ΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΑ ΣΤΑ ΟΡΕΙΝΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

———————–
“Μια χειμωνιάτικη νύχτα λίγο προ του πολέμου. Το χωριό χωμένο στο χιόνι κοιμάται ήσυχα κάτω από μια έντονη αστροφεγγιά.Οι διαβάτες αραιώνουν. Οι ολόγυρα ψηλές βουνοκορφές μ’ ένα μπόι χιόνι δίνουν ένα φαντασμαγορικό θέαμα.
Σ’ένα κεντρικό δίπατο σπίτι φαίνεται λίγο φως. Μια λάμπα πετρελαίου χαμηλωμένη μόλις φωτίζει το μικρό δωμάτιο. Το λαδοκάντηλο ψηλά σε μια γωνιά τ’ άλλου δωματίου και κάτω απ’ τον οστρέχα* δίνει κάποιο θάρρος και συνοδιά.
Η Σοφία κι η Βασίλω, δυο αδερφές ανύπαντρες και μοναχές, δίπλα στ’ αναμμένο τζάκι με την χόβολη που λαμποκοπάει, ζεσταίνουν το κουρασμένο κορμί τους. Κρύα, χιόνια, καταιγίδες και πέντ’ έξι γίδες στο κατώι είναι η μόνιμη συντροφιά.
Ζεσταίνονται και καρτερούν. Καρτερούν τις φιλενάδες τους για το «νυχτέρι». Κι έχουν κάνει και τις σχετικές προετοιμασίες για να περάσουν μια όμορφη βραδιά.
Οι φιλενάδες που τις επισκέπτονται , με το εργόχειρό τους πηγαίνουν και στρογγυλοκάθονται γύρω στ’ αναμμένο τζάκι που όλο δυναμώνει. Γνέθουν, πλέκουν, κεντούν, σιγοτραγουδούν και κουβεντιάζουν τα νέα και τα περιστατικά του χωριού.
Αργότερα προστίθεται και το λυχνάρι για περισσότερο φως. Οι φλόγες της φωτιάς που πετούν σπίθες μέχρι ψηλά το σταχτολόγο, καθρεφτίζουν στα πρόσωπά τους τη χαρά και την ικανοποίηση απ’ τη ζεστασιά και την καλή συντροφιά.
Στη χόβολη ψήνονται κάστανα, πατάτες, καρύδες και παπαδίτσες που σκάνε, πετούν ψηλά και πέφτουν στη γωνιά. Μπροστά στη θράκα στήνονται φέτες κρύου, καλαμποκίσιου ψωμιού που γίνονται τραγανιστές πυρομάδες που με τουλουμίσιο τυρί είναι πολύ νόστιμες. Ακολουθεί τραχανάς στη τέντζερη και βρασμένα λιασμένα κορόμηλα και κράνα. Τρων και πίνουν με χωρατά κι αθώα πειράγματα.
Το χασμουρητό και το νύσταγμα απ’ τη φωτιά και το πολύ κατσιό προειδοποιούν για το τέλος του νυχτεριού. Πριν καληνυχτίσουν κι ευχαριστήσουν για τη ζεστασιά και τη φιλοξενία, ανανεώνουν το ραντεβού τους γι’ άλλο νυχτέρι στο ίδιο ή άλλο σπίτι.
Το νυχτέρι ήταν ένα τοπικό έθιμο στα ορεινά χωριά μας. Συνήθως γίνονταν τις χειμωνιάτικες μεγάλες νύχτες που ήταν πολύ περιορισμένες οι άλλες εργασίες λόγω χιονιού. Ήταν η μόνη ευκαιρία, κυρίως για τις γυναίκες και τις κοπέλες του χωριού ν’ ανταμώσουν και να τα πουν μεταξύ τους. Την Παρασκευή τόχαν σε κακό να κάνουν νυχτέρι, ορισμένες κρατούσαν και την Τρίτη…..”(Ηθογράφημα του Πέτρου Σκουτέλα στην ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, τχ. 92, 1984)

*Αστρέχα ή αστράχα ή, σπανιότερα, οστρέχα είναι το γείσο της στέγης στα σπίτια. Ο λόγος ύπαρξης της οστρέχας είναι να μην τρέχουν τα νερά της βροχής πάνω στους τοίχους. Κατά μία άποψη, προέρχεται από το αρχαίον όστρακον (επειδή οι στέγες στρώνονταν με θραύσματα αγγείων). Κατά μία άλλη, που θεωρείται πιθανότερη, ετυμολογείται από το σλαβικό streha, που σημαίνει τη στέγη. Τη συναντούμε και στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη: «ακούστηκε απάνω στην αστρέχα του σπιτιού η κουκουβάγια να χουχουλίζει».

Στη φωτογραφία του Β. Γκανιάτσα “Καθημερινές ασχολίες στα ορεινά χωριά της Άρτας” – Λεύκωμα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΕΣ, Αθήνα, 2007

Δημοσιεύθηκε στην Λαογραφικά και άλλα. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *