“Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Άρτας το γιοφύρι”

Παλιές μαρτυρίες για τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη στην Άρτα

Ο Κίτσος Μπότσαρης, πατέρας του Μάρκου Μπότσαρη, ήταν ένας από τους λίγους που κατόρθωσαν να διαφύγουν από την καταστροφή του Σέλτσου, τον Απρίλιο του 1804. Από τους Σουλιώτες και τις οικογένειές τους που είχαν καταφύγει εκεί μετά την πτώση του Σουλίου, ελάχιστοι σώθηκαν. Ανάμεσά τους ήταν και ο Κίτσος, που κατάφερε να ξεφύγει μαζί με μια μικρή ομάδα ανδρών.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1813, η ζωή του θα τελείωνε βίαια. Για τον θάνατό του υπάρχουν διαφορετικές αφηγήσεις: για τους ανθρώπους που τον σκότωσαν, για τον ρόλο του Αλή Πασά, ακόμη και για τον τόπο της δολοφονίας.

Εδώ όμως υπάρχει κάτι που μου κίνησε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Μερικές από τις παλαιότερες μαρτυρίες που σώζονται τοποθετούν τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη στην Άρτα. Και ανάμεσά τους βρίσκονται πηγές αρκετά πρώιμες και σήμερα μάλλον λίγο γνωστές.

Μία από αυτές κρύβεται μέσα σε ένα δημοτικό τραγούδι:

«Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Άρτας το γιοφύρι,
το ’να τηράει τα Γιάννινα, τ’ άλλο κατά το Σούλι,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέγει…»

Έτσι αρχίζει το τραγούδι για τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη.

Η συνέχεια είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα για την Άρτα. Ο Κίτσος, σύμφωνα με το τραγούδι, είχε ξεκινήσει για τα Γιάννενα και επρόκειτο να πάει στο Βουργαρέλι για να εισπράξει χρήματα που του οφείλονταν. Στον δρόμο όμως πέρασε από την Άρτα:

«Κι από την Άρτα διάβηκε κονάκι να του κάμουν,
κι ευθύς κονάκι τώκαμαν στου παπουτσή του Ρίζου…»

Εκεί, την ώρα που είχε στρωθεί το τραπέζι, δέχθηκε τρεις πυροβολισμούς. Ο τρίτος, «ο φαρμακερός», ήταν ο θανάσιμος.

Το τραγούδι δεν είναι κάποια όψιμη αρτινή παράδοση. Είχε ήδη δημοσιευθεί το 1825 από τον Γάλλο λόγιο Claude Fauriel στα Chants populaires de la Grèce moderne, μόλις δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη. Αργότερα πέρασε και σε άλλες συλλογές δημοτικών τραγουδιών. Το 1964 το περιοδικό Σκουφάς της Άρτας το αναδημοσίευσε, με παραπομπή στον Fauriel, κάτω από τον χαρακτηριστικό τίτλο «Τραγούδια του τόπου μας».

Η γεωγραφία του τραγουδιού αξίζει προσοχή. Αναφέρονται τρεις τόποι — Γιάννινα, Βουργαρέλι, Άρτα — αλλά δεν έχουν την ίδια θέση στην αφήγηση. Τα Γιάννινα και το Βουργαρέλι βρίσκονται μπροστά του, στη διαδρομή που σκοπεύει να ακολουθήσει. Στην Άρτα περνά, εκεί καταλύει και εκεί δέχεται τους πυροβολισμούς.

Θα μπορούσε βέβαια κανείς να πει ότι πρόκειται για δημοτικό τραγούδι και όχι για ιστορικό χρονικό. Το ενδιαφέρον όμως μεγαλώνει όταν δίπλα του τοποθετήσουμε μια εντελώς διαφορετική μαρτυρία, δημοσιευμένη την ίδια ακριβώς χρονιά.

Μια απροσδόκητη μαρτυρία από την Ολλανδία

Το 1825 το ολλανδικό περιοδικό Vaderlandsche Letteroefeningen δημοσίευσε μια βιογραφική παρουσίαση του Μάρκου Μπότσαρη. Η φήμη του Μάρκου είχε ήδη ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα και ο Ολλανδός συντάκτης τον παρουσίαζε ως τον «Λεωνίδα της αναγεννημένης Ελλάδας».

Μέσα στη βιογραφία του γιου υπάρχει όμως και μια σύντομη αναφορά στον πατέρα του.

Σύμφωνα με την ολλανδική αφήγηση, μετά από χρόνια υπηρεσίας του Κίτσου στα γαλλοκρατούμενα Επτάνησα, άνθρωποι που παρουσιάζονται ως μυστικοί απεσταλμένοι του Αλή Πασά τον έπεισαν να εμπιστευθεί τις υποσχέσεις του και να επιστρέψει στην Ήπειρο. Και τότε το κείμενο γίνεται απολύτως συγκεκριμένο: ο Κίτσος πείστηκε να μεταβεί στην Άρτα, όπου δολοφονήθηκε τον Ιανουάριο του 1813.

Η ολλανδική αφήγηση περιέχει και στοιχεία που χρειάζονται επιφύλαξη. Εμπλέκει Άγγλους πράκτορες και συνδέει την υπόθεση με την αγγλική κατάληψη των Επτανήσων, ενώ η χρονολόγηση που δίνει γι’ αυτήν παρουσιάζει προβλήματα. Δεν μπορούμε επομένως να θεωρήσουμε όλες τις λεπτομέρειές της ιστορικά εξακριβωμένες.

Για το ερώτημα όμως που μας απασχολεί, ένα πράγμα παραμένει εντυπωσιακό. Το 1825, σε ένα ολλανδικό περιοδικό, ο θάνατος του Κίτσου Μπότσαρη τοποθετείται ρητά στην Άρτα.

Έχουμε επομένως την ίδια χρονιά δύο πηγές εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα. Ένα ελληνικό δημοτικό τραγούδι δημοσιευμένο στο Παρίσι και ένα ολλανδικό περιοδικό. Οι αφηγήσεις τους διαφέρουν σημαντικά, αλλά συναντώνται σε ένα σημείο: στην Άρτα ως τόπο του θανάτου του Κίτσου Μπότσαρη.

Ο Blancard στο Σούλι, το 1846

Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα η Άρτα εμφανίζεται και σε μια άλλη, πολύ λιγότερο γνωστή αφήγηση.

Το 1846 ο Γάλλος Jules Blancard, καθηγητής τότε στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων, περιηγήθηκε στο Σούλι και δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στη γαλλική Revue de l’Orient. Καθώς περπατά ανάμεσα στα ερείπια, παρεμβάλλει στην περιγραφή του ιστορίες για τους Σουλιώτες και τους πολέμους τους με τον Αλή Πασά.

Σε μία από αυτές γράφει ότι ο Αλή Πασάς κατόρθωσε να υποτάξει τους Σουλιώτες χρησιμοποιώντας τη διαφθορά. Αναφέρει ως παράδειγμα «τον πατέρα των Μποτσαραίων», ο οποίος εγκατέλειψε την πατρίδα του παίρνοντας μαζί του τα παλικάρια του. Στη συνέχεια όμως προσθέτει ότι ο Αλή, όταν τον είχε πλέον στα χέρια του, έστειλε μυστικό απεσταλμένο που τον δολοφόνησε στην Άρτα.

Ο Blancard εδώ συγχέει δύο πρόσωπα.

Εκείνος που εγκατέλειψε το Σούλι και πέρασε στην πλευρά του Αλή ήταν ο Γεώργιος Μπότσαρης, πατέρας του Νότη και του Κίτσου. Η παράδοση για τη δολοφονία στην Άρτα αφορά τον γιο του, Κίτσο Μπότσαρη, πατέρα του Μάρκου.

Το λάθος όμως είναι από μόνο του αποκαλυπτικό. Ο Blancard φαίνεται να έχει ενώσει δύο διαφορετικές ιστορίες της οικογένειας: την αποστασία του Γεωργίου και τη δολοφονία του Κίτσου. Παρ’ όλα αυτά διατηρεί δύο στοιχεία που συναντούμε και αλλού στην παλαιότερη παράδοση: την Άρτα και τη σύνδεση του φόνου με άνθρωπο του Αλή Πασά.

Δεν γνωρίζουμε από πού ακριβώς άντλησε αυτή την πληροφορία — από αναγνώσματα, από όσα άκουσε στην Ήπειρο ή από συνδυασμό των δύο. Η παρουσία της όμως σε ένα κείμενο γραμμένο το 1846 δείχνει τουλάχιστον ότι η εκδοχή της Άρτας εξακολουθούσε να κυκλοφορεί αρκετές δεκαετίες μετά το γεγονός.

Οι διαφορετικές μνήμες του ίδιου θανάτου

Έχει ενδιαφέρον ότι τα ίδια τα δημοτικά τραγούδια δεν διατήρησαν όλα τα ίδια στοιχεία.

Στην παραλλαγή του Fauriel κυριαρχεί ο τόπος: το γεφύρι της Άρτας, ο παπουτσής Ρίζος, το τραπέζι και οι πυροβολισμοί.

Σε άλλη παραλλαγή ο τόπος δεν προσδιορίζεται, αλλά κατονομάζονται οι φερόμενοι ως δράστες:

«Ο Γυφτογώγος το σκυλί αντάμα με τον Νούρη
βαλμέν’ απ’ τον Αλή πασά κι από τον σελιχτάρη…»

Η μία παράδοση φαίνεται λοιπόν να έχει διατηρήσει κυρίως το πού, η άλλη το ποιοι και με τίνος εντολή.

Το 1850 ο Αντώνιος Μανούσος, στα Τραγούδια Εθνικά, δίνει μια ακόμη πιο αναπτυγμένη αφήγηση. Ο Κίτσος φτάνει στην Άρτα και καταλύει σε σπίτι παπουτσή. Οι άνθρωποι του πασά μπαίνουν κρυφά στο κατάλυμα, τον βρίσκουν στο τραπέζι και τον σκοτώνουν. Ο Μανούσος σημειώνει μάλιστα ότι για τον θάνατό του υπήρχαν διαφορετικά τραγούδια και παραθέτει στη συνέχεια το «Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Άρτας το γιοφύρι…».

Δεν έχουμε επομένως μία ενιαία αφήγηση που επαναλαμβάνεται απαράλλακτη. Έχουμε διαφορετικές εκδοχές, στις οποίες άλλοτε διατηρείται ο τόπος, άλλοτε οι δράστες και άλλοτε η σχέση τους με τον Αλή Πασά. Μέσα όμως σε αυτή την ποικιλία, η Άρτα εμφανίζεται από πολύ νωρίς.

Άρτα ή Βουργαρέλι;

Αυτό έχει σημασία όταν περάσουμε στις μεταγενέστερες αφηγήσεις. Σε ορισμένες από αυτές ως τόπος του θανάτου εμφανίζεται το Βουργαρέλι, ενώ αλλού ο τόπος παραμένει ασαφής.

Το παράδοξο είναι ότι το Βουργαρέλι δεν είναι καθόλου άγνωστο στην παλαιότερη παράδοση. Βρίσκεται ήδη στο τραγούδι που δημοσίευσε ο Fauriel το 1825:

«Ο Μπότσαρης εκίνησε στα Γιάννινα να πάγει,
για να βουλώσει μπουγιουρτί, στο Βουργαρέλι να πάγει,
για να μαζώξει τ’ άσπρα του όπου είχε δανεισμένα…»

Στην παλαιότερη αυτή καταγραφή όμως το Βουργαρέλι είναι προορισμός, όχι τόπος θανάτου. Η αφήγηση συνεχίζει αμέσως:

«Κι από την Άρτα διάβηκε κονάκι να του κάμουν…»

και ο φόνος ακολουθεί εκεί.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα Γιάννινα. Υπάρχουν ήδη στον πρώτο στίχο της διαδρομής — «εκίνησε στα Γιάννινα να πάγει» — αλλά όχι ως τόπος όπου σκοτώθηκε.

Ίσως λοιπόν η ίδια η παλαιότερη αφήγηση, που συνδέει στην τελευταία διαδρομή του Κίτσου Γιάννινα – Βουργαρέλι – Άρτα, να άφησε περιθώριο για τις διαφορετικές γεωγραφικές εκδοχές που εμφανίστηκαν αργότερα. Αυτό όμως παραμένει υπόθεση.

Εκείνο που μπορούμε να διαπιστώσουμε είναι πιο συγκεκριμένο: στις πρώιμες μαρτυρίες που εξετάσαμε, το Βουργαρέλι και τα Γιάννινα αποτελούν σταθμούς ή προορισμούς της πορείας. Η Άρτα είναι ο τόπος όπου αυτή η πορεία διακόπτεται.

Τι μπορούμε τελικά να πούμε;

Οι πηγές αυτές δεν μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε λυμένο κάθε ζήτημα γύρω από τον θάνατο του Κίτσου Μπότσαρη.

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιος ήταν ο παπουτσής Ρίζος. Ούτε μπορούμε να δεχθούμε χωρίς έλεγχο όλες τις λεπτομέρειες που προστέθηκαν στις διαφορετικές αφηγήσεις. Ακόμη και η άμεση εντολή του Αλή Πασά, μολονότι εμφανίζεται πολύ νωρίς στην παράδοση, χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη.

Για τον τόπο, όμως, αξίζει να κρατήσουμε κάτι.

Η Άρτα δεν εμφανίζεται ως μια όψιμη τοπική διεκδίκηση της ιστορίας του Κίτσου Μπότσαρη. Βρίσκεται ήδη μέσα σε μερικές από τις παλαιότερες καταγραφές της μνήμης του θανάτου του.

Και εμφανίζεται πολύ νωρίς: το 1825, μόλις δώδεκα χρόνια μετά το γεγονός, σε δύο πηγές εντελώς διαφορετικής προέλευσης — ένα ελληνικό δημοτικό τραγούδι δημοσιευμένο στο Παρίσι και ένα ολλανδικό περιοδικό. Ακολουθούν και άλλες μαρτυρίες του 19ου αιώνα που εξακολουθούν να συνδέουν τον φόνο με την Άρτα.

Ίσως γι’ αυτό αξίζει να ξαναδιαβάσουμε σήμερα λίγο πιο προσεκτικά εκείνους τους παλιούς στίχους:

«Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Άρτας το γιοφύρι…»

Δεν μας δίνουν μόνο ένα μοιρολόι για τον Κίτσο Μπότσαρη. Διασώζουν και μια από τις παλαιότερες εκδοχές για το τελευταίο ταξίδι του — μια εκδοχή στην οποία το Βουργαρέλι είναι ο προορισμός, αλλά η Άρτα ο τόπος όπου το ταξίδι τελειώνει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αραβαντινός, Σπυρίδων, Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή.
  • Μακρυγιάννης, Ιωάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄.
  • Μανούσος, Αντώνιος, Τραγούδια Εθνικά, συναγμένα και διασαφηνισμένα, Κέρκυρα, Τυπογραφείον Ερμής Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1850.
  • Blancard, Jules, «Souli», Revue de l’Orient, 1846.
  • Fauriel, Claude Charles, Chants populaires de la Grèce moderne, τ. Β΄, Paris, 1825.
  • «Levensschets van Marcus Bozzaris», Vaderlandsche Letteroefeningen, 1825.
  • Passow, Arnold, Τραγούδια Ρωμαίικα – Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Leipzig, B. G. Teubner, 1860.
  • Pouqueville, F.-C.-H.-L., Histoire de la régénération de la Grèce, τ. Α΄.
  • «Ο θάνατος του Κίτσου Μπότσαρη», Σκουφάς, έτος Θ΄, τόμ. Γ΄, τχ. 27–28, Άρτα, 1964, σ. 171.
  • Ηπειρωτική Εστία, τχ. 62, 1957, σ. 413.

Δημοσιεύθηκε στην Η Άρτα στην Τουρκοκρατία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *