Η Πλατεία στα Θεοδώριανα!

“Είμαι μια όμορφη πλατεία σ’ ένα χωριό «λίαν ορεινόν και δυσχείμερον», τα Θεοδώριανα. Δεν έχω ξεχωριστό όνομα σαν τις πλατείες της πόλης, είμαι απλά η πλατεία του χωριού, γιατί κάθε χωριό έχει την πλατεία του και δε νοείται χωριό χωρίς πλατεία. Μια πλατεία με το σχολειό, την εκκλησιά και τα μαγαζιά ολόγυρα και με το σήμα κατατεθέν κάθε πλατείας, τον πλάτανο στη μέση. Είμαι σ’ ένα ξάγναντο, εννιακόσια μέτρα ψηλά κι από δω ξεκινάνε οι δρόμοι για τις γειτονιές σαν τις αρτηρίες της καρδιάς.

 Γύρω μου απλώνεται το χωριό, τετρακόσια τόσα σπίτια και πιο κει, ολόγυρα, υψώνονται με μεγαλοπρέπεια οι βραχώδεις ακρώρειες των Τζουμέρκων κι από δω, κατά τα δυτικά, βλέπω την ψηλότερη κορφή, την Πυραμίδα, στα 2393 μέτρα και λίγο χαμηλότερα την τραγουδισμένη Κωστηλάτα, που σε κάθε πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου την κλείνω στην καρδιά μου σαν οι χορευτές σέρνουν πάνω μου ρυθμικά το καγκελάρι «Ψηλά στην Κωστηλάτα». 

 Η ιστορία μου είναι τόσο παλιά όσο και το χωριό. Πόσο χρονών είμαι; Σάμπως ξέρω κι εγώ; Είναι τόσα πολλά, πού να τα μετρήσω! Είναι, βλέπεις, κι αυτός ο παμφάγος χρόνος που όλα τα καταλύει, ακόμα και τη θύμηση. Λένε πως εδώ, στα μέρη μας, ζούσε πολύ παλιά η φυλή των Αθαμάνων και στη θέση Σελιό, λίγο πιο βόρεια, ήταν η πόλη Θεοδωρία που την κατέστρεψαν οι Ρωμαίοι μέσα σε μια νύχτα το 167 προ Χριστού μαζί μ’ άλλες εξηνταεννιά πόλεις κι οι κάτοικοί της σκορπίστηκαν δω-κει. Και μόλις κατά το τέλος του δέκατου έβδομου αιώνα μαζεύτηκαν στο χώρο που είναι σήμερα το χωριό κι άφησαν, σαν πύκνωσαν τα σπίτια, μια απλωσιά γης, έναν χώρο για κοινή χρήση, για ψυχαγωγία και συναπάντημα των χωριανών.

  Ε, από τότε αρχίζω να υπάρχω. Κι ήμουν τότε μικρή, στα σπάργανα, μια αλάνα, άσχημη κι ασουλούπωτη κι όσο μεγάλωνα όλο και κάτι έφτιαχναν για να με συμμορφώσουν, θηλυκό γαρ είμαι. Έφτιαξαν τοίχους για να με στηρίξουν, σχολειό κι εκκλησιά και μαγαζιά και φύτεψαν κι έναν πλάτανο στα 1775, καταμεσής, στον αφαλό μου. Ήταν ακόμα Τουρκιά στα μέρη μας κι ένας Τσιρογιάννης, φτωχολογιά σκέτη, δεν είχε να πληρώσει τους φόρους και για να ξεχρεωθεί του είπαν να φυτέψει ένα δέντρο πάνω μου και να το φροντίζει. Και φύτεψε  τον πλάτανο, που ρίζωσε μέσα μου και μεγάλωσε και φούντωσε και μου κρατάει σκιά τα καλοκαίρια και μ’ αποκοιμίζει τις νύχτες με το θρόισμα των φύλλων του. Αλλά, γέρασε κι αυτός, κοντεύει να φτάσει τα διακόσια πενήντα χρόνια και κάποια κλωνάρια του κουφάλιασαν, δεν άντεξαν. Σ’ έναν ανεμοστρόβιλο το 1997 έσπασαν κι ήρθαν ειδικοί και τον «κούρεψαν» κι ακούστηκαν φωνές διαμαρτυρίας ότι δεν έγινε καλά το κλάδεμα, μα ο πλάτανος ξανάδωσε, έβγαλε καινούρια κλωνάρια, ξαναφούντωσε και ξαναβρήκε το μεγαλείο του κι εγώ τη σκιά του και το νανούρισμά του.

