Η φυγή στη μεγάλη πόλη!

Μια χαρακτηριστική περίπτωση μετανάστευσης στην Αθήνα μας δίνει ο Αποστόλης Ντάλας από το Πιστιανά Άρτης : “….Μετά την απόλυσή μου από το στρατό ασχολήθηκα με τις αγροτοκτηνοτροφικές εργασίες. Τον Νοέμβριο του 1947 γεννήθηκε το τρίτο μου παιδί, ο Βασίλης, το 1950, τον Σεπτέμβριο, η Φωτεινή, το 1953 ο Φίλιππος και το 1955 το τελευταίο μου παιδί, ο Στέφανος και ήμουν πλέον υπερπολύτεκνος.

Τότε λόγω των οικονομικών αναγκών, εκτός από τις αγροτικές ασχολίες, ασχολήθηκα και με την τέχνη του μαραγκού ως αυτοδίδακτος, που εκτός από τα κουφώματα, έφτιαχνα και βαρέλια, τελάρα, καρδάρια κ.λ.π.

Παρ’ όλο που δούλευα σκληρά, απ’ το πρωί που φώτιζε η μέρα, μέχρι που νύχτωνε,  η οικονομία δεν είχε καλό αποτέλεσμα γιατί υπήρχε και η εκμετάλλευση από τους πελάτες, γιατί ορισμένοι, τους έκανες τη δουλειά τους, σου δίνανε ένα άλφα ποσόν και τα υπόλοιπα μην τα είδατε…………..

Έτσι πήρα την απόφαση τον Μάιο του 1958, να πάω στην Αθήνα. Στην Αθήνα όταν πήγα, έπιασα δουλειά σε ένα ξυλουργείο, στο Βύρωνα. Το Σεπτέμβριο πήγα στο χωριό και πήρα μαζί μου τον μεγαλύτερο γιό μου, τον Θεοφάνη, όπου μπήκε σε μια τεχνική σχολή του Υπουργείου Εργασίας ως Ηλεκτροσυγκολλητής. Τον άλλο χρόνο ήρθε ο άλλος γιός μου, ο Βασίλης, που πήγαινε στο νυχτερινό Γυμνάσιο και δούλευε ως μπογιατζής αυτοκινήτων.

Ύστερα από λίγα χρόνια ήρθε η κόρη μου η Σταυρούλα  να μας μαγειρεύει και να μας πλένει, διότι για μένα ήταν δύσκολο και κουραστικό γιατί δουλεύαμε και το απόγευμα, μέχρι που νύχτωνε. Κατόπιν ο άλλος ο γιός μου ο Φίλιππος και πήγαινε Γυμνάσιο. Τέλος, τον Νοέμβριο του 1969 ήρθανε στην Αθήνα η γυναίκα μου με την κόρη μου την Φωτεινή, όπου η οικογένεια ενσωματώθηκε……Το Δεκέμβριο του 1976 μου συνέβη ένα εργατικό ατύχημα…” (Πηγή : ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, Απόστολος Ντάλας, Αθήνα, 2005)

Στη φωτογραφία ο συγγραφέας στην Αθήνα, όταν εργαζόταν στο αρχοντικό του Κωλέττη στη Στοά του Αττάλου, από το ίδιο βιβλίο.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Γιατί ερήμωσαν τα χωριά μας….

Στις διάφορες αναρτήσεις μας βλέπουμε ότι πολλοί φίλοι και αναγνώστες εκδηλώνουν την ανησυχία τους και τον προβληματισμό τους για τον μαρασμό των ορεινών χωριών της περιοχής μας, μια κατάσταση που γίνεται όλο και χειρότερη καθώς οι παλιότερες γενιές που κρατούσαν κατά κάποιο τρόπο τα χωριά ακόμη ζωντανά, χάνονται σιγά – σιγά…

Πρόσφατα διαβάσαμε μια εργασία του φίλου και ερευνητή Μιχάλη Σάρρα σχετικά με τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στην Ήπειρο στα τέλη της δεκαετίας του ’40, που συνετέλεσαν  στην εσωτερική μετανάστευση προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, η οποία κορυφώθηκε από την δεκαετία του ’60 και μετά. Η εργασία με τίτλο “The Social Preconditions of the Greek Civil War: The Case of Epirus”, Conference for Postgraduate Students, Doctoral Candidates and Young Researchers on “The Balkan States during World War II (1939-1945)” παρουσιάστηκε σε συνέδριο στο ΑΠΘ τον Μάρτιο του 2018. Μια και είναι στα Αγγλικά, θα κάνουμε μια προσπάθεια να παρουσιάσουμε τα κύρια σημεία της για όσους δυσκολεύονται με τη χρήση της γλώσσας.

Η πλειονότητα του πληθυσμού στην περιοχή της Ηπείρου κατά τον Μεσοπόλεμο και προς το τέλος του, απασχολούνταν στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Από στατιστικά στοιχεία προκύπτει ότι ο αμιγώς αστικός πληθυσμός της περιοχής ήταν πολύ μικρός, σχεδόν 14,5% το 1928 και 13,26% το 1940. Πιο συγκεκριμένα, ο αστικός πληθυσμός της Άρτας το 1928 ήταν 8.045 άτομα σε σύνολο 52.596 ενώ το 1940  ανέρχονταν σε 9.441 άτομα σε σύνολο 65.175 κατοίκων. (Στις παραπάνω μετρήσεις δεν περιλαμβάνονται τα χωριά με ημιαστικό πληθυσμό που είχαν πάνω από 1000 κατοίκους όπως για παράδειγμα η  Άγναντα (1.291 hab.),  το Βουλγαρέλι (1.592 hab.), το Κομπότι (1.486 hab.), το  Πέτα (2.003 hab.) κ.α.

Από τα στοιχεία είναι προφανές ότι ο αριθμός των ατόμων που απασχολούνταν σε αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερος από τον αριθμό που μπορούσε να απορροφηθεί, ώστε να υπάρχει μια ισορροπημένη αναλογία ανάμεσα στην προσφορά εργατικού δυναμικού και στην ζήτηση, με ότι αυτό συνεπάγεται για τη συντήρηση των αγροτικών οικογενειών. Πολλοί αγρότες  ήταν λειτουργικά άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι καθώς τα στοιχεία παραγωγής των χρόνων του μεσοπολέμου θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί με πολύ λιγότερους εργάτες.

Επιπλέον ο μεγάλος αριθμός παιδιών κατά μέσο όρο σε κάθε οικογένεια είχε συντελέσει στο να κατατμηθεί  η γονική περιουσία σε πολλά και μικρά κομμάτια που δύσκολα πλέον μπορούσαν να συντηρήσουν τις οικογένειες των νέων μελών. Έτσι οι κακές συνθήκες υγιεινής και στέγασης ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο για την περιοχή. Στις περισσότερες περιπτώσεις η αγροτική οικογένεια παρήγαγε ίσα – ίσα για να καταναλώσει και εμπορευόταν το πενιχρό αγροτικό της πλεόνασμα καθώς και τη ξυλεία στην πόλη. Η κακή διατροφή και περιοδικά κατά τόπους ο υποσιτισμός, έπλητταν ένα μέρος των κατοίκων των ορεινών και ημι-ορεινών κοινοτήτων.

Οι περιορισμένες ευκαιρίες κοινωνικής κινητικότητας των χρόνων του Μεσοπολέμου τερματίστηκαν με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο πόλεμος επέφερε ανυπολόγιστες καταστροφές στις υποδομές, τη στέγαση και την κτηνοτροφία, συμπεριλαμβανομένης της στρατολόγησης και του θανάτου χιλιάδων νέων από το 1940 έως το 1944. Τα αντίποινα και οι λεηλασίες του στρατού κατοχής γκρέμισαν τη ζωή του χωριού και κατά συνέπεια την αγροτική παραγωγή. Το κοινωνικό και παραγωγικό υπόβαθρο της περιοχής της Ηπείρου, ήδη φτωχό από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, πληγώθηκε ανεπανόρθωτα από τον πόλεμο και την κατοχή. Ήταν κι αυτές, οι σκληρές συνθήκες ζωής στη χώρα – συνθήκες μάχης για επιβίωση – που προετοίμασαν το έδαφος για μαζική ένταξη στην αντίσταση και αργότερα για τον ανεξέλεγκτο εμφύλιο πόλεμο. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η Ήπειρος, από την ένταξή της στο ελληνικό κράτος μέχρι το τέλος του μεσοπολέμου, είχε παραμείνει μια φτωχή αγροτική περιφέρεια των «Νέων Χωρών» και είχε μείνει στο περιθώριο των εκσυγχρονιστικών προσπαθειών του μεσοπολέμου, αν εξαιρέσουμε την αναδιανομή των μεγάλων εκμεταλλεύσεων γης (τσιφλίκια). Οι κάτοικοι, και ιδιαίτερα οι αγρότες, προσπαθούσαν να καλλιεργήσουν με παραδοσιακά μέσα για να επιβιώσουν και να θρέψουν τις οικογένειές τους.

