Συνεχίζουμε την ανάρτηση του Μητρώου Δήμου Καλαρρυτών με τα έτη 1855 – 1857. (Πηγή : ΓΑΚ Άρτης)
Έτος γέννησης 1855


Έτος γέννησης 1856


Έτος γέννησης 1857


Συνεχίζουμε την ανάρτηση του Μητρώου Δήμου Καλαρρυτών με τα έτη 1855 – 1857. (Πηγή : ΓΑΚ Άρτης)
Έτος γέννησης 1855


Έτος γέννησης 1856


Έτος γέννησης 1857


Ο Φούρνος της Χαρωνούς στα 1980…σήμερα δεν έχει απομείνει τίποτα! (Φωτο από προσωπική συλλογή)
Για το φούρνο της Χαρωνούς μπορείτε να διαβάσετε στο λινκ https://doxesdespotatou.com/tampakiades-o-foyrnos-tis-charonoys-a-meros/
και στο λινκ https://doxesdespotatou.com/o-foyrnos-tis-charonoys-tampakiades-de/

Στα χωριά η κάθε οικογένεια είχε το δικό της φούρνο, οι νοικοκυρές ζύμωναν και φούρνιζαν το ψωμί, όπως και όλα τα φαγητά, μόνες τους. Στη φωτογραφία του Βασίλη Γκανιάτσα, φούρνισμα σε χωριό της Άρτας. (Πηγή : ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΕΣ, Σ. Βασιλείου, Αθήνα, 2007)

Μέρες γιορτινές κι οι λαμαρίνες με τα κουλουράκια, τα ταψιά με τους μπακλαβάδες, τα καταίφια και τους κουραμπιέδες πηγαινοέρχονταν στους δρόμους της πόλης σε μια συνεχόμενη παρέλαση γλυκών, κάνοντάς τους να μοσχομυρίζουν βανίλια, βούτυρο, ψημένο αμύγδαλο και καρύδια. Βλέπετε ο φούρνος ήταν σημείο αναφοράς, μια και τα νοικυριά δεν διέθεταν δικό τους. Σε κάθε γειτονιά λοιπόν της Άρτας, υπήρχε ένας τουλάχιστον παραδοσιακός φούρνος, που εξυπηρετούσε όλες τις ανάγκες για ψήσιμο (φαγητό, ψωμί, γλυκά) καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Κάποιοι φούρνοι ζύμωναν ψωμί και το πουλούσαν σε όσες νοικοκυρές δεν το έκαναν μόνες τους. Οι άλλες αγόραζαν το αλεύρι από τους Αλευρόμυλους της Άρτας και συναγωνίζονταν κάθε γειτονιά ποια θα κάνει το πιο γευστικό, αφράτο και μαλακό ψωμί.
Ο παραδοσιακός φούρνος της πόλης ήταν χτισμένος με πέτρες – πυρότουβλα και κοκκινόχωμα. Το εσωτερικό τμήμα του ήταν θολωτό και στο πάνω μέρος, στην κορφή, υπήρχε έξοδος στην καμινάδα – η φουρνογκλαβανή – χτισμένη με πέτρες και σκεπασμένη με πλάκες. Εσωτερικά ο θόλος του φούρνου ήταν χτισμένος με πυρότουβλα ή κεραμίδια, κατάλληλα τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Το δάπεδο του φούρνου ήταν υψωμένο περίπου ενάμισι μέτρο από το έδαφος. Η πόρτα του είχε τοξοειδές σχήμα και σαν βάση είχε μια μεγάλη πλάκα από πορώλιθο. Το κάλυμμα της πόρτας ήταν συνήθως από λαμαρίνα (τσίγκο), με άνοιγμα εξήντα πόντους περίπου, αρκετό για να χωράει δέκα ταψιά με φαγητό ή ψωμί. Ήταν στρωμένο με πυρόπλακες αλειμμένες με κόκκινη λάσπη (κοκκινόχωμα). Στο κέντρο του δαπέδου υπήρχε ένα άνοιγμα διαμέτρου περίπου σαράντα εκατοστών, απ’ όπου περνούσε η θερμότητα από την καύση των ξύλων. Ανάλογα με τη θερμοκρασία του φούρνου, ο φούρναρηε έκλεινε ή άνοιγε την τρύπα του δαπέδου. Ο χώρος κάτω από το δάπεδο λεγόταν «γιουλχάνι», το κεντρικό τμήμα του ήταν η εστία όπου άναβε η φωτιά, ενώ αριστερά και δεξιά υπήρχαν δίοδοι (παραθυράκια) μεταφοράς της θερμοκρασίας σε όλο το δάπεδο του φούρνου…. (Συνεχίζεται) [Πηγή : ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ, Γ. Κουτσούμπας, Αθήνα, 2004]
Στη φωτογραφία ο Νικόλαος Γρίβας μπροστά στο φούρνο ιδιοκτησίας Κων/νου Πίσπιρη το 1967. Ο φούρνος του Πίσπιρη βρίσκονταν στη διασταύρωση των οδών Μάνθα και Βασ. Κωνσταντίνου, πίσω από τον Άγιο Δημήτριο. (Φωτο από το ίδιο βιβλίο)
*Την οδό Μάνθα μπορείτε να την δείτε στο λινκ https://doxesdespotatou.com/odos-mantha-stin-arta/
και στο λινκ https://doxesdespotatou.com/kai-i-odos-mantha-simera/

Πανοραμική φωτογραφία του κέντρου της Άρτας από την δεκαετία του ’70 (?). Διακρίνονται καθαρά η κεντρική πλατεία, η Πνευματική Στέγη του Μ/Φ Συλλόγου ΣΚΟΥΦΑΣ, η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου με την πλατεία της και πιο πάνω η πλατεία Μονοπωλείου. Φωτοκάρτα των αδελφών Ε. – Χ. Λιγούρα – Σ. Γκιώκα Ιωάννινα. (Πηγή : https://oldthing.de/)

Το ζευγάρι από αγελάδες ζεμένο για το όργωμα. Από αριστερά : Μιχ. Κοντός, Νίκος Παπανικολάου (με το ξύλο), Γεωργία Ντάλα και Φωτεινή Παπανικολάου. Καθιστή η Ευθαλία Κοντού. (Πηγή : ΤΟ ΔΙΣΤΡΑΤΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, Χ. Ντάλας, Αθήνα, 2008)

Άποψη της Άγναντας την δεκαετία του ’60. (Φωτο από συλλογή Κ.Κ.)

Χαρακτικό από το βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Henri Turot, στο 5ο κεφάλαιο του βιβλίου του, που είναι αφιερωμένο στο μέτωπο της Ηπείρου στον πόλεμο του 1897 (σελ. 209 – 221) με τίτλο “ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ – LA FORTERESSE D’ ARTA”. ((Πηγή : Turot, Henri, 1865- L’insurrection crétoise et la guerre Gréco-Turque : Ouvrage contenant soixante-quatorze illustrations ; d’apres les photographies de l’auteur Paris : Librairie Hachette et Cie, 1898).
Εδώ βλέπουμε τον στρογγυλό πύργο στην νότια – μπροστινή πλευρά του Κάστρου. Για όσους δεν το έχουν προσέξει να πούμε ότι οι τρεις πύργοι του κάστρου της Άρτας από την πλευρά της κεντρικής πύλης, έχουν διαφορετικό σχήμα μεταξύ τους : τριγωνικό, τετράγωνο και στρογγυλό.

Το Κάστρο και οι πύργοι του σήμερα….

