ΤΑΜΠΑΚΙΑΔΕΣ – ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΣΑΡΛΗ

————————-
“Η συνοικία εκτείνεται από τη βόρεια πλευρά του κάστρου μέχρι το λόφο της Μητρόπολης. Ο Σεραφείμ Βυζάντιος την ονομάζει Δάφνη. Αυτή είναι η επίσημη ονομασία της. Υπήρχε μια πανύψηλη δάφνη κοντά στο ναό της Ευαγγελίστριας, ενώ κυκλοφορούσε η δοξασία πως όποιος ανέβαινε στα πιο ψηλά κλαδιά της έβλεπε τη θάλασσα.
Λέγεται και συνοικία των βυρσοδεψών, επειδή εκεί από αιώνες λειτουργούσαν τα βυρσοδεψεία της πόλης. “Ταμπακιάδες” ονομάστηκε από τους Τούρκους, γιατί “ταμπάκ” σημαίνει βυρσοδέψης. Το τελευταίο βυρσοδεψείο ήταν του Τσιλιγιάννη.
Ήταν πάντα όμορφη περιοχή με σπιτάκια μονώροφα, ή διώροφα, με αυλόγυρους και ασπρισμένα πεζούλια, με το πηγάδι και τον πλάτανο, με το φούρνο της Χαρωνούς, το αρχοντικό Παπακώστα και τους ναούς της Ευαγγελίστριας (1857), της Παναγίας της Κορωνησίας (1390), και το μικρό εκκλησάκι της Ελεούσας (στην οδό Κουγκίου, προστατευμένο σήμερα κάτω από ξύλινο υπόστεγο).
Όλοι οι κάτοικοι των Tαμπακιάδων εκκλησιάζονταν στο ναό του Αγίου Νικολάου που ανεγέρθη το 1852 και επισκευάστηκε και υψώθηκε το 1871. Νεωκόρος για πολλά χρόνια διετέλεσε ο Γιάννης Μπλέτσος, που είχε τσαγκάρικο στην οδό Στουδίτου.
Όταν φούσκωνε και υπερχείλιζε ο Άραχθος, τα νερά του πλημμύριζαν τους δρόμους της συνοικίας, λίμναζαν για μέρες, ενώ πολλές φορές έμπαιναν στις αυλές και στα σπίτια. Οι άνθρωποι όμως των Tαμπακιάδων δεν πτοούνταν, ακόμα και στις αντίξοες συνθήκες ήταν χαρούμενοι, ενωμένοι, με αυξημένο αίσθημα αλληλεγγύης.
Τα σπίτια είχαν τις πόρτες ανοικτές για τους περίοικους και τους περαστικούς. Ακόμα και η Ανάστω η ζητιάνα ήταν καλοδεχούμενη παντού. Κάποια στιγμή έφτανε στο πηγάδι και ζητούσε από τις γυναίκες που συναντούσε να της αντλήσουν λίγο νερό να πιεί, μια που αυτή ήταν ανήμπορη.
Τις Κυριακές που δεν είχε δουλεία, ο Πάπαρης έβγαινε με ένα κασμά κι ένα φτυάρι για να ανοίξει τα αυλάκια όλων των σπιτιών, να σκαλίσει όλους τους κήπους και να προσφέρει όση εκδούλευση χρειάζονταν ο κάθε γείτονας.
Από την άλλη ο πρόσχαρος Κώστας Γιαννής περπατούσε τραγουδώντας κι έλεγε τα αστεία του στις παρέες που μαζεύονταν τα απογεύματα στα σοκάκια.
Στους Tαμπακιάδες ένας σαπωνοποιός είχε πουλήσει το σπίτι του σε έναν Εβραίο. Πέρασαν λίγα χρόνια κι άρχισε να το ζητάει πίσω. Με τα πολλά ο Εβραίος υπέκυψε και πούλησε ξανά το σπίτι στον πρώτο ιδιοκτήτη του. Σαν έντοκο δάνειο δηλαδή.
Εκεί ήταν το εργαστήριο της Αθανασίας Τσιλιγιάννη που παρασκεύαζε “βαρκίνα”. Ήταν δε αυτή ένα υγρό καθαριστικό και λευκαντικό, απαραίτητο για το πλύσιμο των ρούχων, την εποχή που δεν κυκλοφορούσε η χλωρίνη. Οι γυναίκες πήγαιναν με τα δικά τους μπουκάλια και την αγόραζαν, ο δε τρόπος παρασκευής της ήταν μυστικός.
Κοντά στο πηγάδι ήταν το σπίτι της γιαγιάς μου Φεβρωνίας, διώροφο με αυλή και πλυσταριό. Στο απέναντι οικόπεδο του Βατάτζη τα πιτσιρίκια παίζανε σκλέτζα και το Πάσχα μαζεύονταν όλοι για να ψήσουν τα αρνιά τους.”
(Άρθρο του κ. Σωτήρη Σαρλή για τους Ταμπακιάδες, όπως δημοσιεύτηκε στη σελίδα του στο facebook, απ’ όπου και η φωτογραφία)

Δημοσιεύθηκε στην Οι Συνοικίες. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *