5 Μαΐου 1943 – «Η πιο μαύρη μέρα των Βουργαρελιωτών»
Ημέρα Τετάρτη 5 Μαΐου 1943.
Η μέρα αυτή είναι η πιο μαύρη μέρα των Βουργαρελιωτών. Ημέρα που δοκιμάσθηκε πιο σκληρά από τα Γερμανικά στούκας, με τα οποία οι Γερμανοί πίστεψαν ότι θα μας αφανίσουν μία και καλή, ως αντάρτες, ως επανάστασιν.
Όλη την ημέρα το Βουργαρέλι βομβαρδιζόνταν με συνεχή κύματα αεροπλάνων, τα οποία φόρτωναν τες βόμβες από το αεροδρόμιο των Ιωαννίνων και τες ξεφόρτωναν στο ωραίο χωριό του Βουργαρελίου, για να σβήσουν από τη γη μας το θρυλλικόν αυτό χωριό με τους ατσαλένιους πολεμιστάς του, γιατί βρέθηκαν αντιμέτωποι των νέων αυτών βαρβάρων οι οποίοι ξεπέρασαν στη κτηνωδία τας ορδές του Αττίλα.
Πολύ αργά το βράδυ της ημέρας αυτής βρέθηκα κοντά στη σπηλιά του Βάγγη στη Δρακότρυπα, για κάποια προστασία. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού διανυκτερεύουν απόψε κοντά σ’ αυτή τη σπηλιά. Άλλοι μέσα άλλοι απ’ έξω. Προσπαθώ να καθησυχάσω κάπως τους πιο απελπισμένους χωριανούς και τους χαροκαμμένους. Όλοι τους με παρακολουθούν με τα μάτια τους, βουβοί και σκεπτικοί. Δεν είναι εύκολο πράγμα η παρηγοριά, αυτή τη στιγμή. Έχασαν ανθρώπους τους, έχασαν σπίτια και τη σοδειά τους και δεν ξέρουν ακόμη τι τους περιμένει. Τους νεκρούς τους θάψαμε το βραδάκι που σταμάτησε ο βομβαρδισμός, τους τραυματίας τους περιποιούμεθα όπως μπορούμε καλύτερα στο μοναστήρι, στο σπίτι του Βάγγη και σε μερικά άλλα αγροτόσπιτα, έξω από το χωριό. Ο κίνδυνος για όλους μας δεν πέρασε ακόμη. Πιθανόν και αύριο με τα χαράματα να έχωμε τα ίδια. Μερικά σκυλιά ουρλιάζουν πένθιμα, κακά προμηνύματα για τους κατοίκους. Έτσι τα εξηγούν αι γυναικούλες που αγκαλιάζουν σφιχτά τα παιδιά τους μέσα στη σπηλιά και προσπαθούν να τα αποκοιμήσουν. Για βραδυνό φαγητό κανείς των δεν νοιάζεται, καίτοι είναι όλοι τους νηστικοί από χθές. Δηλαδή 24 ώρες τώρα. Κάπου μου στρώσανε και μένα μία κάπα, κοντά στη σπηλιά για να ξαπλώσω και να κοιμηθώ. Ο ύπνος όμως δεν είναι εύκολος προ πάντων για μένα. Εγώ είμαι ο Αρχηγός, εγώ είμαι αυτός που τους ξεσήκωσα σε επανάστασι κατά του ισχυρού κατακτητού, εγώ είμαι ο αίτιος αυτής της καταστροφής. Είναι πολύ ξαφνική αυτή η καταστροφή και δεν ξέρω αυτή η σιωπή όλων των κατοίκων τι συναισθήματα αντιπροσωπεύει. Δεν άκουσα από κανέναν διαμαρτυρία καμμία, αλλά όλοι είναι σκεπτικοί και αμίλητοι.
«Και τώρα ας σημειώσω τα χαρακτηριστικότερα γεγονότα της ημέρας»
Κατοικώ στο σπίτι του Χρήστου Λαναρά στο πάνω πάτωμα από πενταμήνου. Ώρα 05:30 με ξύπνησε ο βόμβος δύο αεροπλάνων που τα βλέπω από το παράθυρο. Είναι αναγνωριστικά Γερμανικά και κάνουν βόλτες από πάνω μας. Αντιλαμβάνομαι ότι κάτι κακό θα συμβή για να βρίσκονται αυτή την ώρα από πάνω μας τόσο επίμονα. Είμαι ακόμη μισόγυμνος, παρακολουθών. Προσπάθησα να ειδοποιήσω να κτυπήσουν την καμπάνα για να εγκαταλείψουν οι κάτοικοι το χωριό, όλοι σχεδόν κοιμούνται ακόμα. Δεν προφθάνω όμως διότι ένα σμήνος βομβαρδιστικών από κατεύθυνσιν Βορράς – Νότος ξεπροβάλλει από την κορυφή των Τζουμέρκων και ξεφορτώνουν τες βόμβες τους. Παρακολουθώ την τροχιά των βομβών, τες άφησαν τα αεροπλάνα μόλις ξεπρόβαλαν στο βουνό, ευτυχώς πέφτουν χαμηλά στα τελευταία σπίτια του χωριού. Όλοι οι κάτοικοι αλλόφρονες προσπαθούν να κρυφτούν όπως ο καθένας μπορεί. Η καμπάνα του χωριού κτυπάει δαιμονισμένα αλλά η προειδοποίησις είναι πλέον περιτή. Δεύτερο σμήνος ακολουθεί το πρώτο και ρίχνει βόμβες, τρίτο σμήνος και τέταρτο. Οι βόμβες πέφτουν τώρα μέσα στο χωριό. Στο κέντρον του χωριού, στη πλατεία, στες απάνω βρύσες όπου σκοτώνουν έναν Βουργαρελιώτη κρυμμένον στο υπόγειο αυλάκι του νερού. Στη πλατεία έχουμε άλλον νεκρό, το σπίτι του Λοχαγού μου Κ. Παπαδόπουλου σκοτώνεται η 19χρονη κόρη του, το σπίτι του Γ. Παπαδημητρίου γκρεμίζεται από βόμβα που έπεσε επάνω του, ευτυχώς δεν ήταν κανείς μέσα, είχαν προλάβει όλοι τους και απομακρύνθηκαν προς την παρακείμενη ρεματιά, η αδελφή του Στρατηγού Ζέρβα Κούλα Λαλάκου τραυματίζεται.
Σε μία μικρή ανάπαυλα της επιδρομής πηγαίνω στην πλατεία να μάθω, να δώσω εντολάς, να ενθαρρύνω, να προσφέρω τη βοήθεια μου. Εκεί συναντώ δύο αντάρτες μου οι οποίοι διακομίζουν έναν τραυματίαν, ειδοποιώ πως όλοι πρέπει να καταφεύγουν προς τες απέναντι πλαγιές που είναι πυκνά δασωμένες από έλατα και να προστατεύονται από τες μεγάλες πέτρες των δύο εκατέρωθεν ρεματιών.