 Και σε δυο χρόνια  μετά, το 1775, έχτισαν στην ανατολική πλευρά μου την εκκλησιά τ’ άι-Γιώργη, πολιούχου του χωριού, ένα χαμηλό και ταπεινό κτίσμα με το Κοιμητήριο μπροστά του, που τις άγριες νύχτες του χειμώνα με τρόμαζε η τραγική σιωπή των νεκρών, ώσπου μεταφέρθηκε στα 1910-1912 εκεί που είναι σήμερα. Και κάπου, έναν αιώνα κατόπι, το 1864, μάζεψαν οι χωριανοί 6.500 γρόσια κι έχτισαν μπροστά στην εκκλησιά το σχολειό, ένα σύγχρονο για την εποχή του κτήριο, που η διαμόρφωσή του ολοκληρώθηκε το 1924.

 Αλλά οι φιλόθρησκοι κάτοικοι ήθελαν μεγαλύτερη εκκλησιά κι έχτισαν το 1881 καινούρια στο χώρο της παλιάς. Θυμάμαι σαν τώρα, ήταν ένα φθινοπωριάτικο πρωινό του 1880 κι άκουσα φωνές κι οχλοβοή μεγάλη κι είδα τους χωριανούς να ‘ρχονται με λοστάρια, κασμάδες και φτυάρια για να γκρεμίσουν την εκκλησιά. Τρόμαξα. Ρώτησα και μου ‘παν πως θα χτίσουν καινούρια, πιο λαμπρή και πιο μεγάλη. Ησύχασα.

Είχε έρθει κάποιος Μπέκας, πραμαντιώτης πρωτομάστορας με πολλούς κτιστάδες για να χτίσουν την εκκλησιά με τριάντα χιλιάδες γρόσια, που μάζεψαν οι χωριανοί μεταξύ τους απ’ το υστέρημά τους, γιατί, όπως έλεγαν, ήταν εκείνη τη χρονιά φτώχια και ακρίβεια μεγάλη, το καλαμπόκι είχε δέκα παράδες η οκά, το τυρί εφτά γρόσια κι η προβατίνα εκατόν δέκα γρόσια.  Κι έγινε η εκκλησιά με πέτρα και λάσπη, με θαυμάσια αρχιτεκτονική, ευρύχωρη και με άπλετο φως, με στρογγυλές κολώνες και καμάρες κι έναστρους θόλους κι εγώ ακόμα την καμαρώνω. Οι εξωτερικές καμάρες στο χαγιάτι έγιναν το 1893 και το καμπαναριό το 1924 με δαπάνες χωριανών στην Αμερική. Τελευταία άκουσα πως θέλουν να καλύψουν τους θόλους με αγιογράφηση σαν όλες σχεδόν τις εκκλησιές και λυπήθηκα, γιατί είναι κρίμα να χαλάσουν αυτή την παραδοσιακή μοναδικότητα των έναστρων θόλων που σε βυθίζουν στην απεραντοσύνη του σύμπαντος, στο αέναο της κτίσης του Θεού. 

 Κι όλο και κάτι έκαναν από τότε για να με σουλουπώσουν. Ύψωσαν το πέτρινο γυροβόλι το 1936 κι αργότερα έβαλαν αποπάνω και κάγκελα,, ανακαίνισαν και τον τοίχο προς τα μαγαζιά το 1937, έκαναν και το Ηρώο για τους τιμημένους νεκρούς των πολέμων, «η Κοινότης ευγνωμονούσα τα τέκνα της», λιτό, πέτρινο, που έπαθε όμως ζημιές απ’ το σεισμό του 1967 και το 1971 ανήγειραν άλλο στη θέση του από μάρμαρο, κόντρα στην αισθητική του χώρου κι εγώ δεν είχα μιλιά για να διαμαρτυρηθώ. Έφτιαξαν και  μοντέρνο κοινοτικό οίκημα στην ανατολική μου άκρια, και πέτρινη βρύση στη βορινή με κρύο νερό απ’ το βουνό κι έντυσαν και το κορμί μου με πλάκες, το θωράκισαν. Κι όλα τούτα, εγώ και το σχολειό κι η εκκλησιά και τα μαγαζιά κι ο πλάτανος και το Ηρώο κι η βρύση είμαστε το κέντρο κι η βιτρίνα του χωριού, είμαστε η ιστορία κι η ανάσα του και δίνουμε ζωή σ’ αυτό και παίρνουμε ζωή απ’ αυτό……(Πηγή : Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΘΥΜΑΤΑΙ….Απόσπασμα από χρονογράφημα του Ρήγα Σκουτέλα, όπως δημοσιεύτηκε στι σελίδα https://theodoriana.com/ )

Στη φωτογραφία “Χορός στην πλατεία των Θεοδωριάνων”. (Αρχείο Δημήτρη Στεργιούλη από το ίδιο άρθρο).

Δημοσιεύθηκε στην Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *