ΚΑΛΑΡΡΥΤΙΝΟΙ ΑΣΗΜΙΤΖΗΔΕΣ

“Τό κυριώτερο κέντρο άσημουργίας με τά περιφημότερα άργυροχοϊκά κατασκευάσματα τής ’Ηπείρου ήταν οί Καλαρρύτες καί Καλαρρυτινοί οί περισσότεροι έξέχοντες άσημιτζήδες. Πολλοί άπό αύτούς άσκούσαν την τέχνη του πλανόδιου χρυσικού καί φιλαπόδημοι, καθώς είναι όλοι οί Ήπειρώτες, τή διέδωσαν σέ όλα τά Επτάνησα, τή Βαλκανική, τή Μ. ’Ασία, τήν Αίγυπτο, την ’Ιταλία, την Αύστρία μέ τήν συν τω χρόνω εγκατάστασή τους εκεί. Ό Γεώργιος Μπάφας, πού φεύγοντας τή δίωξη του Άλή πασά, πέρασε στή Ζάκυνθο γιά νά άναδειχθή ό περίφημος καλλιτέχνης τής λάρνακας τού ‘Αγίου Διονυσίου καί άλλων έκκλησιαστικών σκευών, ό πατέρας του Διαμαντής Μπάφας, ό χρυσοχόος τού Βελή πασσά Ιωάννης Μπλούτσος, ό Δημήτρης Παπαγεωργίου, πού κάθε σφυριά του πληρώνονταν, καθώς φημολογείται, καί μιά λίρα, είναι μερικά μονάχα ονόματα φημισμένων Καλαρρυτινών άσημιτζήδων. Ό πιο όνομαστός όμως άνάμεσά τους ήταν ό Θανάσης Τσιμούρης, πού καί άρχιχρυσοχόος τού Άλή πασά είχε χρηματίσει. ‘Η τέχνη του, άν καί θά μπορούσε νά λεχθή πώς υστερούσε άπό άπόψεως ρυθμού, όμως ήταν τέλεια στή λεπτότατη έπεξεργασία καί τήν εύχέρεια, όπως έξακριβώνεται άπό σωζόμενα κειμήλια καί κυρίως άπό τό επικάλυμμα τού ιερού Εύαγγελίου τού Μητροπολιτικού Ναού των Γιαννίνων. « Ό Τσιμούρης — έγραψε κάποτε ή μακαρίτισσα ’Αγγελική Χατζημιχάλη — φαίνεται νά μετέβη πρός τελειοτέραν έκμάθησιν τής τέχνης του εις τήν Δύσιν καί κατά τήν επιστροφήν του, έκτελών έργα όχι μόνον τελειοτέρας επεξεργασίας, άλλά συγχρόνως καί κυρίως έργα νέας καί διαφόρου άντιλήψεως, έπέσυρεν, ώς ήτο φυσικόν, τον γενικόν θαυμασμόν. Τοιουτοτρόπως τά έργα τού Τσιμούρη, τά όποια τόσον έπεβλήθησαν καί έθαυμάσθησαν διά τής τελειοτέρας τεχνικής, συνετέλεσαν κατά πολύ εις τήν διάδοσιν τής δυτικής έπιδράσεως». Ό Τσιμούρης έγινε γνωστός κυρίως γιά τά εύαγγελιοκαλύμματά του, πού τά μιμήθηκαν ύστερα καί όλοι οί κατοπινοί άσημουργοί τής Ελλάδος.
Γυρίζομε καί πάλιν στούς Καλαρρυτινούς άσημιτζήδες. Αύτοί δέν έξυπηρέτησαν μόναχα τό θρησκευτικό ιδεώδες τών Ελλήνων μέ τά άργυρά ιερά σκεύη, τά άσημένια έπενδύματα εικόνων, τά καντήλια, τά εύαγγελιοκαλύμματα καί τούς πολυελαίους, πού βγήκαν άπό τά χέρια τους. Καί ούτε άκόμα φιλοτέχνησαν τά λεπτά έκείνα άντικείμενα (ζώνες, καρφίτσες καί άρμάθες), πού τόσο συνδέονται μέ τή χαρά του ελληνικού λαού. Αύτοί μέ τά γιαταγάνια, τα σπαθιά, τά κουστέκια, τις άσημοσουγιές, τά χαρμπιά, τά φυσεκλίκια καί τις παλάσκες, τά ποιητικά δηλαδή τσαπράζια, πού φιλοτεχνούσαν στά έργαστήριά τους, στόλισαν καί τό Μεγάλο μας Είκοσιένα. Στην τελευταία αύτή περίπτωση μάς μεταφέρουν έμμεσα μερικά τέτοια άσημένια κοσμήματα του έπίσης Καλαρρυτινοΰ άσημιτζή Άθ . Δογορή, συμπληρώματα τής παλαιότερης άνδρικής ελληνικής φορεσιάς αύτά……” (Πηγή : ΚΑΛΑΡΡΥΤΙΝΟΙ ΑΣΗΜΙΤΖΗΔΕΣ, Κ. Σ. Κώνστας, Ηπειρωτική Εστία, τχ. 203-204,1969)

Στη φωτογραφία “Χρυσό Ευαγγέλιο ναού Καλαρρυτών, έργο του Θ. Τσιμούρη” (Πηγή : Λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ, Από το φωτογραφικό αρχείο του Απόστολου Βερτόδουλου, Γιάννινα, 1995)

Δημοσιεύθηκε στην Τα Τζουμέρκα και τα χωριά τους. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *