ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΌ ΤΟΝ  ΠΟΛΕΜΟ ΤΩΝ ΤΡΙΑΝΤΑ ΗΜΕΡΩΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ  του HENRY W. NEVINSON, 1898 (3ο – Η πόλη της Άρτας)

Στο τρίτο μέρος της διήγησης του W. Nevinson που ακολουθεί θα θέλαμε να σχολιάσουμε τρία σημεία :

Το πρώτο έχει να κάνει με το ότι ο συγγραφέας θεωρεί πως η Αγία Θεοδώρα ήταν η σύζυγος του Ιουστινιανού, του αυτοκράτορα του Βυζαντίου, κάτι που βέβαια είναι λάθος.

Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με τον ειρωνικό τρόπο  που ο συγγραφέας αναφέρεται στους Άγγλους όταν περιγράφει την πόλη….Λέει χαρακτηριστικά «….Όπως τα περισσότερα μέρη όπου τα αγγλικά χέρια δεν έχουν περάσει ποτέ, (η πόλη) είναι βρώμικη και όμορφη», θέλοντας έτσι να μας περιγράψει την αυθεντική ομορφιά της πόλης, παρ’ όλα τα μειονεκτήματά της, στην οποία δεν υπήρχε καμιά ξενόφερτη αρχιτεκτονική παρέμβαση, κάτι που είχε αρχίσει να επηρεάζει ήδη την υπόλοιπη χώρα.

Το τρίτο σημείο έχει να κάνει με τον αριθμό των τζαμιών που ο συγγραφέας μέτρησε στην πόλη της Άρτας. Γράφει χαρακτηριστικά «….Εδώ κι εκεί συναντά κανείς ένα ερειπωμένο τζαμί —είναι περίπου δεκαπέντε από αυτά συνολικά— με τον λεπτό λευκό μιναρέ να υψώνεται στον αέρα σαν σβησμένο κερί». Υπάρχουν λοιπόν στην Άρτα του 1897 περίπου 15 τζαμιά ενώ σήμερα μιλάμε μόνο για οκτώ…

«……Ήταν προς το απόγευμα της Τετάρτης 21 Απριλίου που κατεβαίναμε από τα βουνά στην πλατιά κοιλάδα που εκτείνεται από τον Αμβρακικό κόλπο μέχρι την πόλη της Άρτας. Η κάθοδος ήταν επικίνδυνα γρήγορη, αλλά όταν φτάσαμε στο Πέτα, ένα λοφώδες χωριό περίπου δύο μίλια από την πόλη, είχε αρχίσει να νυχτώνει και οι άντρες αρνούνταν σταθερά να προχωρήσουν παραπέρα. Ο τόπος ήταν γεμάτος από αξιωματικούς και στρατιώτες, γιατί το προσωπικό του αρχηγείου ήταν στρατοπεδευμένο εκεί κοντά. Γύρω μας ακουγόταν  μια κραυγή, τόσο γεμάτη χαρά που μετά βίας μπορούσα να το πιστέψω. “Οι Τούρκοι έφυγαν!” φώναζαν όλοι συνέχεια, και πράγματι ήταν αλήθεια. Κάποιοι αξιωματικοί μας πήγαν σε ένα σημείο απ’ όπου μπορούσαμε ακόμα να δούμε τα πάντα, κάτω από τον ήλιο που έδυε. Στα τούρκικα φυλάκια, στους λόφους απέναντι από την πόλη, τα τουρκικά όπλα ήταν σιωπηλά. Οι κανονιοβολισμοί είχαν διαρκέσει μέχρι το προηγούμενο βράδυ, αλλά εκείνο το πρωί όλα ήταν ακίνητα. Τα χαρακώματα τους πέρα από το ποτάμι δεν έριχναν  πια πυρά. Οι Τούρκοι είχαν τραπεί σε φυγή, και εμείς είχαμε χάσει μόνο έναν άνδρα. Είναι πολύ λυπηρό τώρα να θυμάμαι τη χαρά και τον ενθουσιασμό εκείνης της βραδιάς. Αν και υπήρχαν λίγα ποτά να πιούμε, ωστόσο  ήμασταν όλοι μεθυσμένοι από χαρά. Ξανά και ξανά μου έλεγαν και ξανάλεγαν την ιστορία εκείνων των τριών ημερών και το μεγάλο κανονίδι. Ξενυχτήσαμε μέχρι που τα αστέρια σβήσανε, και υποθέτω ότι λίγοι από εμάς θα είμαστε ποτέ ξανά τόσο απόλυτα ευτυχισμένοι.

Το επόμενο πρωί τραβήξαμε προς την πόλη. Κάτω από τις ελιές καθώς προχωρούσαμε, και μέσα στα βαθιά σκαμμένα  χαρακώματα κατά μήκος της όχθης του ποταμού, τα τάγματα που είχαν κοιμηθεί εκεί με τα πανωφόρια τους γυάλιζαν βιαστικά τα όπλα τους  και ετοιμάζονταν για μια γενική προέλαση. Ολόκληρος ο τόπος είχε τη διαλυμένη και γεμάτη συντρίμμια  όψη  της επόμενης μέρας ενός πανηγυριού. Ο ποταμός Άραχτος,  διατηρώντας  μια γενική νότια πορεία παράλληλη με την κύρια οροσειρά της Πίνδου από τις πηγές του στα χιόνια κοντά στο Μέτσοβο, ξαφνικά στρέφονταν δυτικά καθώς αναδύονταν από τα βουνά κοντά στο Πέτα και, κυλώντας  έστω και λίγο βόρεια γύρω από τη βάση ενός λόφου που προεξείχε, έρεε ξανά προς τα νότια και έτσι συνέχιζε την πορεία του προς τον Αμβρακικό Κόλπο, δεκαπέντε ή είκοσι μίλια παρακάτω. Στο μεγαλύτερο μέρος της πορείας του αποτελεί το όριο μεταξύ της ελληνικής και τουρκικής Ηπείρου. Αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι ο πληθυσμός και στις δύο όχθες είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου ελληνικός και χριστιανικός, και ότι ακόμη με τη Συνθήκη του Βερολίνου παραχωρήθηκε στην Ελλάδα ολόκληρη η Ήπειρος μέχρι ένα όριο βόρεια των Ιωαννίνων.

Η πόλη της Άρτας είναι χτισμένη στην πλαγιά και στο επίπεδο μέρος, στους πρόποδες εκείνου του πλατιού προεξέχοντος λόφου γύρω από τον οποίο ρέει το ποτάμι. Ο λόφος είναι στην πραγματικότητα η άκρη μιας μακράς και πέτρινης ράχης που μοιάζει με γουρούνι, που εκτείνεται από τον Κόλπο μέχρι την πόλη και χωρίζει την κοιλάδα με τον  μεγάλο δρόμο από την κοιλάδα του ποταμού. Στο ακραίο σημείο του ακρωτηρίου δίπλα στο ποτάμι, κάποια μεσαιωνική δύναμη, πιθανότατα οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες, έχτισαν ένα ισχυρό κάστρο που σε αυτόν τον πόλεμο χρησίμευε ως στρατώνας και αποθήκη. Έχοντας αυτό το κάστρο  στα δεξιά, ο κεντρικός δρόμος κάνει μια σύντομη διαδρομή κατευθείαν μέσα από την πόλη και περνώντας κοντά στον αρχαίο καθεδρικό ναό, μια από τις καλύτερες βυζαντινές εκκλησίες στον κόσμο, αφιερωμένη στην Αγία Θεοδώρα της Άρτας, τη σύζυγο του αυτοκράτορα Ιουστινιανού*, προχωράει για περίπου τρία τέταρτα του μιλίου μέσα από πορτοκαλεώνες με το γλυκό άρωμα μέχρι να διασχίσει τον ποταμό και να περάσει στην τουρκική επικράτεια από το περίφημο γεφύρι της Άρτας. Αυτό το γεφύρι χτίστηκε από τους Καίσαρες της Ανατολής τον δέκατο αιώνα. Ανεβαίνει, σαν να  ήταν κύμα, με δύο μικρούς κυματισμούς και μετά με ένα μεγάλο κύμα, για να διασχίσει το βαθύτερο κανάλι του ποταμού που στροβιλίζεται από κάτω του σε ένα αδιαφανές λευκό υγρό. Ο δρόμος απέναντι του είναι στενός και πολύ απότομος, αλλά αναμφίβολα το κτίσιμό  του ήταν ένα θαύμα. Τόσο θαυμάσιο μάλιστα που σύμφωνα με μια παράξενη παλιά μπαλάντα που τραγουδιέται ακόμα στην Ελλάδα, ο αρχιτέκτονας δεν μπόρεσε να σταθεροποιήσει τη μια απ’ τις κεντρικές καμάρες, μέχρι να χτίσει την αγαπημένη του  ζωντανή μέσα σ’ αυτή.

Ψηλά πάνω από τη γέφυρα πάνω σε εκείνο το  λόφο που προεξέχει, για να διοικούν και τις δύο πλευρές του ακρωτηρίου, οι Τούρκοι κατά την διάρκεια της  κατοχή τους έχτισαν έναν τεράστιο τετράγωνο στρατώνα, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε πλέον ως κέντρο του ελληνικού πυροβολικού. Τα δύο μεγαλύτερα όπλα ήταν τοποθετημένα κοντά στους τοίχους του και υπήρχαν πολλές πυροβολαρχίες μπροστά και στις δύο πλευρές του. Η ίδια η πόλη έχει απλωθεί πολύ άτακτα, με στενά και κακοστρωμένα δρομάκια, σε όλο το επίπεδο άκρο του ακρωτηρίου ανάμεσα στο κάστρο και τον καθεδρικό ναό. Όπως τα περισσότερα μέρη όπου τα αγγλικά χέρια δεν έχουν περάσει ποτέ, είναι βρώμικη και όμορφη. Η συνδυασμένη χρήση ξυλείας και πέτρας, τα φαρδιά και μαύρα κτίσματα όπου είναι τα καταστήματα, οι προεξέχουσες μαρκίζες και οι κλειστές αυλές, δίνουν σε κάθε δρόμο και σε κάθε γωνιά μια διαρκώς μεταβαλλόμενη λάμψη φωτός και σκιάς. Εδώ κι εκεί συναντά κανείς ένα ερειπωμένο τζαμί —είναι περίπου δεκαπέντε από αυτά συνολικά— με τον λεπτό λευκό μιναρέ να υψώνεται στον αέρα σαν σβησμένο κερί. Κατά διαστήματα βλέπεις να στέκεται και μια αμνημόνευτη εκκλησία, κόκκινη με στενά ρωμαϊκά τούβλα, επενδυμένη με εικονογραφημένα πλακάκια, όπου μερικές φορές θυμίζει ακόμα την παλιά Ελλάδα στα γλυπτά της κιονόκρανα.

Δίπλα στο ποτάμι στέκονται μερικά σπίτια πλουσίων μέσα σε μεγάλους ερημικούς κήπους, προστατευμένα από γκρίζους και ψηλούς τοίχους. Σε καιρό ειρήνης, αυτά τα ήσυχα σπίτια πρέπει να είχαν μια μοναδική ομορφιά. Αλλά τώρα, όλοι όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα να μετακινηθούν, είχαν φύγει με όλα τα κινητά υπάρχοντά τους. Οι κήποι καταπατήθηκαν και χάθηκαν. Τα άδεια σπίτια καταλήφθηκαν ως στρατώνες για τους στρατιώτες, όταν ήταν απαλλαγμένοι  από την υπηρεσία τους στα χαρακώματα. Κάτω από τα τείχη και τα δέντρα του κήπου το ποτάμι ψιθυρίζει και σφυρίζει κατά μήκος της πλατιάς και πέτρινης κοίτης του, και γύρω από τις καφετιές κεραμιδένιες στέγες ολόκληρης της πόλης χιλιάδες μικρά καφέ γεράκια κυνηγούσαν τα ιπτάμενα έντομα και τα έπιαναν σβέλτα στο στόμα τους.

Η όχθη απέναντι από αυτόν τον προεξέχοντα λόφο ή το ακρωτήρι στο οποίο βρίσκεται η πόλη είχε, φυσικά, σχήμα σαν το εσωτερικό ενός πετάλου. Αναδύονταν μέσα από  λόφους σε αποστάσεις περίπου ενός τέταρτου έως μισού μιλίου, ή σε ορισμένα σημεία ένα μιλίου από την άκρη του ποταμού. Ακριβώς απέναντι από το κάστρο, υπήρχε μια αρκετά μεγάλη έκταση πρασινωπής πεδιάδας, που οδηγούσε πολύ σταδιακά σε πιο μακρινά βουνά. Στην ανατολική πλευρά αυτής της πεδιάδας, περίπου μισό μίλι από το ποτάμι, βρισκόταν το όμορφο χωριό Γκρεμινίτζα, το οποίο νομίζω πως ήταν εντελώς έρημο σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Αυτή η πλαγιά του κάμπου επρόκειτο να γίνει το σκηνικό ενός τρομερού αγώνα αργότερα, αλλά στην αρχή όλη η προσοχή ήταν φυσικά στραμμένη στον ημικύκλιο των ψηλωμάτων  κατά μήκος του οποίου οι Τούρκοι είχαν τοποθετήσει τις πυροβολαρχίες  τους. Οι πιο σημαντικές πυροβολαρχίες βρίσκονταν στα ισχυρά οχυρά των  λόφων που ονομάζονταν Imaret, οι οποίοι κατέβαιναν σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από τον ποταμό, σχεδόν απέναντι από τον καθεδρικό ναό. Αλλά  και άλλες πυροβολαρχίες  είχαν τοποθετηθεί έτσι ώστε να μπορούν να προσβάλλουν  την πόλη από κάθε δυνατό σημείο, και ήταν εύκολο για τον καθένα να υποθέσει  ότι το τουρκικό  πυροβολικό θα μπορούσε να είχε γκρεμίσει όλη την πόλη  και να της βάλει φωτιά, σε λίγες ώρες. Ωστόσο, οι Τούρκοι πυροβολούσαν όσο πιο δυνατά μπορούσαν για δυόμισι μέρες και δεν είχαν κάνει κανένα κακό στις ελληνικές πυροβολαρχίες  στο λόφο, ενώ η ίδια η πόλη παρέμενε σχεδόν ανέγγιχτη, εκτός από μια τρύπα που άνοιγε που και που στην πλευρά κάποιου  σπιτιού, όπως στο άδειο δωμάτιο όπου κοιμήθηκα για μια – δύο νύχτες στην αρχή.

Το γιατί οι Τούρκοι είχαν φύγει από μια τόσο εξαιρετική θέση ήταν ένα απλό μυστήριο για μένα εκείνη την εποχή. Γνωρίζουμε τώρα ότι αυτά τα ύψώματα τα κατείχαν κυρίως τα στρατεύματα των Ρέντιφ (ατάκτων) ή των Εφέδρων, υπό  άπειρους αξιωματικούς και έναν αδιάφορο στρατηγό, τον Μουσταφά Πασά. Η τουρκική γραμμή επικοινωνίας ήταν ο μεγάλος δρόμος μεταξύ Μοναστηρίου και Πρέβεζας, που περνούσε από τα Γιάνινα και την Φιλιπιάδα. Το συνολικό του μήκος ήταν περίπου 220 μίλια και η μετακίνηση ήταν πολύ αργή. Ο Κυβερνήτης των Γιαννίνων, Αχμέτ Χιφζί Πασάς, που μόνο κατ’ όνομα ήταν διοικητής, ήταν ένας ανίκανος γέροντας και τίποτα αποτελεσματικό δεν είχε γίνει μέχρι την άφιξη του Οσμάν Πασά, ενός ενεργητικού και έμπειρου στρατιώτη, μερικές μέρες αργότερα. Εν πάση περιπτώσει, οι Τούρκοι, κυριευμένοι από τον τρόμο του ελληνικού πυροβολικού, είχαν πετάξει τα όπλα τους βιαστικά και αποσύρονταν από ολόκληρη την περιοχή που μπορεί χονδρικά να ονομαστεί κοιλάδα του Λούρου, καθώς ο Λούρος είναι ένα μικρό αλλά βαθύ και ορμητικό ρέμα που ρέει προς τα κάτω από την κατεύθυνση των Γιαννίνων, σχεδόν παράλληλα με τον μεγάλο δρόμο, και περνώντας από την Φιλιππιάδα, χύνεται  στον Αμβρακικό κόλπο περίπου είκοσι μίλια δυτικά από τις εκβολές του Αράχτου. Μεταξύ της γέφυρας της Άρτας και αυτού του ποταμού, του Λούρου, απλώνεται μια τελείως επίπεδη πεδιάδα οκτώ ή δέκα μίλια, που εκτείνεται νότια και νοτιοδυτικά προς τη Σαλαώρα και την Πρέβεζα στον κόλπο και βορειοδυτικά προς την Φιλιππιάδα και τους λόφους, το δε  βόρειο άκρο της πεδιάδας είναι ένα αστράγγιστο και αδιάβατο έλος……” (Πηγή : SCENES IN THE THIRTY DAYS WAR BETWEEN GREECE & TURKEY –  1897, BY HENRY W. NEVINSON, London, J. M. DENT & CO. 29 and 30 BEDFORD STREET, W.C., 1898 – Μετάφραση Α. Καρρά)

Στη φωτογραφία «Η Γέφυρα της Άρτας» σε σκίτσο από το ίδιο βιβλίο.

Δημοσιεύθηκε στην Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *