Μια μαρτυρία για τη δυτική τεχνογνωσία στην Άρτα του Δεσποτάτου
Μια μικρή εκκλησία με ένα μεγάλο μυστικό
Ανάμεσα στα βυζαντινά μνημεία της Άρτας, ο Άγιος Βασίλειος της Αγοράς κρύβει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά αινίγματα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Στην εξωτερική του όψη σώζεται ένας αξιόλογος κεραμοπλαστικός διάκοσμος με πολύχρωμα εφυαλωμένα πλακίδια, ενώ μέχρι τα νεότερα χρόνια κοσμούσαν το ανατολικό αέτωμα δύο ανάγλυφες εφυαλωμένες πήλινες εικόνες: η Σταύρωση και οι Τρεις Ιεράρχες.
Τα έργα αυτά δεν αποτελούν απλώς ένα ακόμη διακοσμητικό στοιχείο ενός βυζαντινού ναού. Η μοναδικότητά τους έχει απασχολήσει τους ιστορικούς της τέχνης για περισσότερο από έναν αιώνα, καθώς πίσω από την κατασκευή τους κρύβεται ένα ερώτημα που παραμένει μέχρι σήμερα ιδιαίτερα ενδιαφέρον: πώς έφθασε στην Άρτα του Δεσποτάτου μια τόσο εξελιγμένη τεχνογνωσία στην κατασκευή εφυαλωμένης κεραμικής;
Ο κεραμικός διάκοσμος και οι δύο εικόνες
Ο εξωτερικός διάκοσμος του Αγίου Βασιλείου αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του μνημείου. Ανάμεσα στις πλίνθους παρεμβάλλονται μικρά πολύχρωμα εφυαλωμένα πλακίδια, δηλαδή πήλινα πλακίδια που καλύπτονταν με ένα γυαλιστερό υαλώδες επίχρισμα και ξαναψήνονταν, αποκτώντας λαμπερή επιφάνεια και έντονα χρώματα. Η τεχνική αυτή προστάτευε την κεραμική από τη φθορά και ταυτόχρονα χάριζε ιδιαίτερη ζωντάνια στις όψεις του ναού.

Εκείνο όμως που καθιστά τον Άγιο Βασίλειο πραγματικά ξεχωριστό δεν είναι τα εφυαλωμένα πλακίδια, αλλά οι δύο μεγάλες ανάγλυφες εφυαλωμένες πήλινες παραστάσεις που κοσμούσαν το ανατολικό αέτωμα του ναού, εκατέρωθεν του δίλοβου παραθύρου. Η μία παριστάνει τη Σταύρωση και η δεύτερη τους Τρεις Ιεράρχες. Σήμερα τα πρωτότυπα φυλάσσονται στο Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων, ενώ στη θέση τους έχουν τοποθετηθεί πιστά αντίγραφα.
Τα ανάγλυφα αυτά αποτελούν μοναδικά έργα της βυζαντινής κεραμικής. Δεν εντυπωσιάζουν μόνο για την τεχνική κατασκευής τους, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζουν τη γλυπτική, τη ζωγραφική και την εφυάλωση σε ένα ενιαίο έργο. Η σπανιότητά τους ήταν αρκετή ώστε να κινήσει από πολύ νωρίς το ενδιαφέρον των μελετητών, οι οποίοι επιχείρησαν να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό μέχρι σήμερα: πού κατασκευάστηκαν και από ποιους δημιουργήθηκαν;
Ένα επιστημονικό αίνιγμα που απασχολεί την έρευνα εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα
Το ερώτημα αυτό απασχόλησε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα τους ιστορικούς της τέχνης και εγκαινίασε μια επιστημονική συζήτηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο πρώτος που επεσήμανε την ξεχωριστή φυσιογνωμία τους ήταν ο λόγιος Μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ Ξενόπουλος, ο οποίος απέδωσε τη δημιουργία τους σε ιταλικές καλλιτεχνικές επιδράσεις. Θεωρούσε ότι αυτές συνδέονταν με τις στενές πολιτικές και δυναστικές σχέσεις των ηγεμόνων του Δεσποτάτου της Ηπείρου με τους οίκους των Ορσίνι και των Ανζού, οι οποίες ευνόησαν τη μεταφορά καλλιτεχνικών προτύπων από τη Δύση στην Άρτα.

Τις επόμενες δεκαετίες η έρευνα στράφηκε περισσότερο στην ίδια την τεχνική και την αισθητική των έργων. Μελετητές όπως ο Αναστάσιος Ορλάνδος αναζήτησαν τα πρότυπά τους στη μεσαιωνική ιταλική κεραμική, ενώ παράλληλα συγκέντρωναν παραδείγματα χρήσης εφυαλωμένης κεραμικής τόσο στον βυζαντινό όσο και στον δυτικό κόσμο. Η σύγκριση αυτή έδειχνε ότι η τεχνική της εφυάλωσης δεν ήταν άγνωστη ούτε στη βυζαντινή ούτε στη δυτική αρχιτεκτονική. Παρέμενε όμως αναπάντητο το βασικό ερώτημα: οι εικόνες του Αγίου Βασιλείου είχαν εισαχθεί από την Ιταλία ή είχαν κατασκευαστεί στην ίδια την Άρτα;
Νεότερες ερμηνείες και ένας νέος προβληματισμός
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν σταμάτησε στην αναζήτηση ιταλικών προτύπων. Οι νεότερες μελέτες πρότειναν μια διαφορετική προσέγγιση, η οποία μετατόπισε το ενδιαφέρον από τον τόπο προέλευσης των εικόνων στον τόπο κατασκευής τους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του ιστορικού της τέχνης Σωτήρη Κίσσα, σύμφωνα με την οποία οι εικόνες δεν πρέπει να θεωρηθούν έργα ενός περαστικού τεχνίτη ούτε απλά εισαγόμενα αντικείμενα. Αντίθετα, διατύπωσε την υπόθεση ότι πιθανότερο είναι να κατασκευάστηκαν στην ίδια την Άρτα, σε εργαστήριο όπου ήταν επικεφαλής είτε Ιταλός τεχνίτης είτε Βυζαντινός καλλιτέχνης με σημαντική γνώση της δυτικής καλλιτεχνικής παράδοσης.
Η ερμηνεία αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή μεταβάλλει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις δύο εικόνες. Αντί να θεωρούνται απλώς έργα που έφθασαν από τη Δύση, αντιμετωπίζονται ως πιθανές δημιουργίες ενός εργαστηρίου που λειτουργούσε στην πρωτεύουσα του Δεσποτάτου, αξιοποιώντας τεχνικές και καλλιτεχνικές επιρροές από διαφορετικές παραδόσεις.
Αν η υπόθεση αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε οι εικόνες του Αγίου Βασιλείου αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Δεν αποτελούν μόνο σπάνια έργα βυζαντινής κεραμικής, αλλά και μια σημαντική ένδειξη ότι η Άρτα του 13ου αιώνα υπήρξε τόπος δημιουργικής συνάντησης βυζαντινής και δυτικής τεχνογνωσίας.
Η σύγχρονη έρευνα και το πιθανότερο συμπέρασμα
Η συζήτηση για την προέλευση των δύο εικόνων δεν έκλεισε με τις απόψεις των ιστορικών της τέχνης. Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια η έρευνα πέρασε σε ένα νέο στάδιο, αξιοποιώντας αρχαιομετρικές μεθόδους για τη μελέτη του πηλού, του υαλώματος και της τεχνικής κατασκευής τους.

Το 2018 δημοσιεύθηκε μια διεπιστημονική μελέτη των Γ. Π. Μαστροθεόδωρου, Κ. Γ. Μπέλτσιου, Γ. Μπασιάκου και Βαρβάρας Παπαδοπούλου, η οποία εξέτασε τόσο τις δύο ανάγλυφες εικόνες όσο και τα εφυαλωμένα πλακίδια του ναού. Οι αναλύσεις έδειξαν ότι η τεχνική της εφυάλωσης παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με εκείνη της ιταλικής αρχαϊκής μαγιόλικας, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σχέση της με δυτικές τεχνολογικές πρακτικές. Ωστόσο, οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνες των αντίστοιχων ιταλικών εργαστηρίων, στοιχείο που οδηγεί τους ερευνητές στο ενδεχόμενο τοπικής παραγωγής, πιθανότατα στη βορειοδυτική Ελλάδα, με αξιοποίηση μιας τεχνογνωσίας που φαίνεται να είχε φθάσει από τη Δύση.
Το συμπέρασμα αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς βρίσκεται πολύ κοντά στην υπόθεση που είχε διατυπωθεί ήδη από τον Σωτήρη Κίσσα. Οι σύγχρονες αναλύσεις δεν ενισχύουν την ιδέα της εισαγωγής έτοιμων έργων από την Ιταλία. Αντίθετα, ενισχύουν το ενδεχόμενο οι εικόνες να κατασκευάστηκαν στον χώρο της βορειοδυτικής Ελλάδας από τεχνίτες που γνώριζαν και εφάρμοζαν προηγμένες δυτικές τεχνικές στην εφυαλωμένη κεραμική.
Περισσότερο από επτά αιώνες μετά τη δημιουργία τους, οι δύο ανάγλυφες εφυαλωμένες εικόνες του Αγίου Βασιλείου εξακολουθούν να θέτουν ερωτήματα στους ιστορικούς της τέχνης. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι μαρτυρούν τον ρόλο της Άρτας ως μιας πόλης ανοιχτής στις καλλιτεχνικές ανταλλαγές της μεσαιωνικής Μεσογείου. Είτε δημιουργήθηκαν από Ιταλό τεχνίτη είτε από ένα τοπικό εργαστήριο που αξιοποίησε δυτική τεχνογνωσία, αποτελούν ένα από τα πιο εντυπωσιακά τεκμήρια της δημιουργικής συνάντησης της βυζαντινής παράδοσης με τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις της Δύσης.
Ας ελπίσουμε ότι κάποτε θα επιστρέψουν στον τόπο για τον οποίο δημιουργήθηκαν. Γιατί τα σπουδαία έργα τέχνης δεν ανήκουν μόνο στα μουσεία· ανήκουν και στην ιστορική μνήμη του τόπου που τα γέννησε.
Α. Καρρά
Βιβλιογραφία
- Κίσσας, Σ., Οι εφυαλωμένες εικόνες του Αγίου Βασιλείου Άρτας (όπως παρατίθεται στη βιβλιογραφία της διατριβής του Κ. Τσούρη).
- Τσούρης, Κ., Ο γλυπτός διάκοσμος των βυζαντινών μνημείων της Άρτας, Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1988.
- Ξενόπουλος, Σ., Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, Αθήνα, 1884.
- Ορλάνδος, Α. Κ., Η Παρηγορήτισσα της Άρτης.
- Παπαδοπούλου, Β. – Τσιάρα, Α., Εικόνες της Άρτας. Η εκκλησιαστική ζωγραφική στην περιοχή της Άρτας κατά τους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους, Άρτα, 2008.
- Mastrotheodoros, G. P., Beltsios, K. G., Bassiakos, Y. & Papadopoulou, V., Two unique Byzantine immured lead-glazed relief ceramic icons and related tiles from the church of St Basil in Arta (Greece): investigation and interpretation of materials and techniques, Archaeological and Anthropological Sciences, 2018.