Σκέψεις
………Η αιώνια ψευδαίσθηση της άδειας για πανεπιστημιακές εξετάσεις, και κανείς δεν μας έλεγε την αλήθεια για την αδυναμία να την αξιοποιήσουμε. Η σκέψη του Πανεπιστημίου, των χρόνων που περνούσαν χωρίς να μπορώ να σπουδάσω και χωρίς να μπορώ να επωφεληθώ έστω και από μια πολύ σύντομη άδεια για να έχω μια προσωπική επαφή με το Πανεπιστήμιο, αποτέλεσε, σε όλη τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας, αιτία ανησυχίας, λύπης και απογοήτευσης. Φτωχές μου σπουδές…
Σεπτέμβριος ’42
1η Σεπτεμβρίου: Γράμμα (χωρίς λογοκρισία)
“(…) Χθες έλαβα το δικό σου με το απόκομμα της εφημερίδας σχετικά με την κατάσταση των εξετάσεων. Έφτασε και η εγκύκλιος με την οποία μας δίνεται η δυνατότητα να πάρουμε άδεια την περίοδο 1 Δεκεμβρίου – 31 Μαρτίου 1943, γι’ αυτό ηρέμησα και, όπως κι εγώ, όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοι στην ίδια κατάσταση (…).
Είναι εννέα η ώρα και είμαι αξιωματικός υπηρεσίας· έχω μπροστά μου ένα όμορφο τσαμπί σταφύλια. Είναι μια υπέροχη μέρα, δροσερή και γεμάτη ήλιο, και ο ουρανός είναι γεμάτος από τα αεροπλάνα μας. Είναι πραγματικά μια όμορφη και συγκινητική σκηνή· τα αεροσκάφη πηγαινοέρχονται από την Ιταλία φέρνοντας τα αγαπημένα γράμματα (…). Εδώ η ελονοσία βρίσκεται στο αποκορύφωμά της. Τώρα πάω να κάνω μια βόλτα στο στρατόπεδο με τη γαλάζια ταινία του παππού για να ελέγξω τι συμβαίνει.”
4 Σεπτεμβρίου: Γράμμα (λογοκριμένο)
“(…) Σε διαβεβαιώνω για την κατάσταση της υγείας μου: είμαι πολύ καλά. Για εκείνα τα είδη που θέλεις, δεν μπορώ να σε εξυπηρετήσω: το μαλλί κοστίζει έναν ολόκληρο μισθό ή και περισσότερο. Δεν μπορεί πια κανείς να αγοράσει τίποτα στη μαύρη αγορά (είναι πράγματα που θα σου τα πω από κοντά).
Για το αεροπλάνο που έπεσε δεν μπορώ να σου πω τίποτα. Θα τα πούμε, αν θέλει ο Θεός, από κοντά. Επιτέλους, μετά από τέσσερις μέρες σιωπής, έλαβα τα δύο γράμματά σου. Η ταχυδρομική υπηρεσία άλλαξε: θα έχουμε αλληλογραφία τρεις φορές την εβδομάδα και νομίζω ότι το ίδιο θα συμβεί και σε εσάς (…).
Έφτασε ο νέος διοικητής του Συντάγματος και έμεινε πολύ ικανοποιημένος· φαίνεται να είναι καλός και σοβαρός άνθρωπος” [δυστυχώς δεν θυμάμαι πια το όνομά του].
10 Σεπτεμβρίου: Γράμμα
“(…) Σήμερα μου πήγε καλά, γιατί, όντας αξιωματικός υπηρεσίας, απέφυγα μια μακρά πορεία (…)
Έφτασαν οι στρατιώτες στο Σαν Ντεμέτριο; Για τα χρήματα που σου στέλνω, νομίζω πως είναι σωστό — με τους καιρούς που ζούμε και δεδομένου ότι γνωρίζω τι θα μπορούσε να συμβεί — να αγοράσεις κάτι από τώρα (μαλλί, σιτάρι κτλ.)· είναι καλύτερα να έχεις πράγματα στο σπίτι παρά χαρτί (χρήματα), αλλά κάνε όπως νομίζεις εσύ καλύτερα.
