Άποψη της Μονής από χαμηλά. Φωτογραφία του Π. Βοκοτόπουλου από τον Οκτώβριο του 1970. (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Θεσσαλονίκη, 2011)

Άποψη της Μονής από χαμηλά. Φωτογραφία του Π. Βοκοτόπουλου από τον Οκτώβριο του 1970. (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Θεσσαλονίκη, 2011)

“Μια φωτογραφία που αποτυπώνει μια στιγμή διασκέδασης μιας άλλης εποχής, τότε που η απλότητα ήταν το μέτρο της χαράς. Ένα μικρό, σιδερένιο τραπέζι με ποτήρια, ένα μπουκάλι κρασί κι ένα πιάτο με μεζέδες αποτελούν το κέντρο της παρέας. Δεν υπάρχει πολυτέλεια∙ μόνο η ουσία της ανθρώπινης συντροφιάς.
Οι άντρες, ντυμένοι λιτά, αφήνονται στη ζεστασιά της στιγμής. Ο ένας υψώνει το μπουκάλι με αυθορμητισμό, ο άλλος χαμογελά πλατιά, ενώ δίπλα τους η συντροφιά παρακολουθεί με βλέμματα σοβαρά και τρυφερά μαζί…… Οι γυναίκες στέκουν με σεμνότητα, κουβαλώντας εκείνη την αίσθηση της ισορροπίας που χαρακτήριζε τον ρόλο τους στις παρέες και στις οικογένειες.
Το περιβάλλον είναι λιτό, μα η λιτότητα αυτή δεν στερεί τίποτα∙ αντίθετα αναδεικνύει το πνεύμα της εποχής. Χωρίς θόρυβο και περιττά στολίδια, η ίδια η παρέα γίνεται το γλέντι. Το κρασί, ο λιγοστός μεζές και η κουβέντα μεταμορφώνουν την καθημερινότητα σε γιορτή.
Μέσα από το ασπρόμαυρο της φωτογραφίας αναδύεται η νοσταλγία μιας Ελλάδας που ήξερε να χαίρεται με το λίγο, να βρίσκει τη χαρά στο μοίρασμα και να κάνει την απλότητα πλούτο……” (Η φωτογραφία είναι από παλιά διαφήμιση- Κείμενο Α. Καρρά)

Δεκαετία του ’30. Το Διπλοκάγκελο στην Παναγιά των Μελισσουργών. Ο γιατρός Μπανιάς σέρνει το χορό….. (Πηγή : Από το βιβλίο του Ανδρέα Ρίζου με τίτλο “ΤΟ ΔΙΠΛΟΚΑΓΚΕΛΟ”, Αθήνα, 2017)

Όταν το πανηγύρι γινόνταν στον Κάμπο των Μελισσουργών – δεκαετία 1920. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο Γ. Καραμάνη, όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Ανδρέα Ρίζου “Το Διπλοκάγκελο”.

