Ο Στέφανος Τόσκας (δεξιά) με τους γιους του, Νικόλαο (στο κέντρο) και Γεώργιο (αριστερά), στη ρίζα ενός γέρικου έλατου. Η φωτογραφία, τραβηγμένη από τον Πέτρο Τσιρώνη, αποτυπώνει μια στιγμή γαλήνης και συνέχειας: πατέρας και γιοι, δεμένοι με τον τόπο και το τοπίο. Στο βάθος απλώνονται τα Τζουμέρκα, άγρια και επιβλητικά. Από εδώ η θέα του χωριού είναι πανοραμική· γι’ αυτό και η περιοχή ονομάστηκε Βίγλα, παρατηρητήριο, ψηλό σημείο ελέγχου και αγρυπνίας. Μια εικόνα όπου το τοπίο, οι άνθρωποι και η μνήμη στέκουν ισότιμα…..
Από το φωτογραφικό αρχείο του Χρήστου Καραμπούλα, όπως δημοσιεύτηκε στην ενότητα “Φωτοδιαδρομές στο χτες” της ιστοσελίδας της Κυψέλης Άρτης, που μπορείτε να θαυμάσετε στο λινκ https://kypseliartas.gr/
Η πλατεία της Χόσεψης (σήμερα Κυψέλης) τη δεκαετία του ’60· λιτή και ήσυχη, με τα δέντρα να ρίχνουν τη σκιά τους και τον ναό του Αγίου Νικολάου να στέκει αγέρωχος στο βάθος, φύλακας της μνήμης και της ζωής του χωριού.(Φωτο από προσωπική συλλογή).
“Το χωριό Χόσεψη, παλιά, δεν ήταν του αφέντη, ούτε του πασά. Ήταν των ανθρώπων του. Ασκλάβωτο και απούλητο. Αργότερα κάποιος μουχτάρης του χωριού – άλλος Εφιάλτης ή Πήλιο Γκούσης – πήγε και το πούλησε στον Πασσά των Ιωαννίνων. Ο Πασσάς, σε ανταμοιβή, τον έβαλε γενικό διαχειριστή. Ο μουχτάρης αυτός λεγόταν «Κουτσοπάνος», ήταν σκληρός και άπληστος. Οι κάτοικοι, τρέμοντας τη σκλαβιά των Τούρκων, δεν μπορούσαν ν’ αντισταθούν στον αντιπρόσωπο «Κουτσοπάνο».
Υπήρξαν όμως και δύο τολμηροί πατριώτες, ο Κωνσταντίνος Τόσκας και ο Τριάντος, που ήταν κλέφτες και μετά αρματωλοί. Αυτοί δεν ανέχονταν τη σκλαβιά και περίμεναν να βρουν ευκαιρία να εκδικηθούν. Και η ευκαιρία δεν άργησε να βρεθεί.
Ο «Κουτσοπάνος» ξεκίνησε με το μουλάρι του φορτωμένο με βούτυρα, μέλια κλπ., να πάει στον Πασσά στα Γιάννενα, να του τα προσφέρει δώρα. Τα δυο παλικάρια του έκαναν καρτέρι (ενέδρα) στην Αγία Παρασκευή του «Καστριού». Τον πυροβόλησε ο Τριάντος. Τον πλήγωσε στον λαιμό. Το τραύμα ήταν ελαφρό. Το έδεσε με το μαντήλι του, γύρισε σπίτι του, διηγήθηκε το συμβάν και έλεγε πως δεν τον κολλάνε τα βόλια αυτόν.
Όταν έγινε καλά, φόρτωσε πάλι το μουλάρι του και κίνησε να πάει στον Πασσά από άλλο δρόμο. Για να χαθεί μάλιστα ο «σκοπός», κίνησε από βραδής να κοιμηθεί στο μοναστήρι Ευαγγελίστρια (Βαγγελίστρα), λέγοντας πριν ξεκινήσει ότι τάχα πάει να κάνει λειτουργία. Οι πατριώτες το κατάλαβαν. Του έκαναν πάλι καρτέρι δώθε από το ρέμα, πριν φτάσει στο μοναστήρι, έξω από το σπίτι του Φώτη Αγγέλη. Του ’ριξε ο Τόσκας και τον άφησε νεκρό.
Και γι’ αυτό η τοποθεσία αυτή ονομάστηκε «Μπινακάτος» (Μπίνα-κάτω), που στη γλώσσα τους τότε ήθελαν να πουν ότι τον χτύπησε μία (μπίνα) και έπεσε κάτω. Όταν έπεφτε νεκρός, ο Τόσκας του φώναξε: «Έτσι κολλάνε τα βόλια του Τόσκα».
Το μουλάρι γύρισε φορτωμένο στο σπίτι, χωρίς τον αφέντη του. Πήγαν οι συγγενείς και τον βρήκαν σκοτωμένο. Οι αρματωλοί Τόσκας και Τριάντος έφυγαν για τα Άγραφα και εξακολούθησαν την εθνική τους δράση.
Αλλά, καίτοι σκοτώθηκε ο «Κουτσοπάνος», ο προδότης, το κακό έγινε. Το χωριό πουλήθηκε και οι διάφοροι πασσάδες διόριζαν τους λεγόμενους «μουρτζήδες» να εισπράττουν το «ίμουρο» (γεώμορο) (στα δέκα δύο) και τον φόρο του βασιλιά (Σουλτάνου) στα δέκα ένα, κι ο κόσμος υπέφερε και πάλι τρομερά.
Κι όμως, η μνήμη έμεινε. Γιατί οι τόποι θυμούνται. Και οι ιστορίες αυτές δεν λέγονται για εκδίκηση, αλλά για να μη ξεχαστούν ποτέ”. (Πηγή : ΧΟΣΕΨΙΣ, Ν. Τόσκα, Αθήναι, 1964. Ευχαριστώ θερμά τον κ. Αλέξη Κουτελίδα που μου έστειλε αυτό το δυσεύρετο πλέον βιβλίο).
Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο δημιουργήθηκε με ΑΙ.
Οι ευχές του Piano Bar TABOO, ενός χώρου που έδωσε χρώμα και ήχο στις νύχτες της πόλης την δεκαετία του ’80….. Στεγαζόταν στο παλιό αρχοντικό της γωνίας Καραϊσκάκη & Καραπάνου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται πολυκατοικία.
Μια μικρή υπενθύμιση του πώς ήταν η πόλη — και πώς άλλαξε με τα χρόνια!
Με αφορμή αυτή την επιχρωματισμένη χριστουγεννιάτικη κάρτα από εφημερίδα της εποχής, ευχόμαστε σε όλους τους αναγνώστες χρόνια πολλά, καλές γιορτές και έναν νέο χρόνο με υγεία και όμορφες αναμνήσεις.
Δεκαετία του ’70 – Άρτα. Το Ξενία και το Κάστρο αποτελούσαν σημείο συνάντησης, ιδιαίτερα τις ημέρες των γιορτών, που οι φοιτητές επέστρεφαν από την Αθήνα. Η φωτογραφία αποτυπώνει μια τέτοια στιγμή: μια ξαδερφοπαρέα σε βόλτα, δίπλα στην είσοδο του Κάστρου, σε μια από εκείνες τις στιγμές που η επιστροφή στο σπίτι γινόταν γιορτή..
Από δεξιά: Αναστασία Καρρά, Αριστοτέλης Λάκκας, Κατερίνα Γκολομάζου, και Άννα Λάκκα (καθιστή μπροστά δεξιά), μαζί με δύο ξαδέλφια από την Αθήνα. (Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)
Άρτα, αρχές δεκαετίας 1950. Μαθητές του Α΄ Δημοτικού Σχολείου Άρτης απαθανατίζονται σε αναμνηστική φωτογραφία μετά τη Χριστουγεννιάτικη σχολική εορτή, μπροστά στην είσοδο της Λέσχης Αξιωματικών. Στο πλαίσιο της γιορτής παρουσιάστηκε το θεατρικό σκετς «Οι Τέσσερις Εποχές», υπό την καθοδήγηση του δασκάλου Στράτου Παπακώστα, αποτυπώνοντας το παιδαγωγικό και πολιτιστικό πνεύμα της μετεμφυλιακής περιόδου. Στη φωτογραφία διακρίνονται ο Μάξιμος Μπανταλούκας (πίσω), ο Δημήτρης Τσοβόλας σε ρόλο πιερότου, ο Ευάγγελος Τζαδήμας (στη μέση) και ο Λάμπρος Τσάπαλης (αριστερά, μετέπειτα καθηγητής), πρόσωπα που συνδέθηκαν με την κοινωνική και εκπαιδευτική ζωή της Άρτας. (Φωτο από αρχείο Μάξιμου Μπανταλούκα)
Άρτα, 1962. Στιγμιότυπο από τη Χριστουγεννιάτικη γιορτή του Β΄ Δημοτικού Σχολείου Άρτης. Οι μαθητές συμμετέχουν σε θεατρικό δρώμενο, ενταγμένο στο εορταστικό πρόγραμμα του σχολείου, αποτυπώνοντας το πνεύμα της σχολικής αγωγής και της συλλογικής προσπάθειας της εποχής. Στη φωτογραφία διακρίνονται, από αριστερά: Έφη Ζορμπά, Σταθούλα Καραμπίνη, Τάσσος Μεθόδιος, Δημήτρης Βάσσος, Συλβάνα Πιερουτσιόνη και Αμαλία Ευταξία. (Φωτο από αρχείο Δημήτρη Βάσσου)
Το παρακάτω δημοτικό τραγούδι γράφτηκε από τον Γιώργο Γεροδήμο και τραγουδιόταν σε ρυθμό τσάμικου. Γεννήθηκε από τη συλλογική ανάγκη να ειπωθεί και να μείνει ζωντανή στη μνήμη η τραγωδία στο Τσίμοβο, το πρωί της 22ας Δεκεμβρίου 1958, όταν άνθρωποι που γύριζαν στα σπίτια τους για τα Χριστούγεννα, χάθηκαν άδικα. Δεν είναι απλώς στίχοι· είναι μνήμη, πόνος και φόρος τιμής, όπως μόνο το δημοτικό τραγούδι ξέρει να κρατά….
Μετά το τραγικό δυστύχημα του λεωφορείου στα Τζουμέρκα, η μνήμη δεν έμεινε μόνο στα λόγια. Κάθε χρόνο, στις 22 Δεκεμβρίου, συγγενείς των θυμάτων ανηφόριζαν στο σημείο της τραγωδίας, στο Τσίμοβο, για να τελέσουν μνημόσυνο για τους νεκρούς τους.
Σε έναν τόπο δύσβατο, μέσα στο χειμωνιάτικο τοπίο των Τζουμέρκων, άνθρωποι κάθε ηλικίας συγκεντρώνονταν σιωπηλά. Παπάδες, συγγενείς, χωριανοί. Άλλοι με κεριά, άλλοι με λίγα λουλούδια, όλοι με το ίδιο βάρος στη σκέψη.
Στις φωτογραφίες διακρίνεται το παλιό μνημείο που είχε στηθεί στο σημείο του δυστυχήματος. Ένα λιτό, πέτρινο μνημείο, με τα ονόματα των 29 θυμάτων χαραγμένα, στραμμένο προς τη χαράδρα του Άραχθου. Δίπλα του, ένα μικρό εικονοστάσι — σημάδι πίστης και ανάγκης να μείνει ζωντανή η μνήμη.
Τα μνημόσυνα αυτά δεν είχαν χαρακτήρα επίσημο. Ήταν πράξεις μνήμης βαθιά ανθρώπινες. Μια επιστροφή στον τόπο του χαμού, για να ειπωθούν τα ονόματα, να ακουστεί μια προσευχή, να μη σβήσει το γεγονός από τον χρόνο.
Αργότερα, στο ίδιο σημείο, ανεγέρθηκε νέο μνημείο, έργο του γλύπτη Θόδωρου Παπαγιάννη, που αντικατέστησε το παλιό. Ένα μνημείο σύγχρονο, αλλά με τον ίδιο σκοπό: να θυμίζει ότι εδώ χάθηκαν ζωές, παραμονές Χριστουγέννων, και ότι η μνήμη τους παραμένει ζωντανή. Οι φωτογραφίες αυτές (από το αρχείο του κ. Σταύρου Μαστοράκη) αποτελούν πολύτιμα τεκμήρια όχι μόνο ενός γεγονότος, αλλά και του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι των Τζουμέρκων κράτησαν τη μνήμη ενεργή — χρόνο με τον χρόνο, στο ίδιο σημείο, την ίδια ημερομηνία.
Το δυστύχημα του λεωφορείου στο Τσίμοβο – 22 Δεκεμβρίου 1958
Ήταν Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 1958, προπαραμονές Χριστουγέννων. Ένα μικρό λεωφορείο της γραμμής Ιωαννίνων – Βορείων Τζουμέρκων ξεκίνησε το καθιερωμένο δρομολόγιο προς τα χωριά. Το όχημα, 24 θέσεων, ήταν υπερφορτωμένο. Στο εσωτερικό του επέβαιναν 34 άνθρωποι, μαζί με τον οδηγό και τον εισπράκτορα. Άνθρωποι απλοί, της καθημερινότητας, που ανυπομονούσαν να βρεθούν στον τόπο τους για να περάσουν τις γιορτές των Χριστουγέννων.
Ανάμεσά τους βρισκόταν και η Όλγα Ράπτη – Μαστοράκη, 52 ετών, από τους Χουλιαράδες. Εκείνη την ημέρα επρόκειτο να ταξιδέψει μαζί της και ο γιος της, Σταύρος Μαστοράκης, φαντάρος τότε στα Γιάννενα. Δεν κατάφερε όμως να πάρει άδεια και της το είπε με λύπη: δεν θα μπορούσε να την ακολουθήσει στο χωριό. Ήταν μια από εκείνες τις μικρές ανατροπές της καθημερινότητας που τότε μοιάζουν ασήμαντες και αργότερα βαραίνουν όσο τίποτε άλλο.
Η Όλγα κάθισε στην πρώτη θέση του λεωφορείου. Δίπλα της κάθισε η Σταυρούλα Κωνσταντινίδη – Βράνου, επίσης από τους Χουλιαράδες, νεαρή κοπέλα τότε. Οι δύο γυναίκες δεν ήξεραν ότι θα τις ένωνε για πάντα εκείνη η διαδρομή.
Το λεωφορείο ακολουθούσε τον παλιό δρόμο προς τα Τζουμέρκα, στενό και χωμάτινο, χαραγμένο πάνω στις απότομες πλαγιές της χαράδρας του Άραχθου. Ο δρόμος δεν είχε προστατευτικά, με συνεχείς στροφές και απότομες κλίσεις, ενώ το ποτάμι κυλούσε βαθιά από κάτω. Το ανάγλυφο του τόπου, άγριο και απαιτητικό, δεν συγχωρούσε λάθη, ιδιαίτερα σε βαριά και υπερφορτωμένα οχήματα.
Λίγο πριν το Τσίμοβο, σε μια κλειστή και επικίνδυνη στροφή, το λεωφορείο, κατά τη μανούβρα, ανασηκώθηκε από τις πίσω ρόδες, βγήκε από τον δρόμο και κύλησε στον απότομο γκρεμό, μέσα σε βράχια και χαμηλή βλάστηση, προς την κοίτη του Άραχθου.
Η πτώση ήταν μοιραία.
Θάνατος και σωτηρία, στην ίδια θέση
Η Σταυρούλα Κωνσταντινίδη – Βράνου, που καθόταν δίπλα στην Όλγα, επέζησε. Η μαρτυρία της, όπως διασώθηκε αργότερα, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια για όσα συνέβησαν εκείνη την ημέρα. Χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Ένιωσα το λεωφορείο να σηκώνεται. Δεν κατάλαβα πώς βρέθηκα έξω. Θυμάμαι μόνο ότι κάθισα σε μια πέτρα και δεν ήξερα αν ζούσα ή αν ήμουν νεκρή».
Η ίδια σώθηκε. Η Όλγα Ράπτη – Μαστοράκη, που καθόταν δίπλα της, δεν σώθηκε.
Συνολικά 29 άνθρωποι σκοτώθηκαν. 12 άνδρες και 17 γυναίκες. Μόλις 5 επιβάτες επέζησαν.
Τα χωριά των Τζουμέρκων βυθίστηκαν στο πένθος. Στο Πετροβούνι, στο Μιχαλίτσι, στους Χουλιαράδες, στα Πράμαντα και στο Ματσούκι, οι νεκροί δεν μεταφέρθηκαν στα σπίτια τους. Ξενυχτήθηκαν ομαδικά στις εκκλησίες, μέσα σε κλίμα βαθιάς οδύνης.
Στο σημείο του δυστυχήματος ανεγέρθηκε αργότερα μνημείο. Φυτεύτηκαν 29 κυπαρίσσια, ένα για κάθε ζωή που χάθηκε εκείνη την ημέρα.
Και ο λαός, όπως συχνά συμβαίνει, έκανε τον πόνο λόγο και τραγούδι:
«Μαύρα μαντάτα ήρθαν στα δόλια τα Τζουμέρκα…»
Στη φωτογραφία η Όλγα Ράπτη – Μαστοράκη ανάμεσα στον σύζυγό της Κωνσταντίνο Α. Μαστοράκη στα δεξιά και τον αδελφό της Ιωάννη Ράπτη στα αριστερά. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του κ. Σταύρου Μαστοράκη)
Χρησιμοποιούμε cookies για την σωστή λειτουργία του ιστότοπου, καθώς και για βελτίωση των υπηρεσιών μας προς εσάς. Με τη χρήση αυτή της ιστοσελίδας, αποδέχεστε την Πολιτική Απορρήτου μας.
This website uses cookies to improve your experience while you navigate through the website. Out of these, the cookies that are categorized as necessary are stored on your browser as they are essential for the working of basic functionalities of the website. We also use third-party cookies that help us analyze and understand how you use this website. These cookies will be stored in your browser only with your consent. You also have the option to opt-out of these cookies. But opting out of some of these cookies may affect your browsing experience.
Necessary cookies are absolutely essential for the website to function properly. These cookies ensure basic functionalities and security features of the website, anonymously.
Cookie
Duration
Description
cookielawinfo-checkbox-analytics
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Analytics".
cookielawinfo-checkbox-functional
11 months
The cookie is set by GDPR cookie consent to record the user consent for the cookies in the category "Functional".
cookielawinfo-checkbox-necessary
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookies is used to store the user consent for the cookies in the category "Necessary".
cookielawinfo-checkbox-others
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Other.
cookielawinfo-checkbox-performance
11 months
This cookie is set by GDPR Cookie Consent plugin. The cookie is used to store the user consent for the cookies in the category "Performance".
viewed_cookie_policy
11 months
The cookie is set by the GDPR Cookie Consent plugin and is used to store whether or not user has consented to the use of cookies. It does not store any personal data.
Functional cookies help to perform certain functionalities like sharing the content of the website on social media platforms, collect feedbacks, and other third-party features.
Performance cookies are used to understand and analyze the key performance indexes of the website which helps in delivering a better user experience for the visitors.
Analytical cookies are used to understand how visitors interact with the website. These cookies help provide information on metrics the number of visitors, bounce rate, traffic source, etc.
Advertisement cookies are used to provide visitors with relevant ads and marketing campaigns. These cookies track visitors across websites and collect information to provide customized ads.