del golfo, con sbarco di truppe e manovre della squadra…»
(σσ. 294 και 304)
Οι σελίδες του Locatelli αποτυπώνουν τις ναυτικές αποβάσεις και τις πολιορκίες των φρουρίων, αλλά και την προσπάθεια των Βενετών να καταστήσουν τον Αμβρακικό ασφαλή βενετική βάση.
Για πρώτη φορά η Πρέβεζα και η Βόνιτσα εμφανίζονται ως δίδυμη «πύλη» προς την Ήπειρο.
Αν και ο συγγραφέας δεν αφιερώνει ξεχωριστό κεφάλαιο στην Άρτα (αναφέρεται παροδικά ως Narda), η πόλη λειτουργεί ως φυσικό οπίσθιο του θεάτρου επιχειρήσεων.
Ο εύφορος κάμπος της γίνεται τόπος διελεύσεων και επιδρομών:
κατά το 1684 αποσπάσματα Ελλήνων συμμάχων των Βενετών προχώρησαν ως εκεί, ενώ το 1696 ο Λιμπεράκης Γερακάρης επανέλαβε επίθεση στην ίδια περιοχή.
Έτσι, η Άρτα εμφανίζεται όχι ως φρούριο μάχης, αλλά ως τοπίο που βιώνει άγρια τον πόλεμο.
Μετά το 1690 ο Locatelli περιγράφει διοικητικές ρυθμίσεις στα φρούρια του στομίου, με τη Βόνιτσα ως κλειδί για τη «guardia del passo del golfo» (Seconde parte, σ. 20).
Οι επιχειρήσεις της περιόδου αυτής χάραξαν το όνομα του Αμβρακικού στον χάρτη των βενετικών αφηγήσεων, πράγμα που δεν είχε συμβεί στους παλαιότερους πολέμους (1463–1479, 1499–1503 κ.ά.), όπου η Ήπειρος παρέμενε εκτός των ναυτικών τους σχεδίων.
Δύο μόλις χρόνια μετά τις πρώτες επιχειρήσεις του 1684, ο γερμανός χαράκτης Jacob Enderlin εξέδωσε στην Άουγκσμπουργκ την εντυπωσιακή χαλκογραφία «Castel le-Arte», στον τόμο Archipelagus Turbatus… (1686).
Το έργο, ταξινομημένο σήμερα ως Imaginary representation / Reconstruction, δεν αποτελεί ακριβή τοπογραφική απεικόνιση, αλλά αναπαράσταση της Άρτας ως φρουριακής πολιτείας — ενός τόπου που μόλις είχε έρθει στο προσκήνιο της βενετοτουρκικής σύγκρουσης.
Το χαρακτικό μπορεί να ιδωθεί ως εικαστική αντήχηση των περιγραφών του Locatelli· ο λόγος και η εικόνα συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον: ο συγγραφέας καταγράφει τα γεγονότα, ο χαράκτης αποδίδει την ατμόσφαιρα.
Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι ο Αμβρακικός κόλπος εισέρχεται στην ιστορική σκηνή του 17ου αιώνα ως στρατηγικός κόμβος της βενετικής εκστρατείας.
Οι αναφορές του Locatelli και η εικονική μαρτυρία του Enderlin αποκαλύπτουν πώς η Δύση άρχισε να βλέπει την Ήπειρο όχι μόνο ως ενδοχώρα, αλλά και ως πεδίο πολέμου.
Η Πρέβεζα, η Βόνιτσα και η Άρτα συνθέτουν, από το 1684 και εξής, την πρώτη ενότητα όπου η ιστορία και η εικόνα του Αμβρακικού συναντώνται.
Στη φωτογραφία χαρακτικό του Jacob Enderlin, “Castel le-Arte” (Άποψη του κάστρου της Άρτας), Augsburg 1686.
Χαλκογραφία από τον τόμο Archipelagus Turbatus… (Augsburg, 1686).
Αναπαράσταση / ανακατασκευή – όχι επιτόπιο σχέδιο.
Πηγή: Wikimedia Commons · Travelogues – Ίδρυμα Αικ. Λασκαρίδη

Ξύλινη πόρτα στην Άρτα, μάρτυρας του χρόνου και της σιωπής. Το φθαρμένο ξύλο και η σκουριασμένη αλυσίδα αφηγούνται ιστορίες ανθρώπων και σπιτιών που χάθηκαν, διατηρώντας όμως την ομορφιά και τη μνήμη μιας άλλης εποχής. (Η φωτογραφία είναι του Γιάννη Λαζάρου)
