Το αυτοκίνητο ήταν ακόμη σπάνιο θέαμα στην Άρτα των αρχών του 20ού αιώνα. Οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης είχαν δει ελάχιστα να περνούν από τους χωμάτινους δρόμους της Ηπείρου και κάθε εμφάνισή τους προκαλούσε περιέργεια, θαυμασμό και αναστάτωση. Γι’ αυτό και το πρωινό εκείνο του 1913, όταν η κόκκινη ανοιχτή κούρσα του Γενικού Διοικητή Ηπείρου πέρασε κορνάροντας μέσα από την αγορά της Άρτας, μικροί και μεγάλοι βγήκαν στα πεζοδρόμια για να τη δουν. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι λίγα μόλις λεπτά αργότερα το εντυπωσιακό αυτό αυτοκίνητο θα γινόταν κομμάτι της πρώτης μεγάλης αυτοκινητιστικής τραγωδίας που γνώρισε ποτέ η πόλη.
Με γλαφυρές περιγραφές και εικόνες βγαλμένες από την καθημερινή ζωή της εποχής, ο Λεωνίδας Βλάχος αφηγείται το δυστύχημα που σημάδεψε την τότε μικρή κοινωνία της Άρτας και έμεινε για χρόνια ζωντανό στη μνήμη των κατοίκων.
“Πολύ πρωί θα πρέπει να ξεκίνησε από Γιάννενα για να φτάσει στην Άρτα λίγο μετά το άνοιγμα των μαγαζιών, γιατί ο δρόμος τότε ήταν πολύ κατεστραμμένος με δύσκολες στροφές.
Το αυτοκίνητο ήταν μια κόκκινη κούρσα με ακτινωτούς τροχούς, νικελέ που άστραφταν και το πάνω μέρος ανοιχτό, σκεπαζόταν όταν είχε ήλιο ή βροχή με μηχανισμό που ήταν στα πλάγια του αυτοκινήτου. Έτσι έβγαιναν τ’ αυτοκίνητα τότε, δεν ήταν όπως τα σημερινά με μόνιμη κλειστή καρότσα.
Τότε ο Βενιζέλος είχε καλέσει στην Αθήνα τους Γενικούς διοικητές από τις Νέες Χώρες για σύσκεψη. Γενικός Διοικητής Ηπείρου ήταν ο Φωρέστης. Όταν το αυτοκίνητό πέρασε το Γιοφύρι, φτάνοντας στο Μουχούστι άρχισε το συνεχές κορνάρισμα Στο άκουσμα πετάχτηκαν όλοι απ’ τα μαγαζιά στο πεζοδρόμιο. Το αυτοκίνητο πέρναγε στην αγορά με μικρή ταχύτητα, έχοντας σημαία που κυμάτιζε μπροστά. Ένας σωματώδης ακόλουθος με πρασινωπά ρούχα έχοντας χοντρά κορδόνια κίτρινα κρεμασμένα απ’ τον ώμο του, καθισμένος στο πλάι του σοφέρ, οπλοφορεμένος, και στο πίσω μέρος ο Φωρέστης με τους γραμματικούς του.
Μόλις βγήκαν απ’ την πόλη άρχισε φαίνεται η τρεχάλα. Στη στροφή που παρουσίαζε ο δρόμος τότε, πριν φτάσουμε στα Δημοτικά, στο δεξιό μέρος του δρόμου ήταν ένα ωραίο πελεκητό πηγάδι και λίγο πιο πέρα μια χοντρή λεύκα λίγο γυρτή. Έχοντας φαίνεται μεγάλη ταχύτητα, δεν πήρε καλά τη στροφή και χτύπησε με φόρα στη λεύκα. Το αυτοκίνητο έγινε μια μάζα. Δεν θα τα ‘χαν με δυνατά υλικά για να ‘ναι ελαφρά, κι έτσι έγινε ολοκληρωτική καταστροφή. Ο Παπαγιαννάκης άκουσε το δυνατό κρότο απ’ το σπίτι του που ήταν στο υψωματάκι με τις μυγδαλιές και έτρεξε στην πόλη φέρνοντας το θλιβερό μήνυμα Έτρεξε κόσμος πολύς. Πήραν φορεία απ το σπίτι του Καραπάνου, που ήταν πάντα νοσοκομείο και πήγαν στον τόπο της συφοράς. Τους μετέφεραν στο σπίτι του Καραπάνου, τηλεγράφησαν στα Γιάννενα γ’ αυτό που έγινε και κατέφτασαν οι οικογένειές τους. Τηλεγραφείο ήταν πάντα στο σπίτι του Νιάου Τζανέτου, αυτού που είναι σήμερα η χορωδία Μακρυγιάννη.
Όλη αυτή τη μέρα συζήταγαν οι Αρτηνοί για τη συμφορά που έγινε. Αλλοι έλεγαν απροσεξία του σωφέρ, άλλοι το ‘ριχναν στη μεγάλη ταχύτητα, μερικοί είπαν ότι απ’ αυτούς που το θαύμασαν την ώρα που πέρναγε στην πόλη κάποιος θα ήταν με πολύ κακό μάτι… Δεν ξέρω που τους έθαψαν. Γιάννενα ή Αθήνα;
Κάποια νύχτα θυμήθηκα παλιούς μαραγκούς της Άρτας στις αρχές του 20ού αιώνα. Ήταν: Θεοχάρης Σκλιβανίτης. Σπύρος Μποτσιώλης, Θεμιστοκλής Κοσκινάς και μπαρμπα-Θύμιος Τσόγκας. Αυτοί έφκιαναν και μερακλίτικα κασόνια για πεθαμένους. Προχωρώντας σιγά-σιγά η ζωή, δούλεψε ο χρόνος που ωριμάζει τα πάντα, ως που ξημέρωσε η μέρα να φκιάσουν άλλοι τα δικά τους. Το αιώνιο το ατελείωτο παιγνίδι της ζωής.” (Πηγή : ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ, Ιούλιος – Αύγουστος 1994)
Στη φωτογραφία του 1930, το παλιό πηγάδι προς τα «Δημοτικά» κοντά στο οποίο έγινε το πρώτο αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1913. (Αρχείο της κ. Ανθής Ιωάν. Παπαβασιλείου, όπως δημοσιεύτηκε στην ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ).
