Arta Xenia Hotel – Ξενία Άρτης

Το ξενοδοχείο Ξενία στην Άρτα σχεδιάστηκε το 1958. Μαζί με το Ξενία στην Ακροναυπλία Αργολίδας, σχεδιασμένο από τον Ι. Τριανταφυλλίδη, ήταν ένα από τα δύο επιτυχημένα πειράματα του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) για τον σχεδιασμό και την κατασκευή μιας σύγχρονης ξενοδοχειακής μονάδας εντός των τειχών ενός μεσαιωνικού φρουρίου.

Η τοποθεσία εντός του φρουρίου, η οποία στέγαζε τις περιφερειακές φυλακές, θεωρήθηκε από τον ΕΟΤ εξαιρετική επιλογή, καθώς δέσποζε στην πόλη και είχε θέα στον ποταμό Άραχθο. Αν και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου του ξενοδοχείου θα ήταν εξαιρετικά περίπλοκη και δαπανηρή, κρίθηκε σκόπιμο να καταβληθεί σοβαρή προσπάθεια για την απόκτηση της γης από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Το Ξενία της Άρτας ήταν ένα ξενοδοχείο Β’ κατηγορίας με 22 δωμάτια, το καθένα εξοπλισμένο με μπάνιο και τηλέφωνο. Διέθετε κεντρική θέρμανση, εστιατόριο και στεγασμένο χώρο στάθμευσης. Ο αρχιτέκτονας σκόπευε η κατασκευή του ξενοδοχείου να γίνει σε απόσταση από το βυζαντινό τείχος, παραμένοντας χαμηλό και σχεδόν αόρατο από την πόλη, ενώ ήταν ορατό μόνο από την πλευρά του ποταμού. Αυτός ο σχεδιασμός εξασφάλιζε μια αρμονική συμβίωση με το βυζαντινό φρούριο. Πραγματοποιήθηκαν επίσης εργασίες καθαρισμού, επισκευής και αποκατάστασης των τειχών του φρουρίου, ενώ ανακατασκευάστηκε και η πρόσβαση από την πόλη στο φρούριο. Τέλος, η νέα μικρή εκκλησία που σχεδίασε ο Ζίβας σε αντικατάσταση της παλιάς που είχε κατεδαφιστεί, ήταν ένα από τα σπάνια παραδείγματα ελληνορθόδοξης εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής που αποδόθηκε σε μοντέρνο στυλ. (Πηγή : Greek National Tourism Organisation)

Το Ξενία σε φωτογραφία του Δ. Χαρισιάδη τον Ιούνιο του 1961. (Πηγή : Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη)

Δημοσιεύθηκε στη Το Κάστρο και το Ξενία | Σχολιάστε

Καλοκαίρι στους Μελισσουργούς!

Μια νεανική παρέα στις εξοχές των Μελισσουργών, στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Διακρίνονται από δεξιά : Στάθης Μπαλάσκας, Στέλιος Κάτσινος, Βασίλης Καραβασίλης, Αναστασία Καραβασίλη, Λενιώ Ρίζου – Μπαλάσκα, Δήμητρα Κάτσινου – Τρομπούκη, Φωτεινή Μπαλάσκα – Κουτρούμπα. Πάνω οι Κώστας Ρίζος και Γιώργος Καραγιάννης. (Φωτο από συλλογή οικογένειας Κουτρούμπα)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Μια ματιά στο παρελθόν της Τζουμερκιώτικης φύσης….

Η αφίσα αποτυπώνει τον εντυπωσιακό καταρράκτη των Τζουμέρκων σε μια σπάνια, αυθεντική στιγμή της παλιάς εποχής. Πρωταγωνιστές, πέρα από τη δύναμη της φύσης, τα αγριοκάτσικα που στέκονται αγέρωχα μπροστά από το ορμητικό νερό, ενσωματωμένα πλήρως στο άγριο, πετρώδες τοπίο. Μια εικόνα γεμάτη αυθεντικότητα και ηπειρώτικη περηφάνια, που θυμίζει την άρρηκτη σχέση ανθρώπου, ζώου και φύσης στα βουνά της Ελλάδας. (Η αφίσα είναι από την συλλογή της κ. Σοφίας Εξάρχου)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Ο αθλητικογράφος Ν. Καλμούκος

Ο Νικόλαος Καλμούκος δραστηριοποιήθηκε σαν αθλητικός ανταποκριτής στην Άρτα των εφημερίδων ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΣΠΟΡ και ΟΜΑΔΑ. Ανέλαβε την ενημέρωση των εφημερίδων για τα αθλητικά τεκταινόμενα στην Άρτα μετά τον θάνατο του αδελφού του Αρίστου Καλμούκου, από το 1970 μέχρι τις αρχές του 2000.

Υπήρξε μέλος του Δ. Σ. του Πολιτιστικού Συλλόγου “Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ” και, ως καλλίφωνος, μέλος της χορωδίας του Συλλόγου και κανταδόρος.

Στη φωτογραφία το “Δελτίον Αναγνωρίσεως Ανταποκριτού” του Ν. Καλμούκου για την εφημερίδα ΟΜΑΔΑ. (Φωτο & Παρουσίαση Κ. Μπανιάς).

Δημοσιεύθηκε στη Αθλητικές Εκδηλώσεις | Σχολιάστε

Η Στρίγγλα* της Μπρένιστας!

Κάποτε, στα χρόνια τα παλιά, τόσο παλιά που μόνο οι πέτρες τα θυμούνται, ζούσε στη Μπρένιστα, (το σημερινό Κορφοβούνι), μια όμορφη κοπέλα, ορφανή από πατέρα και μοναχοκόρη της μάνας της. Η ζωή τους κυλούσε δύσκολα, γεμάτη φτώχεια και μόχθο, αλλά τα βράδια, όταν φυσούσε το αγέρι ανάμεσα στις καστανιές, οι δυο γυναίκες έπλεκαν όνειρα πλάι στη φωτιά.

Όμως ένα βράδυ, ο άνεμος γύρισε ανάποδα. Μάνα και κόρη καβγάδισαν άγρια. Και πάνω στον θυμό της, η μάνα –αντί για χάδι και συγχώρεση– ξέφρενα ξεστόμισε κατάρα:

«Στρίγγλα να γίνεις!»

Και… έγινε. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε νύχτα, όταν σκοτείνιαζε ο ουρανός και τα πουλιά κουρνιάζανε σιωπηλά, η κοπέλα μεταμορφωνόταν. Όχι πια γλυκιά, ούτε ανθρώπινη. Μα πλάσμα σκοτεινό, δαιμονικό, φτερωτό σαν τη νυχτερίδα και διψασμένο για αίμα. Ήταν η Στρίγγλα.

Με φτερά που θρόιζαν σαν ξερά φύλλα και μάτια που έλαμπαν σαν κάρβουνα, πετούσε πάνω από τις στέγες του χωριού. Κι από το στόμα της έβγαινε μια μακριά, εφιαλτική προβοσκίδα – σαν χοντρή κλωστή, μα ζωντανή. Την κατέβαζε αργά από τη στέγη ως τη μύτη των μικρών παιδιών και τους ρουφούσε το αίμα σιωπηλά, χωρίς κανείς να καταλάβει τίποτα. Και το πρωί, το παιδί δεν ξυπνούσε. Είχε φύγει ήσυχα, σαν όνειρο που δεν πρόλαβε να τελειώσει.

Ο φόβος τύλιξε το χωριό σαν ομίχλη. Τα σπίτια άδειαζαν, οι γονείς έφευγαν με τα παιδιά στην αγκαλιά. Ο τόπος ρήμαξε. Έμειναν μόνο οι τολμηροί κι οι ανήμποροι να φύγουν, που ξενυχτούσαν κάθε βράδυ δίπλα στα κρεββάτια των παιδιών τους, με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι.

Ώσπου ένα βράδυ, καθώς η φλόγα τρεμόπαιζε στο λαδοφάναρο κι ο άνεμος λυσσομανούσε, ένας ράφτης καθόταν και φύλαγε το παιδί του. Έραβε σιωπηλά, όταν την είδε: μια προβοσκίδα να κατεβαίνει από τη σκεπή σαν πονηρή αράχνη. Χωρίς να διστάσει, άρπαξε το ψαλίδι και τσάκ! την έκοψε. Άλλοι λένε πως έκαψε τη μασιά στις φλόγες του τζακιού και τη θέρισε με φωτιά.

Ακούστηκε κραυγή αλλόκοσμη, ανατριχιαστική. Η Στρίγγλα ούρλιαξε από πόνο και τρόμο.Και στην βιασύνη της να φύγει μακριά, έχασε την κάπα της….

Την άλλη μέρα, οι κάτοικοι που είχαν απομείνει μαζεύτηκαν στην πλατεία του χωριού. Ένα πράγμα έψαχναν: ποιος είχε σημάδι στο πρόσωπο ή στο στόμα, ποιος είχε πληγή – ίσως έτσι αποκάλυπταν το τέρας. Όλοι ήταν παρόντες. Όλοι, εκτός από τη νεαρή κόρη. Όταν ρώτησαν τη μάνα της πού βρίσκεται, εκείνη κατέβασε το βλέμμα και με πικρία είπε: «Είναι άρρωστη…»

Οι χωριανοί δεν πείστηκαν. Ξεκίνησαν για το σπίτι της, στις Καλάθες. Η Στρίγγλα το κατάλαβε και έφυγε. Άλλοι λένε πως κρύφτηκε στο Πουρνάρι το Μοναχό, άλλοι λένε πως τρύπωσε στον τεράστιο, κουφωμένο πλάτανο στη βρύση του Τσούινη.

Εκεί, στην κουφάλα του δέντρου, την περικύκλωσαν. Και άναψαν φωτιά. Οι φλόγες φούντωσαν, τύλιξαν το κορμί της, και τότε εκείνη φώναξε δυνατά, σαν να ήθελε να αλλάξει τη μοίρα της: «Ποιος σας είπε ότι εγώ είμαι η Στρίγγλα;» Μα οι χωριανοί της έδειξαν την κάπα που είχε χάσει το προηγούμενο βράδυ – καρφωμένη πάνω σ’ έναν πάσσαλο.

Θυμωμένη, γεμάτη λύσσα και πόνο, τίναξε μια φλόγα από μέσα της και έκαψε την κάπα και τον πάσσαλο. Μα δεν γλίτωσε. Όσο κι αν είχε μέσα της δαίμονες, όσο κι αν ήταν κακόβουλο πνεύμα, κάηκε. Κι έτσι τελείωσε η σκοτεινή της ιστορία.

Από τότε, το χωριό ανάσανε. Οι άνθρωποι άρχισαν να επιστρέφουν, τα παιδιά να γελούν ξανά στις αυλές, και οι φλόγες στα τζάκια να λένε παραμύθια – για τη Στρίγγλα που χάθηκε, αλλά και για την αγάπη που, ακόμη και καταραμένη, μπορεί να σωθεί. Κι έτσι, όπως λένε στα παραμύθια… Έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα….(Διασκευή : Α. Καρρά – Πηγή κειμένου : ΚΟΡΦΟΒΟΥΝΙ (ΜΠΡΕΝΙΣΤΑ) ΑΡΤΑΣ, Κ. Κοκκινέλης, Αθήνα, 2013)

*Ο μύθος της Στρίγγλας , του σατανικού αυτού πνεύματος με τις διαμονικές ικανότητες, προέκυψε στην προσπάθεια των ανθρώπων να εξηγήσουν το ότι οι άνθρωποι και ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά, πέθαιναν από διάφορες αγιάτρευτες, θανατηφόρες αρρώστιες όπως η ευλογιά και η πανούκλα…Ό,τι δηλαδή δεν θεραπεύονταν, οφείλονταν σε υπερφυσικά πλάσματα και δαιμόνια…

Η παραμυθένια εικόνα δημιουργήθηκε με ΑΙ.

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Το Αρχοντικό Δημητρίου Τρουβά

Λάβαμε σήμερα το πολύ όμορφο βιβλιαράκι με την ιστορία του Αρχοντικού του Δημητρίου Τρουβά στην Άρτα, όπου περιέχονται το ιστορικό του κτηρίου, η αποτύπωση της οικίας πριν την αποκατάσταση και η περιγραφή της μετά την αποκατάσταση. Τα κείμενα συνοδεύονται από εντυπωσιακές φωτογραφίες και σκίτσα του Σ. Μαμαλούκου. Ας ελπίσουμε ότι θα στολίσει αρκετές βιβλιοθήκες….

Μπορείτε να διαβάσετε σχετικά στο λινκ https://doxesdespotatou.com/ta-palaia-astika-spitia-tis-artas/

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Εκδρομή στον Αμβρακικό!

Ημερήσια εκδρομή στον Αμβρακικό με τον “Άγιο Νικόλαο”, την δεκαετία του ’50. (Φωτο από αρχείο Κλαίρης Βαφιά Μπανταλούκα)

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

Τα “χτένια” του Αμβρακικού σε ένα αρχαίο βιβλίο συνταγών!

“Οι περισσότεροι από μας, περπατώντας στην αμμουδιά στην Κορωνησία ή στο Μενίδι, σκύψαμε και μαζέψαμε κοχύλια, σαν ανάμνηση των καλοκαιρινών διακοπών μας. Κοχύλια και όστρακα, στολίδια  που ξέβρασε η θάλασσα κι απ’ τα οποία είναι γεμάτες οι ακτές του Αμβρακικού…

Η πρώτη γνωστή αναφορά στα φημισμένα όστρακα της Αμβρακίας αφορά τα χτένια (pecten) και βρίσκεται σε ένα ποίημα του Ρωμαίου ποιητή Έννιου από τον 2ο αιώνα π.Χ., με τίτλο Ambracia. Ο Έννιος είχε ακολουθήσει τον Ρωμαίο ύπατο Μάρκο Φούλβιο Νοβιλίο (Μ. Fulvius Nobilior) στην εκστρατεία του εναντίον των Αιτωλών και την πολιορκία της Αμβρακίας το 189 π.Χ., γεγονός που τον έκανε να γνωρίσει καλά την περιοχή.

Στο έργο του Χρονικά, και ειδικά στο 15ο βιβλίο, θυμάται αυτή την εκστρατεία. Από αυτό το έργο σώζονται μόνο μερικά αποσπάσματα, ανάμεσά τους και ένα που εξυμνεί τα ψάρια και τα οστρακοειδή της περιοχής. Το απόσπασμα αυτό διασώθηκε από τον Απουλήιο και φαίνεται πως ο Έννιος βασίστηκε στον αρχαίο Έλληνα ποιητή Αρχέστρατο από τη Γέλα ή τις Συρακούσες της Σικελίας, ο οποίος έζησε τον 4ο αιώνα π.Χ. και θεωρείται ο «πατέρας της γαστρονομίας».

Το πιο γνωστό έργο του Αρχέστρατου ήταν η Ηδυπάθεια ή Γαστρονομία, γραμμένο σε έμμετρο λόγο. Από αυτό σώζονται 62 αποσπάσματα μέσω του έργου Δειπνοσοφισταί του Αθήναιου (2ος αι. μ.Χ.). Το ποίημα, με χιουμοριστικό ύφος, συμβουλεύει τους αναγνώστες πού να βρουν το καλύτερο φαγητό γύρω από τη Μεσόγειο και παραθέτει συνταγές και τρόπους μαγειρέματος – κυρίως για ψάρια. Ο Αρχέστρατος ενθαρρύνει τους ανθρώπους να αφήσουν στην άκρη την εγκράτεια και να απολαύσουν χωρίς ενοχές το καλό φαγητό.

Ένα απόσπασμα του λέει:

«Τις μεγάλες μπάφες τις έχει η Αίνος, τα στρείδια η Άβυδος,

τους κάβουρες η Πάριος, και τα χτένια η Μυτιλήνη —

ενώ η Αμβρακία έχει τα περισσότερα και πιο πλούσια απ’ όλα…»

(Τούς μᾶς εἶνος ἔχει μεγάλους, ὄστρεια δ’ Ἄβυδος,

τάς ἄρκτους Πάριον, τούς δέ κτένας ἡ Μιτυλήνη —

πλείστους δ’ Ἀμβρακία παρέχει καί ἄπλατα μετ’ αὐτῶν…)

Ο Έννιος μετέφρασε αυτό το χωρίο στα λατινικά και έγραψε:

“Mures sunt Aeni asperaque ostrea plurima Abydi;

Mitylenae est peclen Caradrumque apud Ambraciai.”

(Η Αίνος έχει τις μουρούνες, και η Άβυδος τα τραχιά και πολυάριθμα στρείδια· η Μυτιλήνη έχει τα χτένια κι ο Χάραδρος κοντά στην Αμβρακία.)

Η λέξη Caradrum δείχνει πως τα γνωστά χτένια της Αμβρακίας προέρχονταν από την πόλη Χάραδρος, της οποίας η ακριβής θέση δεν είναι γνωστή. Πιθανολογείται ότι βρισκόταν κοντά στη σημερινή Φιλιππιάδα (Νομός Πρέβεζας) ή τη Στρογγυλή (Νομός Άρτας). Πληροφορίες που δείχνουν ότι υπήρχαν ίσως οργανωμένες καλλιέργειες οστρακοειδών στην περιοχή προέρχονται από μια λίθινη επιγραφή που αναφέρεται σε συνοριακή συμφωνία μεταξύ Αμβρακίας και Χαράδρου. Σε αυτήν καταγράφεται και η τοποθεσία Οιστρέον, στις εκβολές του ποταμού Άφα (σημερινού Λούρου), η οποία φαίνεται να σχετίζεται με οστρακοκαλλιέργεια. Η ονομασία παραπέμπει στον λατινικό όρο ostriaria, που δηλώνει εγκατάσταση για όστρακα.….” (Κείμενο : Α. Καρρά – Πηγές : 1. Cabanes, P., Andreou, I., 1985. Le reglément frontalier entre les cités d’Ambracie et Charadros, BCH 109, I,499-544

2. Παυλίδης, Ε., «Η σημασία δημιουργίας και ο ρόλος ενός θεματικού Μουσείου Αλιείας Θαλάσσιας πανίδας Αμβρακικού για την τοπική κοινωνία της Πρέβεζας», ΕΑΠ, 2018)

Στη φωτογραφία «Χτένια διάφορα». (Πηγή : Illustrations of the Fossil Conchology of Great Britain and Ireland, with the description and localities of all the species is a book written and illustrated by Thomas Brown in 1849).

Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | Σχολιάστε

Το Κοινοτικό κατάστημα στο Αθαμάνιο!

Το νέο Κοινοτικό Κατάστημα στο Αθαμάνιο στις αρχές της δεκαετίας του ’50. (Φωτο από Οίκο Δημοπρασιών)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε

Προς το Αθαμάνιο….

1960ς – Η φωτογραφία έχει τον τίτλο ” Οδός κατευθυνόμενη προς Αθαμάνιο”. Μάλλον τα σπίτια που διακρίνονται κάτω δεξιά ανήκουν στο Αθαμάνιο. (Φωτο από προσωπική συλλογή).

Δημοσιεύθηκε στη Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους | Σχολιάστε