Έτσι η φυγή από το χωριό για τον νεαρό αγροτικό πληθυσμό της Ηπείρου ήταν η μόνη διέξοδος καθώς μια αξιοπρεπής απασχόληση ήταν ένα αναπάντητο ερώτημα. Ο δρόμος της μετανάστευσης στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ είχε κλείσει ως επί το πλείστον μετά το 1929. Τα αστικά κέντρα της Ηπείρου ήταν μικρά χωρίς βιομηχανική παραγωγή. Μερικά μικρά εργαστήρια ήταν κυρίως οικοτεχνίες με οικογενειακή ή συγγενική δομή. Η στροφή προς τις μεγάλες πόλεις και κυρίως την πρωτεύουσα ήταν η μόνη λύση. Όσοι δεν ακολούθησαν σπουδές για να γίνουν γιατροί, δάσκαλοι, γεωπόνοι μηχανικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι, κατέφυγαν στην Αθήνα από πολύ μικροί προσπαθώντας να ζήσουν ξεκινώντας από χαμηλή βάση και κάποιοι από το μηδέν. Αρκετοί επίσης μετανάστευσαν σαν ανειδίκευτοι εργάτες στη Γερμανία. Ακόμα και στην Αθήνα όμως, η κατάσταση ήταν δυσάρεστη. Συχνά τους εκμεταλλεύονταν και έπρεπε να δουλέψουν πολύ σκληρά για να επιβιώσουν, καθώς οι περισσότεροι από αυτούς δεν είχαν βοήθεια από την οικογένειά τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι άνθρωποι αυτοί βίωσαν βαθιά τα αδιέξοδα του χωριού που τους οδήγησαν στην εσωτερική μετανάστευση αλλά και τις σκληρές συνθήκες ζωής και εργασίας στη μεγάλη πόλη….

Στη φωτογραφία “Μια οικογένεια στα ορεινά της Ηπείρου το 1944”. Μια φωτογραφία του Νεοζηλανδού Τομ Μπαρνς, συνδέσμου του ΕΔΕΣ, από τη Συλλογή του Μίμη Χριστοφιλάκη.

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Μεταφορές με το κάρο!

1955 – Μεταφορές με το κάρο στην πλατεία Κρυστάλλη. (Φωτο από προσωπική συλλογή).

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μέσα Μεταφοράς | Σχολιάστε

Το αυτοκίνητο που πρωτοπερπάτησε στους δρόμους της Άρτας

“Κάποιο βραδάκι του Μάη του 1910 σταμάτησε στο Μονοπλιό το πρώτο αυτοκίνητο. Ήταν ένα μαύρο κουπέ με αναμμένα φανάρια, με πλούσια καρότσα και στο πίσω μέρος δίφυλλη πόρτα. Έπαιρνε μέσα 2 φορεία και καναπέ που έπεφτε όταν δεν ήταν φορεία.

Μόλις το είδαν οι Μονοπλήσιοι, τσαρουχάδες και άλλοι, μαζεύτηκαν γύρω και το χάζευαν. Όσο πέρναγε η ώρα τόσο γιόμιζε ανθρώπους η πλατεία, στριμώχνονταν να το πλησιάσουν. Άλλος έλεγε ότι τρέχει σαν αστραπή, άλλος ότι τρυπάει βουνά, ο καθένας με τη φαντασία του. Ως τότε ήξεραν μόνο κάρα, σούστες, νταλίκες.

Το αυτοκίνητο αυτό το στείλαν στον Συνταγματάρχη Μηχανικού Ιωάννου, για δουλειές που εκτελούσε στον Στρατώνα. Ψηλός, με στριμμένο μουστάκι, ανεβοκατέβαινε όλη μέρα το δρόμο της Άι Σοφιάς, καβάλα σ’ ένα καμαρωτό άλογο. Πιο πάνω απ’ την Άι Σοφιά, άρχιζε το βουνό. Το δρομάκι έστριβε αριστερά, ανηφορίζοντας, πέρναγε αριστερά του Άι Θωμά και συνέχιζε καλιγωτό δρομάκι που έβγαινε στο Στρατώνα. Άλλος δρόμος δεν ήταν.

Το αυτοκίνητο δούλευε όλη μέρα Κόπρενα – Άρτα, κουβαλώντας πυρομαχικά, υγειονομικό και άλλα διάφορα. Ήταν μέρες που το χάναμε, ξεφόρτωνε στο πεδίο των ασκήσεων. Όταν ξεφόρτωνε στο Νοσοκομείο της πλατείας του Άι Γιώργη, στο ανάκτορο της Άννας Κομνηνής, το ακολούθαγαν όλα τα παιδιά, καθώς και στο άλλο του Καραπάνου.

Η μηχανή του έκανε πολύ θόρυβο. Θα ήταν ατελειοποίητες τότε. Ακούγονταν απ’ τον Άι Μάρκο με την ησυχία που ήταν. Πολλά μεγάλα παιδιά βοήθαγαν στο ξεφόρτωμα και χαίρονταν όποιο κατάφερνε να πάει βόλτα ως την Κόπρενα.

Το αυτοκίνητο αυτό δούλεψε πολύ για την ετοιμασία του πολέμου που θ’ άρχιζε. Απ’ τις πρώτες δουλειές του Ιωάννου ήταν να φκιάσει δρόμο στο πλάι του βουνού για το Στρατώνα, αρχίζοντας από κοντά στο Νεκροταφείο, γιατί ήταν πολύ βαρύ υλικό για ανέβασμα. Θ’ ανέβαιναν τα πεδινά πυροβολικά που τα έσερναν δυο γερά άλογα και τα βαριά που τα έσερναν έξι. Όταν έγινε ο δρόμος έστειλαν γερά τετράτροχα που ανέβαζαν όλη μέρα οβίδες κι ότι άλλο βαρύ είχαν. Οι Τούρκοι παρακολούθαγαν αυτό που γινόταν εκεί πάνω απ’ το Γεφύρι και τ’ απέναντι βουνά. Κι όταν άρχισε η μάχη στις δυο το μεσημέρι, οι τσολιάδες παραταγμένοι στις καλαμιές αριστερά και δεξιά του Γιοφυριού και τα κανόνια στέλνοντας οβίδες στ’ απέναντι βουνά – καμιά απάντηση. Είχαν τραβηχτεί ψηλά κι έτσι όλη η πολύχρονη ετοιμασία, κόπος και χρήμα, πήγαν χαμένα. Ήξεραν πως θα κάρφωναν  τους Έλληνες στο Μπιζάνι. Όταν έπεσαν τα Γιάννενα, το αυτοκίνητο πήγε να δουλέψει προς τα κει. Το θυμάμαι αυτό σαν να έγινε τον περασμένο μήνα…..” (Άρθρο του Λεωνίδα Βλάχου στην ΑΡΤΗΝΗ ΕΥΘΥΝΗ, Ιούλιος 1994)

*Μπορείτε να διαβάσετε επίσης https://doxesdespotatou.com/1912-to-proto-aytokinito-stin-arta/

Στη φωτογραφία “Φορτηγόν αυτοκίνητον μεταφέρον τραυματίας” στον πόλεμο του 1912-13, παρόμοιο με το αυτοκίνητο της ιστορίας μας…(Πηγή : https://www.balkanwars.gr/)

Δημοσιεύθηκε στη Τα Μέσα Μεταφοράς | Σχολιάστε

1975 – ΝΕΡΑΙΔΑ

Ομάδα Γεώργιος Καραϊσκάκης : Κυριάκος Κουρμέτζας, Γεώργιος Καρακώστας, Απόστολος Καρακώστας, Φώτης Νίκου, Νίκος Αθανασιάδης, Κων/νος Καρακώστας. Κάτω δεξιά : Θωμάς Μαντέλλος, Σπύρος Νεραιδιώτης (Αρχηγός), Κων/νος Γώγος, Βασίλειος Μαντέλος, Γ. Καρακώστας  στην άκρη αριστερά. (Φωτο από αρχείο Σπύρου Νεραιδιώτη, Παρουσίαση Κ. Μπανιάς)

Δημοσιεύθηκε στη Οι άλλες ομάδες | Σχολιάστε

Ένα ερωτευμένο ζευγάρι…..

1940ς : Η Αρτινιά Αθηνά Μαστραπά, με την κρητικό συζυγό της κ. Αλεξανδράκη (Φωτο από συλλογή Β.Μ.)

Δημοσιεύθηκε στη Αρτινές Οικογένειες | Σχολιάστε

Παρά λίγο…αρπαγή!!!

14 Φλεβάρη σήμερα κι ας το γιορτάσουμε με ιστορίες κ φωτογραφίες ερωτευμένων απ’ το παρελθόν…..

“Ο Ζαχαρής Α. Τ. είχε οχτώ παιδιά, εφτά κορίτσια και το τελευταίο αγόρι. Τα τρία κορίτσια είχαν παντρευτεί, το ένα είχε πεθάνει από ατύχημα, οι γονείς κι αυτοί δεν ζούσαν και μείναν ορφανά τρεις κόρες, η Βασιλική, η Σοφία, η Θεοδοσία και το αγόρι ο Θανάσης που ήταν στο οικοτροφείο της Παραμυθιάς. Επειδή το σπίτι τους κατέστη ετοιμόρροπο, πήγαν τα κορίτσια στο γειτονικό σπίτι της Κώστα – Τενέζαινας (ενός δωματίου) και καθότανε εκεί μέχρι να επισκευάσουν το δικό τους.

Ο Γληγόρης Κ. από το συνοικισμό Μαχαλά, 41 χρονών, πολεμιστής της Μικράς Ασίας, ένας γεροδεμένος άντρας ερωτεύτηκε τη Βασιλική κι έστειλε προξενήτρα, αλλά αυτή δεν τον ήθελε…. Ο Γληγόρης, τυφλωμένος απ’ τον έρωτα πήρε την απόφαση να την κλέψει παρά τη θέλησή της, κι είπε μέσα του : “Εγώ έφτασα μέχρι το Τουλού – Μπουνάρ και το Σαγγάριο ποταμό στη Μικρά Ασία, ενώ εσύ δεν βγήκες έξω απ’ το χωριό και δεν με θέλεις;”

Έτσι κατέστρωσε ένα ραδιουργό σχέδιο  με δυο ή τρεις φίλους του απ’ το χωριό Ανώγειο και μια νύχτα του Σεπτεμβρίου του 1930 πήγαν στο σπίτι που κοιμόταν οι κοπέλες, παραβιάσανε την πόρτα και τις αιφνιδιάσανε. Έντρομες οι κοπέλες βάλανε τις φωνές και τα κλάματα και  η πιο τολμηρή άρπαξε τη γάστρα και την έβαλε πάνω στη φωτιά για να μη φωτίζει  και βλέπουν οι άρπαγες τα πρόσωπά τους. Και το πέτυχαν. Γιατί οι κλέφτες αντί για τη Βασιλική αρπάξανε τη Σοφία. Θαμπωμένοι από τη βιασύνη και την πάλη με τα  κορίτσια, δεν πρόσεξαν ποια ήταν, σβαρνίζοντάς την πήραν το δρόμο της επιστροφής, αλλά σε αυτό το χρονικό διάστημα, από τις φωνές των κοριτσιών ξύπνησαν οι γείτονες  και τρέξαν για βοήθεια.  Ο Μίχο – Τσαρακλής άρπαξε ένα φκιαρόξυλο που βρήκε μπροστά του κι έφτασε στο σπίτι, καθώς κι ο Μάρκο – Πρέντζιας και άλλοι γείτονες φτάσανε στο σπίτι  και πήραν την απόφαση να κυνηγήσουν τους απαγωγείς, αλλά με φόβο γιατί εκείνοι θα κρατούσαν όπλα….

Οι άρπαγες τραβολογούσαν την κοπέλα και απομακρύνονταν από το σπίτι, όταν ο Γληγόρης ανακάλυψε ότι η κοπέλα δεν ήταν η Βασιλική αλλά η Σοφία. Τότε άρχισε τα βρισίδια και λέει στους άλλους : “Αφήστε την να φύγει”. Εκείνοι τον παρότρυναν να την πάρουν κι ας ήταν η Σοφία, όμως εκείνος δεν θέλησε κι εισέπραξε τα σταυροκαντηλίσματα από τους φίλους του. Τότε αφήσανε την κοπέλα και γύρισε στο σπίτι της και οι απαγωγείς γυρίσανε στα δικά τους άπρακτοι και ντροπιασμένοι, η δε επιχείρηση έληξε άδοξα!!!

Η Βασιλική έκανε μήνυση στο Γληγόρη όπου δικάστηκε 9 μήνες φυλακή. Μετά την αποφυλάκισή του παντρεύτηκε το 1935 την Πανάγιω Σ.. Η Βασιλική, τον άλλο χρόνο από το συμβάν παντρεύτηκε τον Κίτσο Β. από το Γοργόμυλο…..(Πηγή : ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, Απόστολος Ντάλας, Αθήνα, 2005)

Στη φωτογραφία “Παλιά γκραβούρα με την αρπαγή της νύφης. El Mundo Ilustrado 1880”.

Δημοσιεύθηκε στη Λαογραφικά και άλλα | Σχολιάστε

Περιοχή “Λεύκες”

1957 – Η περιοχή “Λεύκες” στην είσοδο της πόλης από τα ανατολικά. Είχε πάρει το όνομά της από την δεντροστοιχία με τις πανήψυλες λεύκες που πλαισίωναν τον δρόμο και αποτελούσε έναν αγαπημένο περίπατο των Αρτηνών. Η περιοχή πλημμύριζε πολύ συχνά με τις κατεβασιές του Αράχθου. (Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του κ. Ιωάννη Έξαρχου)

Μπορείτε να δείτε μια ακόμη φωτογραφία του Σ. Μελετζή από την τοποθεσία “Λεύκες” στο λινκ https://doxesdespotatou.com/topothesia-oi-leykes/

Δημοσιεύθηκε στη Η Άρτα στο πέρασμα του χρόνου | Σχολιάστε

Οι πλημμύρες στον κάμπο της Άρτας το 1930 – 31

Αρκετά ήταν τα δημοσιεύματα στον τύπο της Άρτας σχετικά με τις πλημμύρες και τις καταστροφές σε καλλιέργειες και ζώα που είχε προξενήσει η άνοδος των υδάτων των ποταμών Άραχθου και Λούρου το 1930 και 1931.

Στη φωτογραφία σχετικό δημοσίευμα στην εφημερίδα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ στις 11 Οκτωβρίου 1930.

Φωτογραφία της Έλλης Παπαδημητρίου με τον ποταμό Λούρο πλημμυρισμένο, από την περιοδεία της στην Ήπειρο το 1929-30 (Πηγή : Παπαδημητρίου, Ε. (1977). “Παλιές φωτογραφίες, Ήπειρος-Μακεδονία”, επιμέλεια: Παύλος Βακάλης. Αθήνα: Ερμής).

Δημοσίευμα στην εφημερίδα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΝ ΒΗΜΑ σχετικά με την μεγάλη πλημμύρα του Αράχθου το Πάσχα του 1931 που κατέστρεψε σχεδόν ολοσχερώς το χωριό Λουτρότοπος.

HE FLOODS IN THW PLAIN OF ARTA IN 1930-31

The above extracts are from the local newspapers of Arta in 1930-31 and describe the problems faced by the people of Arta from the great floods of the Arachthos and Louros rivers. The waters destroyed everything in their path. Many city houses in the districts near the river were flooded several times each year.

In addition to the material disasters in agriculture and animal husbandry, the floods also affected severely the health of the people in the area. In the summer, the stagnant waters in the plain of Arta turned into marshes, with the result that the inhabitants of the villages suffered from the countless mosquitoes. This resulted in various diseases, especially malaria. A large number of people suffered from Mediterranean anemia and many children died. Thus, the need to shape the river bed, manage water volumes and avoid floods was imperative.

The second photograph of Elli Papadimitriou, shows a part of the Louro River flooded. It comes from her tour of Epirus in 1929-30 (Source: Papadimitriou, E. (1977). “Old photographs, Epirus-Macedonia”, editor: Pavlos Vakalis. Athens: Ermis).

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε

Η εταιρεία Henry Boot & Sons Ltd

“Η κατασκευαστική εταιρεία Henry Boot & Sons Ltd, με έδρα το Sheffield της Αγγλίας, διαβλέποντας τις προοπτικές που ανοίγονταν στον τομέα των μεγάλων δημόσιων έργων στην Ελλάδα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1920, ήλθε σε συμφωνία με το ελληνικό κράτος. Η συμφωνία προέβλεπε εργασίες ανάκτησης και άρδευσης καλλιεργήσιμων γαιών, καθώς και κατασκευής δρόμων και γεφυρών στην ελληνική περιφέρεια, και συγκεκριμένα σε Μακεδονία, Θεσσαλία, Ήπειρο και Κρήτη. Οι «υδραυλικές εργασίες», όπως αποκαλούνταν, επιπλέον προϋπέθεταν πλήθος μελετών των γεωμορφολογικών και υδρολογικών χαρακτηριστικών των περιοχών όπου θα λάμβαναν χώρα τα έργα. Το συνολικό έργο είχε αρχικό προϋπολογισμό περίπου 10.000.000 χρυσών λιρών Αγγλίας, ενώ οι εργασίες –με μια διακοπή στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου– διήρκεσαν έως το 1952.

Η αγγλική εταιρεία διατηρούσε γραφείο στην Ελλάδα ήδη από το 1920, οπότε δεν αποκλείεται οι διαπραγματεύσεις με τις ελληνικές κυβερνήσεις να ήταν μακροχρόνιες. Ωστόσο, σημείο τομής απετέλεσε το κείμενο σύμβασης με τίτλο «Σύμβασις διά τήν μελέτην καί κατασκευήν ὑδραυλικῶν ἔργων εἰς Θεσσαλίαν, Ἤπειρον καί Κρήτην», με ημερομηνία 17.12.1929, το οποίο φέρει εκ μέρους της τότε κυβέρνησης τις ιδιόχειρες υπογραφές των υπουργών Οικονομικών Μαρή και Συγκοινωνίας Καραπαναγιώτου και εκ μέρους της εταιρείας εκείνη του Charles Boot, γιου του ιδρυτή της, Henry, και μαρτυρά την πρόθεση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση το ίδιο έτος, να επιταχύνει την υλοποίηση του έργου. Η Σύμβαση καθορίζει, μεταξύ άλλων, τον τρόπο εκπόνησης μελετών, εκτέλεσης έργων, απαλλοτριώσεων, αγοράς μηχανημάτων, πληρωμών κ.λπ. και αποτελείτο κείμενο που κυρώνεται ως Νόμος 4500 του κράτους τον Μάρτιο του 1930″.

The construction company Henry Boot & Sons Ltd, based in Sheffield, England, foreseeing the prospects that opened up for it in the field of large public works in Greece, during the late 1920s, reached an agreement with the Greek state, which provided for the recovery and irrigation of arable land, as well as the construction of roads and bridges in the Greek region, specifically in Macedonia, Thessaly, Epirus and Crete. The “hydraulic works”, as they were called, also required numerous studies of the geomorphological and hydrological characteristics of the areas where the works would take place. The overall project had an initial budget of around 10,000,000 British pounds, while work – with an interruption during the Second World War – lasted until 1952.

The English company maintained an office in Greece as early as 1920, so it is possible that the negotiations with the Greek governments were long-term. However, a turning point was the text of the contract entitled “Contract for the study and construction of hydraulic works in Thessaly, Epirus and Crete”, dated 17.12.1929, which bears the handwritten signatures of the ministers of Finance, Maritime Affairs and Communications on behalf of the then government Karapanagiotou and on behalf of the company that of Charles Boot, son of its founder, Henry, and testifies to the intention of Eleftherios Venizelos, who had taken over the government in the same year, to speed up the implementation of the project. The Agreement determines, among other things, the manner of drawing up studies, execution of projects, expropriations, purchase of machinery, payments, etc. and constituted a text ratified as Law 4500 of the state in March 1930.

(Πηγή :  Δημοσίευση στις Σελίδες Ιστορίας της Καθημερινής στις 24/9/2013, με τίτλο Υδραυλικά έργα στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου γραμμένη από τον Διευθυντή Ερευνών του Ιδρύματος Ακτία Νικόπολις, Δημοσθένη Δόνο)

Δημοσιεύθηκε στη "Οι φωτογραφίες του Richard William Holtermann από το ταξίδι του στην Άρτα και την Πρέβεζα" | Σχολιάστε