Ένα ιδιαίτερο εύρημα έρχεται να φωτίσει την Άρτα μιας άλλης εποχής. Πρόκειται για ένα άγνωστο –μέχρι σήμερα– χειρόγραφο διήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα, γραμμένο το 1945.
Ο Κοτζιούλας, που πέρασε τα γυμνασιακά του χρόνια στην Άρτα, καταγράφει με τρόπο βιωματικό εικόνες από την παλιά πλατεία της πόλης, ανθρώπους, συνήθειες και το τοπίο όπως διαμορφώθηκε στα δύσκολα χρόνια μετά τον πόλεμο.
Παραθέτουμε το ξεκίνημα του διηγήματος:
«ΠΑΛΙΑ ΠΛΑΤΕΙΑ»
Χρόνια και χρόνια πέρασαν από τότε. Ήτανε μαθητής ακόμα, πήγαινε εκεί με τους άλλους για γυμναστική. Ο γυμναστής ήταν ένας ανόρεχτος άνθρωπος, κοίταζε πότε να περάσει η ώρα. Μάζευε γύρω του ένα μικρό κύκλο και τους εξηγούσε, τους έλεγε. Οι ασκήσεις λοιπόν γινόταν με τα λόγια, καναδυό πετούσαν για γούστο και λιθάρι παριστάνοντας το δισκοβόλο. Οι πιο πολλοί διάβαζαν παράμερα τα μαθήματά τους για τ’ απόγεμα ή κάθονταν κάτω απ’ τον πλάτανο και γελούσαν, έριχναν πετραδάκια στους άλλους.
Τώρα έχουν αλλάξει όλα στην πλατεία. Ο πλάτανος που ήταν στην άκρη, δεν υπάρχει πια. Θα τον συνεπήρε ο πόλεμος κι αυτόν, η κατεβασιά που πέρασε από δω. Το μεγάλο χτίριο από πίσω ερειμώθηκε σχεδόν. Άλλοτε χρησίμευε για νοσοκομείο, τώρα δεν μπορεί να καθίσει άνθρωπος μέσα. Στη μπροστινή μεριά πάλι, κάτω απ’ το δρομάκι, στα χρόνια τα δικά του ήταν ένα σπίτι χαμηλό, με περιβόλι μπροστά του. Θυμάται ακόμα δυο αδέλφια καλοκαμωμένα, ένα αγόρι και μια κοπέλα, που έμεναν εκεί. Τώρα δεν έμεινε παρά το περιβόλι με κάμποσες πορτοκαλιές· απ’ το σπίτι και τους ανθρώπους ούτε σημάδι.
Μονάχα το ποτάμι, πέρα, κυλάει όπως πρώτα ανάμεσα στην αμμουδιά. Γυναίκες πάνε κι έρχονται παραδώθε, στο αυλάκι, να πάρουν νερό. Άλλοι γυρίζουν φορτωμένοι ξύλα χοντρά που βγήκαν στο γιαλό.
Μια μέρα πήγε κι ο ίδιος ως εκεί. Σεργιανούσε πέρα δώθε, σα να περίμενε κι αυτός κάτι απ’ το ποτάμι. Φτωχοί άνθρωποι λιάνιζαν κούτσουρα με το τσεκούρι γιατί δεν μπορούσαν να τα σηκώσουν ακέρια. Κοπέλες ξυπόλητες έβγαζαν από μέσα ρίζες πλατανιών που είχαν σκεπαστεί απ’ την άμμο. Τους κοίταζε έναν-έναν, σκυμμένους με κόπο, και του φαίνονταν σαν όρνια που είχαν πέσει σ’ ένα άψυχο κορμί. Στην απέναντι πλευρά έβοσκε ένα κοπάδι…”. (Από το πολύτιμο αρχείο του Γ. Σιούλα, που διασώζει σπάνιο υλικό.)
Το χειρόγραφο, γραμμένο το 1945, αποτελεί μια σπάνια μαρτυρία για την Άρτα της εποχής, αποτυπώνοντας όχι μόνο τον χώρο, αλλά και τη βαθιά αλλαγή που έφερε ο πόλεμος στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Το πλήρες χειρόγραφο του διηγήματος «Παλιά Πλατεία», όπως διασώζεται, είναι διαθέσιμο σε ψηφιακή μορφή και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:https://doxesdespotatou.com/wp-content/uploads/2026/05/ΠΑΛΙΑ-ΠΛΑΤΕΙΑ-ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ.pdf
