Ανασύνθεση των γεγονότων που αναφέρονται στις επιστολές και σχετικές σκέψεις
Πρώτη εκκαθαριστική επιχείρηση με ολόκληρο το Τάγμα εναντίον ενεργειών ανταρτοπολέμου από τους «Αντάρτες» (οι επαναστάτες) στην Ήπειρο. Μέχρι τη μάχη του Ελ Αλαμέιν στην Αίγυπτο, ο αντάρτικος πόλεμος στην Ελλάδα δεν είχε ακόμη λάβει τις διαστάσεις που είχε στη Γιουγκοσλαβία. Μετά τη λήξη της ιταλογερμανικής επίθεσης στην Αίγυπτο, οι Έλληνες κατάλαβαν ότι πλέον οι Άγγλοι θα εξαπέλυαν την επίθεση στην Αφρική και τα αντάρτικα κινήματα ανέλαβαν την πρωτοβουλία του ανταρτοπολέμου, ιδιαίτερα στην Ήπειρο και στο κέντρο της χώρας (Πίνδος και Θεσσαλία).
Τα κυριότερα αντάρτικα σώματα ήταν δύο. Το εθνικιστικό, υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Ναπολέοντα Ζέρβα και το κομμουνιστικό, με επικεφαλής τον Μάρκο. Η επιχειρησιακή βάση στην περιοχή της Άρτας ήταν το Κομπότι, περίπου 12 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της πόλης· οι ένοπλες ομάδες του συνταγματάρχη Ζέρβα είχαν το επιχειρησιακό τους κέντρο στο Βουργαρέλι (Vulgarelio), στην Πίνδο.
Ιταλικά στρατεύματα που δρούσαν στην περιοχή της Άρτας ήταν το 41ο και το 42ο Σύνταγμα της Μεραρχίας «Modena» και μία Λεγεώνα Μελανοχιτώνων· αργότερα έφτασε και ένα Τάγμα Αλπινιστών «Valli».
Ο νέος διοικητής ήταν ο Έλιο Μιράλια (δικηγόρος από το Ρέτζιο Εμίλια), έφεδρος αξιωματικός. Από εκτίμηση προς το πρόσωπό του, επιλέχθηκε ο δικός του Λόχος (δηλαδή ο δικός μου, ο 6ος) να φρουρεί την πόλη και να συντονίζει τις δυνάμεις που επιχειρούσαν στα βουνά ανατολικά της Άρτας.
Διέθετε ένα υποπολυβόλο Beretta 1938 με γεμιστήρα 40 φυσιγγίων, το οποίο μου δάνειζε κατά τις επαφές μου με τις μονάδες που επιχειρούσαν. Ήταν ένα πολύ χρήσιμο όπλο και θα έπρεπε —αλλά δεν ήταν— να αποτελεί τον βασικό οπλισμό των αξιωματικών, οι οποίοι αντί γι’ αυτό έφεραν το προσωπικό τους πιστόλι Beretta.
Ο λοχαγός Μιράλια με βοήθησε, μετά την ελονοσία που πέρασα, να μετατεθώ σε έναν Λόχο ελονοσιακών με αποκλειστική υπηρεσία σε οχυρωμένη θέση. Τον συνάντησα μετά τον πόλεμο, τον Ιούλιο του 1948, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του μέλιτος με τη Μπιμπίνα, στον σταθμό Τέρμινι της Ρώμης, ακριβώς την περίοδο της γενικής απεργίας για την απόπειρα δολοφονίας κατά του Τολιάτι.
Η χαρά της συνάντησης ήταν αμοιβαία. Με προσκάλεσε στο Ρέτζιο Εμίλια, αλλά δεν είχα την ευκαιρία να πάω να τον επισκεφθώ. Αλληλογραφούσαμε για αρκετά χρόνια· πέθανε πριν από πολλά χρόνια στο Ρέτζιο του. Τον θυμάμαι πάντα με εκτίμηση και μεγάλη αγάπη.
Οκτώβριος ’42
28 Οκτωβρίου: (Πράξεις αντιποίνων). Στο Κομπότι, βάση ανεφοδιασμού των τμημάτων μας που επιχειρούσαν στα βουνά ανατολικά της πόλης, βρέθηκε αποθήκη όπλων και πυρομαχικών σε ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο από έναν αντάρτη που είχε ενωθεί με τους συντρόφους του στο βουνό. Οι νέες διαταγές ήταν να καίγονται τα σπίτια και να συλλαμβάνονται οι ύποπτοι ή να εκτελούνται αν βρίσκονταν με όπλα στα χέρια.
Οι κάτοικοι του χωριού, για να αποτρέψουν την εξάπλωση της φωτιάς στα γειτονικά σπίτια, μας ζήτησαν να κατεδαφίσουμε ορισμένες ξύλινες κατασκευές που συνέδεαν τις κατοικίες και, αφού δώσαμε τη συγκατάθεσή μας, άρχισαν να εργάζονται. Έπειτα, οι καραμπινιέροι και οι στρατιώτες μας έβαλαν φωτιά, η οποία μέσα σε λίγο κατέστρεψε το σπίτι. Κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς ακούγονταν εκρήξεις από χειροβομβίδες και πυρομαχικά που είχαν κρυφτεί στη στέγη του σπιτιού… Ο ανταρτοπόλεμος άλλαζε πρόσωπο και γινόταν πιο σκληρός.
Εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο Κομπότι
Η Λόχος μου, εκτός από τα καθήκοντα φρούρησης μέσα στην πόλη, πραγματοποιούσε και αποστολές σύνδεσης με το Τάγμα στη ζώνη επιχειρήσεων εναντίον των ανταρτών. Η μετακίνηση με φορτηγό στη διαδρομή Άρτα–Κομπότι–Πέτα ήταν πολύ επικίνδυνη, λόγω αιφνιδιαστικών επιθέσεων από αντάρτικες περιπόλους ή ριπών πολυβόλων και βολών όλμων στον δρόμο.
Ένα βράδυ περιπολούσαμε στον δρόμο Άρτα–Κομπότι, όπου περνούσαν φάλαγγες μεταγωγικών ζώων για τον ανεφοδιασμό των δυνάμεων που επιχειρούσαν. Αφού σταμάτησα και τοποθέτησα τους άνδρες σε αμυντικές θέσεις, περίμενα να περάσει μια μεγάλη φάλαγγα από μουλάρια που οδηγούσαν οι μουλαράδες του 41ου Συντάγματος· ήταν το υγειονομικό τμήμα. Τότε άκουσα κάποιον οδηγό να με φωνάζει· με αναγνώρισε και αποκαλύφθηκε ότι ήταν συμπατριώτης μου, με το παρατσούκλι «Γκαλινάτσο», ο Φραντσέσκο Ροτοντάρο. Τον συνόδευσα για ένα μικρό κομμάτι της διαδρομής (δεν μπορούσε να σταματήσει και να καθυστερήσει ολόκληρη τη φάλαγγα) και ανταλλάξαμε λίγα λόγια· ήταν κουρασμένος και μου ζήτησε μερικά τσιγάρα: του έδωσα όλο μου το πακέτο και τον αποχαιρέτησα.
Από τα τέλη Οκτωβρίου και η διμοιρία μου, που βρισκόταν στους στρατώνες «Άγιος Ηλίας» στον λόφο, ενώθηκε με τον υπόλοιπο Λόχο της Αγίας Θεοδώρας, σε χώρους ενός παλιού μοναστηριού δίπλα στην εκκλησία της Αγίας. Ορισμένοι χώροι των στρατώνων χρησιμοποιούνταν προσωρινά ως φυλακές για Έλληνες που θεωρούνταν εχθρικοί προς τις Ένοπλες Δυνάμεις μας.
14 Νοεμβρίου: Άρτα (βράδυ). Προσβολή από κακοήθη πρωτογενή ελονοσία (μικροσκοπική διάγνωση: «Praecox»). Νοσοκομείο εκστρατείας αρ. 80 (σχολικό κτίριο). Θεραπεία που εφαρμόστηκε: 1 γρ. ενέσιμης και 1 γρ. από του στόματος χορήγησης κινίνης, καθώς και καρδιοτονωτικά.
15 Νοεμβρίου: Μεταφέρθηκα επειγόντως στο Νοσοκομείο εκστρατείας αρ. 209 (από 15 έως 22 Νοεμβρίου), Ιωάννινα.
22 Νοεμβρίου: Μεταφέρθηκα στο Νοσοκομείο εκστρατείας αρ. 102 στο Μέτσοβο (υψόμετρο 1100 μ.), καλυμμένο με χιόνι, όπου παρέμεινα από τις 22 Νοεμβρίου έως τις 3 Δεκεμβρίου.
Επέστρεψα στη μονάδα μου στην Άρτα στις 4 Δεκεμβρίου. (Τον Αύγουστο του 1943, πριν από την ανακωχή, υπέστην άλλη μία μόλυνση ελονοσίας, «καλοήθους τριταίου» τύπου, πρωτογενή).
ΕΛΟΝΟΣΙΑ
Η αλληλογραφία μου κατά τη διάρκεια της νοσηλείας μου στα Νοσοκομεία από τις 14 Νοεμβρίου έως τις 3 Δεκεμβρίου 1942 (την κατάσταση της υγείας μου ως ασθενής την κρατούσα πάντοτε κρυφή από τους αγαπημένους μου γονείς).
Νοέμβριος ’42
15 Νοεμβρίου: Ταχυδρομική κάρτα.
«Αγαπημένε μου πατέρα, εδώ και μερικές ημέρες δεν σου γράφω γιατί είμαι πολύ απασχολημένος· ίσως απόψε πάμε στα Ιωάννινα για να παρακολουθήσουμε ένα θεωρητικό σεμινάριο περίπου δεκαπέντε ημερών. Αν δεν σου γράφω συχνά, μην ανησυχείς. Σταματώ γιατί έχω υποχρεώσεις. Φιλιά σε όλους. Νίνο».
23 Νοεμβρίου:
«(…) βρίσκομαι σε ένα ψηλό βουνό όπου οδήγησα μια διμοιρία από “διαλυμένους” (χρειάζονταν περίθαλψη) στρατιώτες [«διαλυμένος» ήμουν εγώ μαζί με άλλους στρατιώτες και αξιωματικούς που είχαν ελονοσία]. Σου γράφω από αυτό το απομονωμένο φυλάκιο· έχουμε μια σόμπα, έξω χιονίζει και κάνει κρύο. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι η αλληλογραφία φτάνει όταν το επιτρέπει το χιόνι (…) u rii mirë, ga mirë e fië (είμαι καλά, τρώω και κοιμάμαι) [πέρασε από λογοκρισία].
[η αλήθεια είναι ότι η καθυστέρηση δεν οφειλόταν τόσο στην ταχυδρομική υπηρεσία όσο στη δυσκολία της διαδρομής από τα Ιωάννινα στο Μέτσοβο, στην καρδιά της Πίνδου].»
27 Νοεμβρίου:
«Αγαπημένε μου πατέρα, σύντομα θα επιστρέψω στην παλιά μου έδρα, “jam te malitë” (είμαι στα βουνά). Εδώ η αλληλογραφία φτάνει μία φορά την εβδομάδα.
Προφορικά θα σου πω τον λόγο αυτών των μετακινήσεων. Σε κάθε σου γράμμα υπάρχει είτε επίπληξη είτε η συνηθισμένη ανησυχία· να είσαι βέβαιος ότι είμαι καλά. Έχεις καταλάβει ότι δεν μπορώ να σου γράφω τα πάντα· πολλά από τα γράμματά μου φτάνουν ελεγμένα από τη λογοκρισία. Για άδεια είναι μάταιο να ελπίζουμε για τα Χριστούγεννα [ήλπιζα σε άδεια ανάρρωσης, αλλά κι αυτή… μάταιη ελπίδα].»
Δεκέμβριος ’42
«Η αλληλογραφία έχει καθυστερήσει εδώ και αρκετές ημέρες. “Sqipetaret nuk bine e sckonjen” (οι Αλβανοί δεν την αφήνουν να περάσει). Χθες άκουσα τον λόγο του Ντούτσε [τον λεγόμενο “κύκνειο άσμα”].»
Ανασύνθεση των γεγονότων που αναφέρονται στις επιστολές και των νοσοκομειακών περιπετειών από τις 14 Νοεμβρίου έως τις 4 Δεκεμβρίου 1942
14 Νοεμβρίου: Απόγευμα. Μια ξαφνική κρίση πυρετού με πολύ υψηλή θερμοκρασία, ακατάσχετα ρίγη και πνευματική σύγχυση με έκαναν να καταλάβω ότι αυτό που φοβόμουν εδώ και καιρό είχε συμβεί: λοίμωξη από ελονοσία, γι’ αυτό και εισήχθηκα επειγόντως στο Νοσοκομείο εκστρατείας αρ. 80 στην Άρτα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας παραληρούσα και δεν είχα επίγνωση της κατάστασης.
Το πρωί, αφού ο πυρετός υποχώρησε κάπως λόγω της μαζικής χορήγησης κινίνης και άλλων φαρμάκων, ξύπνησα αποσβολωμένος σε έναν θάλαμο του Νοσοκομείου, ανάμεσα σε άλλους αξιωματικούς.
Ένας εκατόνταρχος της Πολιτοφυλακής, που βρισκόταν στο διπλανό κρεβάτι, με ρώτησε επίμονα από πού κατάγομαι, γιατί είχε περιέργεια να μάθει ποια γλώσσα μιλούσα κατά τη διάρκεια του νυχτερινού παραληρήματος, αφού παραπονιόμουν και εκφραζόμουν στα αλβανικά.
Από τη μικροσκοπική ανάλυση του αίματος βρέθηκα θετικός στο πλασμώδιο «praecox», δηλαδή πρωτογενή κακοήθη τριταία ελονοσία· λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης, το ίδιο βράδυ μεταφέρθηκα με ασθενοφόρο, μαζί με έναν ακόμη βαριά ασθενή στρατιωτικό, στο Νοσοκομείο εκστρατείας αρ. 209 στα Ιωάννινα, πιο οργανωμένο και καλύτερα εξοπλισμένο.
Δεν θυμάμαι περισσότερες λεπτομέρειες, λόγω της εξάντλησης από τις επιδράσεις της κινίνης και του πυρετού· θυμάμαι μόνο ότι πριν φύγω βρήκα τη δύναμη να γράψω μια κάρτα στο σπίτι, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια. Είχα κλείσει μόλις τρεις μήνες τα 21 μου χρόνια και ένιωθα σαν ένας κατεστραμμένος άνθρωπος!
Από το Νοσοκομείο των Ιωαννίνων μεταφέρθηκα σε εκείνο για ανάρρωση βαριά ασθενών σε ορεινή περιοχή, το στρατιωτικό νοσοκομείο αρ. 102 στο Μέτσοβο, σε υψόμετρο πάνω από 1000 μέτρα, σε μια περιοχή που ουσιαστικά βρισκόταν υπό τον έλεγχο αντάρτικων τμημάτων, τα οποία, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της παραμονής μας σε εκείνο το νοσοκομείο, δεν δημιουργούσαν καμία ενόχληση και απείχαν από κάθε παρενόχληση.
Πολλοί ασθενείς στεγάζονταν σε επιταγμένα σπίτια, μικρά και μονώροφα, με κρεβάτια, σόμπα και λίγα έπιπλα. Το χιόνι κάλυπτε τα πάντα. Ο χρόνος δεν περνούσε ποτέ και, όταν είχε ήλιο, κάναμε κάποιους περιπάτους στον δρόμο που είχε καθαριστεί από το χιόνι.
Διευθυντής του Νοσοκομείου ήταν ο γιατρός Τζόρτζιο Μενιέι, μαζί του υπηρετούσαν και άλλοι στρατιώτες του Υγειονομικού. Έναν χρόνο αργότερα, στο κοιμητήριο του Λβιβ (Πολωνία), είδα τον τάφο του (Ιανουάριος 1944). Ο καημένος ο λοχαγός, αιχμάλωτος των Γερμανών, πέθανε από κακουχίες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης!
«Για καλή μου τύχη η θεραπεία με κινίνη είχε αποτέλεσμα και, περίπου δέκα ημέρες μετά την έναρξη του πυρετού, άρχισα να αναρρώνω· παρέμεναν όμως διόγκωση της σπλήνας, ταχυκαρδία, βουητό και ζαλάδες που οφείλονταν στη μαζική χορήγηση κινίνης.
Το Μέτσοβο ήταν τόπος ανάρρωσης κατάλληλος για τους θερινούς μήνες, αλλά πιστεύω ότι η παραμονή ασθενών κατά τη χειμερινή περίοδο (με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν) ήταν επιζήμια, λόγω του υπερβολικού ψύχους, της απομόνωσης που προκαλούσε το χιόνι και του ακατάλληλου περιβάλλοντος, μάλλον επιβαρυντικού για τους αναρρώνοντες.»
Δεν μπορούσε κανείς να αντέξει και εμφανιζόταν μια ανησυχητική ψυχική κατάθλιψη [σήμερα – 1991 – το Μέτσοβο είναι ένα γραφικό ορεινό χωριό, με σύγχρονο χιονοδρομικό κέντρο, νέα ξενοδοχεία, διάσημο για το υγιεινό του κλίμα το καλοκαίρι…].
Δεν γινόταν λόγος για άδειες ανάρρωσης, στις οποίες τόσο ήλπιζα: στους ελονοσιακούς της Ελλάδας δεν μπορούσαν να τις χορηγήσουν, γιατί τότε –όπως έλεγαν– θα έπρεπε να μεταφερθούν όλες οι μεραρχίες της 11ης Στρατιάς στην Ιταλία για άδεια ανάρρωσης!
Κι όμως, αρκετοί, παρατείνοντας τη νοσηλεία τους από το ένα νοσοκομείο στο άλλο, κατάφερναν να επαναπατριστούν, προστατευμένοι από κάποιον «ισχυρό προστάτη» στο Υπουργείο Πολέμου. Στις 3 Δεκεμβρίου κρίθηκα υγιής από τους γιατρούς και στάλθηκα πίσω στη μονάδα μου. Με ένα φορτηγό, εγώ και άλλοι αξιωματικοί και στρατιώτες φτάσαμε στα Ιωάννινα και στις 4 Δεκεμβρίου από εκεί επέστρεψα στην παλιά μου έδρα, την Άρτα.
Δεκέμβριος ’42
5 Δεκεμβρίου: Στρατιωτική αλληλογραφία.
«…Χθες το βράδυ επιτέλους επέστρεψα στη μονάδα μου. Εδώ επικρατεί πραγματικό χάος· θα σου τα πω προφορικά (…) Βρήκα τα δύο δέματα σώα και αβλαβή (ευχαριστώ για τη σοκολάτα), δύο δικά σου γράμματα και ένα του θείου Σαβέριου. Σήμερα το πρωί έτρεξα αμέσως στο Φρουραρχείο για να σφραγίσω τα πιστοποιητικά. Δεν βρήκα τους συναδέλφους του Τάγματος, που και αυτή τη φορά βρίσκονται εκτός. Εγώ είμαι καλά και ελπίζουμε όλα να επιστρέψουν στην πρότερη κατάσταση (…) και έτσι να ξαναρχίσουν οι άδειες. Ευτυχώς που είμαστε “εξημερωμένα ζώα”, όπως λες κι εσύ. Φιλιά, Νίνο».
7 Δεκεμβρίου:
«(…) είμαστε έξι συνάδελφοι και οι στρατιώτες στον όμορφο στρατώνα μας. Τρώνε μαζί μας και οι αξιωματικοί των Αλπινιστών. Χθες ήταν η γιορτή του Αγίου Νικολάου και θα έπρεπε να δεις πώς τραγουδούσαν οι Έλληνες! (…)»
13 Δεκεμβρίου: Επιστολή για τα Χριστούγεννα (αεροπορικώς και λογοκριμένη).
«… βλέποντας ότι το ταχυδρομείο χρειάζεται πάντα περίπου δέκα ημέρες, αποφάσισα να σου γράψω αυτό το γράμμα για τα Άγια Χριστούγεννα, ώστε να είστε ήσυχοι τουλάχιστον την Άγια Νύχτα.
Σήμερα είναι της Αγίας Λουκίας, που γιορτάζεται και εδώ. Ο καιρός είναι υπέροχος και βγαίνουμε έξω χωρίς παλτό. Οι σύντροφοί μου περιμένουν τα Χριστούγεννα, γι’ αυτό ετοιμάζουμε γαλοπούλες, αυγά, λικέρ κτλ. (…) ξέρετε ότι βρίσκομαι στο παλιό μέρος και είμαι καλά (…). Στη λέσχη μας έφεραν μια απίστευτη ποσότητα από μαγειρεμένες πάπιες, που θα φάμε αυτές τις ημέρες (…).
Για το ταξίδι προς την Ιταλία, είτε από ξηρά είτε από θάλασσα, λένε ότι είναι επικίνδυνο αυτή την περίοδο, αλλά δεν με νοιάζει καθόλου και θα έρθω οπωσδήποτε μόλις πάρω την πολυπόθητη άδεια. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.
Αγαπημένε μου πατέρα, θα ήθελα να σας γράψω ένα μικρό γράμμα σαν κι εκείνα που σας άρεσε να βρίσκετε κάτω από το πιάτο στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, αλλά σκέφτηκα τον χαρακτήρα σου και τα δάκρυά σου και άλλαξα γνώμη.
Είθε το Θείο Βρέφος να μας βρει τον επόμενο χρόνο [από το κακό στο χειρότερο, αιχμάλωτος στην Πολωνία!], όλους μαζί, χωρίς πια πολέμους και δυσκολίες, χαρούμενους και ευτυχισμένους. Αυτή είναι η ευχή όλων μας που βρισκόμαστε μακριά από τους δικούς μας σε αυτή τη γιορτή, που είναι η γιορτή της χριστιανικής οικογένειας.
Αγαπημένοι μου, δεχθείτε όλοι τις πιο θερμές μου ευχές και πολλά δυνατά φιλιά. Ο αφοσιωμένος σας, Νίνο.
Υ.Γ. Σας παρακαλώ, μην κλαίτε. Τη νύχτα των Χριστουγέννων… τραγουδήστε όπως κι εγώ: “Tu scendi dalle stelle”»
19 Δεκεμβρίου:
«…μετά από αυτά τα Χριστούγεννα μεταφερόμαστε οριστικά από αυτή την κωμόπολη για να πάμε κοντά στη θάλασσα. Οι σύντροφοι είναι ακόμη εκτός και ελπίζουμε να επιστρέψουν όλοι σώοι και αβλαβείς. Σήμερα μου έγραψαν ο Σαλβατόρε Τζορντάνο (ιππικό πεζοπόρο) και ο Αντζιολίνο Μπουλιάνι (συμμαθητής στο Λύκειο)…!»
24 Δεκεμβρίου – Παραμονή Χριστουγέννων:
«Αγαπημένε μου πατέρα, είμαστε όλοι χαρούμενοι, με ειλικρινή ευθυμία, γιατί επέστρεψαν οι συνάδελφοι μαζί με όλους τους στρατιώτες. Έμοιαζαν όλοι σαν “Ζουλού”, οι καημένοι: ξυρίστηκαν αμέσως, πλύθηκαν και επιτέλους καθάρισαν. Απόψε θα δειπνήσουμε όλοι μαζί και το ίδιο και αύριο, ανήμερα τα Χριστούγεννα. Με τη σκέψη είμαι κοντά σας, όπως πάντα. Ευχές και φιλιά σε όλους. Νίνο».
Ανάμνηση Χριστουγέννων 1942
Δείπνο Χριστουγέννων: Στη λέσχη προσπαθήσαμε να αποσπάσουμε το μυαλό μας από τις σκέψεις για την οικογένεια, πίνοντας λίγο παραπάνω και περιπλανώμενοι στους δρόμους, όπου συναντήσαμε τον Ταγματάρχη μας, τον οποίο στο σκοτάδι είχαμε περάσει για έναν από εμάς, με τα επακόλουθα παρεξηγήσεων που ο ανώτερός μας αντιμετώπισε με χιούμορ. Σκόνταψα σε ένα πεζοδρόμιο που δεν είχα δει και τραυμάτισα αρκετά τον αστράγαλό μου, γι’ αυτό αναγκάστηκα να επιστρέψω στον στρατώνα.
Μεγάλο μέρος του στρατεύματος, μαζί με ορισμένους αξιωματικούς, είχε παραμείνει στον στρατώνα σε κατάσταση επιφυλακής, όπως και στο Διοικητήριο της φρουράς μέσα στην πόλη, για να αποφευχθεί κάποια δυσάρεστη έκπληξη από τους αντάρτες, οι οποίοι θα μπορούσαν να επιχειρήσουν κάποιο αιφνιδιαστικό χτύπημα εκμεταλλευόμενοι τη νύχτα της γιορτής. Την ημέρα των Χριστουγέννων, καθώς είχε πρηστεί ο αριστερός μου αστράγαλος, έμεινα στο κρεβάτι με κομπρέσες και κάποιο παυσίπονο.
30 Δεκεμβρίου:
«…σήμερα φτάσαμε στη νέα μας έδρα (Αρχάγγελος), όπου θα τακτοποιηθούμε μέχρι αύριο. Από πλευράς υγείας είμαι καλά. Προς το παρόν όλες οι άδειες έχουν ανασταλεί». Στρατοπέδευση στον Αρχάγγελο. Προσωπικές αναμνήσεις, ξεθωριασμένες από τον χρόνο….(Συνεχίζεται)
Στη φωτογραφία από το ίδιο βιβλίο, ο συγγραφέας με τον ανθυπολοχαγό Μόρο στον στρατώνα. Άρτα 1943