‘Ήταν καλοκαίρι του 1970, Δεκαπενταύγουστος, όντας μαθητής του Γυμνασίου, επισκεπτόμουν για πρώτη φορά τον γενέθλιο τόπο του πατέρα μου, τους Μελισσουργούς. Δεν είχαμε, τότε, πολλά πάρε δώσε με το χωριό, καθώς οι δικοί μου είχαν πιάσει κονάκι στη Βαλαώρα της Άρτας, ήδη από το 1935.
Θυμάμαι τα βάβω Κώσταινα (Μαρία Λυγούρα), τη μάνα του πατέρα μου, που μου έλεγε ιστορίες από το χωριό, για το πέρα από το ποτάμι τούρκικο και αργότερα για τα χρόνια της κατοχής. Η βάβω γεννήθηκε το 1898 και πέθανε το 1978. Έζησε πολλά χρόνια στο χωριό, το αγαπούσε και μετέδωσε και σε μας την αγάπη για τους Μελισσουργούς.
Μπορεί έτσι να μην είχαμε πολλές σχέσεις με το χωριό, ωστόσο διατηρήθηκαν οι δεσμοί με τους Μελισσουργιώτες, καθότι οι περισσότεροι φεύγοντας από αυτό, μετά τον εμφύλιο, εγκαταστάθηκαν στην Άρτα, εκεί έφτιαξαν σπίτια, έπιασαν δουλειές και έκαμαν οικογένειες. Είχαν μάλιστα στην πόλη και τη δική τους συνοικία, τα μελισσουργιώτικα, πάνω στον λόφο της Περάνθης (Βαλαώρα).
Η μελισσουργιώτικη παροικία στην Άρτα ήταν και είναι δυναμική, μαζί με τη θεοδωριανίτικη και την πραμαντιώτικη. Μέχρι και δήμαρχο έβγαλε στην Άρτα το 1963, τον αείμνηστο Μελισσουργιώτη γιατρό Χρήστο Γκίζα.
Δεκαπενταύγουστος, λοιπόν, του 1970. Και πού θα μείνουμε; Παιδιά ήμασταν, ξενοδοχεία δεν υπήρχαν, αλλά και να υπήρχαν, ούτε λόγος… Την πρώτη χρονιά ευτυχώς άνοιξε το σπίτι του ο αείμνηστος τσέλιγκας Βασίλης Αριστείδη Ρίζος και μας φιλοξένησε. Κι από τότε κάθε χρόνο στους Μελισσουργούς το καλοκαίρι, πότε σε αυτό το σπίτι και πότε στο άλλο του επίσης τσέλιγκα αδερφού του Μήτσου Ρίζου. Και οι δύο πρώτα ξαδέρφια του πατέρα μου.
Η πρώτη εντύπωση από το χωριό ήταν τα έλατα και τα πολλά νερά. Ελατοδάση το περιτριγυρίζουν και πολλές βρύσες υπάρχουν στο μεσοχώρι, στα μαγαζιά που το λένε, που το νερό τους χρόνια τώρα ρέει ασταμάτητα.
Ήταν πάλι και το πανηγύρι, μέρες που ήταν. Κλαρίνα, βιολιά και δημοτικά τραγούδια (θυμάμαι ακόμα το “Μαρία λεν’ την Παναγιά” και το “Παπάς βαρεί τα σήμαντρα”). Κι ύστερα ένας μεγάλος κυκλικός χορός, άντρες και γυναίκες χώρια, τραγούδι με το στόμα και χορευτικά βήματα αργά και βαριά. Ήταν το διπλοκάγκελο.
Μεγάλη εντύπωση μού έκανε επίσης και τούτο, όπως μου το εξήγησαν μετέπειτα. Για να δροσίσουν τα αναψυκτικά και τα ποτά, αγωγιάτες ξεφόρτωσαν σε σακιά … πάγο στην Παναγιά και τα έδωσαν στους μαγαζάτορες που έκαναν το πανηγύρι. Μόνο που τα σακιά δεν είχαν πάγο αλλά… χιόνι! Χιόνι Δεκαπενταύγουστο μήνα! Κι είναι πράγματι έτσι……” (Πηγή : Από το βιβλίο του Ανδρέα Ρίζου με τίτλο “ΤΟ ΔΙΠΛΟΚΑΓΚΕΛΟ”, Αθήνα, 2017. Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Ρίζο που μας το χάρισε…)
Στη φωτογραφία το εξώφυλλο του βιβλίου, αφιερωμένο στο διπλοκάγκελο των Μελισσουργών.

Η φωτογραφία, από παλιό τεύχος του περιοδικού “ΤΟ ΒΟΥΝΟ”, έχει τον τίτλο “Τζουμέρκα – Κορυφή Παπαρρόδου”. Κάτω δεξιά η ομάδα των ορειβατών, θαυμάζει το άγριο τοπίο….
Αν και πρώτη φορά ακούμε αυτό το όνομα στα Τζουμέρκα, να θυμίσουμε ότι ο Ταγματάρχης Ιωάννης Παπαρρόδου ήταν αυτός που ξεκίνησε την ίδρυση του πρώτου τάγματος χιονοδρόμων στον Ελληνικό χώρο και βρήκε ηρωικό θάνατο μαχόμενος μέχρις εσχάτων! Έτσι, προς τιμήν του, το όνομά του δόθηκε σε ψηλές βουνοκορφές…
Γεννήθηκε στην Υπάτη το 1904 και ήταν γιος του Κ. Παπαρρόδου, ήρωα του πολέμου του 1912-13. Το 1920 εισήλθε πρώτος στην ΣΣΕ και αποφοίτησε μεταξύ των πρώτων το 1923 ως Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού. Ως Αξιωματικός ήταν απαράμιλλος σε μόρφωση, ευφυΐα, ήθος, εργατικότητα και απόδοση, που τον έκαναν υπόδειγμα αξιωματικού. Ήταν επίσης αθλητής στίβου, κυνηγός, σκοπευτής, μοτοσικλετιστής, ορειβάτης, χιονοδρόμος, σκιέρ και πάντοτε πρώτος. Το αγώνισμα των χιονοδρομιών υπήρξε το πάθος του. Η αγάπη του για την ορειβασία και το βουνό τον έφεραν το έτος 1928 στην Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού.
Τον Ιανουάριο 1941 του ανατέθηκε η οργάνωση του πρώτου τάγματος Χιονοδρόμων του Στρατού. Την 5 Απριλίου 1941, όταν διαλύθηκε το τάγμα Χιονοδρόμων, (παραμονή της γερμανικής επίθεσης), ανέλαβε την Διοίκηση της ΧΧΙΒ Ορειβατικής μοίρας Πυροβολικού. Σκοτώθηκε στις 15 Απριλίου 1941, πολεμώντας τους Γερμανούς…. (Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο λινκ https://www.thepressroom.gr/amyna/15-aprilioy-1941-peftei-mahomenos-kata-ton-germanon-o-iros-tagmatarhis-ioannis-paparrodoy-0)

Η εικόνα αποπνέει τη λιτή μεγαλοπρέπεια μιας άλλης εποχής στα Τζουμέρκα του ’30. Στο φόντο, ο τραχύς πέτρινος τοίχος καλύπτεται από υφαντό με σκούρες, κατακόρυφες ρίγες, σαν να θέλει να ντύσει με επισημότητα τη στιγμή. Ο άντρας, ο Αναστάσιος Μπανιάς, επιβλητικός μέσα στη λευκή του φουστανέλα και το μαύρο γιλέκο, στέκει σαν ζωντανό κομμάτι της παράδοσης και της αντρειοσύνης του τόπου. Δίπλα του, η γυναίκα, η Φωτεινή Τρομπούκη, με τη σκοτεινή, αυστηρή φορεσιά και το ακίνητο βλέμμα, ενσαρκώνει τη σεμνότητα και τη σιωπηλή δύναμη της αγροτικής ζωής. Η αντίθεση ανάμεσα στο εκτυφλωτικό λευκό και το βαθύ μαύρο των ενδυμάτων τους μοιάζει να αφηγείται, χωρίς λόγια, την ισορροπία ανάμεσα στο φως και τη σκιά της ζωής, σε ένα ορεινό χωριό των Τζουμέρκων…. (Φωτο από αρχείο Κ. Μπανιά)

1953 – Η νεολαία των Μελισσουργών σε αναμνηστική φωτογραφία. Όρθιοι η παλιά σειρά του 1930. Οι νεότεροι…κάτω. Από αριστερά : Κων/νος Μπανιάς, Κων/νος Γ. Καραβασίλης, Χ. Κούτσικος, …Χαλκιάς, Κ. Νασιούλας.
Κάτω αριστερά : Χ. Σ. Μαστρογιάννης, Θ. Παπαγιάννης, Ι. Νικολάου (Παλιούρας), Γ. Χουλιάρας, Σ. Φ. Καραγιώργος, Δ. Η. Κοντοχρήστος, Β. Γ. Καραβασίλης, Κ. Β. Μαστρογιάννης, Στ. Β. Μπαλάσκας, Σπ. Μαστρογιάννης, Στ. Χαρίσης.
Όρθιοι δεξιά : Χαρ. Χαρίσης, Στ. Κάτσινος, Χρ. Κ. Νικολάου, Κ. Δ. Γκίζας, Γ. Ν. Καραβασίλης, Ι. Ζουμπούλης, Χριστοφ. Βασιλείου, Αλ. Πλάκας, Γ. Δ. Μαστρογιάννης, Αδελφοί Απόστολος, Γρηγόρης & Βασίλης Μπανιάς, Απ. Γιώτης, Χ. Ι. Θεοδώρου, Γρ. Χριστοδούλου (Λάκης). [Φωτο από αρχείο Σοφίας Γ. Καραβασίλη – Ιερωνυμάκη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς].

Δεν υπάρχει Αρτηνή οικογένεια που να μην έχει κάνει τη βόλτα της στο Ξενία και τις τρεις δεκαετίες που ήταν σε λειτουργία… Στη φωτογραφία η οικογένεια Μάχου Ρίγγα μπροστά στην είσοδο του ξενοδοχείου, κάποιο καλοκαίρι….(Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της κυρίας Πηνελόπης Ρίγγα)

“Στα τείχη του Κάστρου της Άρτας με φόντο το Ξενία, το 1966”. (Φωτο από το αρχείο του Αναστάσιου Πολάτογλου, όπως αναρτήθηκε στην ομάδα “Ξενοδοχεία του χθες, Ιστορικά και αρχιτεκτονικά ίχνη”)