Διαβάζοντας την διήγηση στην προηγούμενη ανάρτηση, ο πολεμικός ανταποκριτής HENRY W. NEVINSON μιλάει για “…… γυναίκες και κορίτσια, και μερικές φορές άνδρες που είχαν ένα μπλε τατουάζ με σταυρό στο μέτωπό τους και στην πλάτη των χεριών τους…..” Πρόκειται για το “σταυροτύπωμα”, μια συνήθεια που σύμφωνα με τον NEVINSON ήταν σημάδι του σκλάβου που αψηφούσε τους Τούρκους, διακηρύσσοντας την πίστη του.
“Το σταυροτύπωμα (τατουάζ) είναι μία συνήθεια η οποία δεν είναι ευρέως γνωστή ότι υπήρχε στους Βλάχικους πληθυσμούς. Κι όμως από πολύ παλιά οι Bλάχοι συνήθιζαν να “στίζονται” θέλοντας με τον τρόπο αυτό να εκφράσουν την κοινωνική τους τάξη, την ιεραρχία, το θρησκευτικό συναίσθημα ή γιατί πίστευαν πως το τατουάζ προσέδιδε περισσότερη ομορφιά και τύχη στις νέες κοπέλες ή ακόμα και λόγω προκαταλήψεων.
Σύμφωνα με έρευνες το τατουάζ ήταν διαδεδομένο κυρίως στους Bλάχους της Mακεδονίας και της Hπείρου. «Οι αρβανιτόβλαχοι κάνουν βούλα ( στίξη/ κέντημα της σάρκας με βελόνα) ως εξής: Στουμπίζουν κάρβουνο ζεστό κι ανακατώνουν τη σκόνη σε φλυτζάνι ή ποτήρι με ρακή. Τρυπούν το δέρμα με βελόνα ώσπου να βγει αίμα, γιατί αλλιώς δεν πιάνει, στο μεσόφρυδο ή στο χέρι πάνω ή κάτω απ’ τον καρπό, στον πήχυ ή στα δάχτυλα και σχηματίζουν απλό σταυρό ή τ’ αρχικά γράμματα του ονοματεπώνυμού τους και τη χρονολογία γέννησής τους. Τ’ αρχικά γράμματα και τη χρονολογία τα χαράζουν μόνο στ’ αγόρια. Μετά βάζουν το μίγμα (κάρβουνο και ρακή), δένουν το σχήμα με πανί, τ’ αφήνουν 24 ώρες. Το ξεδένουν, το σκουπίζουν, βγαίνει το δέρμα και μένει ανεξίτηλο το σχήμα. Τώρα χρησιμοποιούν και σινική μελάνη. Έτσι αποφεύγουν το μάτιασμα, αλλά το κάνουν και από θρησκευτικότητα και για ομορφιά.» (Πηγή: 1. Η ΦΟΥΡΚΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ , ΙΣΤΟΡΙΑ – ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, Κ. Έξαρχος, Θεσσαλονίκη 1987, 2. https://vlaxoxoria.gr/)
Φωτογραφία από την Αμερικάνικη εφημερίδα The St Louis Republic, April 5 1903 με τίτλο ” TATTOOED SIGN OF THE CROSS PROTECTS WOMEN – CHRISTIAN WOMEN OF MACEDONIA MARKED WITH A CROSS BETWEEN THE EYES”(Πηγή : https://chroniclingamerica.loc.gov/)

KΕΦΑΛΑΙΟ 7 – ΓΡΙΜΠΟΒΟ
“Στην Πάτρα όλοι νόμιζαν ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει. Όλοι παραδοθήκαμε στη χαρά της ασφάλειας και της ζωικής απόλαυσης, στη μέση μιας υπέροχης λιακάδας με άφθονο φαγητό. Και έτσι λοιπόν συνέβη όταν ένα απόγευμα καθόμουν με τον Γάλλο πρόξενο και δύο ή τρεις ανταποκριτές που γνώριζαν τη δυστυχία της Άρτας σε έναν κήπο με το αεράκι δίπλα στη θάλασσα να φυσάει ανάμεσα στους ευκάλυπτους και τα ρόδια πάνω από τα κεφάλια μας κι ένα αηδόνι να τραγουδάει στο τριαντάφυλλο το παλιό του πάθος. Ήταν 11 Μαΐου, και καθώς καθόμουν εκεί ένα βαθύ ένστικτο με παρότρυνε να γυρίσω πίσω στην θλιμμένη περιοχή που είχα αφήσει. Όταν μίλησα γι’ αυτό, όλοι φώναζαν ότι η επιστροφή θα ήταν μια καλλιτεχνική αμαρτία. Αλλά αυτή η φωνή μέσα μου επέμενε και δεν με άφηνε να ησυχάσω μέχρις ότου, αφήνοντας τις καλλιτεχνικές αρετές σε μια άλλη σφαίρα, σηκώθηκα από το κρασί και την ωραία κουβέντα και μεταφέρθηκα στο στόμιο του Κόλπου, μακριά από τον ήλιο και πίσω στις γκρίζες και μωβ καταιγίδες που ξεσπούσαν πάνω από την Αιτωλική ακτή.
Η ανάμνηση όλου αυτού του τριήμερου ταξιδιού της επιστροφής παραμένει στο μυαλό μου με μια ιδιόμορφη ευκρίνεια. Εκείνη η περιοχή της Αιτωλίας και των Ακαρνανικών κόλπων είναι μια παράξενη και σχεδόν άγνωστη γη. Τρέφεται από μεγάλες λίμνες και άφθονα ποτάμια που ρέουν μέσα σε δάση από πουρνάρια και μαύρες βελανιδιές και έχει έναν διαφορετικό χαρακτήρα από την υπόλοιπη Ελλάδα. Και η ιστορία της ήταν επίσης διαφορετική. Οι θεοί ήταν εκεί νωρίς, και αποχώρησαν αργά, αλλά δεν αγάπησαν το μέρος πολύ. Ή ίσως επειδή το αγάπησαν, του έδωσαν λίγη φήμη, διαφυλάσσοντάς το σαν ένα ακαλλιέργητο καταφύγιο για την αθανασία της απαξιωμένης ηλικίας τους. Οι κάτοικοι στα βουνά και στις πλαγιές της πεδιάδας ήταν αποκομμένοι από την υπόλοιπη Ελλάδα και μιλούσαν διαλέκτους σχεδόν τόσο ακατανόητες όσο μια βάρβαρη γλώσσα. Ωστόσο, ανάμεσα στα βουνά και τη θάλασσα βρίσκεται η Καλυδώνα, στην οποία ήρθε η Αταλάντη, και δίπλα στην επίπεδη λιμνοθάλασσα στο Μεσολόγγι βρίσκεται η καρδιά του τελευταίου των Τιτάνων.
Περίπου τέσσερις ώρες οδικώς από το πλούσιο χωριό του Αγρινίου, όπου οι γυναίκες εξακολουθούν να δείχνουν κάποια ίχνη νότιας ομορφιάς, συναντάς τον γεμάτο χείμαρρο εκείνου του παλιού Αχελώου, που τον είχα γνωρίσει πολύ ψηλά ανάμεσα στα φαράγγια της Πίνδου. Και όμως ένα ή δύο μίλια πέρα από το ποτάμι, ο στενός δρόμος είναι σχεδόν φραγμένος από τα ερείπια τεράστιων τειχών και πυλών, τα ερείπια μιας παλιάς ελληνικής πόλης που κείτεται εκεί ανέγγιχτη. Ένας βοσκός μου είπε ότι το λένε «Στράτος». Και με αυτή τη λέξη ένα απόσπασμα στον Θουκυδίδη ήρθε αμυδρά στο μυαλό μου. Μήπως δεν λέει πώς ένα απόσπασμα Αθηναίων προσπάθησε κάποτε να διεισδύσει στην Αιτωλία, και σε κάποιο μέρος που λέγεται «Στράτος» περικυκλώθηκε από τους μισοβάρβαρους και καταστράφηκε; Αυτό ήταν τότε το σκηνικό…. Εδώ εκείνοι οι λαμπεροί Αθηναίοι, που είχαν ακούσει τον Περικλή και παρακολουθούσαν το κτίριο του Παρθενώνα, κοίταξαν τον ήλιο για τελευταία φορά. Εδώ περικυκλώθηκαν και καταστράφηκαν.
Μετά ο δρόμος έγινε ακόμη πιο έρημος, περνώντας στην αρχή πάνω από μια μεγάλη ακαλλιέργητη πεδιάδα από θάμνους και έλη γεμάτα καλάμια, στην οποία κυλιόντουσαν μερικά εφιαλτικά βουβάλια, και στη συνέχεια μέσα από μίλια δασικής γης με ξέφωτα που οδηγούσαν πάνω από βράχους βουνών και μετά σε άλλες απάτητες κοιλάδες και βουνά πέρα μακριά — μια περιοχή κατάλληλη για μεσαιωνικές περιπέτειες ή τις πιο ζοφερές ιστορίες του Boccaccio. Το βράδυ της δεύτερης μέρας, αφού έκανα το γύρο μια μεγάλης και ρηχής λίμνης που δεν είχε διέξοδο, διέσχισα μια χαμηλή λεκάνη απορροής και έφτασα ξανά ξαφνικά στον λιμανάκι του Αμβρακικού κόλπου και στον Καραβασέρα με τα νοσοκομεία του. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα σε ένα τραπέζι εστιατορίου, το οποίο εξασφάλισα με κάποια ιδιοτέλεια και υπερηφάνεια λόγω της φυλής, και από εκείνο το σημείο της πλεονεκτικής θέσης έβλεπα προς κάτω σε ένα πάτωμα γεμάτο με περίπου σαράντα ή πενήντα Άτακτους που κοιμόνταν βαθιά. Το αν κάποιος από αυτούς που κοιμόντουσαν γύρω μου πέθανε την επόμενη μέρα, δεν το ανακάλυψα ποτέ, αλλά για εκείνο το βράδυ, τουλάχιστον, κοιμόντουσαν σαν νεκροί και έμοιαζαν πολύ απόκοσμοι καθώς ήταν ξαπλωμένοι δίπλα-δίπλα, με τα τουφέκια κάτω από τα κεφάλια τους, τα αστραφτερά φυσίγγια χιαστί πάνω στο στήθος τους, και τα κοντά μεσοφόρια τους να αναδίδουν μια πρωτόγνωρη μυρωδιά από το λίπος με το οποίο είχαν αλειφτεί προσεκτικά.
Με το πρώτο σημάδι φωτός ανάμεσα στα αστέρια, ήμασταν όλοι όρθιοι κι έξω στον διάφανο αέρα. Οι Άτακτοι στριμώχτηκαν βιαστικά σε ένα μικροσκοπικό πολεμικό πλοίο που επρόκειτο να τους μεταφέρει πέρα από τον Κόλπο, και εγώ τράβηξα μπροστά κατά μήκος του κεντρικού δρόμου, το ένα μίλι μετά από το άλλο, προς την Άρτα, κάτω από έναν ουρανό σαν ελεφαντόδοντο, τόσο απαλό και δροσερό. Απ’ τη μια πλευρά μου, τα βαθιά, μωβ κύματα χτυπούσαν με τις κορφές και έσπαγαν πάνω στα βράχια ενώ στα δεξιά μου, πολύ μπροστά, το ολοένα αυξανόμενο κατακόκκινο χρώμα του πρωινού αποκάλυπτε σταδιακά τα χιόνια της Πίνδου. Τα πουλιά ξύπνησαν. Οι μαυροκέφαλοι γλάροι γελούσαν κατά μήκος της ακτής και οι αετοί υψώνονταν σε σπειροειδείς κύκλους χωρίς να κινούν τα φτερά τους, μέχρι που τους άγγιξε ο κρυμμένος ήλιος και έλαμψαν στο γαλάζιο σαν δίσκοι χρυσού. Σε ένα μέρος είδα τα ιριδίζοντα μπλε και πράσινα χρώματα ενός μελισσοφάγου, και πιο μακριά ένα ζευγάρι τεράστιοι πελεκάνοι επέπλεαν σε μια λευκή λιμνοθάλασσα και στον ήχο των αλόγων εξαφανίστηκαν μέσα στο μοβ χρώμα της δύσης με τα βαριά και δυνατά φτερά τους. Ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους, ο ήλιος άγγιξε τα βράχια πάνω από την Πρέβεζα, και την ίδια στιγμή το μεγάλο κανόνι από το φρούριο της πόλης βρόντηξε πάνω από το νερό και από τη Νικόπολη του Αυγούστου άκουσα τον μακρινό ήχο των τουφεκιών και είδα έναν αραιό καπνό να υψώνεται προς τα πάνω στον ουρανό.
Εκεί που ο δρόμος άφηνε τη θάλασσα, οδηγώντας κατευθείαν για την Άρτα, κατά μήκος της πλατιάς κοιλάδας, μέσα από τρύπες και σπηλιές στους βράχους εκατέρωθεν, ή από αλώνια ανάμεσα στις όρθιες καλλιέργειες, μαυρισμένα και πεινασμένα πρόσωπα με κοίταζαν καθώς περνούσα. Στον ίδιο δρόμο συνάντησα όλο και περισσότερους από αυτούς τους δυστυχισμένους πρόσφυγες να σπεύδουν προς νότο για να ξεφύγουν. Τα παράξενα γυναικεία φορέματα, τα κουρέλια τους από σκούρα μωβ και κόκκινα χρώματα που ενώνονταν μεταξύ τους με μεγάλα ασημένια κουμπώματα, και η σκυφτή στάση τους με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, μου έδειχναν ότι είχαν έρθει από πολύ μακριά, από τα τουρκικά σύνορα, και οι γυναίκες και τα κορίτσια, και μερικές φορές οι άνδρες, είχαν ένα μπλε τατουάζ με σταυρό στο μέτωπό τους και στην πλάτη των χεριών τους — ένα από τα μέσα με τα οποία οι Χριστιανοί, ακόμα σκλαβωμένοι στην Ήπειρο, αψηφούσαν τα αφεντικά τους. Από τον μεγάλο αριθμό και τη βιασύνη τους κατάλαβα ότι κάποιος νέος φόβος τους είχε κυριέψει, και όταν επιτέλους, κάτω από τη φλόγα του μεσημεριανού ήλιου, ξαναμπήκα σκοντάφτοντας στο μεσαιωνικό πεζόδρομο της Άρτας, βρήκα τη μυρωδιά της πορτοκαλιάς πράγματι ακόμα βαριά μέσα στον αέρα και τα αναρίθμητα καφέ γεράκια να εξακολουθούν να κυνηγούν μύγες σαν χελιδόνια και να ουρλιάζουν από στέγη σε στέγη. Αλλά οι μακριές σειρές των χαρακωμάτων ήταν άδειες τώρα, και στα σκαλιά του Βυζαντινού Καθεδρικού ναού οι ηλικιωμένοι, οι γυναίκες και τα παιδιά στέκονταν συνωστισμένοι σαν μεσαιωνικοί Ιταλοί κατά τη διάρκεια κάποιας μάχης έξω από το τείχος μιας πόλης. Τα μάτια τους ήταν καρφωμένα σιωπηλά και με αγωνία πάνω στις μπλε γραμμές και τα μπαλώματα που σιγά-σιγά ανέβαιναν σε εκείνο τον λόφο της καταπράσινης πεδιάδας ακριβώς απέναντι από το ποτάμι δίπλα στην Γκρεμενίτσα και στους τραχείς γκρίζους λόφους πιο πέρα. Ξαφνικά, καθώς περνούσα, έσκυψαν όλοι και κράτησαν την ανάσα τους καθώς μια οβίδα από το μεγάλο μας κανόνι δίπλα στον στρατώνα ούρλιαξε πάνω από τα κεφάλια μας για να σκάσει ανάμεσα στους Τούρκους, σχεδόν τρία μίλια μακριά……” (Πηγή : SCENES IN THE THIRTY DAYS WAR BETWEEN GREECE & TURKEY – 1897, BY HENRY W. NEVINSON, London, J. M. DENT & CO. 29 and 30 BEDFORD STREET, W.C., 1898 – Μετάφραση Α. Καρρά)
Στη φωτογραφία “Ταφή αξιωματικού στον Καρβασαρά – KARAVASSARA : ENTERREMENT d’en officier”. (Πηγή : Turot, Henri, 1865- L’insurrection crétoise et la guerre Gréco-Turque : Ouvrage contenant soixante-quatorze illustrations ; d’apres les photographies de l’auteur Paris : Librairie Hachette et Cie, 1898)