Με τη θεραπεία των δοντιών είμαι εντάξει. Ο οδοντίατρος δεν δέχτηκε με τίποτα να πληρωθεί· είναι ένας νέος πτυχιούχος που είχα γνωρίσει σε περιστάσεις που θα σου διηγηθώ από κοντά. Μου έγραψες ότι έχεις έρθει σε σύγκρουση με τον γραμματέα του Πανεπιστημίου. Μην ανησυχείς. Για τον Οκτώβριο δεν θα μας δώσουν άδεια, παρόλο που κάνουμε αιτήσεις που τελικά δεν χρησιμεύουν σε τίποτα.”
«Σε περίπου δέκα μέρες δεν θα είμαι πια νεοτοποθετημένος, αλλά θα είμαι “κρατημένος υπό τα όπλα για λόγους πολέμου”. Ελπίζουμε αυτό το “κράτημα” να μην κρατήσει πολύ…
[Θα κρατήσει ακριβώς τρία χρόνια. Θα επιστρέψω σπίτι στις 13 Σεπτεμβρίου 1945!]
Στον 6η μου Λόχο είναι όλοι καλοί άνθρωποι· είναι απογοητευμένοι και εκνευρισμένοι γιατί εδώ και χρόνια δεν βλέπουν τις οικογένειές τους. Σχεδόν όλοι έχουν πολεμήσει στον πόλεμο της Αλβανίας και ένας Σαρδηνός στρατιώτης λείπει από το σπίτι του εδώ και 54 μήνες!
Αυτή τη στιγμή ο μάγειρας μού φέρνει λίγο γλυκό που του έστειλαν από το Μιλάνο· ο καημένος, θέλησε να το μοιραστεί με τους αξιωματικούς του.»
17 Σεπτεμβρίου: Γράμμα
«(…) Απόψε είμαι αξιωματικός υπηρεσίας. Χθες βράδυ δεν βγήκαμε γιατί ήρθαν ανώτερες διαταγές να είμαστε σε επιφυλακή. Ο διοικητής της Λόχου έφυγε με άδεια και, μέχρι να έρθει ο νέος, τον αντικαθιστά ο συνάδελφός μου — φιλόσοφος και συγκάτοικός μου — μεγαλύτερος από εμένα· αγαπιόμαστε πραγματικά και είμαστε πάντα σε πλήρη συμφωνία.
Ο υπασπιστής/υπηρέτης μου εισήχθη στο νοσοκομείο επειδή προσβλήθηκε από ελονοσία· αύριο θα πάω να τον δω και θα του πάω λίγα φρούτα που μου χάρισαν κάποιοι Έλληνες. Τον αντικαθιστά ένας καλός “πολεντόνε” (δηλαδή βορειοϊταλός) (…).
Αυτή τη στιγμή έλαβα το τηλεγράφημά σου: “Περιμένω νέα σου”. Τι τρομάρα πήρα! Είσαι απίστευτος! Σου είχα ήδη γράψει ότι η αλληλογραφία φεύγει κάθε τρεις μέρες, οπότε δεν χρειάζεται να ανησυχείς και να με τρομάζεις έτσι. Μην φοβάσαι, εδώ κανείς δεν θα με σκοτώσει… (…) [Καημένε πατέρα, μέχρι και τα μαλώματα!]»
19 Σεπτεμβρίου: Γράμμα
«Αγαπητέ πατέρα, σήμερα μου έφτασαν τρία ολόκληρα γράμματα! Τρεις γερο-κατσάδες πρώτης τάξεως! Θα ήθελα να μάθω τι φταίω εγώ ή εσύ, αν η αλληλογραφία, αντί να φτάνει κάθε μέρα, μας παραδίδεται και φεύγει κάθε τρεις ή τέσσερις. Μην κάνεις πια περίεργες υποθέσεις. Με στεναχωρείς όταν μου λες ότι δεν κοιμάσαι και ότι σχεδόν αρρωσταίνεις (…).
Τον Οκτώβριο θα πρέπει να στέλνουμε στο σπίτι ακριβώς τα πέντε έκτα του μισθού, που θα αποστέλλεται απευθείας από τη στρατιωτική διοίκηση μέσω τραπεζικής μεταφοράς· επομένως δεν θα κάνουμε πια ταχυδρομικά εμβάσματα, και για τα τοπικά έξοδα θα μας δίνουν σαράντα πέντε χιλιάδες δραχμές. Είναι χρήματα πεταμένα στον άνεμο, γιατί εδώ δεν υπάρχει τίποτα να αγοράσεις.
Η περίοδος της ελονοσίας αρχίζει κάπως να μειώνεται και δεν υπάρχει πια εκείνη η μεγάλη προσέλευση ασθενών στο νοσοκομείο. Στείλε μου λίγο χαρτί για γράψιμο με φακέλους, μερικά ξυραφάκια και λίγο χαρτί για τσιγάρα.
Ο καιρός είναι ακόμη καλός και τα βράδια, με την πανσέληνο, κάνουμε κάτι τραγουδάκια που αρέσουν πολύ στις “δεσποινίδες”. Έχουμε μάθει να παίρνουμε τη ζωή πιο χαρούμενα, έτσι ο χρόνος περνά γρήγορα και δεν νιώθουμε τόσο το βάσανο της απόστασης από το σπίτι (…).»
Σκέψεις για τις επαφές με τον άμαχο πληθυσμό
Κατά τους μακρούς μήνες της παραμονής μου στην Άρτα, παρά τις αμοιβαίες επιφυλάξεις μεταξύ Ιταλών και του ντόπιου πληθυσμού, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω διάφορους ανθρώπους και να κατανοήσω καλύτερα τη νοοτροπία, τον χαρακτήρα και τον πολιτισμό των Ελλήνων. Έκανα πολλές γνωριμίες: από τον οδοντίατρο, τον δρ. Βαφιά, μέχρι τον παπά, από τον δάσκαλο του δημοτικού — που ήταν και διερμηνέας μας — μέχρι μια ομάδα φοιτητών, από οικογένειες αγροτών μέχρι τον καφετζή, τον φωτογράφο, τον ράφτη και τις διάφορες «δεσποινίδες»: Βούλα, Νίτσα, Πόπη.
Αλλά στην Άρτα ανέπτυξα και μια σχέση καθαρής φιλίας με μια μελαχρινή και όμορφη κοπέλα, με ζωηρή ευφυΐα και γοητευτική συμπάθεια. Τη λέγανε Άννα, ορφανή από πατέρα αξιωματικό από την Πάτρα και από μητέρα πρόσφυγα· ζούσε στην Άρτα μαζί με τη μητέρα της και τον αδελφό της, Στέλιο.
Υπήρξε η «εχθρός-φίλη» εκείνων των χρόνων μίσους, πείνας, πόνου και θανάτου. Μιλούσε και έγραφε ιταλικά, και οι σύντομες συναντήσεις μας γίνονταν παρουσία του αδελφού της και μιας φίλης της (Νίτσα, υποκοριστικό του Ελενίτσα). Η φιλία μας τελείωσε τον Σεπτέμβριο του 1943, με τη μοιραία ανακωχή και την επακόλουθη αιχμαλωσία μου στη Γερμανία.
Σεπτέμβριος ’42
9 Σεπτεμβρίου: Γράμμα
«(…) Στον αέρα υπάρχει μια μυρωδιά από κάτι ύποπτο, duan të na suljen (θέλουν να μας επιτεθούν), όμως καμία ανησυχία, γιατί είμαστε ήδη πολύ προνοητικοί και προσεκτικοί (…). Εδώ και μερικές μέρες δεν κατεβαίνουμε πια στην πόλη, αλλά τρώμε πάντα στο στρατόπεδο.
Διάβασα σε μια εφημερίδα ότι αποκαταστάθηκε η αποστολή δεμάτων από την Ιταλία προς τα μέτωπα των επιχειρήσεων (…). Και πάλι σας παρακαλώ να κάνετε κουράγιο για τον θάνατο του θείου Αττίλιο και προσπάθησε να παρηγορήσεις περισσότερο την καημένη τη θεία Βιντσεντσίνα (…).
Σου ανακοινώνω επίσης ότι σε λίγες μέρες το Τάγμα θα αλλάξει έδρα· θα πάμε σε ένα χωριό και ίσως θα μείνουμε σε σκηνές, κάτι που μας στενοχωρεί λίγο. Έλαβα το πακέτο με τα ξυραφάκια, τα χαρτάκια και τα άλλα πράγματα. Χάρηκα που σταματήσατε στο Σαλέρνο. Έτσι είδες τα μέρη όπου πέρασα την πιο όμορφη — αν και πιο δύσκολη — περίοδο της στρατιωτικής μου ζωής.»
[Κατά την επιστροφή από τη Μπολόνια, ο πατέρας μου και ο θείος Σαβέριο είχαν σταματήσει στο Σαλέρνο για να χαιρετήσουν τον ξάδελφό μου Αρμάντο, δόκιμο στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών.]
Οκτώβριος ’42
5 Οκτωβρίου: Γράμμα
«Αγαπημένε μου πατέρα, σήμερα το πρωί έλαβα δύο γράμματά σου από τη Μπολόνια και έτσι έμαθα τη θλιβερότατη είδηση του θανάτου του θείου Αττίλιο. Έμεινα άφωνος και τώρα καταβάλλω τεράστια προσπάθεια για να βρω αυτές τις λίγες λέξεις.
Το πλήγμα για όλους σας ήταν βαρύ· σκέφτομαι ιδιαίτερα τη θεία Βιντσεντσίνα, η οποία φαίνεται πως γεννήθηκε για να υποφέρει. Εσύ να κάνεις κουράγιο και να προσπαθήσεις να την παρηγορήσεις λίγο. Σήμερα το πρωί έστειλα αμέσως τηλεγράφημα στη Μπολόνια.
Καημένε θείε Αττίλιο, αυτή την ώρα αναπαύεται στην ειρήνη των δικαίων μαζί με την αγαπημένη του κόρη Άλντα, στη Τσερτόζα της Μπολόνια. Και η θεία Εμίλια τι κάνει; Θα αντέξει κι αυτό το σκληρό χτύπημα; (…)
Εδώ, με τη στρατιωτική ζωή, αποσπώμαι πολύ, και αυτό με βοηθά να μη σκέφτομαι σε βάθος ούτε τις λύπες ούτε τις χαρές. Χάνονται γρήγορα. Και αυτό είναι το μοναδικό καλό της κατάστασής μου (…)»
15 Οκτωβρίου: Αεροπορική καρτ ποστάλ
«Αγαπημένε μου πατέρα, (ακολουθούν οκτώ γραμμές όλες σβησμένες από τη λογοκρισία).
Στο Σαν Ντεμέτριο τι κάνετε ωραίο; Η θεία Βιντσεντσίνα πώς είναι; Ο καιρός για την άδεια πλησιάζει και θα ήταν πολύ ωραίο αν έπεφτε στη σειρά των Χριστουγέννων. Φιλιά, Νίνο»
[Η καρτ ποστάλ έχει σχεδόν ολόκληρη σβηστεί από τη λογοκρισία. Ο πατέρας μου, περίεργος για το σβήσιμο, τρίβοντας με μια φλούδα μήλου πάνω στο σημείο που είχε μαυριστεί με μαρκαδόρο, κατάφερε (και ακόμη φαίνεται στο δελτάριο) να καθαρίσει σε ορισμένα σημεία το στρώμα της μαύρης βαφής και να διακρίνει κάποιες από τις σβησμένες λέξεις. Στο πάνω μέρος διακρίνεται μόλις: «είμαστε έτοιμοι σε πολεμική ετοιμότητα» και πιο κάτω «η ελονοσία συνεχίζει να θερίζει». Λάθος της αφέλειάς μου και της ηλικίας μου! Ήμουν 21 ετών!]
20 Οκτωβρίου: Γράμμα
«(…) Εδώ και αρκετές μέρες δεν φτάνει αλληλογραφία. Εδώ είμαστε πάντα έτοιμοι να μετακινηθούμε, αλλά δεν γνωρίζουμε ούτε τη μέρα ούτε τον τόπο. Ο καιρός παραμένει δροσερός αλλά είναι άστατος: έχω φορέσει μια μπλούζα με μακριά μανίκια και χρησιμοποιώ φανελένιο πουκάμισο. Ένας ντόπιος ράφτης μού έραψε έναν στρατιωτικό επενδύτη και επίσης ένα μάλλινο σακάκι.»
Νοέμβριος ’42
3 Νοεμβρίου: Γράμμα
«(…) Χωρίς αμφιβολία θα έρθω στο σπίτι κατά την περίοδο της χειμερινής άδειας που έχει οριστεί για εμάς τους πανεπιστημιακούς [η συνηθισμένη επίμονη αυταπάτη].
Η ελονοσία θερίζει περισσότερο από ποτέ (φράση σβησμένη από τη λογοκρισία)· ευτυχώς είναι καλοήθης και έτσι, μετά από λίγες ημέρες θεραπείας, οι στρατιώτες μπορούν να επιστρέψουν στις μονάδες τους.
Ακόμη οι σύντροφοί μου βρίσκονται έξω και κοιμούνται σε σκηνές και ίσως shkreghnjen κιόλας (πυροβολούν κιόλας). Ελπίζουμε να πάνε όλα καλά και για αυτούς και να επιστρέψουν σύντομα εδώ στην Άρτα.
Μην ανησυχείς που κουβαλάω το πιστόλι γεμάτο· πέρα από το ότι βάζω την ασφάλεια, είμαι στρατιώτης σε καιρό πολέμου! Παίρνω όλες τις δυνατές προφυλάξεις και, άλλωστε, αγαπημένε μου πατέρα, όλα εξαρτώνται από τη μοίρα!»
11 Νοεμβρίου: Γράμμα
«(…) Πριν από λίγες ημέρες έφτασαν σε ένα ελληνικό βιβλιοπωλείο κάποια ιταλικά μυθιστορήματα (…), και τα αγοράσαμε όλα.
Σήμερα είναι του Αγίου Μαρτίνου [γενέθλια του βασιλιά] και γι’ αυτό στο συσσίτιο — που έχει επαναλειτουργήσει εδώ και λίγες ημέρες — θα φάμε κάτι ξεχωριστό. Απόψε θα έρθει και ο κύριος στρατηγός και έτσι θα έχουμε ένα “μεγάλο” δείπνο με γλυκά και λικέρ.» ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ (Πηγή : Cronaca della mia vita in Grigioverde, Adriano Mazziotti, – 8 novembre 2018, σε μετάφραση Αναστασίας Καρρά)
Στη φωτογραφία από το ίδιο βιβλίο «Άρτα 1942 – Ιταλοί στρατιώτες με αντικουνουπικά καλύμματα, σε μια περίοδο όπου η ελονοσία στην περιοχή της Άρτας, όπως καταγράφεται και στις επιστολές, βρισκόταν σε έξαρση.»
