🐟 Ο αφορισμός της Βόνιτσας (1530)

Τα χέλια του Αμβρακικού, η Μονή Κορωνησίας και ένα αυστηρό γράμμα του Πατριάρχη Ιερεμία Α΄

Ανάμεσα στις πιο παράξενες αλλά και πιο γοητευτικές ιστορίες του Αμβρακικού κόλπου υπάρχει μία που έχει γίνει σχεδόν θρύλος: η ιστορία με τα χέλια, τη Μονή Κορωνησίας και τον αφορισμό των κατοίκων της Βόνιτσας τον 16ο αιώνα.

Όπως συμβαίνει συχνά, πίσω από τον θρύλο υπάρχει ένας πυρήνας αλήθειας· κι αυτός ο πυρήνας είναι ένα πατριαρχικό γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιερεμία Α΄, γραμμένο το 1530, την ίδια εποχή που ο Πατριάρχης βρισκόταν στην Άρτα και τέλεσε αγιασμό στην Παρηγορήτισσα.

Το κείμενο εντόπισε και δημοσίευσε το 1937 ο μεγάλος ιστορικός Δ. Ζακυθηνός. Πρόκειται για ένα αυθεντικό, αυστηρό γράμμα που απευθύνεται:

«Πρός τόν θεοφιλέστατον ἐπίσκοπον Βονδίτζης, τούς ἐντιμοτάτους κληρικούς καί τούς καλλιστεύοντας χριστιανούς τῆς πόλεως.»

Ας δούμε τι πραγματικά συνέβη.


🏝️ Η Μονή Κορωνησίας και τα βιβάρια της

Η Μονή Κορωνησίας (ή Κορακονησίας), χτισμένη στο νησί της Κορωνησίας μέσα στον Αμβρακικό, ήταν από τον Μεσαίωνα μέχρι και τον 18ο αιώνα ένα από τα ισχυρότερα μοναστήρια της περιοχής.

Η δύναμή της βασιζόταν σε μεγάλη ακίνητη περιουσία:

  • νησάκια (Κέφαλος, Λίσα κ.ά.),
  • χωριά και κτήματα,
  • ιχθυοτροφεία (ιβάρια) στον Αμβρακικό.

Τα ιβάρια αυτά —ειδικά τα ιβάρια χελιών— αναφέρονται στο πατριαρχικό γράμμα με μια χαρακτηριστική λέξη:

«χελοκοφινοβίβαρα»
δηλαδή ιχθυοτροφεία για χέλια, με καλάθια-παγίδες (κόφινους).

Τα χέλια του Αμβρακικού ήταν πολύτιμος πόρος· για τις μονές, ήταν συχνά η κύρια πηγή εισοδήματος.


⚠️ Το πρόβλημα: κάποιοι «τάχα χριστιανοί» της Βόνιτσας

Στο γράμμα του, ο Ιερεμίας Α΄ μεταφέρει τις διαμαρτυρίες του πρώην μητροπολίτη Ιωαννίνων Γενναδίου και των μοναχών της Κορωνησίας:

  • κάποιοι κάτοικοι της Βόνιτσας,
  • «ἐπαπειλῶνται» (απειλούν)
  • ότι θα επιβάλουν «τέλος αυθεντικόν» στα χελοκοφινοβίβαρα της μονής,
  • και ότι θα τα αποσπάσουν από τη δικαιοδοσία της.

Ουσιαστικά, μια ομάδα κατοίκων ή τοπικών προκρίτων προσπαθούσε:

  • είτε να επιβάλει φορολογία στη μονή,
  • είτε να πάρει στα χέρια της τα ιβάρια,
  • είτε να εκμεταλλεύεται παράνομα την παραγωγή χελιών.

Στο γράμμα, ο Πατριάρχης χρησιμοποιεί σκληρές εκφράσεις, χαρακτηρίζοντάς τους «τάχα χριστιανούς».

Η διαμάχη, λοιπόν, δεν ήταν για «κλεμμένα χέλια» με τη στενή έννοια, όπως συχνά λέγεται σήμερα·
ήταν μια σοβαρή σύγκρουση περιουσιακών δικαιωμάτων σε έναν πλούσιο ψαρότοπο.


⚡ Η πατριαρχική αντίδραση: «…ἔχομεν αὐτούς ἀφωρισμένους…»

Στο αποκορύφωμα του γράμματος, ο Πατριάρχης Ιερεμίας Α΄ απευθύνει απειλή αφορισμού:

«Ἔχει αὐτούς ἀφωρισμένους ἡ μετριότης ἡμῶν, καί κατηραμένους καὶ ἀσυγχώρητους…»

Ο αφορισμός δεν αφορά όλη τη Βόνιτσα·
αφορά όσους επιμείνουν να βλάψουν τη μονή και να σφετεριστούν τα βιβάρια της.

Ωστόσο, στο λαϊκό φαντασιακό της περιοχής —και στη νεότερη δημοσιογραφία— η υπόθεση με τα χέλια έγινε εύκολα:

«Ο αφορισμός της Βόνιτσας επειδή έκλεβαν χέλια από τα ιβάρια της μονής Κωρονησίας.»

Η ιστορική πραγματικότητα είναι πιο ακριβής, αλλά και πιο ενδιαφέρουσα.


🌊 Γιατί αυτή η υπόθεση είναι σημαντική για την Άρτα;

Το γράμμα του Ιερεμία Α΄ χρονολογείται Ιούλιος 1530 — ακριβώς την εποχή που ο Πατριάρχης:

  • βρίσκεται στην Άρτα,
  • επισκέπτεται την Παρηγορήτισσα,
  • και παρεμβαίνει διοικητικά στις μονές του Αμβρακικού.

Γι’ αυτό ο Ζακυθηνός συμπεραίνει με βεβαιότητα ότι το γράμμα γράφτηκε στην Άρτα.

Έτσι, τα δύο γεγονότα —ο αγιασμός στην Παρηγορήτισσα και ο αφορισμός για τα ιβάρια— δεν είναι δύο άσχετα επεισόδια·
είναι μέρη της ίδιας περιοδείας του Πατριάρχη στην Ήπειρο,
και της προσπάθειάς του να ρυθμίσει:

  • περιουσίες μοναστηριών,
  • θέματα δικαιοδοσίας,
  • και καταπατήσεις από τοπικούς παράγοντες.

Η Άρτα του 16ου αιώνα, λοιπόν, βρίσκεται στο επίκεντρο πατριαρχικών παρεμβάσεων που αγγίζουν όλο τον Αμβρακικό.


🧭 Τι έγινε τελικά;

Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια την έκβαση της υπόθεσης.
Οι πηγές δεν λένε αν:

  • ο αφορισμός εφαρμόστηκε,
  • οι κάτοικοι συμμορφώθηκαν,
  • ή αν η διαμάχη κράτησε χρόνια.

Ξέρουμε, όμως, ότι η Μονή Κορωνησίας συνέχισε να λειτουργεί και να κατέχει ιβάρια επί αιώνες,
ενώ η Βόνιτσα δεν φαίνεται να υπέστη κάποια μακροχρόνια εκκλησιαστική ποινή — αυτό ανήκει περισσότερο στη σφαίρα της λαϊκής παράδοσης.


🐟 Από την ιστορία στον μύθο

Με τον καιρό, η ιστορία μετατράπηκε σε λαϊκό αφήγημα:
«Οι Βονιτσιώτες έκλεψαν τα χέλια του Πατριάρχη — και αφορίστηκαν!»

Το 2013, μάλιστα, τελέστηκε στη Βόνιτσα τελετή «άρσης του αφορισμού», με την παρουσία εκπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου — μια πράξη περισσότερο συμβολική και λιγότερο βασισμένη σε ιστορικό γεγονός.

Η πραγματική ιστορία, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη και πιο ανθρώπινη:

  • μοναχοί που προσπαθούν να προστατεύσουν τον μόχθο τους,
  • τοπικοί παράγοντες που πιέζουν να ελέγξουν έναν πλούσιο πόρο,
  • ένας Πατριάρχης που ταξιδεύει στην Ήπειρο και θέλει να επιβάλει τάξη.

Κι όλα αυτά μέσα στο μοναδικό τοπίο του Αμβρακικού, όπου τα χέλια δεν ήταν απλώς φαγητό — ήταν νόμισμα, επιβίωση και εξουσία.


Στη φωτογραφία του Π. Βοκοτόπουλου “Βιβάριο στην Κορωνησία, Ιούνιος 1970” από το Λεύκωμα “ΗΠΕΙΡΟΣ”, Θεσσαλονίκη, 2011.

📚 Ενδεικτική βιβλιογραφία

Για αναγνώστες και μελετητές:

  1. Δημήτριος Ζακυθηνός,
    «Ἀνέκδοτον γράμμα τοῦ Πατριάρχου Ἰερεμίου τοῦ Α΄ περὶ τῆς Μονῆς τῆς Κορακονησίας»,
    Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 13 (1937), 192–196.
    → Η πλήρης δημοσίευση του πρωτογενούς εγγράφου.
  2. Ιστορικές αναφορές στη Μονή Κορωνησίας, μέσα από σύγχρονες μελέτες, τοπικά αρχεία και παρουσιάσεις (Μητρόπολη Νικοπόλεως, ΕΦΑ Άρτας, τοπικά αρχειοφυλάκια).
  3. Σύγχρονη βιβλιογραφία και άρθρα σχετικά με τον αφορισμό της Βόνιτσας και την παράδοσή του.
Δημοσιεύθηκε στη Ο Αμβρακικός και τα λιμάνια του | 1 σχόλιο

🕊️ Ο Πατριάρχης Ιερεμίας Α΄ στην Άρτα (1530)

Ὁ αγιασμός τῆς Παρηγορήτισσας και η εξάρτησή της από την Κάτω Παναγιά

Στην καρδιά της Άρτας, στον ναό της Παναγίας Παρηγορήτισσας, σώζεται μια μικρή αλλά ανεκτίμητη μαρτυρία: μια χειρόγραφη επιγραφή του 1530, που πέρασε απαρατήρητη για αιώνες και σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο ζωντανά τεκμήρια της ιστορίας της πόλης.

Πάνω στο επίθημα ενός κιονοκράνου, στον γυναικωνίτη του ναού, κάποιος μοναχός του 16ου αιώνα σημείωσε με μελάνι:

«ἦλθ(εν) ἐνταῦθα ὁ παναγιώτατος πατριάρχης κ(ύ)ρ Ἱερεμίας
ἐν τῷ ζλη ἔτει μηνί Ἰουλλίῳ καί ἐποίησεν ἁγιασμόν.»

Ο λακωνικός αυτός στίχος μας λέει τρία πράγματα:

  • ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Α΄ βρέθηκε ο ίδιος στην Άρτα,
  • ότι επισκέφθηκε την Παναγία Παρηγορήτισσα,
  • και ότι τον Ιούλιο του έτους ζλη΄ (7038 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή 1530 μ.Χ.) τέλεσε μέσα στον ναό αγιασμό.

Μια μικρή πρόταση, γραμμένη ταπεινά στο πλάι, γίνεται έτσι κλειδί για να ανοίξει μια ολόκληρη σελίδα ιστορίας.


Η επιγραφή του Πατριάρχη Ιερεμία Α΄ στον γυναικωνίτη της Παναγίας Παρηγορήτισσας (Άρτα): μνεία της παρουσίας του και του αγιασμού, με χρονολογία 7038 (=1530). Φωτογραφία: ΕΦΑ Άρτας (Α. Παπαδοπούλου).

Ποιος ήταν ο Ιερεμίας Α΄;

Ο Ιερεμίας Α΄ διετέλεσε Οικουμενικός Πατριάρχης σε δύο φάσεις (1522–1524 και 1525–1546) και είναι από τις πιο σημαντικές μορφές του 16ου αιώνα για το Πατριαρχείο.

Καταγόταν από τη Ζίτσα Ιωαννίνων, γνώριζε δηλαδή από πρώτο χέρι την Ήπειρο, τις μονές και τις τοπικές ιδιαιτερότητες.

Σε μια εποχή οθωμανικής κυριαρχίας, το Πατριαρχείο καλείται να παίξει διπλό ρόλο:

  • πνευματικό – να διατηρήσει την πίστη και την εκκλησιαστική συνοχή,
  • αλλά και διοικητικό/οικονομικό – να προστατεύσει τις μονές, τις περιουσίες τους και να ρυθμίσει ζητήματα δικαιοδοσίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε την παρουσία του στην Άρτα το 1530:
όχι ως «τυπική επίσκεψη», αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης κίνησης αναδιοργάνωσης του μοναστικού βίου στην περιοχή του Αμβρακικού.


Η Παρηγορήτισσα ως γυναικεία μονή

Ήδη από τις πηγές της οθωμανικής περιόδου η Παρηγορήτισσα μαρτυρείται ως γυναικεία μονή.

Τον πρώιμο 16ο αιώνα (την εποχή της επίσκεψης του Ιερεμία Α΄):

  • λειτουργεί ως γυναικείο μοναστήρι,
  • όμως βρίσκεται σε μεγάλη ένδεια και παρακμή:
    • λίγες μοναχές,
    • σοβαρά οικονομικά προβλήματα,
    • δυσκολία συντήρησης των κτιρίων και της καθημερινής ζωής της αδελφότητας.

Ο Ιερεμίας Α΄, βλέποντας την κατάσταση, δεν περιορίζεται στον αγιασμό.
Σύμφωνα με την παράδοση και τα πατριαρχικά έγγραφα της εποχής, εκδίδει πατριαρχικό σιγίλλιο, με το οποίο:

  • προσαρτά την Παρηγορήτισσα ως μετόχι
  • στην Ιερά Βασιλική Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου (Κάτω Παναγιά), επίσης στην Άρτα.

Με άλλα λόγια, η Παρηγορήτισσα τίθεται κάτω από την «ομπρέλα» μιας πιο ισχυρής και ευπορότερης μονής, της Κάτω Παναγιάς, η οποία υπαγόταν απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ως σταυροπηγιακή.

Έτσι:

  • εξασφαλίζεται καλύτερη οικονομική και διοικητική στήριξη,
  • προστατεύεται η περιουσία και η συνέχεια της Παρηγορήτισσας,
  • και ενισχύεται ο δεσμός της τοπικής Εκκλησίας της Άρτας με το Φανάρι.

Ο αγιασμός που μνημονεύει η επιγραφή του 1530 δεν είναι, λοιπόν, ένα μεμονωμένο «ευχολόγιο», αλλά εντάσσεται σε αυτή τη μεγάλη κίνηση αναδιοργάνωσης.


Το σιγίλλιο του 1578 και η μαρτυρία του 1591 (τουλάχιστον μέχρι τότε που υπάρχει γραπτή αναφορά)

Οι γραπτές πηγές δεν σταματούν στον Ιερεμία Α΄.

Τον 16ο αιώνα επανέρχεται στο προσκήνιο η Παρηγορήτισσα μέσα από τα σιγίλλια (επίσημα πατριαρχικά έγγραφα) ενός άλλου πατριάρχη, του Ιερεμία Β΄ του Τρανού.

  • Το 1578 η Παρηγορήτισσα μνημονεύεται σε σιγίλλιο του Ιερεμίου Β΄ ως:
    • γυναικεία μονή,
    • και μετόχι της Ιεράς Μονής Κάτω Παναγιάς.
    Αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα η Παρηγορήτισσα:
    • εξακολουθεί να λειτουργεί ως γυναικείο μοναστήρι,
    • και παραμένει εξαρτημένη από την Κάτω Παναγιά στο πλαίσιο της πατριαρχικής δικαιοδοσίας.
  • Ένα μεταγενέστερο σιγίλλιο του ίδιου πατριάρχη, του 1591, που αφορά ειδικά την Κάτω Παναγιά, αναφέρει ρητά ότι η μεγάλη αυτή σταυροπηγιακή μονή έχει προσαρτήσει ως μετόχι τη Μονή Παρηγορήτισσας.

Έτσι, η εξάρτηση της Παρηγορήτισσας από την Κάτω Παναγιά, που άρχισε με την παρέμβαση του Ιερεμία Α΄ γύρω στο 1530, «κλειδώνει» πια με δύο χωριστές γραπτές μαρτυρίες (1578 και 1591) και μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι τουλάχιστον μέχρι τότε η Παρηγορήτισσα είναι:

  • γυναικεία μονή,
  • μετόχι της Κάτω Παναγιάς,
  • και μέρος του δικτύου των πατριαρχικών/σταυροπηγιακών μονών του Αμβρακικού.

Για τους επόμενους αιώνες οι πηγές γίνονται πιο φειδωλές.
Ξέρουμε όμως ότι με τον καιρό η μοναστηριακή κοινότητα παρακμάζει και σταδιακά σβήνει. Στα νεότερα χρόνια:

  • από τη μεγάλη μονή σώζονται ο ναός, η Τράπεζα και 16 κελιά,
  • τα κελιά στεγάζουν υπηρεσίες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας,
  • και ο ναός λειτουργεί στην πράξη ως μουσειακό μνημείο, με λατρευτική χρήση σε ορισμένες μεγάλες εορτές.

«Με μελάνι; Και πώς δεν σβήστηκε;» – μια εύλογη απορία

Πολλοί αναγνώστες, διαβάζοντας ότι η επιγραφή του 1530 είναι γραμμένη «με μελάνι», ίσως έχουν την απορία: Πώς γίνεται να σώζεται ακόμη, σχεδόν πεντακόσια χρόνια μετά;

Η απάντηση κρύβεται:

  • στα υλικά που χρησιμοποιούσαν οι μοναχοί,
  • και στη θέση όπου γράφτηκε η επιγραφή.
  • Η επιγραφή δεν είναι γραμμένη με σύγχρονο μελάνι τύπου «στυλό», αλλά με το μοναστηριακό μελάνι της εποχής:
  • με βάση τον άνθρακα (καπνιά, κάρβουνο κ.λπ.),
  • δεμένο με φυσικές κόλλες,
  • φτιαγμένο έτσι ώστε να «δαγκώνει» το κονίαμα του τοίχου.

Τέτοια μελάνια:

  • χρησιμοποιούνταν συχνά και στη χάραξη/σχεδίαση τοιχογραφιών,
  • είναι εξαιρετικά ανθεκτικά στον χρόνο,
  • δεν οξειδώνονται εύκολα,
  • και συχνά αντέχουν περισσότερο κι από ορισμένα χρώματα.

Επιπλέον η επιγραφή βρίσκεται:

  • στον γυναικωνίτη,
  • επάνω σε επίθημα κιονοκράνου,
  • σε σημείο που δεν σοβαντίστηκε ξανά,
  • δεν δέχεται τριβή,
  • ούτε άμεση υγρασία ή ηλιακό φως.

Με απλά λόγια:
κανείς δεν την έσβησε, κανείς δεν την κάλυψε, και ο χρόνος δεν βρήκε τρόπο να την φθείρει σοβαρά. Έτσι, ένα στιγμιαίο σημείωμα ενός μοναχού τον Ιούλιο του 1530 μετατράπηκε σε πολύτιμο ιστορικό τεκμήριο για την Άρτα και την Παρηγορήτισσα.


Τι σημαίνει σήμερα αυτή η ιστορία για την Άρτα;

Η αφήγηση της επίσκεψης του Ιερεμία Α΄ στην Άρτα δεν είναι μια γραφική λεπτομέρεια «από τα παλιά». Είναι μια ζωντανή γέφυρα ανάμεσα:

  • στη βυζαντινή δόξα της πόλης,
  • στην οθωμανική περίοδο,
  • και στη νεότερη ιστορία της.

Μέσα από μια ταπεινή επιγραφή:

  • βλέπουμε την Παρηγορήτισσα ως γυναικεία μονή σε κρίση,
  • παρακολουθούμε την παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τη σωτηρία της,
  • και διακρίνουμε τη θέση της Άρτας ως σημαντικού πνευματικού κέντρου της Ηπείρου και κατά τον 16ο αιώνα.

Η Παρηγορήτισσα δεν είναι μόνο ένα θαυμαστό μνημείο αρχιτεκτονικής και τέχνης.
Είναι ένα βιβλίο από πέτρα και μελάνι, όπου η ιστορία της πόλης συνεχίζει να γράφεται – και να διαβάζεται – μέχρι σήμερα.


Στη φωτογραφία ανασύνθεση της Παρηγορήτισσας με βάση το σχέδιο του Louis-François Cassas, RE 4841.48 – View of a Greek church in Arta named “pariorztza”, ανατολική όψη της Παναγίας Παρηγορήτισσας, περ. 1780.
Το σχέδιο του Γάλλου περιηγητή αποτελεί μία από τις παλαιότερες εικαστικές αποτυπώσεις του μνημείου και προσφέρει πολύτιμο ιστορικό πλαίσιο για την επιγραφή του γυναικωνίτη, η οποία μαρτυρεί την παρουσία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία Α΄ στην Άρτα το 1530.

📚 Ενδεικτική βιβλιογραφία για περισσότερη μελέτη

Για όποιον θέλει να διαβάσει περισσότερα:

  1. Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου,
    Επιγραφή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία Α΄ στον ναό Παναγίας Παρηγορήτισσας στην Άρτα,
    ηλεκτρονική δημοσίευση (https://th-ink.gr/ Εφορεία Αρχαιοτήτων Άρτας).
  2. Εφορεία Αρχαιοτήτων Άρτας,
    Παναγία Παρηγορήτισσα (δίγλωσσο ενημερωτικό φυλλάδιο & σχετικό υλικό),
    με σύντομη παρουσίαση της ιστορίας της μονής, του γυναικείου χαρακτήρα της και της εξάρτησής της από την Κάτω Παναγιά.
  3. Ἱ. Ν. Παναγίας Παρηγορητίσσης – διαδικτυακές παρουσιάσεις (Religious Greece κ.ά.),
    με αναφορές στο σιγίλλιο του Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ (1578), όπου η μονή μνημονεύεται ως γυναικεία και μετόχι της Κάτω Παναγιάς.
  4. Τοπικές μελέτες για την Παρηγορήτισσα (ΗΧΩ ΤΗΣ Άρτας, Δεσποτάτο, κ.ά.),
    με συγκέντρωση των πατριαρχικών μαρτυριών του 16ου αιώνα και ιδιαίτερα του σιγιλλίου 1591 για την Κάτω Παναγιά, όπου αναφέρεται ρητά η Παρηγορήτισσα ως μετόχι.
Δημοσιεύθηκε στη Οι Εκκλησίες | Σχολιάστε

Η επίσκεψη του Φαίδωνα Γκιζίκη στην Άρτα – 20 Φεβρουαρίου 1974

Στη φωτογραφία αποτυπώνεται η επίσκεψη του Φαίδωνα Γκιζίκη, τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, στην Άρτα, στις 20 Φεβρουαρίου 1974. Η στάση αυτή έγινε στο πλαίσιο της μετάβασής του από την Αθήνα προς τα Ιωάννινα και συνοδεύτηκε από επίσημη υποδοχή από τις τοπικές και στρατιωτικές αρχές. (Φωτο από αρχείο Σταύρου Μαστοράκη)

Ο Φαίδων Γκιζίκης (1908–1998) ήταν ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και ανέλαβε την Προεδρία της Δημοκρατίας το 1973, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, μετά την κατάργηση της μοναρχίας. Η θητεία του (1973–1974) είχε καθαρά τυπικό χαρακτήρα, καθώς η πραγματική εξουσία βρισκόταν στα χέρια του καθεστώτος. Παρέμεινε στη θέση του έως την αποκατάσταση της Δημοκρατίας τον Ιούλιο του 1974, οπότε και παρέδωσε την Προεδρία στον Μιχαήλ Στασινόπουλο.

Η συγκεκριμένη επίσκεψη στην Άρτα έχει καταγραφεί σε ταινία Επικαίρων της εποχής, η οποία διασώζεται σήμερα στο Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο και προβάλλεται στο συνοδευτικό βίντεο, προσφέροντας ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο της δημόσιας εικόνας και της τελετουργίας των τελευταίων μηνών της δικτατορίας. Μπορείτε να το δειτε στο λινκ http://www.avarchive.gr/portal/digitalview.jsp?get_ac_id=3542

Δημοσιεύθηκε στη Επισκέπτες άσημοι και διάσημοι | Σχολιάστε

Το κοτσέκι (ή κουτσέκι)

Σε πολλά απο τα χωριά της Άρτας το κοτσέκι ήταν η αποθήκη του τσιφλικιού, όπου συγκεντρώνονταν τα γεννήματα των χωρικών, συχνά και η δεκάτη, πριν μοιραστούν ή φορτωθούν.
Η λέξη φαίνεται να προέρχεται από το αλβανικό koçek («αποθήκη, σιταποθήκη») και πέρασε στο τοπικό ιδίωμα της Ηπείρου μαζί με την ίδια την αγροτική πραγματικότητα της εποχής.
Σήμερα δεν σώζεται κανένα· όλα γκρεμίστηκαν με τον χρόνο, αφήνοντας πίσω μόνο μαρτυρίες και μνήμες.

Στο Κομπότι, το κοτσέκι είχε μια ξεχωριστή ιστορική χρήση: κατά τον πόλεμο του 1897 χρησιμοποιήθηκε ως νοσοκομείο. Το κτίσμα ανήκε στον Καραπάνο και νοικιάστηκε τότε στον Ελληνικό Στρατό, για τις ανάγκες των τραυματιών.
Έτσι, ένα κτίριο συνδεδεμένο με τη βαριά αγροτική πραγματικότητα της εποχής βρέθηκε, έστω και πρόσκαιρα, στην υπηρεσία της ζωής.

Στη φωτογραφία το κοτσέκι στη Ράχη Άρτης, πριν ακόμα γκρεμιστεί. Το κοτσέκι της Ράχης ήταν ένα λιθόκτιστο, διώροφο κτίσμα μεγάλου όγκου, χαρακτηριστικό της τσιφλικικής αρχιτεκτονικής της Ηπείρου. Χτισμένο με αργολιθοδομή και πολύ παχείς τοίχους, με λίγα και μικρά ανοίγματα, εξυπηρετούσε αποκλειστικά τη φύλαξη των γεννημάτων. Η αυστηρή, χωρίς διακόσμηση μορφή του και η κεραμοσκεπή στέγη υπογραμμίζουν τον καθαρά λειτουργικό χαρακτήρα του, αλλά και τον ρόλο του ως κεντρικού κτιρίου ελέγχου της αγροτικής παραγωγής. (Φωτο από αρχείο Μιχάλη Νικολάου).

Δημοσιεύθηκε στη Η Αρχιτεκτονική στην Άρτα και την γύρω περιοχή | Σχολιάστε

Η Άρτα στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα!

Η Άρτα στα τέλη του 18ου αιώνα – Ανασύνθεση βασισμένη στο πανοραμικό σκίτσο RE 4841.47 του Louis-François Cassas (1780).

Η εικόνα αυτή αποτελεί σύγχρονη γραφική ανασύνθεση του πανοραμικού σχεδίου που πραγματοποίησε ο Γάλλος περιηγητής και ζωγράφος Louis-François Cassas κατά το ταξίδι του στην Ήπειρο το 1780.

Το πρωτότυπο σκίτσο, σχεδιασμένο με μολύβι και καταχωρισμένο στο λεύκωμα Grèce, Dessins pour le voyage en Grèce du Cte de Choiseul, φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου (αρ. καταλ. RE 4841.47). Σε αυτό ο Cassas αποτυπώνει με εντυπωσιακή ακρίβεια την πόλη της Άρτας της οθωμανικής περιόδου: την οχύρωση, τους μιναρέδες, το ρολόι, τις εκκλησίες, τους οικιστικούς όγκους και την περιβάλλουσα τοπογραφία. Στη σύγχρονη ανασύνθεση διατηρούνται πιστά η σύνθεση, η γραμμική προοπτική και τα κύρια αρχιτεκτονικά στοιχεία του αυθεντικού σχεδίου, ώστε να αποδοθεί όσο το δυνατόν πλησιέστερα η όψη της πόλης όπως την είδε και τη σχεδίασε ο Cassas το 1780. (Πηγή : (Πηγή : ΑΡΤΙΝΟΙ ΣΤΟ ΛΙΒΟΡΝΟ, Α. Καρρά, Άρτα, 2025)

🌿 Αν θέλετε να δείτε αναλυτικότερη παρουσίαση του έργου του Cassas και της όψης της Άρτας στα τέλη του 18ου αιώνα, μπορείτε να διαβάσετε τη μελέτη μου στον σύνδεσμο που ακολουθεί : https://doxesdespotatou.com/ta-schedia-toy-louis-francois-cassas-gia-tin-arta-to-1780/

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στην Τουρκοκρατία | Σχολιάστε

Θεοδωρίς Μπέτζος – ένας Αρτινός πρόκριτος της ελληνικής κοινότητας του Λιβόρνο

“Ο Θεοδωρής Μπέτζος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της κοινωνικής και οικονομικής ανόδου των Αρτινών στο Λιβόρνο κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Εμφανίζεται ήδη στο Registro dei Forestieri (1760–1763) ως το πρώτο αρτινό όνομα που καταγράφεται στα κοινοτικά αρχεία, γεγονός που υποδηλώνει τόσο την πρώιμη εγκατάστασή του στην πόλη όσο και την πιθανή εμπορική κινητικότητά του στα χρόνια της μεγάλης διαμετακομιστικής ακμής του λιμανιού.

Η παρουσία του στα εκλογικά κατάστιχα της κοινότητας ενισχύει περαιτέρω τη σημασία του. Στις εκλογές της 16/15 Αυγούστου 1768 για την ανάδειξη των επιτρόπων της ελληνικής εκκλησίας της Αγίας Τριάδος, ο Μπέτζος λαμβάνει τις περισσότερες ψήφους (39), καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση (Τωμαδάκης 1982, σ. 117). Το γεγονός αυτό δείχνει ότι δεν υπήρξε απλώς ένας από τους πολλούς Ηπειρώτες εμπόρους του Λιβόρνο, αλλά ανήκε στον στενό κύκλο των προκρίτων, συμμετέχοντας ενεργά στη θεσμική οργάνωση και διοίκηση της Nazione Greca.

Η κοινωνική του θέση επιβεβαιώνεται και από τη μελέτη της Δ. Βλάμη, σύμφωνα με την οποία ο Μπέτζος συγκαταλέγεται στους μόλις είκοσι τέσσερις Έλληνες (και τις οικογένειές τους) που κατείχαν ακίνητη περιουσία στην πόλη κατά την περίοδο 1782–1832 (Βλάμη, Το φιορίνι…, σ. 228). Η κατοχή ακινήτου —ιδιαίτερα σε μια πόλη όπως το Λιβόρνο— αποτελεί ισχυρή ένδειξη οικονομικής επιφάνειας, κοινωνικής σταθερότητας και μακροχρόνιας εγκατάστασης.

Συνολικά, ο Μπέτζος ενσαρκώνει τη μετατροπή των Αρτινών από περιφερειακούς εμπόρους σε οργανικό και ηγετικό τμήμα της ελληνικής παροικίας της Τοσκάνης, αποτελώντας τον πιο τεκμηριωμένο εκπρόσωπο της αρτινής παρουσίας στο Λιβόρνο……” (Πηγή : ΑΡΤΙΝΟΙ ΣΤΟ ΛΙΒΟΡΝΟ, Α. Καρρά, Άρτα, 2025)

Στη φωτογραφία ” Το πρώτο φύλλο 11r με τα ονόματα των Ελλήνων του Λιβόρνο, από το Registro της Nazione Greca (1760–1763) με το όνομα του πρώτου Αρτινού Θοδωρή Μπέτζου στη δεύτερη γραμμή“.

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Αρτινοί στο Λιβόρνο (1750 – 1780)

“Η ιστορία της Άρτας τον 18ο αιώνα είναι γεμάτη δρόμους που ξεκινούν από τα βουνά της Ηπείρου και καταλήγουν στη Μεσόγειο. Ένας από αυτούς τους δρόμους οδηγεί και στο Λιβόρνο, το μεγάλο ελεύθερο λιμάνι της Τοσκάνης, όπου συναντιούνται έμποροι από όλη την Ανατολή και τη Δύση. Ανάμεσά τους βρίσκονται και άνθρωποι από την Άρτα· πρόσωπα που η ιστοριογραφία έχει αφήσει, μέχρι σήμερα, σχεδόν αθέατα.

Η μελέτη που ακολουθεί επιχειρεί να φέρει στο φως αυτή την άγνωστη παρουσία. Βασίζεται σε δύο κύριες πηγές: στο Registro της ελληνικής κοινότητας του Λιβόρνο (1760–1763) και στη σημαντική έρευνα της Δ. Βλάμη για το ελληνικό εμπόριο στην Τοσκάνη. Μέσα από αυτές προσπαθούμε να γνωρίσουμε όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και τον κόσμο που κουβαλούσαν μαζί τους οι Αρτινοί και οι Ηπειρώτες έμποροι: τα εμπορεύματα, τις διαδρομές, τις δουλειές, τις μικρές και μεγάλες ιστορίες που συνδέουν την Άρτα με το Λιβόρνο και την ευρωπαϊκή αγορά.

Σκοπός της εργασίας δεν είναι να μιμηθεί τον αυστηρό ακαδημαϊκό λόγο, αλλά να μιλήσει καθαρά και τεκμηριωμένα στον σημερινό αναγνώστη — και ιδιαίτερα σε όσους θέλουν να ανακαλύψουν πλευρές της τοπικής ιστορίας που συνήθως μένουν έξω από τα σχολικά βιβλία.

Αν κάτι ελπίζει να προσφέρει το κείμενο που ακολουθεί, είναι μια πιο καθαρή εικόνα για το πώς η Άρτα, μια πόλη της ηπειρωτικής ενδοχώρας, συμμετείχε στα εμπορικά δίκτυα της Μεσογείου, αλλά και για τους ανθρώπους που, μέσα σε έναν κόσμο ταξιδιών, κινδύνων και ευκαιριών, έφτασαν μέχρι το Λιβόρνο.” – Α. Καρρά

🌿 Για όποιον θέλει να συνεχίσει αυτό το μικρό ταξίδι από την Άρτα ως το Λιβόρνο, η εργασία βρίσκεται διαθέσιμη στους συνδέσμους που ακολουθούν :

1. https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2025/12/Αρτινοί-στο-Λιβόρνο-18ος-αιώνας.pdf

2. https://independent.academia.edu/AnastasiaKarra4

Δημοσιεύθηκε στη Το εμπόριο στην Άρτα | Σχολιάστε

Παρέλαση Αγροφυλακής στην Άρτα!

Η φωτογραφία, από το αρχείο του κ. Ι. Έξαρχου, απεικονίζει την παρέλαση του Σώματος της Αγροφυλακής, στην πλατεία Μονοπωλίου της Άρτας, το 1937.

Η εμφάνιση της Αγροφυλακής αποκαλύπτει μια στολή πολύ διαφορετική από εκείνη που θυμόμαστε από τα μεταπολεμικά χρόνια. Η εμφάνιση των αγροφυλάκων εδώ είναι καθαρά στρατιωτική: ανοιχτόχρωμο χιτώνιο, ζώνη, ψηλές δερμάτινες μπότες και πηλήκιο, στοιχεία που παραπέμπουν περισσότερο στη Χωροφυλακή και στα στρατιωτικά σώματα του Μεσοπολέμου.

Σε αντίθεση με τη μεταγενέστερη, πιο «αγροτική» και απλή στολή του αγροφύλακα των χωριών, η εικόνα του 1937 δείχνει έναν θεσμό που ακόμη προσπαθούσε να παρουσιαστεί ως πειθαρχημένο, ένστολο τμήμα του κράτους, πολύ πιο επίσημο και αυστηρό από ό,τι εξελίχθηκε τις επόμενες δεκαετίες.

Η φωτογραφία επίσης μας δίνει τη δυνατότητα να αντικρύσουμε μια εικόνα της Πλατείας Μονοπωλίου πριν από σχεδόν 100 χρόνια, με τα λιθόκτιστα, χαμηλά κτίρια με τις προσόψεις και τα μαγαζιά, μιας Άρτας που δεν υπάρχει πια. Η εικόνα αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο της πόλης του Μεσοπολέμου: μιας αγοράς ακόμη παραδοσιακής, με πυκνή ζωή στα πεζοδρόμια και με αρχιτεκτονική που χάθηκε σταδιακά με τις μεταπολεμικές αλλαγές.

Δημοσιεύθηκε στη Οι Πλατείες | Σχολιάστε

Ο Αγροφύλακας : ο φύλακας της υπαίθρου που χάθηκε….

Για δεκαετίες ολόκληρες, ειδικά από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τα μεταπολεμικά χρόνια, η ελληνική ύπαιθρος είχε τον δικό της άνθρωπο της τάξης: τον αγροφύλακα. Μια φιγούρα λιτή, γνώριμη, που γύριζε στα χωράφια με το ποδήλατο ή με τα πόδια, χαιρετούσε τους ντόπιους με το μικρό τους όνομα και γνώριζε την περιοχή καλύτερα κι από τους ίδιους τους κατοίκους της. Ήξερε ποιο δέντρο ανήκει σε ποιον, ποια ζώα ξέφυγαν, ποιο αυλάκι άνοιξε από μόνο του και ποιο… από ανθρώπινο χέρι.

Η Αγροφυλακή υπήρξε για δεκαετίες ένας θεσμός σχεδόν οικογενειακός για τα χωριά. Σε μια εποχή όπου η γη ήταν το παν – περιουσία, τροφή, αξιοπρέπεια – ο αγροφύλακας ήταν ο άνθρωπος που φρόντιζε να μην αδικηθεί κανείς. Δεν ήταν απλός αστυνόμος∙ πολλές φορές ήταν διαμεσολαβητής, σύμβουλος, μάρτυρας, ακόμη και ειρηνοποιός. Πήγαινε στις μικρές καθημερινές διαμάχες πριν καν φτάσουν στα χείλη, πριν δηλαδή γίνουν «μεγάλα ζητήματα».

Στα χρόνια μετά τον πόλεμο, όταν η χώρα ακόμη γιάτρευε τα τραύματά της και η ζωή των χωριών γύριζε γύρω από τις καλλιέργειες, τα ποτίσματα και τα ζώα, η παρουσία του αγροφύλακα ήταν καθησυχαστική. Ένας άνθρωπος που περνούσε συχνά από τα ίδια μονοπάτια, που γνώριζε τις οικογένειες, τις ανάγκες και τις αδυναμίες τους, που μπορούσε να ξεχωρίσει αν μια ζημιά έγινε από λάθος, από απροσεξία ή από πρόθεση. Η παρουσία του λειτουργούσε αποτρεπτικά και καθημερινά, όχι θεαματικά αλλά αποτελεσματικά.

Με την πάροδο των δεκαετιών όμως, ο κόσμος της υπαίθρου άρχισε να αλλάζει. Η μετανάστευση, η αστικοποίηση, η εγκατάλειψη πολλών καλλιεργειών και η νέα μορφή του ελληνικού κράτους μετά τη Μεταπολίτευση σήμαιναν ότι η Αγροφυλακή έχανε σταδιακά το έδαφος που τη γέννησε. Οι αρμοδιότητές της μεταφέρθηκαν σε άλλες υπηρεσίες, και ο θεσμός που κάποτε αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του χωριού άρχισε να σβήνει. Μέχρι που, σε κάποια στιγμή, ο αγροφύλακας έπαψε να είναι πραγματικότητα και έμεινε κυρίως ανάμνηση.

Γι’ αυτό και πολλοί από εμάς δεν έχουμε συναντήσει ποτέ έναν «σύγχρονο» αγροφύλακα. Η προσπάθεια επανίδρυσης του θεσμού στα μέσα της δεκαετίας του 2000 ήταν περισσότερο στα χαρτιά παρά στη ζωή της υπαίθρου, και σύντομα εγκαταλείφθηκε. Ό,τι απέμεινε είναι κυρίως όσα θυμούνται οι παλαιότεροι: ο άνθρωπος που περνούσε ανάμεσα στα χωράφια νωρίς το πρωί, που σημείωνε προσεκτικά κάθε ζημιά ή παράπονο, που έτρεχε σε μια φωτιά, που γνώριζε τις πατημασιές των ζώων και τις παλιές διαδρομές της κοινότητας.

Σήμερα η Αγροφυλακή δεν υπάρχει πια ως θεσμός, αλλά επιβιώνει ως κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης∙ ως μια φιγούρα που συμβόλιζε την προστασία ενός τρόπου ζωής που άλλαξε ανεπιστρεπτί. Και ίσως γι’ αυτό η λέξη «αγροφύλακας» εξακολουθεί να ξυπνά κάτι οικείο: εικόνες μιας υπαίθρου πιο αργής, πιο ανθρώπινης, πιο δεμένης με τη γη και τους ανθρώπους της…… (Κείμενο Α. Καρρά)

Στη φωτογραφία “Μάθημα για αποφυγή κλοπής φρούρων από τον αγροφύλακα Δημήτρη Παπαβασιλείου (καθιστός πίσω), στο Δημοτικό Σχολείο Λάψαινας Ροδαυγής “. (Πηγή : ΡΟΔΑΥΓΗ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΤΕΣ, Χ. Σταύρος, Άρτα, 2020)

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Οδός Αλεξοπούλου!

Πίνακας του Τάκη Βαφιά που απεικονίζει την διασταύρωση των οδών Αλεξοπούλου & Γριμπόβου στον Παντοκράτορα. Στην άκρη δεξιά διακρίνεται ο φούρνος του Τσιακούμη. (Φωτο από το αρχείο κ. Κλαίρης Βαφιά – Μπανταλούκα)

Μπορείτε να δείτε τον φούρνο στο λινκ https://doxesdespotatou.com/odos-grimpovoy-synoikia-almpanaria/

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινοί ζωγράφοι και η Άρτα | Σχολιάστε