Τα αεροπλάνα συνεχίζουν το μακάβριο έργο τους. Τώρα χρησιμοποιούν και τα πολυβόλα τους, όταν έχουν ρίξει τες βόμβες των. Δύο πολυβόλα δικά μου διακρύνω ότι βάλλουν εναντίον των αεροπλάνων. Πετούν όμως πολύ ψηλά, όχι γιατί φοβήθηκαν την αντιαεροπορική μου άμυνα η οποία στην ουσία δεν υπάρχει, αλλά διότι το χωριό είναι κτισμένο στα όρια των Τζουμέρκων τα οποία έχουν υψόμετρο 2000 μέτρα και άνω και το χωριό μόνον 700 μέτρα. Αυτό το γεγονός αναγκάζει τα αεροπλάνα να πετούν ψηλά, 2500-3000 μέτρα και να βλέπουν το χωριό – στόχος αιφνιδιαστικά μετά την κορυφή του βουνού, ώστε και η ευστοχία τους να είναι περιορισμένη. Κατακαϋμένα Τζουμέρκα που με τον όγκο σας προστατεύετε τους κατοίκους σας. Τα Τζουμέρκα επίσης λόγω του ύψους τους αναγκάζουν τα εχθρικά αεροπλάνα να πετούν από Βορρά προς Νότο και όχι αντιθέτως, διότι φοβούνται μήπως κατερχόμενα ενσφηνωθούν στο βουνό. Άλλο πλεονέκτημα του Βουργαρελίου για την προστασία από αεροπορικούς βομβαρδισμούς, είναι αι δύο εκατέρωθεν ρεματιές με ογκώδεις βράχους και δασωμένες εκατέρωθεν πλαγιές προς Ομαλή και Προφήτη Ηλία καθώς και προς τα Τζουμέρκα που ανυψούνται απότομα αμέσως βορείως του μοναστηρίου.
Ώρα 14:45 – Τα τελευταία αεροπλάνα απομακρύνονται
Ώρα 14:45, απομακρύνονται τα τελευταία Γερμανικά αεροπλάνα. Κουράστηκαν πλέον οι Γερμανοί αεροπόροι να ρίχνουν. 10 ώρες ξεφορτώνουν φωτιά και σίδερο στο μικρό αυτό χωριό. Ολόκληρες αποθήκες βομβών εξεκενώθησαν από τα αεροδρόμια Ιωαννίνων, η λύσσα τους σταμάτησε πλέον τουλάχιστον για σήμερα. Οι τολμηρότεροι κάτοικοι εμφανίζονται στο χωριό, στα σπίτια τους, στα ζωντανά τους για να διαπιστώσουν το βαθμό της καταστροφής. Προσπαθώ ακόμη να τους αποτρέψω αλλά η προσπάθεια μου αυτή δεν είναι τόσο εύκολη. Στους δρόμους βρίσκονται οι νεκροί των, τραυματίαι που κρύφτηκαν μόνοι τους και έχουν ανάγκην βοήθειας, σπίτια που γκρεμίζονται και καίγονται.
Έπεσαν μεγάλες βόμβες των 250-500 και 800 κιλών. Πολλές φαίνονται σκορπισμένες χωρίς να έχουν σκάση, ο κίνδυνος είναι άμεσος. Διέταξα μετά την ταφήν των νεκρών, την πλήρη εγκατάληψιν του χωριού και την ασφάλειαν των κατοίκων υπό περιπόλων.
Οι απώλειες
Το βραδάκι διεπιστώθησαν αι προξενηθείσαι απώλειαι σε νεκρούς, τραυματίες, και καταστροφάς, ούτω:
Εφονεύθησαν:
- Βασιλική σύζυγος Δημ. Σούσου εκ Βουργαρελίου.
- Μαρία θυγάτηρ Δημ. Σούσου.
- Γεώργιος υιός Δημ. Σούσου.
- Ευαγγελή θυγ. Νικολ. Πλούμπη.
- Γεώργιος Καρανάσιος γραμ. Ειρηνοδικείου εκ Θεσσαλίας.
- Μαρία σύζυγος Γ. Καρανάσιου.
- Βούλα θυγάτηρ Γ. Καρανάσιου.
- Μαγδαληνή χήρα Θωμά Σόφη εκ Βουργαρελίου.
- Λέλα θυγάτηρ Λοχαγού Κ. Παπαδόπουλου εκ Βουργαρελίου.
- Γεώργιος Τσιμπλικούκος μόνιμος αντάρτης εκ Βουργαρελίου.
- Γεώργιος Χουλιάρας μόνιμος αντάρτης από Λεπιανά.
- Γεώργιος Μπετχαβάς από Άνω Καλεντίνη.
- Παπαχρήστος Θεοχάρης Ιερέας εκ Ράμιας.
- …………. άγνωστο επώνυμο.
Τραυματισθέντες περί τους 30.
Καταστροφαί 60-65% των οικιών του χωριού.
Υπέβαλλα μία σύντομη αναφορά στον Αρχηγό.
6 Μαΐου 1943 – Το συνεργείο του Tom Barnes
Ξημερώσαμε στο ύψωμα Ομαλή κοντά στη σπηλιά. Πλην των οικογενειαρχών και των μονίμων ανταρτών, τα γυναικόπαιδα απηγόρευσα να κατέλθουν στο χωριό. Διά τηλεφώνου παρακάλεσα την Αγγλική απόστολή εις Θεοδώριανα να φροντίση το ταχύτερον διά καταλλήλου συνεργείου να εξουδετερωθώσι αι μη εκραγείσαι νάρκες.
Η προσπάθεια αυτή άρχισε την ίδια μέρα με επικεφαλής έναν γενναίον Άγγλον ή μάλλον Νοεζηλανδό Ταγματάρχην Μηχανικού Τομ Μπάρνες. Ο Ταγματάρχης αυτός άριστος σαμποτέρ, προήχθη επί του πεδίου της μάχης κατά την ανατίναξιν της γέφυρας του Γοργοποτάμου την 25/11/42.
Οι κάτοικοι του Βουργαρελίου ανέκτησαν το θάρρος των, ξαναβρήκαν τον εαυτόν τους και υπομονετικοί ψύχραιμοι, χωρίς κανέναν γογκισμό ή διαμαρτυρία επεδόθησαν εις την περισυλλογήν και την αποκατάστασιν των ζημιών. Η αγωνιστική πίστις, η μανία της εκδικήσεως και το μίσος κατά του κατακτητού, εκορυφώθησαν. Ήταν μεγάλη η μανία των καταστροφέων Γερμανών, αλλά και η εκδίκησις είναι καθολική. Αι απώλειες κρίνονται μικρές, εν συγκρίσει με τον πληθυσμόν του χωριού και του δεκάωρου συνεχή βομβαρδισμού. Τούτο αποδίδω εις την προστατευτικήν θέσιν την οποίαν κατέχει το χωριό, καλυπτόμενο με τον όγκο των Τζουμέρκων, εις τους βράχους και τες σπηλιές του, εις την δασωμένη πλησίον του έκτασιν και εις την τήρησιν της παραδειγματικής ψυχραιμίας και τάξεως υπό των κατοίκων.
Οι κάτοικοι του χωρίου ανήρχοντο την 5ην Μαΐου εις 1500 ψυχάς. Επί πλέον αυτών ευρίσκοντο εις το Βουργαρέλι περί τους 500 ακόμη αξκούς, οπλίτας αντάρτας, συνδέσμους και Επιτροπάς Αγώνος, άλλων πλησιεστέρων χωριών.
Οι Γερμανοί μη δυνάμενοι να κτυπήσουν το επαναστατικό κίνημα με στρατό και επίγειες επιχειρήσεις, θέλησαν να κάμψουν το ηθικόν και να παραλύσουν την επανάστασι, προσβάλοντες τα κέντρα των ανταρτών. Το Βουργαρέλι πράγματι αποτελεί το μεγαλύτερον κέντρον των ανταρτών και δικαιολογημένως επελέγη ως στόχος της αεροπορίας του κατακτητού.
Απέτυχαν όμως οι Γερμανοί στες προβλέψεις των, διότι από την επομένην του βομβαρδισμού η κατάστασις της δοκιμασίας πέρασε οριστικώς, για να χαλιβδώση περισσότερο τες καρδιές των αγωνιστών εναντίον της βίας, εναντίον της σκλαβιάς για την οποίαν οι Έλληνες δεν είναι γεννημένοι, παρ’ όλες τες μηχανικές εξελίξεις του στρατού κατοχής και παρ’ όλην την σκληρότητά του. Τίποτα δεν θα φοβίση τους Τζουμερκιώτες αφού απεφάσισαν να πολεμήσουν. Όσο δυνατός και αν είναι ο κατακτητής βάρβαρος είναι και σαν τέτοιον θα τον πολεμήσωμε, έστω και αν όλοι πέσουμε. Αυτές τες σκέψεις άκουγα σήμερα στη πλατεία του χωριού απ’ όλους.
Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που με κάνει να πιστεύω ότι επέτυχα εις την κρίσιν μου για τα ψυχικά χαρίσματα των Τζουμερκιωτών εις τα οποία βασίστηκα από τες πρώτες ημέρες του ξεσηκωμού. Τώρα θα συνεχίσω την εργασίαν μου με νέες δυνάμεις, με καινούργια φτερά.
Συνέταξα μία λεπτομερή έκθεσι επί του βομβαρδισμού του Βουργαρελίου, την οποίαν υπέβαλα στον Αρχηγό Ζέρβα. Επίσης εζήτησα από την Αγγλικήν Αποστολή οιανδήποτε βοήθειαν διά τους αστέγους, τους πτωχούς οι οποίοι έχασαν και το τελευταίο σπυρί καλαμποκιού και τα ορφανά. Σκηνές, κουβέρτες, φάρμακα ήσαν τα πλέον αναγκαία. Ο ιατρός Αναγνώστου, παρά το μεγάλο πλήγμα που υπέστη από την καταστροφή του σπιτιού του και των υπαρχόντων, αλλά ιδιαιτέρως από τον θάνατον της πρώτης του ανηψιάς, της 19χρονης Λέλας Παπαδοπούλου, ακλόνητος, στοργικότατος ευρίσκεται στο πλευρόν κάθε τραυματίου και κάθε πονεμένου, προσφέροντας τες υπηρεσίες του ως γιατρού και ως συνανθρώπου που πραγματικά συμπονεί και συνυποφέρει.
7, 8, 9 Μαΐου 1943 – «Το συνεργείο του Τομ Μπάρνες δουλεύει»
Παρά την ψυχραιμίαν την οποίαν επιδεικνύουν οι Βουργαρελιώτες δεν μπορούν ακόμη να συνέλθουν. Ο φόβος νέου βομβαρδισμού υπάρχει. Αντιμετωπίζω την εγκατάστασιν, προσωρινώς τουλάχιστον, ανταρτών και κατοίκων εκτός του χωριού. Αυτό όμως μου είναι πολύ δύσκολον διότι δεν διαθέτω τίποτε γι’ αυτή την υπαίθριο εγκατάστασι. Οι Άγγλοι δεν φαίνεται ότι μπορούν να βοηθήσουν σε τίποτε. Την μόνην βοήθειαν που βλέπω τώρα, είναι το συνεργείο εκκαθαρίσεως των βομβών που άρχισε συστηματικά τη δουλειά του. Από τες βόμβες αυτές που δεν έσκασαν, ο κίνδυνος είναι μεγάλος και η πλήρης εξουδετέρωσις των θα βραδύνη 8-10 ημέρες, γιατί είναι πολλές. Φύλαξε και σ’ αυτό ο Θεός. Πόσα θύματα θα κλαίγαμε αν έσκαζαν όλες; Είναι μερικές απ’ αυτές πολύ μεγάλες, 500 κιλών και απάνω. Το συνεργείο του Τομ Μπάρνες δουλεύει.
Πηγή: Γεώργιος Αγόρος, ανέκδοτο ημερολόγιο, 5–9 Μαΐου 1943. Αποσπάσματα δημοσιευμένα από τον κ. Γιάννη Αγόρο.
Στη φωτογραφία “Φροντίδα τραυματιών στην ύπαιθρο. Ο ιατρός Π. Γεωργακόπουλος διακρίνεται αριστερά, πάνω από το φορείο.”
Πηγή: Ι. Π. Γεωργακόπουλος, «9 Χρόνια & 9 Μήνες», σ. 176.
