Τα κονάκια στα χειμαδιά….

“Η ζωή των κτηνοτρόφων στα χειμαδιά ήταν σκληρή, ανυπόφορη. «….Θυμάμαι ζωή φρικτά μίζερη. Σε άθλιες αχυρένιες καλύβες που σε περόνιαζε το κρύο, αφού έμπαζαν από παντού. Που σε λιάνιζε η υγρασία, όταν για στρώμα υπήρχε μια σάπια ψάθα σε βρεγμένο χώμα. Που σε έπνιγε ο καπνός, αφού το κωνοειδές κατασκεύασμα των 10 τ.μ. ήταν και χώρος ύπνου και τόπος μαγειρέματος και «αίθουσα υποδοχής». Που σε τύφλωνε το λιγοστό τρεμάμενο φως του λυχναριού τα βράδια, αφού η λάμπα είχε καταργηθεί, γιατί τ γυαλί της δεν άντεχε τις στάλες της βροχής! Ζωή που και το νερό λειψό κι αμφίβολης ποιότητας. Ζωή μοναξιάς θανάσιμης. Δεν την αντέχαμε αυτή τη μοναξιά. Μας τσάκιζε. Σκορπισμένοι ήμασταν. Μοναχικές οι καλύβες μας.

Κοντά σ’ αυτά και κάτι άλλο. Ο κάμπος! Μας τρόμαζε ο κάμπος. Ο κάμπος του καλοκαιριού. Παραμονή σε καλύβα το καλοκαίρι, χωρίς κανένα στοιχειώδες μέσο, παραδομένοι στο έλεος της μύγας και των κουνουπιών, σε εποχές που θέριζε η ελονοσία, ισοδυναμούσε με κατάρα. Σήμαινε καταδίκη. Έμοιαζε παιγνίδι με το θάνατο……”  (Μαρτυρία Μ. Β. Αυδίκου στο Λεύκωμα ΣΥΡΡΑΚΟ, ΠΕΤΡΑ – ΜΝΗΜΗ – ΦΩΣ, Συρράκο, 2004)

“1958 – Γάμος στον Κακόβατο Άρτης το 1958. Αριστερά ο Γιάννης Γκαρτζονίκας και δεξιά ο Δημήτριος Συγκούνας. Η βιομηχανική επανάσταση εισβάλλει στα κονάκια των κτηνοτρόφων. Το τρακτέρ και η μοτοσυκλέτα δίπλα στις παραδοσιακές βλάχικες καλύβες”. (Φωτο από το αρχείο Γιάννη Γκαρτζονίκα όπως δημοσιεύτηκε στο Λεύκωμα ΣΥΡΡΑΚΟ, ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Ι. Ζιώγας, Ιωάννινα, 2006)

Δημοσιεύθηκε στην Ποιμενική Ζωή. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.